Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

φωτιές

Είδα στον ύπνο μου φωτιές.
Ξέρει κανείς σας τι σημαίνει;
Καιγόσασταν,
λέει,
κι έριχνα στην πυρά κλαδιά.
Παρακαλούσατε
κι έκλεβα λάδι από της ηθικής σας το καντήλι.
Εχθές, πήραν τα όνειρα φωτιά.
Οι φλόγες φτάνανε στα σύννεφα.
Οι σπίθες τις πατούσες του θεού σας γαργαλούσαν.
Τις στάχτες δεν τις πρόλαβα -
είχε ήδη ξημερώσει.

Πόσο πολύ διψούσα, όταν ξύπνησα!

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

πάτριοτς ντέι

Ένας ήχος ακούστηκε. Όχι, δεν ήταν η καρδιά μου, που κόντευε να σπάσει στα τελευταία μέτρα. Δεν ήταν τα πνευμόνια μου, τα σπλάχνα μου, ο μυϊκός ιστός μου. Φιλεύσπλαχνη η ακοή. Όσα συμβαίνουν μέσα μας αυτή τα απομονώνει.
Ούτε το σχίσιμο της κορδέλας του τερματισμού – καμιά κορδέλα, κανείς τερματισμός δε βγάζει τέτοιον ήχο. Στο τέλος πάντα παραμονεύει το κενό και στο κενό ο ήχος δεν αναπαράγεται – αυτό όλοι το ξέρουν.
Δεν ήταν καν τα πανηγύρια, οι φωνές των θεατών. Αυτά κανείς δρομέας στ’ αλήθεια δεν τα ακούει. Κάποια στιγμή, στου δρόμου περίπου τα μισά μου φάνηκε πως είχα ακούσει τον πατέρα μου. «Πάμε, κορίτσι μου! Έτσι! Δυνατά! Λίγα χιλιόμετρα μας έμειναν μονάχα…» Τρελαίνομαι, σκέφτηκα, κι αμέσως φώναξα την κυρα-λογική να μπει μες στο κεφάλι μου, να βάλει μία τάξη. Ο μπαμπάς και πεθαμένος μονάχα μπάλα θα μπορούσε να καθότανε να δει. Κι αφού τα κοριτσάκια μπάλα δεν κλωτσούν, στα αρχίδια του τι κάνει το «κορίτσι του».
Να ήταν κάποια από τις συναθλήτριες; Στο μαραθώνιο τους άλλους δεν τους λες αντίπαλους. Αντίπαλος, εχθρός κακός και μοχθηρός είσαι εσύ μονάχα. Η φύση σου. Όχι, δεν είναι στη φύση των ανθρώπων να τρέχουνε σαρανταδυό χιλιόμετρα και μάλιστα να κυνηγάνε επιδόσεις και πρωτιές. Σαρανταδυό χιλιόμετρα – τι τρέλα, τι παράνοια! Ποιος άραγε την πρωτοσκέφτηκε τέτοια παλαβομάρα; Εκείνος ο καμένος ο Έλληνας. Μπούρδες! Αυτός το έκανε από ανάγκη, υποχρέωση. Ίσως και να ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Αλλά, είπαμε, ό,τι κι αν έκαναν εκείνοι οι τρελοί, είναι για εμάς ηρωισμός, τέχνη, φιλοσοφία.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως θα ήτανε κάποια από τις ιλλουστρασιόν αμερικανιές των διοργανωτών. Γκραν φινάλε, χάππυ εντ χωρίς λιγάκι από Χόλυγουντ στο Αμέρικα δεν πάει. Αν και οι φίλοι μου είπανε πως η Βοστώνη είναι αλλιώς. Πιο Ευρώπη, πιο γηραιά και ξιπασμένη ήπειρος. Νέα Αγγλία κι έτσι. Νέα Ιρλανδία μάλλον. Μες στα τριφύλλια και στις πράσινες τις παμπ είναι η γειτονιά που μένουμε.
Α ρε Σεν Πάτρικ, μήπως και ήσουνα εσύ που έκανες το θαύμα σου και είπες με τον κρότο αυτόν να το υπογραμμίσεις; Αν και τι θαύμα ήτανε αυτό. Στα θαύματα γλεντάνε οι πιστοί και οι άπιστοι στραβώνουν. Εδώ πιστοί και άπιστοι τους πήραν όλους τα ζουμιά. Όχι έτσι δε γίνονται τα θαύματα. Θαύμα είμαι εγώ που ήρθα ως εδώ να αγωνιστώ. Θαύμα είναι ο αγώνας μου. Η υπομονή, η επιμονή, το πείσμα, οι στερήσεις. Ο όρκος που έδωσα στον μπάρμπα μου. «Και με ένα πόδι, θείε, εγώ θα πάω στο Πάτριοτς Ντέι και θα τρέξω!» Και με ένα πόδι. Κυριολεκτικά. Τώρα το άλλο μου το πόδι ψάχνουν ακόμα να το βρουν. Κι εκείνα τα τακούνια που δυο μέρες πριν αγόρασα από τη Νορθ Στρητ δεν πρόκειται ποτέ να τα φορέσω.
Ο ήχος αυτός ήτανε λέει έκρηξη. Τώρα μου τα εξηγούνε όλα οι γιατροί. Βόμβα που κάποιοι, λέει, τοποθέτησαν. Ήταν πιστοί ή άπιστοι; Τι σημασία έχει; Το θαύμα της, για αυτούς τουλάχιστον, το έκανε. Μέχρι κι οι χαζοχαρούμενες οι μαζορέτες άγιασαν. Ναι, πρόλαβα και τις είδα. Την ώρα που τερμάτιζα. Να αναλήπτονται, λεέι, στους ουρανούς. Μέσα σε καπνούς και σε φτερά πολύχρωμα.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

...έρχομαι εγώ

Ο Στράτος αρχίζει να καταλαβαίνει. Η ερωτική του επιθυμία δεν είναι τελικά τόσο πανίσχυρη, όσο θα ήλπιζε πριν έρθει η Ισαβέλλα στο δωμάτιο. Πριν στριμωχτεί ανάμεσα στο τόσο ξένο εν τέλει σώμα του και στα οικεία του ξενοδοχείου τα σεντόνια. Τη νιώθει άγνωστη, ακατάδεχτη, απόμακρη. Δεν είναι μόνο τα σφαλισμένα μάτια της. Δεν είναι μόνο τα χέρια της τα αποδυναμωμένα. Αυτή η γυναίκα που βρίσκεται από κάτω του είναι μια κούκλα άψυχη. Τι να την κάνει άψυχη, όσο κι αν είναι κούκλα; Σε τι διαφέρει αυτό το απρόσμενο, το απρογραμμάτιστο το πήδημα από μια συνήθη μαλακία; Τουλάχιστον εκεί, στη μαλακία του, αυτή θα τον κοιτούσε. Ναι, σίγουρα. Θα βύζαινε το πέος του και θα είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα. Θα υποδεχόταν αυτό το ανήλεο του σφυροκόπημα, βογκώντας και αναστενάζοντας, μα ούτε στιγμή δε θα απέσυρε το βλέμμα από πάνω του. Όχι, δε θα κοιτούσε απλώς. Θα έβλεπε. Πολύ καλύτερα εκεί. Πολύ πιο Ισαβέλλα. Τίμια πράγματα. Οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος. Ναι, ναι, από όλα θα είχε εκεί. Και μάτια και δόντια και δάχτυλα και γλώσσες και φιλιά. Ακόμα και φιλιά. Όμως, δεν τις φιλάνε τις πουτάνες, λέει. Μονάχα τις πηδάνε. Ε, Ισαβέλλα; Έτσι είναι; Έψαχνες για πουτάνα, ε; Και δε μου λες; Πως λες να την πληρώσεις; Τι έχεις μέσα στο κεφάλι σου; Ποιος κατοικεί μες στη δική σου μαλακία; Γιατί δεν πήγες στο δικό του το δωμάτιο; Μην πεις πως δε σου κάθεται. Εσύ αλλιώς είσαι μαθημένη. Ποιος θα τολμούσε όχι να σου πει; Ποιος θα αρνηθεί την πόρτα να σου ανοίξει; Ποιος δε θα θέλει να προσκυνήσει τέτοια βυζιά παράσημα; Καριόλα, ψυχή αγάμητη! Ποιο πιόνι στη σκακιέρα σου να πάει να αυτομολήσει; Όχι, να μην ερχόσουνα ποτέ. Να σε έβλεπα μονάχα μες στην αίθουσα. Να σε είχα μόνο στα όνειρά μου. Όχι γιατί εκεί μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Λάθος. Δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί εκεί, στη φαντασία, στη μαλακία μου –πες την όπως γουστάρεις- μπορώ να θέλω να με θες. Να θέλεις όσα θέλω. Να βλέπω την επιθυμία σου κι εσύ τα όνειρά μου να κοιτάζεις.

«Κοίταξέ με!»
«Τι;»
«Κοίταξέ με, είπα!»
«Τι θέλεις;»
«Γιατί δε με κοιτάς, γαμώ την παναγία σου;»
«Άσε με! Με πνίγεις!»
«Ό,τι γουστάρω θα κάνω, ακούς; Ό,τι γουστάρω!»
«Σταμάτα!»
«Τι είμαι εγώ, ρε; Τι είμαι; Ε; Τι είμαι;»
«Δεν είσαι…»
«Τι δεν είμαι; Ποιος δεν είμαι; Μη κλαις! Μίλα!»
«Δεν είσαι…»
«Τι θέλεις; Γιατί ήρθες; Λέγε! Γιατί;»
«Για να με πηδήξεις, μαλάκα! Αυτό δεν ήθελες; Αυτό δε σκέφτεσαι συνέχεια; Πήδα με, λοιπόν κι άσε τις ερωτήσεις! Ή μήπως προτιμάς τα τσοντοσαϊτ σου; Ε; Για λέγε!»
«Άντε γαμήσου,καριόλα!»

Η Ισαβέλλα αρχίζει να καταλαβαίνει. Λάθος, λάθος όλα. Προσπάθησε να επιβάλει αυτήν την αισθητηριακή απομόνωση, μήπως και έτσι, χωρίς να βλέπει την εικόνα του, χωρίς να ακούσει τη φωνή του, μπορέσει να τον αντικαταστήσει. Αυτόν με εκείνον. Εκείνος και αυτός. Και η Ισαβέλλα κάπου εκεί ανάμεσα. Και η Ισαβέλλα πουθενά. Κι οι υπόλοιπες αισθήσεις; Ποιος τις ρώτησε; Ποιος είπε στην αφή να μείνει έξω από το δωμάτιο; Ποιος θα μπορούσε λογοκρισία, εμπάργκο, μποϊκοτάζ να κάνει στις επιδερμίδες τους;Ποιος άραγε τη γεύση και την όσφρηση να της αφήσει έξω από ετούτο το γαμήσι; Ποιος τις γαμάει τις αισθήσεις σου, μικρή μου Ισαβέλλα; Ποιος σε γαμάει εσένα τελικά; Αυτός που θες πραγματικά; Αυτός που, έτσι στην τύχη, διάλεξες; Ή μήπως εσύ η ίδια; Ποιος το γαμάει το πολυπόθητο μουνάκι σου, το βλέπεις, κι ας μην τολμάς τώρα να τον κοιτάξεις. Ποιος το μυαλό σου, όμως, διακορεύει, βιάζει, ξεσκίζει και πηδά και δεν πρόκειται ποτέ σου να το μάθεις. Αυτός εδώ είναι υπαρκτός. Ζυγίζει και το βάρος του το νιώθεις. Μυρίζει και τις οσμές του τις καταπίνουν τα ρουθούνια σου. Στάζει και τα υγρά του τώρα σε ποτίζουν. Ο άλλος, ο εκείνος, τι είναι τελικά; Μια ιδέα. Μια παραίσθηση. Ένα απωθημένο ακατοίκητο. Μια όμορφη απάτη. Γιατί τον έφερες μαζί σου μέσα στου Στράτου το δωμάτιο; Στράτο, αλήθεια, δεν τον λένε; Τι νόμιζες; Πως επειδή είναι τόσο παρόμοια όλα ετούτα τα δωμάτια, θα ήταν και ίδιοι αυτοί που τα γεμίζουν; Ποιος σε γεμίζει τώρα εσένα, Ισαβέλλα;Ποιος κατοικεί μες στο δικό σου το δωμάτιο; Ποιος τα κρατάει τα κλειδιά; Ποιος τις κουρτίνες σου τραβάει; Γιατί τον έφερες μαζί σου; Δεν το ήξερες; Όλα αυτά, αυτού του είδους τα γαμησιάτικα συμπλέγματα θέλουνε σάρκες, σάλια, κόκκαλα. Η φαντασία δεν τους φτάνει. Μόνη σου ήρθες, Ισαβέλλα. Κανένας δε σε κάλεσε. Όλοι μόνοι ερχόμαστε. Όχι μονάχα στη ζωή. Και στα γαμήσια μας ακόμα. Μόνοι και πάλι μόνοι φεύγουμε. Το ενδιάμεσο διάλειμμα της συντροφιάς είναι που ξεγελάει. Άνοιξε τα ματάκια σου, κορίτσι μου! Δες επιτέλους την αλήθεια!

Oh angel - we can find our way somehow/ Escaping from the world we're in. Ξέπνοοι. Ταπεινωμένοι. Ασήμαντοι. Ο ένας πλάι στον άλλον. Και οι δυο τους έναν άλλον έρωτα διψάσανε. Και οι δύο, στο ίδιο πήδημα, στέρεψαν τα υγρά τους.
To a place where we began.Ο τόπος μιας φαντασίας μυστικής, η γη των προφανών φαντασιώσεων δε θα μπορέσει ποτέ μέσα σε ένα τόσο περιστασιακό δωμάτιο, άραγε, να χωρέσει; Η επιθυμία σκοντάφτει πάνω στην περίσταση. Το περιστατικό δε συνιστά αιτία έρωτα ή πολέμου.
And I know we'll find/ A better place and peace of mind. Και ύστερα μένουν μόνα ένα κεφάλι σα σφηκοφωλιά και πλάι του ένα ξερό κορμί αφυδατωμένο. Και η φωνή του Judas από πολύ μακριά για κάποιον να προσεύχεται.
Just tell me that it's all you want - for you and me/Angel won't you set me free. Ελευθερία, ελευθερία, σε χύνω στα μούτρα και ύστερα το φάντασμά σου από μπροστά μου διώχνω.

«Κάθεται κανείς εδώ;»
Κάθεσαι εσύ. Εδώ και ώρα, αλλά ακόμα δεν το ξέρεις. Και εδώ κι εκεί και πρώτα από όλα πάνω μου.
Ούτε στα όνειρά του, τέτοιο τρελό σενάριο δεν έπαιζε. Από όλες του τις συμφοιτήτριες να έχει για διπλανή την όμορφη της τάξης. Μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του από το κάθισμα. Στο πάτωμα τα ρίχνει.
«Κάθεσαι εσύ.»
«Ευχαριστώ!»
Το χαμόγελό της τη σκέψη του θολώνει. Κάθεται, βγάζει το παλτό, τεντώνεται, αράζει. Το στήθος της κοντεύει να ξεχειλώσει το γαλάζιο της πουλόβερ.
«Είμαι η Ισαβέλλα. Εσύ;»
«Γεια σου, Ισαβέλλα!»
«Εσύ;»
«Εγώ είμαι ο Στράτος.»
«Κι άλλος Στράτος! Γνώρισα άλλον έναν μέσα στο τρένο.»
«Λυπάμαι που δεν είμαι τόσο μοναδικός.»
«Κανείς δεν είναι, Στράτο.»
Σταυρώνει τα πόδια της. Τρίβεται το μπλουτζίν της. Στριμώχνονται τα μπούτια της κάτω από το θρανίο. Το βλέμμα του χοροπηδάει ανέμελο. Δεν ξέρει καν που να σταθεί. Δεν βρίσκει κάποια εικόνα πρόχειρη αδιάφορη για να μην τον προδώσει. Ο χάρτης της Τουρκίας ίσως; Τι δουλειά έχει, άραγε, αυτός ο χάρτης εδώ μέσα;
Η Ισαβέλλα αδειάζει τα σύνεργά της από την τσάντα της. Καταλαμβάνει τη μισή επιφάνεια του θρανίου και ολόκληρη σχεδόν της σκέψης του συμφοιτητή της. Μες στον εγκέφαλο του Στράτου, η επιφάνεια εργασίας του έχει μόλις αποκτήσει καινούριο φόντο.
«Από πού είσαι;»
Αυτή μοιάζει ξαφνικά σα να έχει κάπως απομακρυνθεί. Το βλέμμα της παρακολουθεί σχολαστικά το βάδισμα και τις κινήσεις κάποιου άλλου φοιτητή που μόλις έχει φτάσει.Ο κάποιος άλλος χαιρετάει το Στράτο και κάθεται στη διπλανή σειρά. Η Ισαβέλλα σκύβει στο αυτί του διπλανού της. Βιάζεται. Δεν κρατιέται.
«Ποιος είναι αυτός;»
Η ανάσα της χαϊδεύει το μυαλό του. Δεν την ακούει τη φωνή της. Τη νιώθει. Την εισπράττει. Την απορροφά. Δεν την καταλαβαίνει.
«Με ακούς;»
Λίγο ακόμα, σε παρακαλώ. Ρώτα με, αλήθεια, ό,τι θες. Εξάλλου μόνο μια απάντηση υπάρχει. Αυτή τον πλησιάζει περισσότερο. Τώρα τα χείλη της σχεδόν τον ακουμπάνε.
«Ποιος είναι αυτός που σε χαιρέτησε;»
Το μήνυμα τρυπάει το αυτί και φτάνει μέχρι τον εγκέφαλο. Ο ακροατής ξυπνάει. Κοιτάει τον άλλον, κοιτάει αυτήν. Τα χείλη της. Τα μάτια. Απαντάει.
«Κάποιος.»

«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Θες να έρθω από εκεί;»
«Όχι!»
«Ε, τότε; Με κοροϊδεύεις, έτσι;»
«Έρχομαι εγώ.»

Ο Στράτος τινάχτηκε αμέσως από το κρεβάτι του και σαν τον διαβολάκο της Τασμανίας άρχισε να κάνει σβούρες μέσα στο δωμάτιο, κρύβοντας όπως-όπως τα εσώρουχά του, κλείνοντας τις τολμηρές σελίδες του στο ίντερνετ και ανοίγοντας διάπλατα την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί ο χώρος. Αυτό είναι το κακό με τις φαντασιώσεις, πραγματοποιούνται την ώρα εκείνη ακριβώς που εσύ καθόλου δεν τις περιμένεις. Αγχώθηκε. Έβγαλε την πιτζάμα του –ήταν γελοία κι εκείνες οι λαδιές από τα σουβλάκια που έτρωγε νωρίτερα δε μοιάζαν με τιμητικά παράσημα καθόλου- και αμήχανα ξεβράκωτος προσπαθούσε να βρει μέσα στο σάκο του κάτι άλλο ευπρεπές και άνετο να βάλει. Το συνθηματικό –έτσι του φάνηκε- όμως χτύπημα στην πόρτα τον πρόλαβε κι έτσι αναγκάστηκε να την ξαναφορέσει ηττημένος.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ανόητα.
«Roomservice», ακούστηκε η φωνή της.
Άνοιξε και τότε είδα μπροστά του όλες τις φαντασιώσεις του μαζί να ενσαρκώνονται. Δεν πρόλαβε τίποτα να πει. Χρόνο δεν βρήκε καν για να σκεφτεί μιαν έξυπνη ατάκα. Η Ισαβέλλα άπλωσε το χέρι της, άρπαξε τα κεφάλι του και κόλλησε τα σαρκώδη χείλη της πάνω στα σκασμένα και τρεμάμενα δικά του.
«Τι έτρωγες;»
«Ε, είχα πάρει κάτι από τον πεζόδρομο…»
«Και τι, δηλαδή; Χόρτασες; Δεν πεινάς για τίποτα άλλο;»
Το σώμα της σφίχτηκε πάνω στο δικό του, ενώ τεντωνόταν για να τον φτάσει ξανά στο ύψος των χειλιών και να επαναλάβει το λαίμαργο φιλί της. Το χέρι της γλίστρησε μέσα στην πιτζάμα του, ενώ έσπρωχνε την πόρτα με τον κώλο της. Κάνεις δεν έπρεπε να δει. Το πάρτυ μόλις άρχιζε.
Ο Στράτος την άρπαξε στα μπράτσα του και την πέταξε πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι. Αυτή γελούσε σα μικρό παιδί και δάγκωνε τα χείλη της ταυτόχρονα σαν έμπειρη πουτάνα. Έβγαλε τις πιτζάμες της στα γρήγορα, ενώ αυτός έκανε να κλείσει ξανά την μπαλκονόπορτα.
«Όχι! Ασ’ την ανοιχτή!»
«Ζεσταίνεσαι;»
«Διψάω. Έχεις να πιούμε τίποτα;»
«Κάτι θα βρούμε...»
«Είμαι σίγουρη...»
Ο Στράτος σήκωσε τη μπλούζα τις πιτζάμας του, ενώ αυτή, στ’ αλήθεια ανυπόμονη, κατέβασε το κάτω μέρος και άρχισε να γλύφει τον πούτσο και τα αρχίδια του. Αυτός μισόγυμνος, με το παντελόνι του στα γόνατα, χάιδεψε το κεφάλι της, απομακρύνοντάς της τα μαλλιά από το πρόσωπο. Η Ισαβέλλα δε μπορούσε τη στιγμή εκείνη να μιλήσει. Τα καλά κορίτσια δε μιλούν με γεμάτο το στόμα. Σήκωσε τα μάτια της ψηλά και άφησε το βλέμμα της να πει όσα η γλώσσα δε μπορούσε. Από το ανοιχτό παράθυρο, από το δρόμο, από τον Γενάρη έξω ακουγόταν κάποια μουσική. Κάποια παραφωνία.
Το κιτρινιάρικο φως του δωματίου τρεμόσβηνε πάνω από τα κεφάλια τους. Κι όμως κανείς από τους δυο τους δεν το έβλεπε. Κανείς δεν άκουγε απολύτως τίποτα. Τίποτα άλλο από το σφυγμό του πάθους και του απροσδόκητου.
«Δεν θέλεις να σου πω τι ακριβώς σκεφτόμουνα;», τη ρώτησε αν και ήξερε ήδη την απάντηση. Αν και ήδη γνώριζε πολύ καλά πως και αυτή τη σκέψη του μπορούσε να διαβάσει.
«Δε θέλω να πεις», του απάντησε μέσα από τα ορθάνοιχτα τα μάτια της.«Να μου δείξεις θέλω. Είσαι ο Στράτος και είμαι η Ισαβέλλα…»

