Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Σηκώνεσαι και πηγαίνεις ως την πόρτα. Ακούς αρκετά, αλλά θέλεις να μάθεις κι άλλα. Μέσα στο σκοτάδι και από τη βιασύνη σου φοράς το μπλουζάκι σου ανάποδα. Ανοίγεις την πόρτα και αρχίζεις να κατεβαίνεις τα σκαλιά. Νιώθεις μέσα από τις χαραμάδες βλέμματα να σε ρωτάνε. Για πού ξεκίνησες να πας; Πώς τόλμησες; Η κόλαση αυτή δε σου ανήκει. Μα εσύ προχωράς. Λίγα μέτρα πλέον σε χωρίζουνε από το κακό και τότε έρχεται δεύτερη έκρηξη και το μετείκασμα μιας λάμψης. Και ύστερα κάποιο γυαλί που σπάει και θρυμματίζεται. Και μια φωνή που γίνεται κομμάτια. Δεν καταλαβαίνεις, δεν ακούς καλά και πλησιάζεις κι άλλο. Στο βάθος του τελευταίου διαδρόμου μια πόρτα μισάνοιχτη και ένα ποτάμι αίμα σου δείχνουν τη σωστή κατεύθυνση, σου λένε γύρνα πίσω. Κολλάνε οι σόλες σου στο δάπεδο, μα εσύ συνεχίζεις. Σπρώχνεις την πόρτα και ψάχνεις για διακόπτη. Ανάβεις το φως και αισθάνεσαι τη φρίκη να σου χαϊδεύει το λαιμό, να σου δαγκώνει το στομάχι. Ένα μεγάλο αδειανό δωμάτιο και ένα ποτάμι αίμα να φτάνει μέχρι το κέντρο του και εκεί να χύνεται μέσα σε μια κλειστή κόκκινη θάλασσα. Ένα παράθυρο απέναντι σπασμένο και τίποτα άλλο. Ούτε νεκρός ούτε φονιάς. Άγνωστο αίμα σε ένα ακατοίκητο δωμάτιο. Και κάτι ακόμα. Ένα χαρτί που κάτι γράφει πλάι στην ακτή του αίματος. Σκύβεις και το μαζεύεις. Αρχίζεις να διαβάζεις.
Και τότε βλέπεις την αιώνια επανάληψη να αγγίζει τον πάτο της σελίδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου