Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

καβάλα-μύρινα

Αύγουστος 2015. Διακοπές στη Λήμνο. Ταξίδι με την Δήμητρα. Στο κατάστρωμα του πλοίου που πάει από την Καβάλα για την Μύρινα. Εν μέρει για να περάσει η ώρα εν μέρει για να ξεσκουριάσουμε, τσιμπολογάμε λέξεις από το "Περί Ηρώων και Τάφων" του Σάμπατο και βάζουμε ασκήσεις αφήγησης και προσπαθούμε να τις λύσουμε με τον ήλιο να μας επιτηρεί πάνω από τα κεφάλια μας. Από τις ασκήσεις αυτές προκύπτουν τέσσερις μικρές δικές μου ιστορίες. οι εξής:

Το μοναδικό πράγμα που μπόρεσε να φανταστεί, μόλις άκουσε τη σειρήνα, είναι πως επίκειται βομβαρδισμός. Ενώ έτρεχε προς το καταφύγιο, χαμογέλασε με τη σκέψη πως τα τελευταία χρόνια δεν είχε νιώσει ποτέ του έκπληξη.

Χρειάστηκε να περιμένω ακόμα δύο μέρες. Καθόμουν όλη την ώρα στο παράθυρο και περίμενα να τον δω να εμφανίζεται στο βάθος του δρόμου. Από την αγωνία μου ξέχασα να ταΐσω το χρυσόψαρο, το οποίο βρήκε τραγικό θάνατο.

Με πήρε ο ύπνος με το τσιγάρο αναμμένο. Κανονικά θα είχε σβήσει, αλλά έτσι όπως το είχα ακόμα ανάμεσα στα χείλη μου, συνέχισα να το καπνίζω μες στον ύπνο μου. Δεν μπορεί να παίζει κανείς με αυτά. Όταν, μετά από πολλές ώρες, ξύπνησα, βρέθηκα να είμαι θαμμένος μες στη στάχτη, λες και με είχε περιλούσει η λάβα του Βεζούβιου. Ήμουν, λέει, ανεβασμένος στην ταράτσα κι έβλεπα από εκεί ολόκληρη την πόλη. Ήταν νύχτα, αλλά τα φώτα δεν είχανε ανάψει κι έτσι μες στο σκοτάδι το μόνο που ξεχώριζα ήταν ένα κερί που ερχόταν προς το μέρος μου. Η φλόγα τρεμόπαιζε καθώς με πλησίαζε αυτός που το κρατούσε. Ένιωσα μια απειλή κι έψαξα μες στις τσέπες μου να βρω κάτι για να τον αντιμετωπίσω. Βρήκα ένα ξυράφι. Το δοκίμασα στο χέρι μου. Έκοβε μια χαρά. Το κερί όλο και με πλησίαζε. Η φλόγα του όλο και μεγάλωνε και ένιωθα σιγά- σιγά να με ζεσταίνει. Ξαφνικά, φύσηξε ο αέρας κι έσβησε. Την ώρα που έσβηνε, πρόλαβα και ξεχώρισα τα μάτια του. Από τον φόβο μου μου γλίστρησε το ξυράφι από το χέρι μου κι έπεσε στο κενό. Βούτηξα από την ταράτσα πίσω του κι εγώ να το προλάβω πριν ακουμπήσει στο έδαφος.

Οι δικές σου ιστορίες που είναι; 

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

το φορολογικο υποσυνειδητο

-τι σας οφειλω;
-20 ευρω.
-οριστε.
-αποδειξη θελεις;
-ε; ειναι προαιρετικο;
-ξερωγω, καποιοι δεν την ζητανε..
-οχι, για εσας ρωταω.. ειναι προαιρετικο να την κοψετε;
-καλα, περιμενε να σου δωσω μια.
-χμ.. αυτη ειναι χθεσινη.
-κ λοιπον; τι; θα την φας κ θα σε πειραξει;
-αυτο που κανετε, κυριε, ειναι παρανομο.
-σιγα, ρε φιλε. δεν σκοτωσα κ ανθρωπο.
-νομιζω οτι δεν εχετε καθολου φορολογικη συνειδηση.
-εγω; τι λες τωρα; εφιαλτης μου εχει γινει η εφορια. μεχρι κ στον υπνο μου την βλεπω..
-α, ενταξει.. εχετε τουλαχιστον φορολογικο υποσυνειδητο.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

περούτζια

Τον Δεκέμβριο του 2003 βρέθηκα στην Περούτζια. Ήταν ένας φίλος μου που σπούδαζε εκεί και πήγα για λίγες μέρες να με φιλοξενήσει. Ο φίλος, καλό παιδί, παλιός συμμαθητής μου από το Γυμνάσιο, θέλησε να με ξεναγήσει στην πρωτεύουσα της Ούμπρια και να μου δείξει όλα τα μνημεία και τα αξιοθέατά της.
Τις δυο πρώτες μέρες συνέχεια γυρίζαμε μαζί και δεν αφήσαμε μουσείο και καθεδρικό που να μην επισκεφτούμε. Είχε και μια έκθεση κάπου, θυμάμαι, σε μια αίθουσα με έργα του Τισιάνο. Πολύ ωραία, δεν λέω.
Την Τρίτη μέρα ο φίλος έπρεπε να πάει στο πανεπιστήμιο και έτσι με άφησε να τριγυρίσω και λίγο μόνος μου, επιτέλους. Επειδή τα βασικά τα είχα ήδη όλα δει, είπα να ψάξω να βρω τίποτα λιγότερο γνωστό που όμως να αξίζει. Έτσι, έψαξα σε έναν τουριστικό οδηγό, που βρήκα στη βιβλιοθήκη του οικοδεσπότη μου, και είδα πως υπάρχει μια παλιά μεσαιωνική γέφυρα, πέτρινη εννοείται, λίγο έξω από τα τείχη του ιστορικού κέντρου, η οποία, έλεγε ο οδηγός, είναι συνδεδεμένη με έναν θρύλο εξίσου παλιό, όπως αυτή, κι ίσως εξίσου πέτρινο.
Αφού, λοιπόν, ήπια δυο-τρεις εσπρέσο σε ένα καφέ σε μια στοά, που το είχε μια γυναίκα που έμοιαζε με την βασίλισσα Ελισάβετ –όχι τη μάνα του Καρόλου, την άλλη, την παλιά, την ελισαβετιανή, που λένε- και που την έλεγαν Ελιζαμπέττα και αυτήν, και ήξερε να δίνει οδηγίες, να βρίσκουν οι τουρίστες εύκολα τα μεσαιωνικά μνημεία, ξεκίνησα να πάω να βρω το αξιοθέατο αυτό, που μάλλον και οι ίδιοι οι Περουτζιανοί το είχανε ξεχάσει.
Στο δρόμο, όμως, χάθηκα και ύστερα από μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση –πρέπει να έκανα κύκλους ατελείωτους, αφού το σέντρο ιστόρικο της πόλης δεν είναι και τεράστιο- κατέληξα στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου, κατάκοπος πια, γευμάτισα χαζεύοντας τα τρένα και τους επιβάτες τους.
Την ώρα που μασουλούσα το πανίνι μου, το μάτι μου έπεσε πάνω σε έναν πίνακα που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, πίσω από τις αποβάθρες. Έτσι όπως εναλλάσσονταν μπροστά μου οι συρμοί και λόγω της απόστασης –ακόμα δεν ήξερα πως έχω αστιγματισμό- μόλις που τον διέκρινα.
Μου άρεσε το σχήμα και τα χρώματά του, η αίσθηση που δημιουργούσε εκεί, ανάμεσα στα τρένα και τους διερχόμενους, αλλά μου ήταν αδύνατο να καταλάβω από τόσο μακριά τι ακριβώς αναπαράσταινε. Κι επίσης, μου ήταν απολύτως ανεξήγητο το ότι είχανε οι Ιταλοί έτσι απλά κρεμάσει ένα έργο τέχνης μέσα σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό, όπου κανένας δεν φαινόταν να το πρόσεχε και να το εκτιμούσε.
Σηκώθηκα από το παγκάκι όπου καθόμουνα, κατέβηκα της σκάλες, διέσχισα την υπόγεια διάβαση και βγήκα στην απέναντι πλευρά για να γνωρίσω από κοντά μία από τις πιο μεγάλες μου εμμονές, αν όχι και την μεγαλύτερη, που τότε ακόμα αγνοούσα. Στη θέση αυτού που εγώ είχα περάσει για πίνακα ζωγραφικής υπήρχε μια μεταλλική επιφάνεια, που είχε κολλημένες πάνω της διάφορες αφίσες και ανακοινώσεις, παλιές οι περισσότερες, σκισμένες και αλληλοκαλυπτόμενες με τέτοιον τρόπο που συνέθεταν μια μάζα τρισδιάστατη, πολύχρωμη, γεμάτη από κραυγαλέα και αντικρουόμενα μηνύματα, που όλα μαζί ερχόντουσαν και έδεναν με ένα σύνθημα γραμμένο με κόκκινη μπογιά που κάποιος είχε περάσει από πάνω τους.
Στάθηκα αποσβολωμένος να κοιτώ αυτό εκεί το πράγμα και προσπαθούσα να δώσω μια απάντηση σε ένα ερώτημα που ακόμα κανείς δεν μου είχε θέσει. Γιατί δεν έφευγα; Γιατί δεν απογοητεύτηκα; Γιατί το λάθος μου αυτό μου είχε τόσο αρέσει;
Την ώρα εκείνη μπήκε στο σταθμό ένα ακόμα τρένο και ο μηχανοδηγός του διάλεξε τον τελευταίο διάδρομο για να το προσαράξει. Το τρένο σταμάτησε ακριβώς πίσω από την πλάτη μου, ανοίξανε οι πόρτες του και άρχισαν να κατεβαίνει ο κόσμος.
Ενώ περνούσαν από δίπλα μου, σέρνοντας τις αποσκευές τους, χειρονομώντας και φωνάζοντας, όπως το συνηθίζει αυτός ο έξαλλος λαός, εγώ έβγαλα από την τσέπη του παλτού μου τη φωτογραφική μου μηχανή, έκανα ένα βήμα πίσω και φωτογράφισα για πρώτη μου φορά ένα κομμάτι τοίχου. Κάποιος επιβάτης σκόνταψε άθελά του πάνω μου και ύστερα γελαστός, αφού έριξε μια βιαστική ματιά πρώτα στη μηχανή και ύστερα στο θέμα μου, μου φώναξε κάτι που τότε στα αυτιά μου ακούστηκε σαν «ρε άνθρωπε, τι βγάζεις;».
Ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που έκανα και η αλήθεια είναι πως εάν δεν ήταν και τόσο ρητορική εκείνη η ερώτηση, δεν θα είχα εκείνη τη στιγμή μια σοβαρή απάντηση να δώσω. Πάντως, αμέσως ένιωσα να με καταλαμβάνει μια αίσθηση πρωτόγνωρη, σαν να είχα μόλις ανακαλύψει μία χαμένη ήπειρο και ταυτόχρονα σαν να είχα διαπράξει κάποια παρανομία, που ωστόσο καμιά ποινική νομοθεσία δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ασχοληθεί μαζί της.
Η αποβάθρα άδειασε μέσα σε ελάχιστα λεπτά και απέμεινα και πάλι μόνος μου. Κοίταξα προσεκτικά τριγύρω μου, να δω αν κάποιος με παρακολουθεί και στη συνέχεια έκρυψα πάλι τη φωτογραφική μου μηχανή μέσα στην τσέπη μου και απομακρύνθηκα όσο γινότανε πιο γρήγορα από το εκείνο το έργο τέχνης, το τόσο ανεπανάληπτα εκφραστικό και τόσο σπαρακτικά εφήμερο. Αυτόν τον πίνακα που μόνο εγώ κατόρθωσα να δω, την ώρα που ολόκληρος ο κόσμος περνούσε διπλά του χωρίς να τον προσέξει. Όχι, αυτό δεν ήτανε απλώς μια ανακάλυψη.
Μέχρι να βγω ξανά στο δρόμο, έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό, είχα ήδη αποκρυπτογραφήσει τα μυστηριώδη αίτια εκείνου του ενθουσιασμού, που ελάχιστα λεπτά νωρίτερα θα μου φαινόταν τόσο παράλογος και κωμικός. Είχα μόλις απεκτήσει την δική μου υπερδύναμη. Μπορεί να μην είχα καταφέρει να γίνω εγώ ο ίδιος αόρατος, όπως πάντα ονειρευόμουν, αλλά με κάποιον τρόπο ανεξήγητο είχε γίνει αόρατο το βλέμμα μου. Κανείς ποτέ του δεν θα μάθαινε τι έβλεπα εκεί όπου όλοι νόμιζαν ότι απλώς κοιτούσα. Κανένας δεν θα καταλάβαινε ποτέ τι είναι αυτό που στο εξής κάθε φορά θα προσπαθούσα να απομονώσω μέσα στο φακό μου.
Στο δρόμο της επιστροφής κοιτούσα πλέον διαφορετικά σχεδόν τα πάντα γύρω μου. Κοντοστεκόμουν μπροστά στους τοίχους με τις σκισμένες αφίσες και τα μισοτελειωμένα συνθήματα και τους παρατηρούσα με ύφος τεχνοκριτικού, που φρόντιζα να το αλλάξω αμέσως με εκείνο του συλλέκτη, μόλις κάποιος περαστικός ερχόταν να σταθεί στο πλάι μου ή κάποιος από τους ενοίκους εκείνων των σπιτιών έβγαινε στο παράθυρο. Δεν ήθελα κανείς τους να υποψιαστεί τον θησαυρό που είχα ανακαλύψει. Δεν ήθελα με κανέναν τους να μοιραστώ την λεία μου.
Λίγο πριν φτάσω ξανά στο διαμέρισμα του φίλου μου, έκανα πάλι μία στάση στο καφέ της βασιλίσσης Ελισάβετ. Αυτή, όταν με είδε, με ρώτησε αμέσως πώς μου είχε φανεί η μεσαιωνική η πέτρινη η γέφυρα και αν είδα πως όντως ισχύει τελικά ο θρύλος που την συνοδεύει.
Έξω από το καφέ η νύχτα τύλιγε την Ούμπρια και η στοά χανότανε μέσα σε ένα γλυκό ημίφως.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

στον ογδοο

-ποιος ειναι;
-ναι, συγγνωμη.. μου ανοιγετε, σας παρακαλω;
-ποιος;
-σας παρακαλω, ανοιξτε μου. εχω ξεχασει τα κλειδια μου.
-που τα ξεχασατε;
-ε; τι που; μεσα.. στο σπιτι μου.
-ε, γιατι δεν πατε να τα παρετε κ χτυπατε τα ξενα κουδουνια βραδυατικα;
-μα αυτο θελω να κανω.
-ποιο αυτο; να χτυπατε τα κουδουνια; αλητης ειστε;
-οχι, κυρια μου. να μπω μεσα θελω, στο σπιτι μου κ να παρω τα κλειδια μου.
-να τα κανετε τι; να χαραζετε τα αυτοκινητα, ε; καλα σας καταλαβα.. ειστε αλητης. τωρα.. θα παρω την αστυνομια.
-καλα, αφηστε το.. θα χτυπησω αλλου.
-να μην χτυπησετε πουθενα. εδω ειμαστε ησυχοι ανθρωποι. δεν ενοχλουμε τους αλλους.
-μα το ξερω. κ εγω εδω μενω.
-που μενετε;
-στον ογδοο.
-ποιον ογδοο;
-τον οροφο.
-εχουμε ογδοο οροφο; αφου το ασανσερ μεχρι το 7 παει.
-εχει ακομα εναν μετα, αληθεια.
-ναι, ε; κ πώς πατε μεχρι εκει.
-με το ασανσερ μεχρι τον εβδομο κ υστερα με τις σκαλες..
-χμμ.. θα παω να δω αν λετε αληθεια. αν ειναι ετσι, θα σας ανοιξω. αν οχι, θα καλεσω την αστυνομια.
-οχι, μην μπαινετε στον κοπο. αφηστε το.. ενταξει, μου ανοιξανε.
-ποιος;
-μια κοπελα τωρα, εδω.. που εβγαινε.
-εβγαινε; κ που πηγαινε;
-ε, δεν ξερω. δεν την ρωτησα.
-τα κλειδια της τα πηρε ή θα μας χτυπαει μετα κ αυτη να της ανοιξουμε;

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

η λευκή σελίδα

Την άλλη μέρα την πέρασα ολόκληρη επάνω στο κρεβάτι της φωνής, η οποία πια δεν ήταν μόνο μια φωνή, αφού μετά την ιστορία μου γύρισε και μου έδειξε το πρόσωπό της και ύστερα το σώμα της. Κάποια στιγμή, εκεί, επάνω στο κρεβάτι της, θυμήθηκα το τηλεφώνημα και ζήτησα να μάθω ποιος ήτανε ο λόγος που με κάλεσε. Αυτή, σαν να είχε λησμονήσει να κάνει ή να πει κάτι πολύ σημαντικό, τινάχτηκε αμέσως όρθια κι έτσι γυμνή άρχισε να ψάχνει μέσα στα συρτάρια της. Εγώ, που μέχρι τότε νόμιζα ότι ο λόγος της αυτός δεν ήτανε παρά μονάχα μία πρόφαση, πως δεν υπήρχε λόγος, ξαφνιάστηκα και αφού ανασηκώθηκα πάνω στα μαξιλάρια, περίμενα να αποκαλυφθεί η λύση ενός μυστηρίου, που πίστευα πως είχα ήδη καταργήσει και μόνο με την παρουσία μου. Αφού ξεσήκωσε ολόκληρο το σπίτι, το βλέμμα της έπεσε πάνω στον σάκο μου. Τον άρπαξε, τον άνοιξε, χωρίς να με ρωτήσει , και άρχισε να τον ψαχουλεύει αδιάκριτα. Δυο-τρία ρούχα, που είχα ρίξει μέσα βιαστικά, έτσι για να υπάρχουν, τα πέταξε από το παράθυρο και ύστερα, κάτω από άχρηστα χαρτιά και ενθύμια διάφορα, ξετρύπωσε εκείνο το γαλάζιο σημειωματάριο που πάντα μαζί μου κουβαλάω. Όταν επέστρεψε μαζί του δίπλα μου ξανά, κατάλαβα πως η πραγματική περιπέτεια άρχιζε μόλις εκείνη τη στιγμή. Πως όλα όσα είχανε προηγηθεί δεν ήταν παρά ο πρόλογος αυτής της ιστορίας. Ξάπλωσε δίπλα μου, και ακουμπώντας το τετράδιο πάνω στο στήθος μου, άρχισε να το ξεφυλλίζει. Όλες του οι σελίδες ήταν μουτζουρωμένες, γεμάτες από λέξεις δυσανάγνωστες, γραμμένες σε μια γλώσσα που είχα πια ξεχάσει. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου έδειξε μία λευκή σελίδα. «Διάβασε εδώ» , μου είπε. Μα δεν υπάρχει τίποτα. «Το ξέρω. Αν υπήρχε, δεν θα υπήρχες τώρα εσύ εδώ. Για αυτό σου τηλεφώνησα. Για αυτό σου ζήτησα να έρθεις όσο πιο γρήγορα γινότανε. Διάβασε τώρα! Δυνατά και καθαρά. Διάβασε! Σε ακούω…» Πήρα στα χέρια το τετράδιο. Σήκωσα την κενή σελίδα του στο φως, ελπίζοντας πως έτσι θα αποκάλυπτα το μυστικό που το εκείνο το χάρτινο κενό τόσο καλά προστάτευε. Όχι, δεν είδα τίποτα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Να αποδεχτώ την ήττα μου. Εκείνη έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια μου. «Καλά τα πήγες ως εδώ, μα αν θες να συνεχίσεις, πρέπει να βρεις μια αφορμή καλύτερη από ένα τηλεφώνημα ανώνυμο. Χρειάζεσαι έναν λόγο. Ο λόγος βρίσκεται εδώ, μπροστά στα μάτια σου. Αν δεν τον βλέπεις, αν δεν γνωρίζεις, αν δεν θυμάσαι, μάντεψε! Παίξε καλά! Σειρά σου. Μα κάνε λίγο γρήγορα. Ο χρόνος σου τελειώνει», είπε και δάγκωσε τα χείλη της. Όλο το αίμα μου είχε συγκεντρωθεί εκεί, μες στην παλάμη της. Ήθελα τόσο πολύ ξανά να την φιλήσω. Μα ήξερα πως οι δοκιμασίες δεν θα τελειώνανε ποτέ, αν δεν εξόρκιζα οριστικά ετούτη την κατάρα. Αν της λευκής σελίδας το μυστήριο δεν έλυνα. Αν δεν της διάβαζα την άγραφη ιστορία. Την έφερα όσο γινόταν πιο κοντά στα μάτια μου. Το φως της μέρας που ερχόταν πάνω μας από το ανοιχτό παράθυρο άρχισε να γεμίζει τα κενά με το αντεστραμμένα γράμματα της άλλης πλευράς του φύλλου. Και τότε η όρασή μου ξαφνικά πλημμύρισε από το μελάνι τους. Κατάλαβα πως έτσι, όχι μονάχα μπορούσα να διαβάσω, μα και να βγάλω κάποιο νόημα . Να δώσω ένα νόημα σε αυτήν τη νέα μέρα. Να χτίσω πάνω στο νόημα αυτό έναν καινούριο κόσμο. Μπορεί τα γράμματα αυτά να έφτιαχναν λέξεις ανυπόστατες. Μπορεί αυτές οι λέξεις να μην σχημάτιζαν κάποιες προτάσεις λογικές. Μπορεί εκείνες οι προτάσεις να μην συνέθεταν μια ιστορία που να έχει τέλος και αρχή, κάποιο σημείο να πιαστείς, να την κρατήσεις κάπως. Μα τώρα το έβλεπα, ολοένα και πιο καθαρά, πως είχε έναν ήρωα, ο οποίος, όχι, ακόμα δεν ήμουνα εγώ, μα που μπορούσα, διαβάζοντάς την δυνατά και καθαρά, κάποια στιγμή να γίνω. Ο ήρωας ήτανε το φως. Όχι το φως ως έννοια αφηρημένη και αόριστη - το φως που είχα μπροστά μου. Το φως της μέρας που ερχόταν πάνω μας από το ανοιχτό παράθυρο. Γύρισα και την κοίταξα. «Λοιπόν», αυτή μου είπε. Άρχισα να της διαβάζω αυτό που τόσην ώρα, τόσο καιρό είχα μπροστά στα μάτια μου. Άρχισα να της αφηγούμαι αυτό ακριβώς που ήθελε να ακούσει. Το οποίο πήγαινε ως εξής: Σήκω, πάμε μια βόλτα

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

1607

Αφού κατόρθωσα να ξεφορτωθώ οριστικά όλες τις απειλές και τα εμπόδια, που αυτή η διαδρομή μού είχε επιφυλάξει, έφτασα έξω από το σπίτι με τον αριθμό 1607, το μόνο μετά το δάσος που στεκότανε όρθιο, αφού όλα τα υπόλοιπα τριγύρω του κείτονταν σε ερείπια. Ήταν ψηλό και πέτρινο και έμοιαζε με πύργο, του οποίου οι πρώτοι δύο όροφοι ήταν καλά κρυμμένοι πίσω από παράθυρα τυφλά κι από χτισμένες πόρτες. Στον τρίτο όροφο κρεμότανε ένα μικρό μπαλκόνι. Επάνω στο μπαλκόνι διέκρινα μια γυναικεία μορφή με την πλάτη της γυρισμένη προς το δρόμο. Το μόνο που μπορούσα να πω με σιγουριά, από εκείνη την απόσταση εκείνη και μέσα στο ημίφως, ήταν πως είχε μαύρα μακριά μαλλιά. Πάντως, φαινόταν να είναι μόνη της. Αν και δεν είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή τολμήσει να εικονοποιήσω τη φωνή που είχα ακούσει στο τηλέφωνο, αμέσως συνειδητοποίησα πως ήτανε εκείνη. Σκέφτηκα πως τα είχα καταφέρει τελικά, μα πάλευα να κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Αφού ακόμα βρισκόμουνα στο δρόμο και με όλα αυτά που είχα τη μέρα και τη νύχτα εκείνη συναντήσει, πριν την ακούσω να μου μιλάει από κοντά, δεν ήτανε καθόλου εύκολο να πω πως είχα ολοκληρώσει την αποστολή μου. Πως είχα με επιτυχία ανταπεξέλθει σε όλες τις δοκιμασίες που αυτή συνεπαγότανε. Πως ήμουν ακόμα ζωντανός. Πως δεν με είχε καταπιεί η άθλια ετούτη πόλη. Πλησίασα στην είσοδο. Ήτανε κλειδωμένη και όσο και να έψαξα δεν βρήκα κουδούνι να χτυπήσω. Έπρεπε μάλλον να της φωνάξω να μου ανοίξει. Δεν ήξερα ή δεν θυμόμουν, όμως, το όνομά της και ντράπηκα να χρησιμοποιήσω κάποια άλλη λέξη ακατάλληλη για τέτοιες περιστάσεις. Έτσι, αποφάσισα να σκαρφαλώσω μέχρι το μπαλκόνι της, πατώντας πάνω στις πέτρες της τοιχοδομής που εξείχανε. Πάτησα και ανέβηκα. Την ώρα που έφτανα στον πρώτο όροφο, άκουσα μέσα από τα σφραγισμένα του παράθυρα ήχους του πάθους και της ηδονής. Μάντεψα τους εντοιχισμένους εραστές, που έκρυβαν εκείνα τα ντουβάρια. Την ώρα που έφτανα στον δεύτερο, είδα μέσα από τις ρωγμές του, γυμνές σκιές ανθρώπων που χορεύανε σε έναν ρυθμό τέτοιο, που μόνο οι απολαύσεις του έρωτα μπορούν να υπαγορεύσουν. Μάντεψα το τραγούδι. Την ώρα που πιανόμουν από το κάγκελο του μπαλκονιού, ανέτειλε ο ήλιος. Στάθηκα πίσω από την πλάτη της. Ήτανε μαύρα, αλήθεια, τα μαλλιά της. Κι ήταν επίσης μακριά. Αν ήθελε, αν φρόντιζε, αν τα έριχνε στο δρόμο, θα είχα πιαστεί από αυτά. Θα έφτανα στην ώρα μου. Δεν θα είχα ανάγκη άλλο πια από δικαιολογίες. «Άργησες» , είπε, χωρίς να με κοιτάξει. Άργησα, αλλά ήρθα. Και από ότι βλέπω, έφτασα πρώτος. Κέρδισα. «Ποιος σου είπε ότι υπήρχανε κι άλλοι μες στο παιχνίδι; Πώς έβγαλες τέτοιο αυθαίρετο συμπέρασμα;» Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Κι όλος αυτός ο κόσμος; «Άδικα ψάχνεις για εχθρούς. Μόνος εχθρός ο δρόμος. Έφτασες. Τα κατάφερες. Σταμάτα να γκρινιάζεις. Για πες, τι δώρο μού έφερες;» Ήρθα εγώ. Είμαι εδώ. Δεν είναι ετούτο αρκετό; «Όχι», μου απάντησε αυτή, «έφτασες, μα δεν φτάνει. Πρέπει να ψάξεις τρόπο και να βρεις κάπως να επανορθώσεις.» Να επανορθώσω, αλλά πώς; Τι θα ήθελες να κάνω; «Να κάνεις ακόμα τίποτα. Θα κάνουμε μαζί μετά. Να πεις μπορείς, ωστόσο. Είσαι καλός, μου είπαν, στο να λες, να φτιάχνεις ιστορίες. Διάλεξε μια και πες την μου. Διάλεξε μια και χτύπα. Αν μου αρέσει η ιστορία σου, μένεις εδώ μαζί μου. Αν δεν μου αρέσει, πέφτεις ξανά στο δρόμο και γκρεμίζεσαι. Γυρνάς αμέσως σπίτι. Χωρίς το πρόσωπο να δεις, τα μάτια να κοιτάξεις. Χωρίς να μάθεις αν άξιζε πραγματικά να κάνεις το ταξίδι.» Ήθελα να διαμαρτυρηθώ, μα ήξερα ότι, και δίκιο να είχα, θα το έχανα. Η πιο καλή ιστορία μου ήταν αυτή που ζούσα. Πώς θα μπορούσα, άραγε, να την αφηγηθώ, πριν καν αυτή τελειώσει; Πώς θα μπορούσα να προβλέψω με ασφάλεια την εξέλιξη, χωρίς να την προκαταβάλω; Είχα και άλλες ιστορίες για να πω. Έχω πολλές ακόμα. Μα όλες τους μοιάζανε –μοιάζουν ακόμα, δηλαδή- αδιάφορες, ασήμαντες, κοινές, μπροστά σε αυτήν που εκείνο το μικρό μπαλκόνι σήκωνε. Μπροστά σε αυτήν, που η πόλη είχε ανεχθεί. Στην ιστορία όλου αυτού του ταξιδιού, που ο δρόμος είχε αντέξει.

Την επόμενη φορά που θα έρθω, που θα βρεθώ εδώ ξανά , στην πόλη σου, η πόλη δεν θα υπάρχει. Θα είναι πάλι καλοκαίρι και θα έχει ο κόσμος εξαφανιστεί, μα για ακόμα μια φορά θα έχει ξεχάσει μαζί του να με πάρει. Θα σηκωθώ, θα φύγω από το σπίτι μου, χωρίς να έχει χτυπήσει το τηλέφωνο. Θα έρθω χωρίς κανείς να με έχει προσκαλέσει. Θα περπατήσω μέχρι το σταθμό. Θα ανεβώ στο τρένο. Θα ταξιδέψω μόνος μου . Σε όλη τη διαδρομή θα παριστάνω πως μιλώ με τους συνεπιβάτες. Θα κάνω πως ακούω. Θα λέω ιστορίες από τα καλοκαίρια που περάσανε, μπορεί ακόμα κι από αυτό, μα δεν θα τις πιστεύω. Θα φτάσω αργά το απόγευμα. Θα είναι η ζέστη αφόρητη. Θα ζεματάει ο ήλιος. Θα ψάξω για το σπίτι σου. Δεν θα θυμάμαι την οδό, μα θα έχω έναν αριθμό στο δέρμα μου χαράξει. Θα πάω να πάρω ένα ταξί, αλλά στη θέση του οδηγού θα υπάρχει το όνειρό του . Θα στρίβει το τιμόνι το όνειρο. Θα γίνεται εφιάλτης. Θα πω, ας πάω με τα πόδια, μα θα σκοντάφτω διαρκώς επάνω σε σκιές παιδιών που θα απλώνονται εκεί, καταμεσής στο δρόμο. Ο δρόμος θα έχει ξηλωθεί και από την σπασμένη άσφαλτο θα βγαίνουνε ζιζάνια, κοτρόνες και αγκάθια. Θα κλέψω ένα ποδήλατο. Δεν θα προλάβω να πάω μακριά. Στα πρώτα μέτρα θα σκάσουν και τα δύο του λάστιχα. Θα επιστρέψω στο σταθμό. Θα πω, ας πάω με το τρένο. Δεν θα υπάρχουν ράγες για να πατήσει πάνω τους. Θα φτιάξω τις δικές μου. Θα φτιάξω ράγες και γραμμές, για να πατάνε πάνω τους τα λόγια μου κι οι λέξεις. Για να μπορούν να ταξιδεύουν οι ιστορίες μου. Να φτάνουνε σε σένα. Θα διασχίσω με το τρένο μου όλη τη λεωφόρο. Θα σκίσω στα δυο ολόκληρη τη γαμωπόλη σου για να έρθω πιο κοντά σου. Θα την ανοίξω διάπλατα. Θα της καρφώσω το πέρασμά μου βαθιά μέσα στις σάρκες της. Θα της χαράξω την πορεία μου επάνω στην επιδερμίδα της, να έχει να με θυμάται. Για όσα θα γίνονται τριγύρω μου δεκάρα δεν θα δώσω. Για όσα βρεθούν στο δρόμο μου θα αδιαφορήσω. Θα μείνω πιστός , προσηλωμένος μονάχα εκεί, στο σπίτι σου, στο στόχο μου. Μπροστά μου θα κοιτάω. Θα φτάσω κάποια στιγμή σε αυτήν εδώ τη γειτονιά. Το τρένο θα το παρκάρω κάτω από το μπαλκόνι σου. Όχι, μέχρι το τέλος , είπα. Θα το γυρίσω, θα το στρέψω καταπάνω σου. Θα σκαρφαλώσω με αυτό μέχρι την κάμαρα σου. Μόλις με δεις να αποβιβάζομαι μες στο δωμάτιό σου, θα με ρωτήσεις, «ήρθες; Τώρα σκεφτόμουν να σε πάρω στο τηλέφωνο», θα πεις και θα απλώσεις τα άκρα σου στου ορίζοντα τα τέσσερα σημεία. Θα ανέβω στο κρεβάτι σου. Θα σε αρπάξω. Θα σε γυρίσω μπρούμητα. Θα υψώσω μαξιλάρια κάτω από τη λεκάνη σου. Θα αρχίσω με τη γλώσσα να μετρώ τις κορυφογραμμές σου . Θα σκύψω ακόμα πιο βαθιά, μέσα στα έγκατά σου. Θα πιω νερό από την πηγή . Θα ξεδιψάσω, αλλά ακόμα θα πεινώ. Θα θέλω να σε φάω. Θα σηκωθώ στα γόνατα. Θα σε ανασηκώσω. Θα σφίξω τις παλάμες μου γύρω από τη μέση σου. Θα σε χαϊδεύω , ξέρεις πώς, εκεί που σε πονάει περισσότερο, μα δεν θα μπαίνω μέσα. Θα περιμένω να το ζητήσεις πρώτα εσύ. Να με παρακαλέσεις. Τότε θα μπω. Θα σε πηδήξω δυνατά κι εσύ θα πνίγεις τις κραυγές και θα δαγκώνεις τα σεντόνια σου. Φώναξε, τότε θα σου πω. Φώναξε, τι φοβάσαι; Μόνοι στον κόσμο μείναμε. Ποιος θες να σε ακούσει; Θα σου τραβήξω τα μαλλιά. Θα σε αποκαλύψω. Κι όλο θα μπαίνω μέσα πιο πολύς. Κι όλο θα φτάνω πιο βαθιά. Κι όλο οι φωνές σου θα γκρεμίζουνε ότι έχει απομείνει όρθιο μέσα σε αυτήν την πόλη. Όταν, θα έχουν τελειώσει όλα, κι εμείς μαζί μέσα σε αυτά, κι ο κόσμος μέσα από εμάς, κι αυτή η ιστορία, θα μείνουμε να αχνίζουμε κοιτώντας το ταβάνι. Θα ψάχνουμε τα αστέρια, να βρούμε το ιδανικό για να μετακομίσουμε, τώρα που ο πλανήτης ξεψυχά, τώρα που η γη πεθαίνει. Και τότε θα ρωτήσω, αλήθεια λες, σκεφτόσουν να με πάρεις στο τηλέφωνο, την ώρα που με είδες; Και τότε εσύ θα πεις ξανά το ψέμα σου . Πως με σκεφτόσουν διαρκώς. Πως με είχες πάρει άπειρες φορές, μα πάντα εγώ μιλούσα. Πως μου άφηνες μηνύματα, «έλα το βράδυ από εδώ, σε θέλω, σε έχω ανάγκη. Έλα, θα είμαι μόνη μου, στο σπίτι και στον κόσμο.» Και επάνω στο όμορφο το ψέμα αυτό μαζί θα χτίσουμε από την αρχή τη νέα ανθρωπότητα.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

τα δάσος

Ναι, και τότε μπήκα μες στο δάσος. Συνέχισα να προχωρώ πάνω στη λεωφόρο, που αφού είχε πλέον βαρεθεί να διασχίζει αυτήν την πεθαμένη πόλη, εισέβαλλε μέσα σε εκείνην την οργιώδη βλάστηση, που πόδι ανθρώπινο ποτέ δεν τόλμησε να την καταπατήσει. Όχι, δεν έβλεπα απολύτως τίποτα. Μονάχα περπατούσα. Βάδιζα εκεί, στα σκοτεινά, κι έκανα υποθέσεις. Υπέθετα πως ήμουνα πολύ κοντά στον τελικό προορισμό, αλλά και πιο μακριά από ποτέ από το σπίτι μου. Υπέθετα πως ήμουν ακόμα ζωντανός - αυτό το υποθέτω ακόμα. Υπέθετα πως είχα απομείνει πια ο μόνος προσκεκλημένος της φωνής, αφού όσοι από τους άλλους πέρασαν μέσα από τη δική μου την αφήγηση –λες και υπήρχε άλλη- τους είχα με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο –κυρίως με τον άλλον- θέσει εκτός του παιχνιδιού και εξουδετερώσει. Και όσοι δεν βρήκαν τρόπο να τρυπώσουν μες στην ιστορία μου, ήταν έτσι κι αλλιώς ανύπαρκτοι, δεν με ενδιαφέραν. Τέλος υπέθετα ότι συνέχιζα να προχωρώ μπροστά, μα έτσι όπως βασιζόμουν αποκλειστικά στην σίγουρα αμφιλεγόμενη αφή των παπουτσιών μου, η υπόθεση αυτή φοβόμουν πως θα οδηγούσε σε κάποιο θέαμα κωμικοτραγικό, όταν θα ανέτειλε ξανά σε λίγη ώρα ο ήλιος. Πάντως, όσο κινούμουν πάνω σε δρόμο λείο και επίπεδο, θεωρητικά τουλάχιστον, όλα πηγαίνανε καλά. Έπρεπε να παραμείνω πάση θυσία πάνω σε αυτό το οδόστρωμα. Έτσι, κάθε φορά που σκόνταφτα πάνω σε κάποια πέτρα , κάθε φορά που ένας κορμός μού έκοβε το δρόμο, έκανα αμέσως ελιγμούς, διορθώνοντας την κατά τα άλλα αυστηρά ευθύγραμμη πορεία μου. Ήξερα πως έτσι και έχανα τη μόνη ασφαλή οδό που μου είχε απομείνει, πως έτσι και έκανα το λάθος και άρχιζα να περπατώ στο ανώμαλο το έδαφος του δάσους, τότε αυτομάτως όλα θα τελειώνανε. Κανείς ποτέ δεν θα άκουγε να λεν κάτι για μένα. Κανείς δεν θα νοιαζότανε να πληροφορηθεί πού ακριβώς είχα χαθεί, πού είχα ταξιδέψει. Κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ πώς πέρασα αυτό το καλοκαίρι. Κι αυτό, εκείνη τη στιγμή, μου έμοιαζε με κρίμα ακόμα πιο μεγάλο και από το να μην φτάσω τελικά ως τον προορισμό μου. Έτσι συνέχισα να προχωρώ μες στο πυκνό σκοτάδι. Κι ενώ ευχόμουν να έβρισκα κάπου μια σύμμαχο πηγή φωτός να με διευκολύνει, σύντομα το μετάνιωσα, όταν είδα να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στα δέντρα διάφορες λάμψεις απόκοσμες, φρικιαστικές. Είπα πως θα ήτανε μάτια θηρίων και αρπακτικών, που παραμόνευαν να πιάσουν κάθε διερχόμενη τροφή που έψαχνε να βρει βραδιάτικα χαμένα σπίτια κι αριθμούς στην σκοτεινή πλευρά της πόλης. Σκέφτηκα ότι ίσως η φωνή να γνώριζε πως θα έπεφτα σε αυτήν την δόλια παγίδα. Πως ήταν όλη αυτή η άγρια πανίδα τα κατοικίδια ζωάκια της και πως τα τάιζε μοιράζοντας προσκλήσεις στα ανώνυμά της θύματα, που έκαναν το λάθος να απαντούν μες στο κατακαλόκαιρο σε αγνώστου προελεύσεως επίμονα και θελκτικά τηλεφωνήματα. Είπα να κάνω πίσω. Μα μέχρι να το πάρω απόφαση, οι λάμψεις με είχανε για τα καλά σφιχτά περικυκλώσει. Σταμάτησα. Όχι, δεν είχε νόημα να κάνω κάτι άλλο. Μάταια πάλευα να δω τι είδους ζώα ήταν αυτά που θα με κατασπάραζαν. Ένιωθα τα γρυλίσματα, άκουγα τις ανάσες, μα ούτε το περίγραμμά τους να διακρίνω στο περίπου δεν κατάφερνα. Θα με έτρωγε κυριολεκτικά τα μαύρο το σκοτάδι. Κι ενώ περίμενα τα κτήνη να κάνουνε την πρώτη κίνηση -όχι πως θα προλάβαινα εγώ να την ανταποδώσω- μου ήρθε μια ιδέα από αυτές που, μέσα στα βιβλία, πάντα γεννούν οι ήρωες σε τέτοιες περιπτώσεις. Σκέφτηκα πως ίσως αν τους μίλαγα, να με καταλαβαίναν, και αν όχι να με συμπαθούσανε, έστω να με μισούσαν τόσο, που να σιχαίνονταν όχι μονάχα να με φαν, μα και να με ακουμπήσουν. Ναι, αυτή ήταν οπωσδήποτε η μόνη μου ελπίδα. Να κάτσω και να τους αφηγηθώ μια από τις ιστορίες που με είχαν φέρει ως εδώ, μια από αυτές που είχανε τον κόσμο καταστρέψει. Είχα πολλές, διάφορες, αλήθεια, στο μυαλό μου. Μάλιστα κάποιες από αυτές τις είχα ήδη γράψει. Χάρη σε αυτές, εξάλλου, είχα φτάσει ως εκεί, χάρη σε αυτούς που τις διαβάζανε είχα επιβιώσει. Έπρεπε, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να επιλέξω την καλύτερη. Το ακροατήριό μου είχε ανοίξει ήδη τα σαγόνια του. Για ακούστε τώρα λίγο.

Το καλοκαίρι του 1993 ήρθα πρώτη φορά στη (...). Μέχρι τότε η πόλη σας δεν μου ήταν άγνωστη ακριβώς, αφού είχα ακούσει για αυτήν να λέγονται διάφορα. Τα πιο πολλά από αυτά αρνιόμουνα να τα πιστέψω. Μου έμοιαζαν με υπερβολές, από αυτές που λένε οι άνθρωποι που δεν τολμούν να ταξιδέψουνε έξω από τη γειτονιά τους. Εμένα όμως, η δική μου γειτονιά, την εποχή εκείνη, είχε ξεσηκωθεί και γύρευε τρόπο για να με διώξει. Έτσι, κι εγώ το εκμεταλλεύτηκα, τα μάζεψα και πήρα το τρένο για τα βόρεια, για να διαπιστώσω από κοντά αν όλοι αυτοί οι μύθοι είχανε κάποια σχέση με την πραγματικότητα. Είχα πιστέψει τότε πως έτσι και ανακάλυπτα κάτι σημαντικό εδώ και ύστερα έβρισκα κάποιον τρόπο μαζί μου να το πάρω, όχι μονάχα θα με συγχωρούσαν η γειτονιά κι η πόλη μου , μα θα μου έδιναν μια δεύτερη ευκαιρία, και αργά ή γρήγορα θα υποτάσσονταν σε όλα εκείνα τα παράφορά μου σχέδια για το τότε μέλλον, τα οποία με τόσο επιμελή αφέλεια κατέστρωνα. Στο τρένο που ανέβηκα θέση κενή δεν είχε και έτσι, αν και είχα βγάλει εισιτήριο, αναγκάστηκα να ταξιδέψω όρθιος. Οι υπόλοιποι επιβάτες με χλεύαζαν σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Μου έλεγαν, «πού πας. ρε αλήτη, απατεώνα; Πάλι κρυψώνα ψάχνεις να κρυφτείς; Πάλι αναζητάς συνένοχους για να τους κοροϊδέψεις;» Εγώ έκανα πως δεν άκουγα, πως αδιαφορούσα και κρεμασμένος στο παράθυρο πάλευα να συγκεντρωθώ στο βιαστικό τοπίο της φυγής μου. Λίγο πριν φτάσουμε στη (...), ένα κορίτσι με ένα άσπρο πουκάμισο ήρθε κοντά μου να μου πει πως μου παραχωρεί τη θέση της. Της είπα ότι τώρα πια δεν έχει νόημα –τα ερεβώδη προάστια της (...) ήδη είχαν κάνει τους επιβάτες του τρένου να τρομάξουνε και να βουλώσουν επιτέλους τα βρωμερά τους στόματα. Αυτή όμως επέμεινε και τότε εγώ της αντιπρότεινα να βγούμε το βράδυ μία βόλτα. Φτάσαμε, βγήκαμε από το σταθμό και πήραμε ένα ταξί για να μας πάει ως το κέντρο – θα περπατούσαμε, αλλά μόλις είχε αρχίσει να πέφτει μια γαλακτερή βροχή κι έτρεχαν όλοι να προφυλαχθούν όπως κι όπου μπορούσαν. Ο ταξιτζής μας κρυφοκοίταζε από το καθρεφτάκι του, ενώ αυτή άπλωνε τα δάχτυλά της πάνω στο παντελόνι μου και μου ψιθύριζε στο αυτί τα πιο χυδαία λόγια. Άρχισα να ξεκουμπώνω το άσπρο πουκάμισό της και παραλίγο να χαθεί ο έλεγχος του οχήματος, την ώρα που προσπαθούσε ο οδηγός να αποφύγει άλλα ζευγάρια που ερωτοτροπούσαν ξαπλωμένα πάνω στο ήδη μουλιασμένο από τη βροχή οδόστρωμα. Κάποια στιγμή μας έπιασε φανάρι και τότε εμείς ανοίξαμε την πόρτα του ταξί, βρήκαμε έξω και τρέξαμε μακριά γελώντας και φωνάζοντας. Τρέχαμε πιασμένοι χέρι-χέρι, μέχρι που το κορίτσι είδε κάτι σε μια βιτρίνα και σταμάτησε απότομα. Τι έγινε, τη ρώτησα. «Θέλω να φάω όλα αυτά» , είπε και μου έδειξε πίσω από την τζαμαρία κάτι γλυκά που μας περίμεναν εκεί, στα ράφια παρατεταγμένα. Έσπασα το τζάμι και αρχίσαμε να τα καταβροχθίζουμε χωρίς καμία τύψη. Μαζί τους καταπίναμε κομμάτια θρύψαλα γυαλί, μα όχι, δεν μας ένοιαζε. Ήμασταν τόσο νέοι. Και ολόκληρο τον κόσμο να γινότανε να τρώγαμε, μπορούσαν ακόμα τα στομάχια μας να αντέξουνε κάθε δοκιμασία. Τα φώτα στους δρόμους της (...) ανάψανε. «Κοίτα» , μου είπε και έδειξε ψηλά, «σαν να έρχεται η νύχτα. Έχεις κάπου να κοιμηθείς; Απόψε που θα μείνεις;» Με κάλεσε στο σπίτι της. Ήταν στο τέλος εκείνης της λεωφόρου. Κλέψαμε ένα ποδήλατο και διασχίσαμε με αυτό όλη σχεδόν την πόλη. Μέχρι που η πόλη εξαφανίστηκε μέσα σε ένα δάσος σκοτεινό, από όπου συρίγματα και βρυχηθμοί ακούγονταν μονάχα. Όχι, δεν ήθελα να μπω, της είπα πως φοβάμαι. «Και πώς θα φτάσεις σπίτι μου; Νόμιζα πως με θέλεις.» Να κάνω πίσω ήταν αργά, μα άλλο τόσο ήταν νωρίς μπροστά να προχωρήσω. Και τότε ήταν που σκέφτηκα την παρακάτω ιδέα. Ας μπούμε, είπα, μα ας κάνουμε πρώτα ένα τσιγάρο. Της πρόσφερα, της άναψα και ύστερα έβαλα φωτιά στο άσπρο πουκάμισο της. Και κάηκε μαζί με αυτήν κι ολόκληρο το δάσος κι όσες ζωές το κατοικούσανε φύγαν κι αυτές μαζί της. Αυτή ήταν η ιστορία μου και αν δεν αρέσει, έχω και άλλες να σας πω. Και είναι φτιαγμένες όλες τους από την ίδια ύλη. Από την στάχτη που άφησε εκείνη εκεί η νύχτα.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

σχεδον αυθεντικος ποιητικος διαλογος με εναν μπατσο

-γεια σας! θα ηθελα να κανω αλλαγη ταυτοτητας.
-λογω απωλειας ή λογω φθορας, κυριε;
-λογω φθορας, αλλα οχι της ταυτοτητας.
-τι εννοειτε; -λογω φθορας του χρονου.. αυτος ο τυπος στην φωτογραφια θα μπορουσε να ειναι ο γιος μου.
-χα! εχετε παιδια κυριε;
-απο οσο γνωριζω, οχι. δεν προλαβα.. στα νιατα μου ημουν με αλλα απασχολημενος.
-ε, τοτε μαλλον λογω απωλειας θελετε να αλλαξετε ταυτοτητα.. απωλειας του χρονου.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

εχετε κατι για μενα

πριν λιγες μερες ημουν με την παρεα μου σε ενα καφε σε εναν πεζοδρομο. ειχε ωραια μερα κ καθομασταν σε ενα τραπεζι εξω, μαζευοντας ηλιο κ χαζευοντας την περαντζαδα αυτης της πολης, που ζει διαρκως ενα αιωνιο φθινοπωρο. καποια στιγμη μας πλησιασε ενας αντρας περιπου στην ηλικια μου, που ουτε η εμφανιση του ουτε κ γενικα η σταση του εδειχναν πως ητανε ζητιανος. χωρις να απλωσει το χερι του, χωρις να δωσει στη φωνη του καποια χροια ικετευτικη, σταθηκε μπροστα μας κ απλως μας ρωτησε: "εχετε κατι για μενα;" οι δυο φιλοι μου βιαστηκαν, ο ενας να ψαξει στις τσεπες του για κερματα κ ο αλλος να του κανει νοημα να παει παρακατω. αυτος τοτε συγκεντρωσε το βλεμμα του σε μενα, που φανηκα πιο διστακτικος, κ επανελαβε πιο προσωπικα αυτη τη φορα: "εχεις κατι για μενα;" για καποιο λογο πιστεψα, εκεινη τη στιγμη, οτι ο ανθρωπος αυτος δεν ηρθε για να μας ζητησει χρηματα ή καποια ελεημοσυνη, αλλα πως κατι αλλο συνωμοτικο, μυστηριο κρυβοταν πισω απο την ερωτηση του. στο μεταξυ, ο ενας φιλος ειχε βγαλει μισο ευρω κ το ειχε ακουμπησει πανω στο τραπεζι, ενω ο αλλος, που ειχε θεωρησει πως το ερωτημα του ξενου δεν επρεπε να μεινει για παντα αναπαντητο, του ειπε, "οχι, φιλε μου, δεν εχουμε". ο αγνωστος, ωστοσο, αδιαφορωντας τοσο για το κερμα οσο και για την αρνηση -κ τα δυο τον ιδιο στοχο ειχαν, αλλωστε: να τον κανουνε να φυγει, να παει αλλου, να μας αφησει ησυχους- επεμεινε κ ρωτησε τριτη φορα κοιτωντας με στα ματια: "εχεις κατι για μενα;" αληθεια, ειχα αρχισει να αισθανομαι αβολα, δυσαρεστα, αμηχανα. προσπαθησα να συμβιβασω τις αντιδρασεις των δυο φιλων μου κ σπρωχνοντας το κερμα προς το μερος του απαντησα, "αυτο εδω.. σου φτανει;" το ανεκφραστο, μεχρι εκεινη τη στιγμη, βλεμμα του πηρε μια δοση οχι θλιψης, μα πιο πολυ συμπονιας, κ σπαζοντας μισο χαμογελο, μας γυρισε την πλατη κ απομακρυνθηκε, χωρις να δοκιμασει την τυχη του στα υπολοιπα τραπεζια. αν κ το περιστατικο μας απασχολησε ελαχιστα κ αμεσως μετα σχεδον αλλαξαμε κουβεντα, η απορια που μου γεννησε κολλησε πανω στη σκεψη μου σαν βδελα. σημερα το πρωι, πηγαινοντας να παρω το αμαξι μου, συναντησα τον ιδιο ανθρωπο ξανα να ψαχουλευει μεσα σε εναν καδο με απορριματα. οχι, δεν εμοιαζε καθολου με τους επαιτες κ τους ρακοσυλλεκτες που εχω δει σε αυτην εδω την πολη. ηταν περιπου εκει, στην ηλικια μου. ισως κ λιγο να μου εμοιαζε. με λιγη κακη τυχη θα μπορουσα, λεει, να ημουνα εγω αυτος εδω ο ανθρωπος. θα μπορουσα εγω να τριγυρνω κ να ρωτω τους αλλους αν εχουνε για εμενα κατι. την ωρα που περνουσα απο διπλα του, σταματησε να ψαχνει, γυρισε κ με κοιταξε. με αναγνωρισε κ αυτος. καταλαβε. "τωρα εχεις", μου ειπε. ετρεξα στο αμαξι μου, εβαλα μπρος κ εφυγα οσο γινοτανε πιο γρηγορα με κατευθυνση, οπως κ καθε τριτη, την εθνικη οδο, την εξοδο. η πολη φθινοπωριασε. ο κοσμος χειμωνιαζει.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

τέσσερα, πέντε χρόνια πριν

-Πριν από μένα τι σκεφτόσουνα;
-Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι.
-Σκεφτόσουνα τις πρώην σου, το δέχομαι, εντάξει. Αλλά εγώ πού ακριβώς βρισκόμουνα τότε μες στο μυαλό σου;
-Μα τότε δεν σε γνώριζα.
-Ε, και; Τι σημασία έχει;
-Τώρα που το λες, μια φορά σε είχα σκεφτεί.
-Αλήθεια; Πότε ήταν;
-Το 2011. Νομίζω τον Δεκέμβρη.
-Μην με δουλεύεις. Εγώ ρωτάω σοβαρά.
-Όχι, αλήθεια λέω. Ήτανε βράδυ, ήμουνα στο σπίτι μου. Δεν είχα ύπνο. Βγήκα στο παράθυρο, να κάνω ένα τσιγάρο. Έκανε κρύο, μπορεί ακόμα και να χιόνιζε. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Άκουσα να φωνάζουν ένα όνομα. Ήτανε το δικό σου. Ήμουν εγώ που φώναζα. Θυμάμαι που αναγνώρισα την ίδια την φωνή μου. Έκλεισα το παράθυρο, γύρισα στο κρεβάτι. Λίγο μετά ήρθες και χτύπησες την πόρτα μου. Σου άνοιξα. Θυμάμαι που αναρωτήθηκα πώς είχες βγει μέσα σε αυτήν την παγωνιά με τόσα λίγα ρούχα. Φώναξα το όνομά σου άλλη μια φορά. Μου έκλεισες με ένα φιλί το στόμα. Μου ζήτησες να σε καλέσω στο κρεβάτι μου. Είπες, αν σου αρέσει τόσο το όνομά μου, πες μου να έρθω και θα σε κάνω να το φωνάζεις πιο συχνά. Μου έκλεισες το μάτι.
-Κι εσύ τι έκανες;
-Μετά από έναν χρόνο γνωριστήκαμε. Τέσσερα χρόνια πιο μετά κοντεύει να κλείσει η φωνή μου.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

το παιδί

Κάποια στιγμή η ανηφόρα άρχισε σιγά-σιγά να εξομαλύνεται. Βρισκόμουν πια στα τελευταία μέτρα αυτής της λεωφόρου, που έμοιαζε να καταλήγει σε ένα παράδοξο αστικό οροπέδιο. Κοίταξα πίσω μου, όλον τον δρόμο που είχα διανύσει, και με έπιασε ίλιγγος, μόλις συνειδητοποίησα πόσο ψηλά είχα ανεβεί. Η (…) τώρα πια φαινόταν βυθισμένη μέσα σε εκείνον τον πολεοδομικό γκρεμό από τσιμέντο και από μέταλλο. Κοίταξα ξανά μπροστά. Τα τελευταία οικοδομικά τετράγωνα έσβηναν μαζί με τα φώτα της κεντρικής οδού και ύστερα ακολουθούσε κάτι σαν ζούγκλα, σαν ένα χάος αόριστο κι ανεξερεύνητο. Κοίταξα πλάι μου. Βρισκόμουν στον αριθμό 1567. Μόλις σαράντα νούμερα με χώριζαν από τον προορισμό μου, με τον οποίον είχα πια αποκτήσει οπτική επαφή, αν και προφανώς δεν γνώριζα ποιο από όλα αυτά, τα τελευταία σπίτια, ήταν εκείνο της φωνής. Και έτσι όπως προχωρούσα αναζητώντας με το βλέμμα μου, πρόσεξα ότι σε αντίθεση με την υπόλοιπη την πόλη, εδώ υπήρχε κόσμος. Υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου πολλοί, σε όλα τα μπαλκόνια, που παρακολουθούσαν το πέρασμά μου κρατώντας την ανάσα τους, σαν να έβλεπαν ταινία. Παρέες, ζευγάρια, οικογένειες τρώγαν καρπούζια, παγωτά κι ό,τι άλλο είχε περισσέψει από τα μεσημεριανά τραπέζια και με κοιτούσαν σιωπηλοί, λες κι έκανα την πιο μεγάλη τρέλα. Κάποια παιδιά βάζαν κάτι τσιρίδες και με δείχνανε, μα οι γονείς τους τα συνέφερναν, σκύβοντας και ψιθυρίζοντας τους στο αυτί λόγια ακατανόητα, που μόνο λίγο πριν το θάνατό τους θα τα θυμόντουσαν ξανά και θα τα καταλάβαιναν. Ντράπηκα. Έσκυψα το κεφάλι και συνέχισα, χωρίς να ρίχνω καν ματιές στους αριθμούς του δρόμου. Δεν είχε, εξάλλου, νόημα. Είχα ήδη φτάσει και τώρα το μόνο που θα έπρεπε να με απασχολεί είναι το τι θα έλεγα για να δικαιολογηθώ που είχα τόσο πολύ καθυστερήσει. Και κάπως έτσι έφτασα μπροστά στο τελευταίο σπίτι της πλευράς με τους μονούς τους αριθμούς. Σήκωσα το κεφάλι μου και άκουσα κάτι πνιχτά γελάκια. 1605. Δεν μπορεί. Δεν είναι αυτό το τέλος. Κι αν δεν θυμόμουνα καλά; Κι αν είχα κάνει λάθος; Μια γριά καθότανε μόνη στη βεράντα αυτής της μονοκατοικίας και με κοιτούσε ειρωνικά, ενώ χάιδευε το σκαλιστό μπαστούνι της. Συγγνώμη, κυρία, εσείς μένετε εδώ; Αυτό είναι το τελευταίο σπίτι; Αντί για απάντηση, σήκωσε το μπαστούνι και το βάρεσε με δύναμη στο κάγκελο. Είδα το σχέδιο στην κορυφή του μπαστουνιού: ένα κεφάλι λύκου. Τρόμαξα. Πήγα και στάθηκα ξανά καταμεσής στο δρόμο. Κοίταξα όλα εκείνα τα μπαλκόνια που από πάνω μου κρεμόντουσαν. Κανένας δεν φαινόταν πρόθυμος για να με βοηθήσει. Εάν ξανάρθω προς τα μέρη σας, θα είμαι ζωσμένος με εκρηκτικά και όλους σας μαζί μου θα σας πάρω, να το ξέρετε, είπα κουνώντας τη γροθιά μου στον αέρα και έτσι συνέχισα φωνάζοντας και βρίζοντας, μα αυτοί γελούσαν και τα χάχανα σκέπαζαν τις φωνές μου. Κάποιοι αρχίσαν να μου πετάνε πράγματα και γρήγορα τους μιμηθήκαν κι οι άλλοι. Οι πιο πολλοί πετούσανε σκουπίδια και αντικείμενα ασήμαντα, μα κάποιοι έριχναν κειμήλια οικογενειακά και άλλα πολύτιμα που είχαν για χρόνια μες στα σπίτια τους φυλάξει. Μέχρι που ένας άρπαξε το ίδιο το παιδί του και καταπάνω μου κι αυτό το εκσφενδόνισε. Εγώ, για να προφυλαχθώ, έτρεξα ξανά κάτω από τη βεράντα της γριάς. Το πιτσιρίκι έσκασε επάνω στο οδόστρωμα, μα παραδόξως δεν φάνηκε να είχε πάθει κάποια σοβαρή ζημιά από αυτήν την πτώση. Ο πατέρας του, από τον τρίτο όροφο, του φώναζε να σηκωθεί και να γυρίσει σπίτι. Όμως αυτό εκεί, έκανε πως δεν άκουγε και έμενε ξαπλωμένο πάνω στο δρόμο ανάσκελα, σαν να λιαζόταν κάτω από έναν ήλιο που δεν επρόκειτο ξανά ποτέ να ανατείλει. Μου φάνηκε πως κάτι έλεγε, ενώ γυρνούσε με τρόπο το κεφάλι κι άλλοτε κοίταζε εμένα κι άλλοτε το σκοτάδι, μες στο οποίο χανότανε μετά τα σπίτια ο δρόμος. Έσκυψα, σύρθηκα προς το μέρος του, ενώ οι γείτονες είχαν αρχίσει πάλι τον βομβαρδισμό, και με μεγάλο κόπο έφτασα πλάι στο κεφαλάκι του. Τι λες, το ρώτησα. Θες να μου δείξεις κάτι; Μετά το δάσος, μου απάντησε, έχει και άλλους αριθμούς. Υπάρχουν κι άλλα σπίτια. Εκεί είναι το 1607. Συνέχισε να προχωράς. Έχεις ακόμα δρόμο.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

οι τελευταίες μέρες

-Αλήθεια, σκέφτηκες ποτέ πώς θα τελειώσουν όλα;
-Ποια όλα;
-Όλα, τα πάντα, η ζωή, εμείς, η ιστορία…
-Με ένα μπαμ, φαντάζομαι. Έτσι όπως κάνει, όταν τρυπάς μπαλόνι με καρφίτσα.
-Κι αν το ήξερες, τι θα έκανες;
-Θα έκλεινα τα αυτιά μου.
-Αν ήταν, λέει, να γίνει σε ένα μήνα η συντέλεια, πώς θα περνούσες τις τελευταίες μέρες;
-Μα η συντέλεια έγινε. Πάλι τα ίδια θα λέμε;
-Ναι, έγινε. Αλλά πες ότι τώρα γίνεται ξανά και έχεις να διαλέξεις. Τι θα έκανες, πριν καταστραφεί ολοσχερώς ο κόσμος;
-Θα αγόραζα ίσως μετοχές ή θα άρχιζα μαθήματα, να μάθω ξένες γλώσσες.
-Θα απαντήσεις σοβαρά ή μόνο μαλακίες;
-Δεν ξέρω… Μάλλον θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος.
-Πάλι καλά.
-Τι εννοείς;
-Αν έλεγες πως θα θέλεις να τις περάσουμε μαζί, μάλλον θα με ξενέρωνες. 
-Κι εσύ αυτό δεν θέλεις;
-Εγώ ρωτάω τώρα. Και εκεί, στη μοναξιά σου, τι λες, θα με σκεφτόσουνα; Κι αν ναι, τι θα σκεφτόσουν ακριβώς; Αυτά που ζήσαμε μαζί ή όσα δεν προλάβαμε;
-Αν ήτανε να γίνει χθες, θα ήταν μάλλον το δεύτερο, μα αν είναι να γίνει αύριο, στα σίγουρα το πρώτο.
-Καλώς, λοιπόν. Ας γίνει!

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

οι δύο άλλοι

Το αυτοκίνητο του αγνώστου ευεργέτη μου ήταν παλιό, ενδεχομένως πιο παλιό κι από τον ίδιο ακόμα, αλλά φαινόταν να κάνει τη δουλειά του. Τόσο που σκέφτηκα πως θα μπορούσα να το εκμεταλλευτώ, αν η αποστολή μου στράβωνε και αναγκαζόμουν να γυρίσω, το ίδιο βράδυ κιόλας, πίσω στο σπίτι και στην πόλη μου. Βιάστηκα όμως να καταστρώσω αυτό το σχέδιο φυγής, αφού εκεί που οδηγούσα, κι ενώ έπαιζαν κάτι παράσιτα στο ράδιο, άκουσα τη μηχανή του να μουγκρίζει κι όλο μαζί να τρέμει και να αναταράσσεται. Πρόσεξα τότε την ένδειξη της στάθμης της βενζίνης. Ο καριόλης, το είχε αφήσει με το ντεπόζιτο αδειανό, με είχε εξαπατήσει, σκέφτηκα και κάπως έτσι δικαιολόγησα αναδρομικά όλα όσα είχα κάνει. Τα έβαλα με την τύχη μου. Έτσι όπως κινούμουν ανηφορικά, δεν είχα καν να ελπίζω πως θα με βοηθήσει ο δρόμος να πάω λιγάκι παραπέρα. Και ύστερα το αμάξι έσβησε. Άνοιξα τέρμα την ένταση στο ράδιο, βγήκα έξω, κοπάνισα την πόρτα και κοίταξα το νούμερο να δω πόσο είχα στο στόχο πλησιάσει: 1300 ακριβώς. Εντάξει, όχι και άσχημα, παρηγορήθηκα και άρχισα να περπατάω πάλι. Ήτανε ήδη νύχτα. Όλα τα φώτα της λεωφόρου ήτανε αναμμένα, μα πέρα από αυτά ολόκληρη η πόλη φαινόταν βυθισμένη σε ένα σκοτάδι σιωπηλό, πυκνό, πικρό και δύσοσμο. Κάτι σαν αποσύνθεση με είχε περικυκλώσει. Συνέχισα να προχωρώ, ενώ η κλίση του δρόμου γινόταν όλο και πιο απότομη. Τόσο που είχα την εντύπωση, όχι απλώς ότι ανέβαινα, μα ότι σκαρφάλωνα πάνω σε αυτό το ασφαλτοστρωμένο όρος. Ήμουν πια στο 1417 –εκεί υπήρχε ένα σχολείο, πράγμα που μου φάνηκε απροσδιόριστα παράδοξο- όταν σταμάτησα ξανά να πάρω μια ανάσα. Και τότε ήταν που άκουσα τα βήματα - όχι, δεν ήμουν μόνος. Γύρισα πίσω μου και είδα δυο τύπους να με ακολουθάνε. «Περίμενε, πάμε μαζί. Καλύτερα δεν είναι με παρέα;» Συγνώμη, μα δεν νομίζω ότι γνωριζόμαστε. «Και όμως, φαίνεται στα ίδια μέρη πως συχνάζουμε. Στο σπίτι της φωνής δεν πας;» Όχι, βαρέθηκα στο σπίτι μου και βγήκα μια βόλτα. «Ποια βόλτα; Κανείς σε αυτήν την πόλη δεν περπατάει άσκοπα. Όχι μια τέτοια μέρα. Όχι αυτήν την εποχή. Και σίγουρα όχι σε ετούτην την κατεύθυνση αυτής της λεωφόρου.» Η κουβέντα γινόταν όλο και πιο ενοχλητική. Άρχισα να κάνω υπολογισμούς, ποιον θα βαρέσω πρώτον. Ήταν κι οι δυο τους γεροδεμένοι και ψηλοί. Είχαν κι οι δυο το ίδιο όνομα – νομίζω ήταν Πάρης. Ήτανε δύο κι εγώ ήμουν πάλι μόνος μου. Είχα το μυστικό μου πλεονέκτημα, αυτό που και η ίδια η φωνή ακόμα αγνοούσε. Δεν ήξερα αν θα μου έφτανε. Έπρεπε να τους αιφνιδιάσω. Έτσι όπως βρισκόμουν πιο ψηλά, βούτηξα και κοπάνησα τον πρώτο στο κεφάλι. Αυτός ζαλίστηκε και έπεσε. Μέχρι να ξανασηκωθεί, θα έπρεπε με τον δεύτερο να έχω ξεμπερδέψει. Ο δεύτερος, με την ανοησία να στάζει από τα μάτια του, με ρώτησε, «γιατί το έκανες αυτό;» Βλέποντας πως δεν έχω όρεξη για άλλες συζητήσεις, όρμισε καταπάνω μου με τις γροθιές σφιγμένες. Τον άφησα λίγο να ξεθυμάνει βαρώντας με και αφήνοντάς τον να πιστέψει ότι πονούσα και υπέφερα. Μέχρι που βρήκα, κάποια στιγμή, το στήθος του αφύλακτο και με ένα μόλις χτύπημα τού έκοψα την ανάσα. Τα ηλίθιά του μάτια κόντεψαν να χυθούνε στο οδόστρωμα. Έκανε ένα βήμα πίσω, σκόνταψε, παραπάτησε. Έπεσα με όλη τη δύναμή μου πάνω του και συνέχισα έτσι να τον χτυπάω, μέχρι που ένιωσα πως ήταν πια αναίσθητος. Την ώρα εκείνη ο πρώτος φαινόταν να συνέρχεται. Σηκώθηκα όρθιος και στάθηκα από πάνω του, ενώ πάλευε να ανασηκωθεί σπρώχνοντας με το χέρι του το έδαφος. Του έδωσα μια κλωτσιά και αυτός σωριάστηκε ξανά. Ακόμα μία έφτανε για να περάσει όλη τη βραδιά εκεί, παρέα με τον φίλο του. Τους γύρισα την πλάτη και άρχισα ξανά να περπατώ, μα τότε ξαφνικά κατάλαβα ότι υπήρχε εκεί κοντά ένα κοινό που τόσην ώρα παρακολουθούσε σιωπηλό όλη ετούτη την παράσταση. Στα κάγκελα του σχολείου πλάι μας, στο νούμερο 1417, μια ομάδα πιτσιρίκια στέκονταν και με κοίταζαν. Τι γύρευαν, άραγε, εκεί, βραδιάτικα, καλοκαιριάτικα; Αμέσως άρχισα να τρέχω σαν να με κυνηγούσε ο διάβολος ή ότι άλλο αποτρόπαιο αυτά τα ανήλικα δαιμόνια εκεί αντιπροσώπευαν.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

μια παρτίδα

χθες το βραδυ γυρισα σπιτι κ μην εχοντας υπνο μπηκα να παιξω λιγο σκακι στο ιντερνετ. στο σαϊτ, που επισκεπτομαι συνηθως για αυτο το λογο, συχναζουν κυριως ευρωπαιοι παικτες, οποτε, επειδη ηταν σαββατοβραδο στη γηραια μας ηπειρο, δεν υπηρχαν κ πολλοι αντιπαλοι την ωρα εκεινη διαθεσιμοι. ανοιξα τραπεζι κ περιμενα για κανενα τεταρτο, μεχρι που εμφανιστηκε καποιος τυπος απο τη νορβηγια με το ψευδωνυμο "nihilist" (το δικο μου ειναι "legeon"). αφου παιξαμε 3-4 συντομες παρτιδες ο σκανδιναβος ειχε, φαινεται, ορεξη για κουβεντα κ βλεποντας τη χωρα καταγωγης μου, ανοιξε παραθυρο διαλογου κ με ρωτησε "τι κανεις, φιλε μου; πώς ειναι τα πραγματα εκει κατω;" αφου του εδωσα μια μαλλον βαριεστημενη απαντηση, θεωρησα σωστο να τον ρωτησω κ εγω με τη σειρα μου "κ εσεις εκει, ολα καλα; τι φαση εκει πανω;" "δεν ξερω", μου απαντα, "δεν ασχολουμαι κ πολυ τα τελευταια χρονια." "μπα, πώς κ ετσι;" τον ξαναρωτω. "ετσι, γιατι ειμαι φυλακισμενος.." "τι εννοεις;" "ειμαι ισοβιτης. ξερεις, εκανα κατι παρα πολυ κακο." νορβηγια, νιχιλιστ, ισοβιτης.. τι διαολο, με τον μπρεϊβικ παιζω σκακι τοσην ωρα, αναρωτιεμαι κ αν κ υποψιαζομαι οτι ο μαλακομαγνητης μου εχει χτυπησει παλι κοκκινο, δεν κλεινω το παραθυρο κ του προτεινω να παιξουμε ακομα μια παρτιδα, βαζοντας στοιχημα αυτη τη φορα. "τι στοιχημα μπορουμε να βαλουμε απο εδω;" ρωταει. "αν χασεις, θα μου πεις γιατι σε εχουν μεσα." "κ αν κερδισω;" "τοτε θα σου πω εγω γιατι ακομα ειμαι ελευθερος", του απανταω. "γαμωτο, εισαι παλαβος", μου λεει, " κ η νορβηγια δεν ειναι καν στην ευρωπαϊκη την ενωση.. ουτε με γκρεξιτ δεν μπορω να σε απειλησω." κ καπου εκει το ληξαμε. αλλαξα σαϊτ κ μεχρι τα ξημερωματα συνεχισα να παιζω αργες κ σιωπηλες παρτιδες με βαρετους κ αλανθαστους ασιατες αντιπαλους..

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

κυριακή στο χωριό

Είναι η εποχή του τρύγου και οι μισοί σχεδόν από τους εγγεγραμμένους στο εκλογικό μου τμήμα έρχονται για να ψηφίσουν με τα δάχτυλά τους μελανιασμένα από τους χυμούς του σταφυλιού. Οι συγχωριανοί τους στην εφορευτική επιτροπή τους πειράζουν λέγοντάς τους πως θα τους βγάλουν άκυρες τις ψήφους τους. Όλοι γελάνε. Την ίδια ώρα, ομάδες μαυροντυμένων νεαρών, νομότυποι εκπρόσωποι μιας εγκληματικής οργάνωσης, μπαινοβγαίνουν στα εκλογικά τμήματα σε όλην την επαρχία, πουλώντας τσαμπουκά και νταηλίκι. Κανείς δεν ασχολείται με τα αιματοβαμμένα χέρια τους. Κανείς δεν αστειεύεται. Κανένας δεν γελάει. Τα μέλη των εφορευτικών επιτροπών κρατάνε την ανάσα τους, ελπίζοντας να μην έχει γίνει καμιά στραβή και δεν βρεθεί το κωλόχαρτό τους ανάμεσα στα άλλα ψηφοδέλτια. Μόλις οι κανίβαλοι απομακρυνθούν από το σχολείο, όλοι, αριστεροί, κεντρώοι, δεξιοί, παλιοί και νέοι μνημονιακοί, όλοι ευρωπαϊστές, όλοι τους δημοκράτες, θα βγούνε στο παράθυρο να κάνουνε τσιγάρο και να διασκεδάσουν με τον τρελό του χωριού, που ουρλιάζει από το πρωί μες στο προαύλιο πως μία άλλη εποχή, αυτή του θερισμού, έρχεται, πλησιάζει…

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

η χάρη

Δεν ξέρω πόση ώρα ξόδεψα σε εκείνη την αναγκαία, κατά τα άλλα, στάση, μα όταν άρχισα πάλι να τρέχω με το ποδήλατό μου –ήταν δικό μου τώρα πια, αφού κανείς δεν βρέθηκε εκ νέου να το κλέψει, όσο το είχα παρατημένο έξω, εκεί στο πεζοδρόμιο- είχε αρχίσει να βραδιάζει. Σκέφτηκα πως ίσως θα έπρεπε να βρω κάποια δικαιολογία για αυτήν την καθυστέρηση, αλλά από την άλλη, δεν έφτανε που ανταποκρίθηκα στο αίτημα της άγνωστης φωνής; Που άφησα το σπίτι μου και βρέθηκα –ναι, βρέθηκα, δεν πήγα, δεν ταξίδεψα- χωρίς λεφτά, χωρίς καμία εξασφάλιση σε αυτήν την πόλη την τόσο κραυγαλέα ανύπαρκτη, σε αυτήν την τραβηγμένη μέχρι την πλάνη του ορίζοντα έρημη λεωφόρο; Όχι, ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί η φωνή να είχε δυσαρεστηθεί, αν όχι και εξοργιστεί, από την επιπολαιότητά μου. Και έπειτα, μπορεί εκτός από εμένα και τον συνεπιβάτη μου στο τρένο να υπήρχανε και άλλοι που δέχτηκαν κι ανταποκρίθηκαν στην ίδια πρόσκληση ταυτόχρονα με μένα. Η σκέψη πως, μετά από όλα αυτά, υπήρχε η πιθανότητα να φτάσω δεύτερος στο σπίτι του αριθμού 1607 με τρέλαινε. Επιτάχυνα. Παρά την ζέστη και την ανηφόρα, άρχισα να χτυπάω τα πετάλια με μανία. Είχα αγχωθεί, μα ευτυχώς το άγχος μου αυτό με έσπρωχνε μπροστά και με έκανε να περιφρονώ τον ολοένα και αυξανόμενο πόνο στα γόνατα και στους καρπούς μου. Το ποδήλατο, ωστόσο, δεν φάνηκε να συμμερίζεται τα πάθη μου και λίγη ώρα αργότερα με άφησε μονάχο, καθώς τρύπησε το μπροστινό του λάστιχο. Έπρεπε να συνεχίσω με τα πόδια. Κοίταξα το νούμερο σε εκείνο το σημείο της λεωφόρου: βρισκόμουν στο 711. Είχα αναμφίβολα σημειώσει μια πρόοδο σημαντική, μα ακόμα ήμουν μακριά. Ένα αμάξι πέρασε τότε δίπλα μου κορνάροντας δαιμονισμένα και με τρόμαξε. Αναρωτήθηκα εάν ο οδηγός ήθελε να μου δείξει πως πρέπει να προσέχω ή ήταν ένας ακόμα μνηστήρας της φωνής που πανηγύριζε με αυτόν τον τρόπο, θεωρώντας ότι είχα πια τεθεί εκτός της διεκδίκησης. Και όμως, λίγα μόλις μέτρα μετά φρέναρε απότομα και έβγαλε το χέρι του έξω από το παράθυρο καλώντας με να πάω κοντά του. Έτρεξα, πριν να το μετανιώσει, και τον πρόλαβα. Που πας, με ρώτησε. Στο τέλος αυτού εδώ του δρόμου, του απάντησα αόριστα, αποφεύγοντας να πω τον κρίσιμο αριθμό, ο οποίος ενδεχομένως να με πρόδιδε. Δικός μας δεν είσαι, ξαναρώτησε. Δεν ήξερα τι εννοούσε, μα είπα ναι και εκείνος ευχαριστημένος μου έδειξε τη θέση του συνοδηγού. Κάθισα και έδεσα τη ζώνη. Βρήκε την κίνηση αυτή μάλλον χαριτωμένη, με κοίταξε, μου χαμογέλασε. Θα κάνουμε μια μικρή στάση πρώτα, αν δεν σε πειράζει, είπε. Με πείραζε. Δεν το είπα. Έτσι κι αλλιώς δεν έχεις κι άλλη επιλογή, συμπλήρωσε. Άλλο αυτοκίνητο σήμερα σε αυτήν την πόλη δεν κινείται. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να τον σκοτώσω και αυτόν και να έφτανα μέσα σε ελάχιστα λεπτά στο σπίτι της φωνής, χωρίς καθυστερήσεις, αλλά δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την φονική μου σκέψη και αυτός ξανασταμάτησε. Η μικρή στάση που λέγαμε, είπε και μου έλυσε τη ζώνη ασφαλείας. Κοίταξα έξω από το παράθυρο: 745. Κατέβα, μου είπε, σε χρειάζομαι. Πρέπει να μου το ξεπληρώσεις. Πήγα να διαμαρτυρηθώ, αλλά με πρόλαβε. Κι αν είσαι καλός, σε αφήνω μετά να με σκοτώσεις και να μου πάρεις το αμάξι μου. Να φτάσεις μέσα σε ελάχιστα λεπτά στο σπίτι της φωνής, χωρίς άλλες καθυστερήσεις. Και γιατί να μην το κάνω από τώρα, να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα, ρώτησα. Γιατί είσαι περίεργος, μου απάντησε. Θέλεις να φύγεις, βιάζεσαι, αλλά αλήθεια, πες μου, πόσο μακριά μπορείς να πας χωρίς να μάθεις τι σόι χάρη είναι αυτή που πρόκειται να σου ζητήσω; Τι σόι χάρη είναι αυτή; Μου έδειξε ένα σπίτι. Ήταν στον αριθμό 747 του ίδιου πάντα δρόμου. Μετά μου έδειξε μια γυναίκα που στεκόταν και μας κοιτούσε από το μπαλκόνι του. Ύστερα μου έβαλε στο χέρι ένα κλειδί και με έσπρωξε μέχρι την εξώπορτα. Μου είπε ότι αυτός θα περιμένει στο αμάξι. Άνοιξε τέρμα το ραδιόφωνο. Είχα σχεδόν ξεχάσει πως υπήρχε η μουσική. Θυμήθηκα πόσο σιχαινόμουνα εκείνο το τραγούδι. Ξεκλείδωσα την πόρτα. Το ίδιο ακριβώς τραγούδι κατέβαινε τη σκάλα από τον πάνω όροφο. Τώρα πια έπρεπε να βρω μια πραγματικά καλή δικαιολογία για όλη αυτήν την καθυστέρηση.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

οι δύο δάφνες

Όταν βγήκα από το σταθμό ήτανε πια απόγευμα, και μολονότι η (…) βρίσκεται αρκετά πιο βόρεια από τη δική μου πόλη, δεν έλεγε ακόμα να δροσίσει. Θα ήθελα να βρω κάποια σκιά για να κρυφτώ μέχρι να πέσει ο ήλιος, μα είχα, υποτίθεται, μία αποστολή. Έπρεπε να βρω το συντομότερο το σπίτι όπου με είχαν προσκαλέσει. Είχα σημειώσει τη διεύθυνσή του επάνω στην παλάμη μου, αλλά έτσι όπως ίδρωνα συνέχεια, όταν την άνοιξα δεν είδα παρά μόνο μια μουτζούρα. Ευτυχώς με τα νούμερα πάντα τα πήγαινα καλύτερα. Έτσι, αν και είχα ξεχάσει τελείως την οδό, θυμόμουν πως το σπίτι βρισκόταν στον αριθμό 1607. Πόσοι τόσο μεγάλοι δρόμοι να υπήρχαν στη (…); Αργά ή γρήγορα με κάποιον τρόπο θα το έβρισκα. Όμως η άγνωστη φωνή με είχε προειδοποιήσει, έπρεπε να πάω εκεί όσο πιο γρήγορα γινότανε. Η (…) φαινόταν έρημη, όπως και η δική μου πόλη. Ρώτησα δυο παιδιά που βρήκα ξαπλωμένα καταμεσής στην άσφαλτο, όμως δεν μίλαγαν την γλώσσα μου. Συνέχισα να προχωρώ, μα όποιον συναντούσα ήταν παράφρων ή νεκρός, πράγμα που δεν επέτρεπε καμιά επικοινωνία. Ύστερα βρήκα ένα ταξί. Ο οδηγός κοιμόταν επάνω στο τιμόνι του. Τον ξύπνησα. Του είπα ότι ήμουν άφραγκος, αλλά βιαζόμουνα να βρω το 1607 κάποιας οδού που είχα ξεχάσει το όνομά της. Μου είπε ότι μπορεί να με πετάξει ως εκεί, φτάνει να τον απασχολούσα καθοδόν, να του έλεγα μια ιστορία τόσο καλή και αληθινή που να μπορούσε να τον κρατήσει ξύπνιο. Του απάντησα ότι η μόνη ιστορία που ήξερα να πω ήταν αυτή που τώρα αφηγούμαι και πως ακόμα ήταν νωρίς για να γνωρίζω πώς θα εξελισσότανε. Τον απογοήτευσα. Μου έδειξε τον δρόμο προς το βάθος. «Συνέχισε να περπατάς. Το σπίτι που αναζητάς βρίσκεται στο τέλος αυτής της λεωφόρου.» Ήθελα να μάθω πώς ήταν τόσο σίγουρος, αλλά τον πήρε αμέσως ξανά κοντά του ο ύπνος. Ούτε να τον ευχαριστήσω μα ούτε και να τον εκδικηθώ δεν πρόλαβα. Κοίταξα τα νούμερα εκεί όπου βρισκόμουν. Ακόμα ήτανε διψήφια. Μέχρι να φτάσω ως 1607, θα με έπιανε η νύχτα. Το καλοκαίρι, η ζωή θα τέλειωνε. Θα πέθαινε η ιστορία, πριν κάνει καν τα πρώτα της τα βήματα. Θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Έψαξα, βρήκα ένα ποδήλατο ξεκλείδωτο. Δεν το έκλεψα. Αν όλα πήγαιναν καλά, θα το γυρνούσα πίσω. Έτσι όπως ήταν όλη η πόλη έρημη, έτσι όπως γέμιζαν τα μάτια μου με αίμα, πίστεψα ότι σε λίγη ώρα θα είχα φτάσει στον προορισμό. Μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός και η ζέστη τόσο αφόρητη. Κοίταξα ψηλά, στον ουρανό. Ήταν, νομίζω, προφανές, ο ήλιος ερχόταν καταπάνω μας. Ένας ακόμα λόγος να βιαστώ. Να φτάσω στο σπίτι, στη φωνή όσο γινότανε πιο γρήγορα. Συνέχισα να προχωρώ μέχρι που είδα να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου και είπα, ας κάνω μια στάση. Διψούσα. Είδα στο πλάι ένα ζαχαροπλαστείο ανοιχτό. Ήταν στον αριθμό 224. Ακόμα ήμουν τόσο μακριά. Διψούσα. Μπήκα μέσα. Ζήτησα να μου δώσουνε νερό. Τους είπα ότι δεν έχω να πληρώσω. Τα γλυκά τους έλιωναν στις βιτρίνες τους και έσταζαν. Το ίδιο και τα δυο κορίτσια πίσω από τον πάγκο που μου κοιτούσαν τρομαγμένα. Έμοιαζαν πολύ κι εγώ διψούσα τόσο. Της ρώτησα αν είναι αδερφές κι αυτές κουνήσαν τα κεφάλια του. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα ποτήρι με νερό. Ορκίστηκα, αν μου το έδιναν, πως δεν θα τις πειράξω. Όσο η μια μου το έφερνε, η άλλη κατέβαζε τα στόρια. Τα γλυκά έλιωναν. Τα βούτυρα και τα σιρόπια τους κυλούσανε στο πάτωμα. Αρχίσαμε μαζί τους να κυλιόμαστε κι εμείς. Τη μια την λέγαν Δάφνη. Της άλλης δεν το συγκράτησα το όνομα. Τις φώναζα Δάφνη και τις δυο όσο παλεύαμε εκεί, πάνω στο γλυκερό μωσαϊκό. Κολλούσαμε και προσπαθώντας να σηκωθούμε όρθιοι γλιστρούσαμε και ξαναπέφταμε. Γελούσαμε και κλαίγαμε ταυτόχρονα. Μετά από εννέα μήνες οι δύο Δάφνες θα γεννούσαν δυο παιδιά, που θα αναλάμβαναν να αναστήσουνε την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό μετά από τη συντέλεια. Όμως, αντί για την ιερή αυτή αποστολή, θα περνούσαν όλη την μέρα ξαπλωμένα επάνω στο ανέμελο οδόστρωμα, μέχρι να περάσουν από πάνω τους οι ρόδες κάποιου μισοκοιμισμένου ταξιτζή και να σβηστούνε όλα, οριστικά ετούτη τη φορά, μέσα σε μια πόλη άδεια, σε μια πόλη γεμάτη με νεκρούς και με παράφρονες.

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

ποιος είναι ο σκοπός του χρονοταξιδιού σας;

-Θα ήθελες να μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο;
-Φυσικά! Και ποιος δεν θα ήθελε;
-Και που λες να πήγαινες; Στο μέλλον ή στο παρελθόν;
-Στο παρελθόν, βέβαια. Αφού το ξέρεις, δεν μου αρέσει να χαλάω την έκπληξη.
-Ξέρεις τι λένε για τους χρονοταξιδιώτες του παρελθόντος; Ότι οι μισοί από αυτούς πάνε πίσω για να αλλάξουνε τα πράγματα και οι άλλοι μισοί για να τα ξαναζήσουνε.
-Έτσι λένε, ε;
-Εσύ τι από τα δύο θα έκανες;
-Εγώ θα έκανα, κατά κάποιον τρόπο, και τα δυο ταυτόχρονα.
-Τι εννοείς; Αυτό δεν γίνεται.
-Και όμως.
-Μα πώς; Σε ποια χρονιά θα πήγαινες;
-Πότε είπαμε πως έκανες για πρώτη σου φορά έρωτα;
-Τι σημασία έχει;
-Έχει, θα δεις. Απάντησε!
-Στα δεκαοκτώ.
-Πάλι καλά. Τουλάχιστον, δεν θα με κυνηγάει μετά για αποπλάνηση η χρονοαστυνομία. Θα πήγαινα πίσω, που λες, σε εκείνην τη χρονιά, πριν γίνει το μοιραίο, θα σε έβρισκα, θα σου την έπεφτα και θα σε ξεπαρθένευα.
-Και πού το ξέρεις ότι θα σου καθόμουνα;
-Μα το έχεις ήδη κάνει.

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

λάθος γυναίκες αγαπώ, λάθος άντρες σκοτώνω

Αν και δεν πρέπει να περπάτησα πάνω από μισή ώρα, όταν έφτασα επιτέλους στο σταθμό, είχα την αίσθηση πως είχα διασχίσει ολόκληρη τη χώρα με τα πόδια. Ευτυχώς, το επόμενο τρένο θα ξεκινούσε σε ελάχιστα λεπτά και έτσι θα ξεφορτωνόμουν σύντομα το αδιάκριτο βλέμμα του μοναδικού υπαλλήλου, που μάλλον είχε θεωρήσει ύποπτη την επιθυμία μου να ταξιδέψω τέτοια μέρα στη (…). Με το ζόρι είχε κρατηθεί, όταν του ζήτησα εισιτήριο, για να μην με ρωτήσει τι στο διάολο πήγαινα να κάνω. Ήμουνα τόσο σίγουρος ότι θα ήμουν ο μόνος επιβάτης, που όταν επιβιβάστηκα και βρήκα άλλον έναν στο βαγόνι μου, σχεδόν ενοχλήθηκα από την παρουσία του. Όταν μάλιστα διαπίστωσα ότι ο άνθρωπος αυτός καθότανε στη θέση μου, ένιωσα τέτοιο εκνευρισμό που μόλις που κρατήθηκα και δεν κατέβηκα ξανά από το τρένο. Μετά το ξανασκέφτηκα και είπα ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να τον πετούσα αυτόν έξω από το παράθυρο. Μόνο επειδή τα παράθυρα ήταν μικρά και μόλις μία χαραμάδα άνοιγε, θα έπρεπε να τον κόψω κομματάκια και να ταΐζω το τοπίο σε ολόκληρη τη διαδρομή με την παρείσακτή του ύπαρξη. Τουλάχιστον έτσι θα είχα με κάτι να ασχολούμαι. Το τρένο ξεκίνησε και εγώ ακόμα ήμουν όρθιος. Εκτός από τον ενοχλητικό, όλο το βαγόνι, ενδεχομένως και το τρένο ήταν άδειο. Δεν υπήρχε λόγος σοβαρός να κάνω φασαρία. Θα μπορούσα σίγουρα να κάτσω οπουδήποτε. Ωστόσο, δεν ήθελα να κάνω μια τέτοια υποχώρηση, η οποία θα μετρούσε οπωσδήποτε ως μια πρώτη ήττα στο ταξίδι μου, πριν καν καλά-καλά αυτό αρχίσει. Έτσι στάθηκα όρθιος πάνω από το κεφάλι του και του ζήτησα το λόγο. «Συγνώμη, αλλά αυτή είναι η θέση μου», απάντησε αυτός. «Ορίστε και το εισιτήριό μου.» Έλεγε αλήθεια. Ο ηλίθιος υπάλληλος είχε εκδώσει προφανώς δυο ίδια εισιτήρια για μας να κάνει να μαλώσουμε. Λάθος άνθρωπο σκόπευα να κάνω κομματάκια. Πάντα αυτό συμβαίνει, σε όλη τη ζωή μου. Λάθος γυναίκες αγαπώ, λάθος άντρες σκοτώνω. Του ζήτησα συγγνώμη και τον ρώτησα αν θα τον πείραζε να καθίσω δίπλα του. Άντι για απάντηση, μάζεψε πάνω στα γόνατα τον σάκο του. Η όρεξη μου για καυγά είχε δώσει τη θέση σε μια ακατανίκητη επιθυμία για κουβέντα. Ο διάλογος διακόπηκε μονάχα μια φορά, όταν στα μισά περίπου της διαδρομής μπήκε ελεγκτής, ο οποίος αφού έλεγξε τα εισιτήριά μας και είδε ότι έχουμε κι οι δυο την ίδια θέση ακριβώς, γέλασε. Γελάσαμε κι εμείς μαζί του και τότε αυτός σοβάρεψε απότομα και είπε ότι αυτός που κάθεται στη λάθος θέση θα πρέπει να πληρώσει πρόστιμο. Εμείς διαμαρτυρηθήκαμε, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος. Ο συνεπιβάτης μου μού πρότεινε να μοιραστούμε την ποινή, αλλά του απάντησα ότι δεν έχω άλλα λεφτά και ίσα που μου είχαν φτάσει για αυτό το εισιτήριο. Έτσι του πρότεινα να σφάξουμε τον ελεγκτή και ύστερα να καταλάβουμε το τρένο και να το πάμε όπου θέλουμε. «Μα εκεί που θέλουμε δεν πάει;», με ρώτησε αυτός, χωρίς να απορεί καθόλου για το αιμοσταγές σκέλος της πρότασής μου. Γελάσαμε ξανά και γέλασε μαζί μας και ο ελεγκτής για τελευταία φορά. Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή κανένας δεν τόλμησε να μας ξαναδιακόψει και έτσι μπορέσαμε να τα πούμε όλα και να ανακαλύψουμε πως ο σκοπός του ταξιδιού μας ήταν τόσο παράδοξα κοινός που θα μπορούσε να δικαιολογεί ακόμα και το γεγονός ότι μας είχαν βγάλει εισιτήριο για την ίδια θέση ακριβώς μέσα σε ένα άδειο κατά τα άλλα τρένο. Κι αφού τα είπαμε όλα και αφού το τρένο έφτανε σιγά-σιγά στα περίχωρα της (…), συνειδητοποιήσαμε ότι μονάχα ο ένας από τους δυο μας μπορούσε να αποβιβαστεί από αυτό το τρένο. Μονάχα ο ένας μας μπορούσε να ψάξει το σπίτι, όπου μας είχε τηλεφωνήσει η φωνή. Μονάχα ο ένας μας μπορούσε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα ή να εκτεθεί στην απειλή της. Πάντα έτσι συμβαίνει. Μπορεί αυτές οι ιστορίες να ξεκινούν με πολλαπλούς αφηγητές ή ήρωες, αλλά από κάποια στιγμή και έπειτα θα πρέπει ο πιο ήρωας από όλους να επιβάλει στους άλλους τη δική του μοναδική αφήγηση. Ο συνταξιδιώτης μου φάνηκε να διαφωνεί με αυτήν την άποψη και μου πρότεινε ξανά μια μέση λύση, εναλλακτική, από αυτές που ελάχιστα βοηθούνε στην εξέλιξη της όποιας ιστορίας.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

οχι, δεν πρόκειται για πρόλογο

-Δεν είναι άδικο;
-Ποιο πράγμα;
-Που όταν κάνουμε έρωτα, αυτό που μπαίνει μέσα μου δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι του εαυτού σου;
-Μικρό;
-Δεν εννοώ αυτό, βλάκα. Ένα μικρό σε σχέση με τον εαυτό σου, με το όλον σου.
-Θέλεις να μπω μέσα σου περισσότερος;
-Και ολόκληρος, αν ήταν δυνατόν. Τότε μονάχα θα είχε κάποια αξία το να λες πως είσαι μέσα μου. Τώρα μονάχα συμβιβαζόμαστε με ημίμετρα…
-Ε, όχι και ημίμετρο!
-Είσαι χαζός! Πολύ όμως.
-Έλα, αφού το ξέρεις, αστειεύομαι.
-Εγώ, πάντως, μιλάω σοβαρά.
-Πάντα είσαι τόσο σοβαρή, όταν είναι να πηδηχτείς με κάποιον;
-Ποιος σου είπε ότι πάω να πηδηχτώ;
-Ε τότε, γιατί όλος αυτός ο πρόλογος;
-Δεν πρόκειται για πρόλογο.
-Αλλά;
-Δεν ξέρω, νομίζω πως φταίει το πουλί σου. Κάθε φορά με κάνει να φιλοσοφώ. Τι έγινε; Σου έπεσε;
-Όχι, εντάξει, σκέφτομαι…
-Τι σκέφτεσαι;
-Που όταν κάνουμε έρωτα, δεν μπορώ να μπαίνω μέσα σου από παντού ταυτόχρονα;
-Τι πράγμα;
-Όχι, για πες, δεν είναι άδικο;

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

κατακούτελα

Το καλοκαίρι του 2013 βρέθηκα για πρώτη φορά στη (…). Όχι, δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν αυτήν την πόλη. Αυτός είναι και ο λόγος που λέω «βρέθηκα» και όχι «πήγα» - προσπαθώ πάντα να είμαι όσο πιο ακριβολόγος γίνεται. Έτσι όταν λέω βρέθηκα, το εννοώ. Ενώ κανονικά ήμουν κάπου αλλού το καλοκαίρι εκείνο, βρέθηκα ξαφνικά στη (…). Ο λόγος της αιφνίδιας αυτής μετάβασης –ακόμα δυσκολεύομαι να πω πως ήτανε ταξίδι- θα αποκαλυφθεί σιγά-σιγά κατά την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Ο τρόπος όμως θα ήτανε καλύτερα να αναφερθεί εδώ εξ αρχής, έτσι ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρεξηγήσεις και να βοηθηθεί έτσι ο αναγνώστης να καταλάβει στη συνέχεια κάποια πράγματα που ίσως ακούγονται κάπως ασυνήθιστα, αν όχι και ακατανόητα. Ενώ, λοιπόν, ήμουνα μόνος μου στο σπίτι μου –ήταν ένα πολύ ζεστό κυριακάτικο μεσημέρι και η πόλη είχε αδειάσει- χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας άγνωστος αριθμός που ξεκινούσε με τον κωδικό της (…) που τότε ακόμα αγνοούσα. Απάντησα χωρίς να το καλοσκεφτώ. Άλλωστε δεν είχα εκείνη την στιγμή, για να μην πω και σε ολόκληρή μου τη ζωή, κάτι καλύτερο να κάνω, και μια περιπέτεια απρόβλεπτη είναι πάντα καλοδεχούμενη. Ακόμα και αν επρόκειτο για λάθος, η κλήση αυτή θα με έβαζε σε μια διαδικασία αναστάτωσης που η διαχείρισή της θα με απασχολούσε μέχρι αργά το βράδυ που θα έπεφτα να κοιμηθώ, για να μην πω και μέχρι να πεθάνω. Απάντησα, λοιπόν, χωρίς κανέναν και δισταγμό και άκουσα μια φωνή τελείως άγνωστη, όπως και ο αριθμός του τηλεφώνου της να μου ζητάει να πάω όσο πιο γρήγορα μπορώ από το σπίτι της. «Μα δεν σας γνωρίζω και ούτε ξέρω και πού μένετε», τόλμησα λίγο να διαμαρτυρηθώ, αλλά δεν είχε νόημα. Η φωνή επανέλαβε την προσταγή –την πρώτη φορά είχε ακουστεί πιο πολύ ως παράκληση- και μάλιστα συνόδευσε αυτό το «έλα αμέσως σπίτι μου» με μια ακαταλαβίστικη –και ίσως για αυτό ακόμα πιο τρομακτική- απειλή πως δεν έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τότε θα το μετάνιωνα. Εγώ συνέχισα για λίγο ακόμα να διαμαρτύρομαι, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι μιλούσα μόνος μου, αφού το είχε κλείσει. Όταν άφησα κι εγώ το τηλέφωνο στην άκρη, είχα να πάρω μια απόφαση προκειμένου να αντιμετωπίσω μίαν κατάσταση εξόφθαλμα παράλογη. Έπρεπε να μεταβώ το συντομότερο στο σπίτι αυτό, από όπου μου είχαν μόλις τηλεφωνήσει, για τον πολύ απλό λόγο πως αν δεν το έκανα, όπως με είχε προειδοποιήσει η φωνή, θα το μετάνιωνα. Να πω εδώ ότι η φωνή αυτή ήτανε γυναικεία. Δεν ξέρω γιατί δεν το επισήμανα από την αρχή. Ίσως γιατί νομίζω ότι αυτό εξυπακούεται. Άλλωστε η φωνή είναι γένους θηλυκού. Κι εγώ, αν διάβαζα κάπου έτσι σκέτα να αναφέρονται σε μια φωνή, μάλλον στη φωνή μιας γυναίκας θα πήγαινε ο νους μου. Εν πάση περιπτώσει, άφησα το τηλέφωνο στην άκρη και είπα πως πρέπει να πάρω μια άμεση απόφαση. Ή θα ξεχνούσα το όλο περιστατικό και θα συνέχιζα τη μέρα και το καλοκαίρι μου, σαν να μην είχε γίνει ποτέ αυτό το τηλεφώνημα ή θα μάζευα τα πράγματά μου και θα αναχωρούσα το συντομότερο για να την συναντήσω. Το μόνο στοιχείο που είχα ήταν ο αριθμός του τηλεφώνου. Ήξερα ότι το σπίτι αυτό όπου με είχαν προσκαλέσει βρισκόταν στη (…). Ενδεχομένως να μπορούσα να βρω και την ακριβή διεύθυνση μέσω των πληροφοριών του καταλόγου, όπως και το όνομα της συνδρομήτριας – πράγματι μέσα σε ελάχιστα λεπτά είχα όλα αυτά τα απαραίτητα στοιχεία. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα αρκετά λεφτά προκειμένου να πραγματοποιήσω το ταξίδι αυτό. Βασικά τα χρήματα που είχα στην τσέπη μου ίσα που έφταναν για να αγοράσω ένα εισιτήριο, ίσως και μια εφημερίδα για να έχω στο δρόμο να διαβάζω. Δεν είχα ιδέα πώς θα επέστρεφα μετά πίσω στο σπίτι μου, αλλά η πρόσκληση ή έστω η εντολή που είχα μόλις λάβει ήταν μονάχα για να πάω εκεί – φαντάστηκα ότι για τα υπόλοιπα θα φρόντιζε η κάτοχος της φωνής και της τηλεφωνικής γραμμής, θα υπήρχε κάποια πρόνοια. Έριξα λίγα ρούχα κι ένα τετράδιο στο σάκο μου, φόρεσα τα παπούτσια μου, βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατώ προς το σταθμό, ενώ ο ήλιος έκαιγε και βάραγε την ιστορία αυτή αλύπητα και κατακούτελα.

arterial


Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

κανόνας

Ήρθες στο σπίτι μου αργά μέσα στη νύχτα. Μου χτύπησες την πόρτα. Τρόμαξα. Στ’ αλήθεια δεν περίμενα κανέναν. Σου άνοιξα. Σε είδα. Δεν φορούσες τίποτα. Μονάχα εκείνα τα παπούτσια σου. Τα ίδια παπούτσια ακριβώς που φόραγες κάθε φορά που ερχόσουν στα όνειρά μου. Μόνο που αυτό, όχι, δεν ήταν όνειρο. Ήρθες στο σπίτι μου αργά μέσα στη νύχτα. Μου χτύπησες την πόρτα. Στα όνειρά μου πόρτες δεν υπάρχουνε. Τρόμαξα. Στ’ αλήθεια δεν περίμενα κανέναν. Σου άνοιξα. Στα όνειρά μου δεν χρειάστηκε ποτέ να ανοίξω κάτι. Σε είδα. Δεν φορούσες τίποτα. Στα όνειρά μου πάντα έρχεσαι πολύ βαριά ντυμένη. Μονάχα εκείνα τα παπούτσια σου θύμιζαν λίγο από όνειρο. Αυτά φοράς κάθε φορά που έρχεσαι στα όνειρά μου. Μπαίνεις σε αυτά και περπατάς και αφήνεις ίχνη πίσω σου. Που τριγυρνάς κάθε φορά πριν έρθεις να σε ονειρευτώ; Τι λάσπες και τι χώματα μου φέρνεις μες στον ύπνο; Ήρθες στον ύπνο μου αργά μέσα στη νύχτα. Μου χτύπησες την πόρτα. Σηκώθηκα. Πλησίασα. Ποιος είναι τέτοια ώρα, ρώτησα. «Εγώ είμαι», μου απάντησες. «Άνοιξε και παγώνω». Σου άνοιξα. Σε είδα. Δεν φορούσες τίποτα. Μονάχα εκείνα τα παπούτσια. Πώς μπόρεσες να έρθεις γυμνή μέχρι εδώ; Πώς σε άφησε ο κόσμος; «Κοιμάται ο κόσμος», μου απάντησες. «Εσύ μονάχα ξαγρυπνάς. Τι έχεις; Τι φοβάσαι;» Ποιος σου είπε πως φοβάμαι; Τι φαντάστηκες; «Εσύ είπες ότι τρόμαξες.» Το έγραψα, δεν το είπα. «Το έγραψες μάλλον δυνατά. Εγώ, πάντως, το άκουσα και πίσω από την πόρτα.» Τρόμαξα γιατί δεν περίμενα κανέναν τέτοια ώρα. Τρόμαξα που ήρθες στο σπίτι μου αργά. Που ήρθες μέσα στη νύχτα. Τρόμαξα που μου χτύπησες. Τρόμαξα που την πόρτα. Τρόμαξα και που τρόμαξα. Τρόμαξα και στ’ αλήθεια. Κανέναν δεν περίμενα. Ρώτησα πριν ανοίξω. Και ύστερα σου άνοιξα. Και ύστερα σε είδα. Και δεν φορούσες τίποτα. «Φοράω τα παπούτσια. Τα ξέρεις τα παπούτσια αυτά. Σίγουρα τα θυμάσαι.» Τα έχω δει σε όνειρο. Πάντα αυτά φοράς στον ύπνο μου όταν έρχεσαι. Πάντα με αυτά πάνω στα όνειρα πατάς. Πάντα με αυτά με περπατάς. Μόνο που στα όνειρά μου έρχεσαι πάντα βαριά ντυμένη. Κι ύστερα βγάζεις σιγά-σιγά τα ρούχα σου. Αργά και βασανιστικά. Είναι και που φοράς πολλά. Είναι που πάντα έρχεσαι τόσο βαριά ντυμένη. Στο τέλος μένεις μόνο με τα παπούτσια σου. Κάθεσαι πάνω στο γραφείο μου και εγώ μονάχα σε κοιτώ. Δεν ξέρω τι να κάνω. «Τι θες να κάνεις; Τι κοιτάς; Ή πήδα με ή ξύπνα!» Ήρθες στο σπίτι μου αργά. Ήρθες μέσα στη νύχτα. Μου χτύπησες. Σου άνοιξα. Σε άνοιξα. Σε είδα.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

μια έρευνα

Επιστρέφω στο Βόλο με το αμάξι. Αμέσως μετά τα διόδια της Πελασγίας ένας μπάτσος μου κάνει νόημα να σταματήσω. Τι έκανα πάλι, αναρωτιέμαι. Κατεβάζω το παράθυρο.
"Καλημέρα σας! Τα παιδιά από εδώ θα ήθελαν να σας κάνουν μερικές ερωτήσεις", μου λέει κ μου δείχνει ένα ζευγάρι με γαλάζια ντοσιέ κ κίτρινα γιλέκα. Η νεαρά ωραιοτάτη! Ο νεαρός χιπστεροειδές με ένα μούσι σαν του Δαρείου. Τι ωραία! Ευκαιρία για τρολιά, σκέφτομαι.
Οι δυο νέοι με πλησιάζουν. Η νεαρά ανοίγει το στόμα της: "Καλημέρα σας, είμαστε από το Υπουργείο Υποδομών και κάνουμε μια έρευνα", προλογίζει. "Σας ακούω", παίρνω ύφος σοβαρό κ υπεύθυνο.
"Από που έρχεστε;"
"Από την Βαβυλώνα." (το σημειώνει)
"Που πηγαίνετε;"
"Στο μάτι του κυκλώνα."
"Ορίστε;;" (γουρλώνει τα ήδη τεράστιά της μάτια)
"Στο Βόλο, στο Βόλο...", διορθώνω.
Παραδόξως η τρίτη ερώτηση δεν είναι "ποιαν αγαπάω;"
"Πόσο συχνά χρησιμοποιείτε την Εθνική Οδό;"
"Βασικά, εδώ μένω." Διστάζει, αλλά για κάποιο λόγο νομίζω πως διακρίνω κάτι ενθαρρυντικό στο βλέμμα της. "Να γράψουμε τέσσερις φορές το μήνα;"
"Τέσσερις φορές την εβδομάδα. Να τα λέμε, τώρα που γνωριστήκαμε..."
"Από ποια έξοδο βγήκατε;"
"Από τη Ρίτας Χεϊγοουρθ." (διστάζει ξανά - στοίχημα πως αν της έλεγα "από του Μεσολογγίου", θα το σημείωνε)
"Μας δουλεύει", πετάγεται από δίπλα ο σκυθρωπός κι αμίλητος, μέχρι εκείνη τη στιγμή, Φαρνάβαζος.
"Χρησιμοποιείτε ποτέ τους παράδρομους για να αποφύγετε τα διόδια;"
"Ποτέ! Το απαγορεύει η θρησκεία μου!" Μου χαμογελάει...
"Και μια τελευταία ερώτηση..."
"Αν είναι για απόψε", την προλαβαίνω, "δυστυχώς, έχω κανονίσει. Αύριο βράδυ, όμως, θα μπορούσαμε. Μόνο να μην μου κουβαλήσεις μαζί και τον φίλο σου τον Αρταξέρξη. Θα τα χαλάσουμε." Μου χαμογελάει ξανά...
"Σας ευχαριστούμε! Οι απαντήσεις σας θα βοηθήσουν στην βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας." "Ναι, το ξέρω", της λέω, "θα μπαλώσετε με αυτές τις λακούβες έξω από τη Στυλίδα." Το χαμόγελο της νεαράς παγώνει. Ο νεαρός χαϊδεύει σατραπικά το μούσι του.
"Καλό ταξίδι, κύριε."
Γαμώτο, πάνω που το είχα ψήσει το γκομενάκι, ξύπνησε μέσα μου ο λαϊκιστής και το χάλασα..

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

ο κυρ-πανικός

Διαταραχή πανικού και μαλακίες!
Μια χαρά είναι ο πανικός μου.
Δεν διαταράσσεται με τίποτα…

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

η ψηφος ειναι νηστικη

-επ! τι εγινε;
-τι να γινει, μωρε; καλα..
-ψηφισες;
-ψηφισα, ναι.
-τι ψηφισες;
-δεν σου λεω.
-γιατι;
-γιατι η ψηφος ειναι μυστικη.
-ελα, μωρε παπαρα, λεγε τωρα!
-καταρχην δεν συμφωνω με το δημοψηφισμα το ιδιο.
-γιατι;
-γιατι, πρωτον, βλεπω τον κοσμο να διχαζεται κ αυτο δεν μου αρεσει καθολου.
-οταν παλιοτερα ψηφιζες για να διαλεξεις πρωθυπουργο αναμεσα στον μπολεκ κ τον λολεκ ηταν καλα; δεν πειραζει. δημοκρατια εχουμε. παρε κ καμια σοβαρη αποφαση. διχασου κ λιγο. δεν θα παθεις τιποτα.
-κ δευτερον, ο τροπος που τιθεται το ερωτημα ειναι πολυ εκβιαστικος.
-τι εκβιαστικος, ρε; πεντε χρονια τωρα με αυτο το θεμα ασχολουμαστε. τωρα θυμηθηκες εσυ να εκβιαστεις; δεν εχεις αποψη;
-κ βεβαια εχω, αλλα δεν βλεπεις τι γινεται; τραπεζες κλειστες, ουρες παντου.. εδω δεν εχουμε να φαμε, το δημοψηφισμα μας μαρανε..
-αυτο ειναι το προβλημα σου;
-γιατι; λιγο ειναι;
-οχι, δεν λεω, αλλα κανονικα, αν πραγματι δεν εχεις να φας, θα επρεπε να χαιρεσαι.
-γιατι, παρακαλω;
-μα ετσι, εκτος απο τη μυστικοτητα, διασφαλιζεται κ η νηστικοτητα της ψηφου σου.

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

ή

σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που, προκειμένου να αποφύγουνε την ήττα,
προσφεύγουν τότε στο μεγάλο ήτα,
το διαζευκτικό.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

το πορτοφολι

πριν λιγο με σταματαει στον δρομο ενας παππους κ με ρωταει αν εχω να του δωσω ενα ευρω να πιει εναν καφε. συμπτωματικα μολις εχω αγορασει ενα σακουλακι φρεσκοκομμενο τουρκικο κ παω να του το δωσω. "δεν θελω, αγορι μου", μου λεει. "εχω καφε στο σπιτι μου οσο θελω. στο καφενειο θελω να παω να πιω εναν καφε να πω καμια κουβεντα με τους φιλους μου. κ να.. βγηκα χωρις το πορτοφολι.." "γιατι δεν ζητας απο τους φιλους σου τοτε να σε κερασουν;" εκφραζω τη δικαια, οπως νομιζω, απορια. "γιατι με εχουνε μαθει κ δεν πιστευουν πια οτι ξεχναω καθε φορα το πορτοφολι σπιτι μου. τομαρια, ολοι τους. με τους περισσοτερους απο αυτους γνωριζομαστε απο παιδια. αλητες. σου λεω, τιποτα δεν σεβονται." "δεν σε καταλαβαινω, ρε παππου", του λεω, "βγηκες απο το σπιτι χωρις το πορτοφολι ή με κοροϊδευεις τωρα κ εμενα ετσι, καταμουτρα;" "το πορτοφολι το κραταει η κυρα", μου απανταει. "να ξερεις, καλυτερα να σε εχουνε για τρακαδορο ή εστω να νομιζουν πως σε εχει φαει η ανοια, παρα να ξερουν πως σε κανει ο,τι θελει η γυναικα. δωσε τωρα ενα ευρω για το μαθημα στο δασκαλο."

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

50 δραχμες

πριν απο πολλα χρονια, ημουν φοιτητης στην αθηνα, ηρθε μια τσιγγανα σε ενα απο τα καφενεια περιξ της σχολης, οπου καθομουν με την παρεα μου, κ ζητησε να μου πει τη μοιρα μου. εγω, βεβαια, ποτε δεν πιστεψα σε αυτα, αλλα ετσι, για την πλακα, δεχτηκα, της εδωσα 50 δραχμες κ απλωσα την παλαμη μου. αυτη ξεκινησε να την διαβαζει κ ενω φαινοταν ετοιμη να πει το ποιημα της, γουρλωσε ξαφνικα τα ματια κ τρομαγμενη μου επεστρεψε τα λεφτα κ εφυγε μουρμουριζοντας καποιο ξορκι ή κατι τετοιο, τελος παντων.
οσο δυσπιστος κ αν ημουν απο τοτε με τα μεταφυσικα, η αντιδραση της, οσο ναναι, καπως με προβληματισε. μπορει μεχρι το βραδυ να ειχα ξεχασει το ολο σκηνικο, αλλα καπου μεσα μου η απορια, για το τι ειχε δει εκεινη η γρια απατεωνισσα στο χερι μου, παρεμεινε.
σημερα το πρωι, καθως περνουσα απο ενα καφενειο, εδω στην παραλια του βολου, ειδα μιαν αλλη τσιγγανα να κραταει το χερι ενος νεαρου κ να του λεει τη μοιρα του. ετσι, για πλακα, κ ετουτη τη φορα, σταθηκα πισω απο την πλατη της κ περιμενα. ο νεαρος με ειδε κ χαμογελασε αμηχανα. η χειρομαντισσα το καταλαβε, διεκοψε τον χρησμο κ γυρισε ενοχλημενη κ με κοιταξε. "ποσα της εδωσες;" ρωτησα τον φιλο. "5 ευρω", μου απαντησε περιπου ντροπιασμενος. "κ σενα, τι σε νοιαζει;" πεταχτηκε η γρια ρομα. "συγνωμη, απλως αναρωτιεμαι", απολογηθηκα, "με τη δραχμη καλυτερα δεν ημασταν;"

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

καταρχην vs καταρχας

-καλη σας μερα! σας τηλεφωνουμε εκ μερους της κοσμοτε..
-ποιας κοσμοτε; της εταιρειας;
-ε.. ναι.
-οκ, συνεχιστε!
-καταρχην, θα ηθελα να σας ενημερωσω οτι για λογους ασφαλειας η κληση μας..
-καταρχας.
-οριστε;
-καταρχας ειναι το σωστο. το καταρχην σημαινει αλλο πραγμα.
-μαλιστα.. καταρχας λοιπον..
-εκτος αν θελετε πραγματικα να πειτε κατι αλλο κ εγω προτρεχω.
-ε.. ειστε ο κυριος ..;
-ειμαι, ναι. αυτον δεν καλεσατε;
-θα ηθελα, κυριε .., να σας ενημερωσω οτι..
-για μισο λεπτο, που βρηκατε το τηλεφωνο μου;
-μα σας ειπα, σας τηλεφωνουμε απο την κοσμοτε.
-αν θελει να μου πει κατι η κοσμοτε, να με παρει η ιδια, να της πειτε, κ να μην βαζει αλλους να κανουν τη βρωμικη δουλεια!
-μηπως ειναι ακαταλληλη η στιγμη; θελετε να σας παρουμε αργοτερα;
-ωχ! μην σας πιανουν τωρα τα ενοχικα σας! δεν προκειται να κανουμε κουβεντα ετσι..
-εν παση περιπτωσει, κυριε .., θα ηθελα να σας ενημερωσω..
-μπορω να σας κανω μια ερωτηση πρωτα, σας παρακαλω;
-οριστε;
-που θα κανετε πασχα;
-με συγχωρειτε, αλλα..
-εγω δεν εχω κανονισει κατι ακομα, αλλα ειμαι ανοιχτος σε καθε καλη προταση..
-ε.. συγνωμη..
-βεβαια, η αληθεια ειναι οτι δεν πιστευω, αλλα ενταξει το φολκλορ κ η παραδοση δεν με αφηνουν ασυγκινητο.
-συγνωμη, κυριε, αλλα..
-φτανει να μην μας τα χαλασει ο καιρος. αληθεια, τι θα γινει με αυτην την ανοιξη; τι λεει για αυτο η κοσμοτε σας;
-η κοσμοτε, κυριε, λεει οτι υπαρχουνε κατι λογαριασμοι που εχουν ληξει κ οτι αν δεν τους τακτοποιησετε μεχρι την παρασκευη..
-τι; δεν θα αναστηθει ο χριστουλης;
-καταρχην, η εγκαιρη εξοφληση των οφειλων σας προς την εταιρεια ειναι προϋποθεση για την..
-μπραβο, τωρα μιλατε σωστα.
-α, ωραια! θα τακτοποιησετε αμεσα, λοιπον, την οφειλη σας;
-οχι, δεν εννοω αυτο. ηθελα να πω οτι εδω το καταρχην κολλαει.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Η λευκή πόλη: Πάντα θεωρούσα ότι ο καλύτερος ταξιδιωτικός οδηγός για να σου συστηθεί μια πόλη και για να σε συνοδεύσει στην επίσκεψή σου σε αυτήν είναι ένα μυθιστόρημα, όπου η ίδια η πόλη συμπρωταγωνιστεί πλάι στα άλλα πρόσωπα ή έστω αναπτύσσεται μυθοπλαστικά ως σκηνικό εντός και εκτός σελίδων. Από τους δύο πιο διεθνείς σέρβους συγγραφείς, που έχουνε μεταφραστεί και στα ελληνικά, τον Pavić/Павић και τον Киш/Kiš (ο νομπελίστας Andrić/Андрић χρεώνεται ως Βόσνιος), θα πρότεινα ως πιο κατάλληλο ξεναγό τον δεύτερο και την «Εγκυκλοπαίδεια των Νεκρών» (Εξάντας 2005, μετάφραση Χρήστος Αρβανιτίδης) ως το πιο πλήρες βελιγραδιώτικο ανάγνωσμα. Άλλα βιβλία σχετικά, που ανεξαρτήτως ύφους και πλοκής, μπορούν να βοηθήσουν είναι το «Ρωσικό Παράθυρο» του Ντράγκαν Βέλικιτς (Κονιδάρης 2010, μετάφραση Μαρία Κεσίνη) και η «Μιλίτσα Πάβλοβιτς στο σκοτάδι» της Σβετλάνα Βέλμαρ Γιάνκοβιτς (Πατάκης 1999, μετάφραση Μαριλένα Γεωργιάδου). Επίσης, κατά τη γνώμη μου, η πιο ζωντανή και ενδιαφέρουσα αποτύπωση της πρόσφατης ιστορίας της διεθνούς απομόνωσης του Βελιγραδίου και των νατοϊκών βομβαρδισμών βρίσκεται στο εξαιρετικό κόμικ του Αλεξάνταρ Ζόγκραφ «Χαιρετίσματα από τη Σερβία» (ΚΨΜ 2007, μετάφραση Μπέλλα Σπυροπούλου). Και μια που φτάσαμε στα κόμικ, όσοι από εσάς έχετε φάει τα νιάτα σας πάνω από τις χρωματιστές σελίδες του Γάλλου πια Enki Bilal, που όμως κάποτε γεννήθηκε εδώ ως Enes Bilalović, είμαι σίγουρος πως θα νιώσετε πολύ οικεία τόσο με ένα μεγάλο κομμάτι του αστικού τοπίου της όσο και με τις φυσιογνωμίες και με τους σωματότυπους που κυκλοφορούν στους δρόμους αυτής της πόλης, που τελικά μόνο λευκή δεν είναι.

Ο Δούναβης και ο άλλος: Στα 2872 χιλιόμετρα μήκους του, ο σούπερ σταρ των ευρωπαίων ποταμών, διασχίζει δέκα χώρες, εκ των οποίων οι τέσσερις έχουν τις πρωτεύουσες τους χτισμένες πάνω στις όχθες του. Σε κάποιο σημείο, κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας του, συναντά τον Σάβο, που μπορεί σε φήμη και σπουδαιότητα να μοιάζει φτωχός συγγενής μπροστά του, αλλά δεν παύει να είναι το μεγαλύτερο ποτάμι των Βαλκανίων, το οποίο σήμερα διαρρέει τέσσερις πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες. Στο σημείο, λοιπόν, όπου ο Σάβος συμβάλλει στον Δούναβη, τον 3ο αιώνα π.Χ., οι Κέλτες ξεκίνησαν να χτίζουνε μια πόλη, η οποία για πολύ καιρό ήταν γνωστή με το ρωμαϊκό της όνομα Singidunum (ή εξελληνισμένα Σιγγιδών), μέχρι να μετονομαστεί, τον 9ο μ.Χ. αιώνα, από τους Σλάβους πια σε Београд/Beograd. Η ιστορία της πόλης αυτής, μιας από της αρχαιότερες της γηραιάς ηπείρου, υπήρξε ανέκαθεν απολύτως ταυτισμένη με τα δύο ποτάμια της και με τις υδάτινες διεθνείς οδούς που αυτά σχηματίζουν. Αλλά και η σύγχρονη ζωή της σέρβικης πρωτεύουσας εξακολουθεί και αναπτύσσεται έχοντας ως μόνιμα σημεία αναφοράς τον Σάβο και τον Δούναβη, που αναδεικνύουν το Βελιγράδι στην κατεξοχήν πλωτή πόλη της χερσονήσου. Όταν τελειώσανε οι γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι και ξέσπασε η ειρήνη στην περιοχή, οι παρηκμασμένες παρόχθιες γειτονιές άρχισαν να αναπλάθονται, αλλού με τον γνώριμο ρυθμό της αρπαχτής και αλλού βάσει σχεδίου και μεθόδου, προσφέροντας σήμερα στον επισκέπτη εμπειρίες που μπορούν να ικανοποιήσουν όλα σχεδόν τα γούστα: Από τις εξαιρετικά πετυχημένες αρχιτεκτονικές επεμβάσεις σε εγκαταλειμμένα (ή και βομβαρδισμένα) κτήρια, όπως το Spanish House ή παροπλισμένα παλιοσίδερα, όπως το πλοίο Župa, μέχρι τις ντίσκο-ποταμόπλοια, όπου εκτελούνται κάθε βράδυ μαζικά εκατομμύρια εγκεφαλικών κυττάρων και τη νήσο Ada/Ада, όπου μπορεί κανείς να συναντήσει εικόνες μικροκαλιφόρνιας.

Кнез Михаилова/Knez Mihailova: Θα κλείσω το βιβλίο αυτό με μια αναφορά στον δρόμο, με τον οποίον αρχίζει και τελειώνει κάθε καθωσπρέπει ταξιδιωτικός οδηγός για το Βελιγράδι, όχι για τόσο, όμως, καθωσπρέπει λόγους. Όποιος επιθυμεί να επισκεφτεί την πρωτεύουσα της Σερβίας και ψάχνει να βρει κατάλυμα να μείνει μέσω του διαδικτύου, θα δει πως τα πιο πολλά από αυτά διαφημίζουν την απόσταση που τα χωρίζει από την πιο εμπορική αλλά και αξιοθέατη οδό της πόλης. Είναι, νομίζω, προφανές ότι δεν είναι τόσο η τάση προς τον καταναλωτισμό όσο ότι η παρουσία των τραπεζών (ελληνικών συμπεριλαμβανομένων) και των φωτεινών επιγραφών των πολυεθνικών καταστημάτων συνθέτουν ένα γνώριμο -και επαναλαμβανόμενο στο κέντρο όλων των ευρωπαϊκών, τουλάχιστον, μητροπόλεων- σκηνικό που γεννά στον επισκέπτη αισθήματα ασφάλειας και οικειότητας. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος ταξιδιώτης, όσο κι αν θέλει να γνωρίσει άλλους τόπους και πολιτισμούς, προτιμά να μην απομακρύνεται και πολύ από μια στερεοτυπική ατμόσφαιρα και αισθητική, πέρα από την οποία ξεκινά το άγνωστο, το ακατανόητο, το χρήζον μεταγλώττιση και συνεκδοχικά το επικίνδυνο κομμάτι του προορισμού του. Εν πάση περιπτώσει, εγώ και η παρέα μου μια χαρά βολευτήκαμε στα μόλις-πέντε-λεπτά-από-την-Κνεζ-Μιχαήλοβα διαμερίσματα που βρήκαμε εδώ: www.pashaluk.com (οι ιδιοκτήτριες Seka και Daniela έπαιξαν ρόλο άτυπου χορηγού σε αυτό το βιβλίο, οπότε μια διαφήμιση, εντάξει, την χρωστάω) και όσο και αν το Κολωνάκι του Βελιγραδίου με άφησε αδιάφορο, οι ιστορίες πίσω από τη βιτρίνα (όπου φιγουράρουν βιογραφίες του Gavrilo Princip/Гаврило Принцип –ο τύπος που έφαγε τον Αρχιδούκα στο Σεράγεβο- πλάι σε Zara και MacDonald’s) πάντα θα αποτελούνε θέμα μελέτης και εξερεύνησης.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Prolaz za Balkansku/Пролаз за Балканску: Η Теразије/Terazije είναι η πιο κεντρική πλατεία του Βελιγραδίου, γύρω από την οποία βρίσκονται πολλά εντυπωσιακά κτήρια, ιστορικά μαγαζιά όπως το Biblioteka/Библиотека και πολυτελή ξενοδοχεία, όπως το εμβληματικό Москва/Moskva. Πλάι της αναπτύσσονται οι πιο εμπορικές λεωφόροι, όπως η Ulica Kralja Milana/Улица Краља Милана, όπου κάπου εκεί, ανάμεσα στα φανταχτερά της καταστήματα και τις πιο γκρίζες μάλλον δημόσιες υπηρεσίες, υπάρχει καλά κρυμμένο ένα από τα πιο όμορφα μυστικά της πόλης: Το Prolaz za Balkansku είναι ένα πέρασμα, το οποίο ξεκινάει ως στοά, συνεχίζεται ως ημιυπαίθρια πλατεία και καταλήγει, σε χαμηλότερο επίπεδο, στα στενά πιο χαμηλόφωνα δρομάκια που διακλαδίζονται στη σκιά της Terazije. Μέσα στο πέρασμα αυτό, που πιο πολύ μοιάζει με αστικό καταφύγιο, υπάρχουν καταρχάς τα πιο ευφάνταστα γκράφιτι του Βελιγραδίου, και ακόμα και αν δεν είστε φίλοι της τέχνης του δρόμου, σίγουρα θα σταθείτε για να τα χαζέψετε. Στα λιγοστά παγκάκια και τα σκαλοπάτια του θα δείτε τους εργαζόμενους της περιοχής να λουφάρουν από τις δουλειές τους καπνίζοντας, πίνοντας και μιλώντας έντονα –οι Σέρβοι σου δίνουν την εντύπωση ότι μαλώνουν ακόμα και όταν μιλάνε για το τι καιρό θα κάνει αύριο- ενώ κάπου στην άκρη κάποιο ζευγάρι θα βγάζει διακριτικά τα μάτια του δίπλα σε κάποιον από τους άπειρους τρελούς της πόλης, που θα αγορεύει κηρύσσοντας την επανάσταση κατά των Αψβούργων και των Αμερικανών ταυτόχρονα. Και γενικά θα σας έλεγα να μην είστε βιαστικοί, όταν βρεθείτε να περνάτε μέσα από αυτές τις χαραμάδες των πόλεων που επισκέπτεστε, υπάρχει κίνδυνος, πιστέψτε με, έτσι να προσπερνάτε ολόκληρες τις πόλεις.

Ракија/Rakija: Τα αλκοολούχα αποστάγματα, που στα Βαλκάνια συνηθίζουμε να ονομάζουμε συλλήβδην ρακές, είναι εξαιρετικά δημοφιλή στη Σερβία και στο Βελιγράδι θα τα συναντήσετε σε ένα σωρό διαφορετικές παραλλαγές, αναλόγως του φρούτου από το οποίο προέρχονται (šljivovica από δαμάσκηνα, jabukovaca από μήλα, lozova από σταφύλια κ.λπ.). Παρόλο, όμως, που οι Σέρβοι κατέχουν τα πρωτεία τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση των ρακοειδών στη χερσόνησο, φαίνεται πως oλοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια αυτά που τους βγάζουν ασπροπρόσωπους μεταφορικά και κοκκινοπρόσωπους κυριολεκτικά είναι τα κρασιά τους. Και επειδή ως λαός δεν χάνει την ευκαιρία να υπερηφανεύεται για αυτά που τον κάνουν να ξεχωρίζει, μια κουβέντα ακόμα και με τον τελευταίο ταβερνιάρη της γειτονιάς για το αν το Prokupac είναι καλύτερο από το Rskavac ή για το αν ισχύουν οι μεταφυσικές ιδιότητες που αποδίδονται στο Tamjanika αξίζει χωρίς αμφιβολία. Βέβαια οι περισσότεροι ντόπιοι, αλλά και οι νεότεροι των επισκεπτών, εξακολουθούν να καίγονται πίνοντας τις φτηνές σέρβικες μπύρες που κυκλοφορούν σε πλαστικά μπουκάλια του 1.5 λίτρου, από τις οποίες, πάντως, ξεχωρίζει η αξιοπρεπέστατη ξανθούλα Jelen. Πέρα από τις παραδοσιακές καφάνες, όπου μπορείτε να πιείτε και να απολαύσετε ταυτόχρονα το θέαμα που λέγεται σέρβικο μεθύσι, τα μπαρ της πόλης είναι τόσο πολλά και αξιόλογα που από μόνα τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής ταξιδιωτικής μελέτης. Ενδεικτικώς και μόνο αναφέρω και προτείνω τα κλασικά Idiott, Favela, Marshall αλλά και τα πιο ευφάνταστα Ana 4 pištolja (Η Άννα με τα 4 πιστόλια) και Ona, a ne neka druga (Αυτή, και καμιά άλλη). Живели!

Γιουγκοσταλγία: Ο Τίτο συνήθιζε να δίνει τον εξής ορισμό για την Γιουγκοσλαβία: Είναι ένα κράτος, με δυο αλφάβητα, τρεις θρησκείες, τέσσερις γλώσσες, πέντε εθνότητες και έξι ομόσπονδες δημοκρατίες. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού και τους εμφύλιους πολέμους της δεκαετίας του ’90 η χώρα αυτή δεν διαλύθηκε ακριβώς στα εξ ων συνετέθη (αγαπημένη έκφραση των μαλωμένων με την αναλυτική ικανότητα αναλυτών), αφού κράτος των Νοτιοσλάβων υπήρχε και πριν τον Τίτο, ενώ κάποια από τα παράγωγα της διάλυσης δεν προϋπήρξανε ποτέ, παρά μονάχα μες στο μυαλό του στρατάρχη της καρδιάς μας. Από τα νέα κράτη που προέκυψαν, όπως ήταν εξάλλου φυσικό, αυτό που αποδέχτηκε το μεγαλύτερο μέρος της πλούσιας, αν και βραχύβιας, γιουγκοσλαβικής ιστορικής κληρονομιάς είναι η Σερβία, η οποία και διατηρεί ακόμα ένα σημαντικό κομμάτι πληθυσμού που δηλώνει ως εθνική ταυτότητα αυτήν του Γιουγκοσλάβου. Οι εναπομείναντες Γιουγκοσλάβοι σήμερα, όταν δεν πρόκειται για αμετανόητους τιτοϊκούς, δεν είναι παρά τα τέκνα των μεικτών γάμων ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής εθνοτικής ή θρησκευτικής προέλευσης, που αρνούνται να δώσουν πολιτική διάσταση στο πιο ηλίθιο ερώτημα όλων των εποχών, ποιον αγαπάς περισσότερο, τον μπαμπά ή τη μαμά; Οι νέοι σήμερα στο Βελιγράδι, αυτοί που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την Γιουγκοσλαβία παρά μονάχα από τις εμπαθείς και προκατειλημμένες αφηγήσεις των γονιών τους, αν και πιστά προσηλωμένοι στην ευρωπαϊκή προοπτική, συχνά εκφράζουν μια απορία στην οποία δύσκολα μπορεί κανείς να απαντήσει: Δηλαδή, αυτό που είχαμε εμείς εδώ παλιά τι ήτανε; Δεν ήταν κατά κάποιον τρόπο μια ευρωπαϊκή ένωση; Και αν ήταν έτσι, τότε γιατί διαλυθήκαμε έτσι όπως διαλυθήκαμε και τώρα πάλι θέλουμε να ξαναενωθούμε;

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Underground: Μπορεί το Βελιγράδι να μην έχει ακόμα υπόγειο μητροπολιτικό σιδηρόδρομο (τα ανέκδοτα για το μετρό της Θεσσαλονίκης κυκλοφορούν και εδώ ελαφρώς παραλλαγμένα), αλλά γενικά από υπόγεια ζωή και κυκλοφορία άλλο τίποτα. Το βεβαρημένο σε πολεμικές επιχειρήσεις παρελθόν (εμείς θυμόμαστε την πρόσφατη επέμβαση του ΝΑΤΟ, αλλά η πόλη έχει συνολικά βομβαρδιστεί πάνω από 100 φορές!) ανάγκασε τις αρχές και τους κατοίκους της να κατασκευάσουν μέσα στα σπλάχνα της ίσως το πολυπλοκότερο σχέδιο καταφυγής και διαφυγής σε ολόκληρη την γηραιά μας ήπειρο. Άλλωστε, η Γιουγκοσλαβία πέρασε έναν ολόκληρο ψυχρό πόλεμο στη χαραμάδα του παραπετάσματος και με τον φόβο ή έστω την έμμονη της πυρηνικής επίθεσης από έναν τουλάχιστον από τους ψυχρούς αντιμαχόμενους. Και όπως συμβαίνει και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, τα έργα του πολέμου έχουν μετατραπεί τώρα στην εποχή της ειρήνης σε τουριστική ατραξιόν και σε bizarre αξιοθέατα. Σήμερα, το οργανωμένο πλέον Belgrade Underground Tour αποτελεί την απόλυτη πρόκληση για κάθε επισκέπτη που πάει γυρεύοντας και όπου κι αν ταξιδέψει φροντίζει να ανανεώνει διαρκώς τη συλλογή των αλλόκοτων εμπειριών του. Η όλη βόλτα κρατάει κανένα δίωρο και περιλαμβάνει από κέλτικες και ρωμαϊκές αρχαιότητες μέχρι οθωμανικές φυλακές και αυστριακά μπούνκερ, ενώ όσο πιο βαθιά προχωράς, δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τους φυσικούς γεωλογικούς σχηματισμούς από τα ανθρώπινα κατασκευάσματα. Πάντως, ανάμεσα στα αποτρόπαια μνημεία δεν λείπουν και οι ευχάριστες αλκοολούχες εκπλήξεις, αφού είναι γνωστό ότι οι Σέρβοι ξέρουν καλά να το γλεντούν ακόμα και εν τάφω.

Грци/Grci: Οι ιστορία του Βελιγραδίου υπήρξε πάντοτε συνδεδεμένη με την ελληνική διασπορά και από την εποχή που οι Βλάχοι κινούσαν το εμπόριο της πόλης μέχρι τα χρόνια που οι εξαγώγιμοι μας φοιτητές άρχισαν να συμμετέχουν ζωηρά στη νυχτερινή ζωή της χτίζεται διαρκώς ο μύθος της ελληνοσερβικής φιλίας. Το κακό με τους μύθους είναι ότι πολύ συχνά γεννούν απογοητεύσεις και όσο κι αν θέλουν κάποιοι στη χώρα μας να υποστηρίζουν πως αν και ως έθνος είμαστε ανάδελφοι, έχουμε κάπου στον βορρά έναν χαμένο αδερφό με τον οποίο λόγω κάποιας παρεξήγησης χαθήκαμε κάπου στο μαιευτήριο, η πραγματικότητα μάλλον τους διαψεύδει. Ως εκ τούτου, αν περιμένετε να σας στρώσουν κόκκινα χαλιά στην Κνέζα Μιχαήλοβα, επειδή κάποτε κάποιοι στην Ελλάδα έβλεπαν με συμπάθεια τον Κάραζιτς, τον Μλάντιτς, τον Αρκάν και τα άλλα παλικάρια, μάλλον είστε πολύ ξεγελασμένοι. Πιο πιθανό είναι να φανείτε συμπαθείς αν έχετε κάποιο εξοχικό στη Χαλκιδική ή έστω στον Πλαταμώνα. Οπότε, αφήστε καλύτερα στην άκρη τα πατριωτικά και φερθείτε σαν πραγματικοί κοσμοπολίτες, αφού βρίσκεστε στην πιο εξωστρεφή πρωτεύουσα της ανατολικής Ευρώπης, η θέση και η αντίληψη της οποίας για το τι συμβαίνει στον πλανήτη θα έκαναν την Αθήνα μας να μοιάζει με επαρχιακή κωμόπολη. Παρόλα αυτά, το ελληνικό στοιχείο παραμένει ζωηρό και τα ελληνικά ακούγονται ακόμα και εκεί όπου δεν το περιμένεις. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην φοιτητική κοινότητα, η οποία, αν και οι ένδοξες τις μέρες έχουν περάσει προ πολλού, ακόμα είναι πολυπληθής και εξαιρετικά δραστήρια. Ενδεικτικώς, κάντε μια βόλτα στη γειτονιά όπου βρίσκεται η πρεσβεία μας (Francuska Ulica/Француска Улица 33 - έχει και μια ωραία πιτσαρία κάπου εκεί απέναντι) και δείτε τα συνθήματα με τα οποία έχουν διακοσμήσει τα παλιόπαιδα σχεδόν κάθε γωνία.

Пекара/Pekara: Η σέρβικη κουζίνα, σε γενικές γραμμές, δεν νομίζω να διαφέρει και πολύ από αυτές των άλλων βαλκανικών χωρών, καθώς κινείται και αυτή στη γνωστή ενδιαφέρουσα διαλεκτική ανάμεσα στην τούρκικη και στην μεσευρωπαϊκή γαστριμαργία. Η πρώτη εντύπωση που δημιουργείται στον επισκέπτη είναι πως οι Σέρβοι είναι φανατικοί κρεατοφάγοι, ενώ και η φαντασία τους στη σύνθεση μεζέδων ως συνοδευτικών των διάφανων αποσταγμάτων τους δεν πάει πίσω. Αν θα επέλεγα δυο μέρη στο κέντρο της πόλης για να σας υποδείξω, όπου θα μπορούσατε, χωρίς να ξοδέψετε πολλά, να αποκτήσετε μια σαφή εικόνα του τι είναι η pljeskavica και το ćevapčići, αυτά θα ήταν το Vuk/Вук -το παλιό εστιατόριο όπου γευμάτιζε η γιουγκοσλαβική νομενκλατούρα- και το ακόμα παλιότερο ? - το ερωτηματικό, δηλαδή, το οποίο αν και υπερτουριστικό, τα έχει όλα και συμφέρει. Αν τώρα θέλετε να συνδυάσετε το φαγητό με την ατμόσφαιρα, προτιμήστε κάποια από τις παραδοσιακές кафанас/kafanas, όπου βέβαια πας κυρίως για να πιεις, ή αναζητείστε κάτι ακόμα πιο αυθεντικό στα προάστια, όπως το αγαπημένο Na Kraju Sveta (Στο Τέλος του Κόσμου) στη Višnjica, επί των κυμάτων του Δουνάβεως. Προσωπικά, ωστόσο, αυτό που απόλαυσα πιο πολύ στο Βελιγράδι, είναι οι πολυμορφικοί του φούρνοι. Σε κάθε γειτονιά υπάρχει τουλάχιστον μια Pekara, όπου με μια χούφτα δηνάρια μπορείς να ξεσηκώσεις ένα σωρό πιτοειδείς πειρασμούς και με τη συνοδεία ενός φρέσκου και πανταχού παρόντος στα βαλκάνια ayran να φτιάξεις ένα κανονικό πρωινό των πρωταθλητών.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Савамала/Savamala: Το σκηνικό είναι κάτι παραπάνω από γνώριμο: Έχουμε μια γειτονιά βρώμικη και υποβαθμισμένη, συνδεδεμένη με την ανομία και το περιθώριο, και άξαφνα μια φωτισμένη δημοτική αρχή ή τρεις-τέσσερεις επιτήδειοι επιχειρηματίες την παίρνουν, στέλνουν τους ελάχιστους αντικοινωνικούς κατοίκους της να πάνε να περιθωριοποιηθούνε παρακάτω και την γεμίζουν με μοδάτα καφέ και εστιατόρια πουλώντας ιντάστριαλ αισθητική και κουλ φιλοσοφία. Ο μαχαλάς του Σάβα (λίγα τούρκικα να ξέρεις και γίνεσαι μάγκας στην ετυμολογία των βαλκανικών τοπωνυμίων) σήμερα αποτελεί τη νυχτερινή καρδιά της πόλης, αφού κάθε αξιοπρεπής μπαρότσαρκα περνάει σχεδόν υποχρεωτικά από την Karađorđeva Ulica/Карађорђева Улица και τα κάθετα σε αυτήν στενά που καταλήγουν στο ποτάμι. Πέρα από την διασκέδαση, όμως, η περιοχή έχει και κάτι άλλο για το οποίο φημίζεται: Αν σας αρέσουνε τα γκράφιτι και η τέχνη του δρόμου γενικότερα, εδώ θα βρείτε τα ωραιότερα αλλά και τα πιο κραυγαλέα έργα Σέρβων και όχι μόνο υπαίθριων καλλιτεχνών να ξεχειλίζουν τα ντουβάρια τόσο του παρόχθιου μετώπου όσο και της πολυσύχναστης Браће Крсмановић Улица/Braće Krsmanović Ulica. Τα μαγαζιά της Σαβαμάλας μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα, αλλά η αλήθεια είναι πως τα περισσότερα από αυτά απευθύνονται στο πολύ νεανικό crawling κοινό. Αν και λίγο-πολύ όλα έχουν την πλάκα τους, καθώς στα πιο πολλά η σημαντικότερη ατραξιόν είναι οι ίδιοι τους οι θαμώνες, προσωπικά θα πρότεινα το δημιουργικό Mikser House, τα παραποτάμια Cantina de Frida και Iguana για την πασαρέλα τους και το πιο τζαζ Bašta για την αισθητική του.

Η γειτονιά μου: Ο Vojin Popović/Војин Поповић, γνωστός και ως βοεβόδας Βουκ υπήρξε εθνικός ήρωας των Νοτιοσλάβων με ένα σωρό κομιτατζίδικα κατορθώματα στο σέρβικο σκέλος του Μακεδονικού Αγώνα. Σήμερα, το Парк Војводе Вука/Park Vojvode Vuka είναι μια ωραιότατη τριγωνική πλατεία στην καρδιά της παλαιού Βελιγραδίου, όπου οι μπαρμπάδες σχηματίζουν λαϊκές βουλές τα πρωινά και οι πιτσιρικάδες καίγονται στις μπύρες τα απογεύματα. Στην γειτονιά αυτή, και συγκεκριμένα στο νούμερο 10 της Čubrina Ulica/Чубрина Улица, επέλεξα να μείνω και τις τέσσερις φορές που επισκέφτηκα το Βελιγράδι, αφού έκρινα πως βρίσκεται σε εξαιρετικά στρατηγικό σημείο έχοντας σε απόσταση βολής τα πιο πολλά αξιοθέατα της πόλης. Ήπια ατέλειωτους καφέδες στο Амелие, το ανεπίσημο βελιγραδιώτικο γραφείο μου, έφαγα σπιτικό φαΐ στο Proleće/Пролеће –ότι πρέπει για μια πρώτη γνωριμία με την σέρβικη κουζίνα- και έπρηξα στις ερωτήσεις επί παντός επιστητού τα κορίτσια που έχουν το καφέ-βιβλιοπωλείο Apropo – να πάτε, αλλά να μην τους πείτε ότι σας έστειλα εγώ καλύτερα. Η γειτονιά, μολονότι βρίσκεται κάτω από την πολύβουη Μιχαήλοβα και δίπλα στο σήμα κατατεθέν Καλεμεγκντάν, είναι ιδιαιτέρως ήσυχη και ευτυχώς ελάχιστα τουριστική, πράγμα που σου επιτρέπει να πάρεις μια καλή γεύση από την καθημερινότητα της πόλης, χωρίς να χαθείς στις άλλες ίσως πιο απρόσωπες συνοικίες της. Επίσης η αρχιτεκτονική πολυφωνία γύρω από την πλατεία, όπου το μπαρόκ πάει να συναντήσει τον κυβισμό, αλλά στο δρόμο σκοντάφτει πάνω στον νεοκλασικισμό και τρώνε όλοι μαζί τα μούτρα τους, σε αφήνει να φανταστείς όλα τα στάδια ανοικοδόμησης του Βελιγραδίου και τα εκάστοτε στεγαστικά απωθημένα των κατοίκων του.

Леила/Leila: Ελάχιστα καφέ υπάρχουν στην Ευρώπη που να αντιπροσωπεύουν τόσο πολύ την σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία και την καθημερινότητα των πόλεων τους όσο το Leila, το απόλυτο στέκι όσων αγαπούν πραγματικά το Βελιγράδι. Μέσα στην καρδιά του ιστορικού κέντρου (Kralja Petra Ulica/Краља Петра Улица 41), το καφέ αυτό με το κατεξοχήν μελωδικό όνομα μπορεί να αποτελέσει το στρατηγείο κάθε φιλόδοξου ταξιδευτή που δεν θέλει να τον περιορίζουν οι πάσης φύσεως τουριστικοί οδηγοί με τις δήθεν αντικειμενικές τους υποδείξεις. Με αρκετή δόση υπερβολής –το παραδέχομαι- συχνάζοντας στο Leila δεν έχεις ανάγκη να τριγυρίσεις το Βελιγράδι για να το δεις, αφού η ίδια η πόλη συγκαταλέγεται ανάμεσα στους φανατικούς θαμώνες του και αργά ή γρήγορα δεν αποκλείεται και να την δεις να κατεβάζει μπύρες στο διπλανό σκαμπό σου. Πέρα από τους επισκέπτες, όμως, το Leila είναι αγαπημένο στέκι και μεγάλης μερίδας Βελιγραδιωτών, αφού παρά το μικρό του μέγεθος, δεν είναι λίγοι αυτοί που περνάνε από εδώ καθημερινά όχι μονάχα για να πιούν, αλλά και για να ενημερωθούν για τις μουσικές και τις λογοτεχνικές εξελίξεις στην πόλη και στον κόσμο – άλλωστε το μαγαζί συστεγάζεται με την ομώνυμη δισκογραφική και εκδοτική εταιρεία, οι επιλογές της οποίας, παρά την ανεξαρτησία από την οποία χαρακτηρίζονται, αποτελούν μόνιμο θέμα συζήτησης. Να συμπληρώσω πως επίσης στο υπόγειο του καφέ φιλοξενούνται συχνά αξιόλογες εκθέσεις, αν και προσωπικά θεωρώ πολύ πιο ενδιαφέρουσα την ίδια την διακόσμησή του, κομμάτια της οποίας μπορείτε ανά πάσα στιγμή να αγοράσετε ή και να απαλλοτριώσετε. Και μια τελευταία -μεταξύ μας- συμβουλή: Αν βρεθείτε εδώ βράδυ για να πιείτε το ποτό σας, ρωτήστε τον εκάστοτε μπάρμαν να σας πει που πάει αυτός για να τα πιει, όταν δεν δουλεύει, και όσο περίεργη και να σας ακουστεί, ακολουθήστε την πρότασή του κατά γράμμα.