-Ανσουζητούσανεναγράψειςμιαερωτικήσκηνή με πρωταγωνιστές δυο από τους συμφοιτητές μας, ποιους δύο θα επέλεγες;
-Την Ισαβέλλα και το Στράτο.
-Την Ισαβέλλα καταλαβαίνω, λογικό. Γιατί όμως το Στράτο;
-Γιατί από όλους, αυτοί είναι μακράν οι πιο ευφάνταστοι.
-Κι εσύ πως το γνωρίζεις;
-Δεν το γνωρίζω. Αλλά μπορώ, νομίζω, να μαντέψω. Άλλωστε, αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα και το αντικείμενο των σπουδών μας;
-Και πάλι όμως, η φαντασίες τους δε μοιάζουν να συγκλίνουνε.
-Οι επιθυμίες, θες να πεις.
-Γιατί; Δεν είναι το ίδιο;
-Εσύ φαντάζεσαι μόνο ό,τι επιθυμείς;
-Δεν πάει συνήθως έτσι;
-Κι εκείνο; Αυτό εκεί που επιθυμείς, πιστεύεις πως φαντάζεται εσένα;
-Που θες να ξέρω;
-Μάντεψε!
-Μαντεύω μάλλον όχι.
-Φαντάσου τότε πως κι εκείνο σε φαντάζεται και γράψε μια ιστορία.
-Αυτό θα έκανες εσύ;
-Υπάρχει κάτι άλλο;

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

έρχομαι εγώ...

Η όραση είναι η κυρίαρχη αίσθηση. Αυτή που καταδυναστεύει όλες τις άλλες τις αισθήσεις. Μολονότι είναι η νεώτερη και η λιγότερο ανεπτυγμένη σε σχέση με τις πολύπλοκες εγκεφαλικές διεργασίες, οι άνθρωποι έχουν το θράσος να μιλούν για φωτογραφική μνήμη και στις περισσότερες γλώσσες να λένε «βλέπω» και να εννοούν «καταλαβαίνω».
Στο σεξ υπάρχουν αυτοί που θέλουν όλα να συμβαίνουν με τα φώτα ανοιχτά κι εκείνοι που προτιμούνε τα σκοτάδια. Κάποιοι –λίγοι ενδεχομένως- γουστάρουν να πηδιούνται στα σκοτεινά για να μπορούν να γεύονται, να αγγίζουν και να οσφραίνονται τον ερωτικό τους παρτενέρ, χωρίς η εικόνα του να τους παραπλανά και να τους αποσυντονίζει. Οι πιο πολλοί, ωστόσο, έχουν άλλους σκοπούς, πιο ταπεινούς, την ώρα που τους διακόπτες κατεβάζουν. Βλέπετε, η όραση μπορεί να είναι η μικρή και κακομαθημένη αίσθηση που αρέσκεται τόσο πολύ να βασανίζει και να ταλαιπωρεί τις άλλες τις μεγάλες αδερφές της, αλλά αν υπάρχει κάποια ανθρώπινη λειτουργία που πραγματικά υποφέρει από αυτήν, είναι η φαντασία.
Έτσι, όπως τα παιδιά σβήνουν το φως του δωματίου τους για να μπορούν πιο εύκολα να ακούν τα μυστικά των γονιών τους, έτσι και οι ενήλικες κατά τη διάρκεια του ερωτικού τους παιχνιδιού καταφεύγουν συχνά στη βοήθεια του σκοταδιού για να αντικαταστήσουν αυτόν με τον οποίον μοιράζονται το κρεβάτι τους με εκείνον που πραγματικά θα ήθελαν κοντά τους.

«Γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Εσύ, γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Εγώ ρώτησα πρώτη!»
«Γιατί σε σκέφτομαι.»
«Έλα! Άσε τις βλακείες και απάντησε! Γράφεις, ε;»
«Όχι, σου λέω. Σε σκέφτομαι.»
«Μμμ… Τι σκέφτεσαι, δηλαδή;»
«Δε μπορώ να σου πω.»
«Γιατί; Ντρέπεσαι;»
«Όχι. Εσύ ντρέπεσαι.»
«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Θες να έρθω από εκεί;»
«Όχι!»
«Ε, τότε; Με κοροϊδεύεις, έτσι;»
«Έρχομαι εγώ.»

Ο Στράτος τινάχτηκε αμέσως από το κρεβάτι του και σαν τον διαβολάκο της Τασμανίας άρχισε να κάνει σβούρες μέσα στο δωμάτιο, κρύβοντας όπως-όπως τα εσώρουχά του, κλείνοντας τις τολμηρές σελίδες του στο ίντερνετ και ανοίγοντας διάπλατα την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί ο χώρος. Αυτό είναι το κακό με τις φαντασιώσεις, πραγματοποιούνται την ώρα εκείνη ακριβώς που εσύ καθόλου δεν τις περιμένεις. Αγχώθηκε. Έβγαλε την πιτζάμα του –ήταν γελοία κι εκείνες οι λαδιές από τα σουβλάκια που έτρωγε νωρίτερα δε μοιάζαν με τιμητικά παράσημα καθόλου- και αμήχανα ξεβράκωτος προσπαθούσε να βρει μέσα στο σάκο του κάτι άλλο ευπρεπές και άνετο να βάλει. Το συνθηματικό –έτσι του φάνηκε- όμως χτύπημα στην πόρτα τον πρόλαβε κι έτσι αναγκάστηκε να την ξαναφορέσει ηττημένος.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ανόητα.
«Room service», ακούστηκε η φωνή της.
Άνοιξε κι αμέσως σταύρωσε τα χέρια του μηχανικά πάνω από την κοιλιά του, μήπως και κρύψει τους λεκέδες της πιτζάμας του.
«Τι έτρωγες;»
«Ε, είχα πάρει κάτι από τον πεζόδρομο…»
«Παιδάκι μου, τι έπαθες; Σε πιάσανε οι ζέστες;»
Η Ισαβέλλα τον προσπέρασε, πήγε χοροπηδώντας ως την μπαλκονόπορτα και την έκλεισε ξανά. Οι καμπύλες του σώματός της διαγράφονταν σχεδόν σαδιστικά κάτω από ό,τι ρούχο κι αν φορούσε. Ακόμα και κάτω από αυτές τις τόσο αθώες, ροζ, κοριτσίστικες πιτζάμες της. Ο Στράτος έμεινε να την κοιτάζει με τα χέρια ακόμα σταυρωμένα, διστάζοντας ακόμα να κάνει βήμα προς το μέρος της.
«Τι έπαθες;»
«Τι θέλεις;»
«Θέλω να μου πεις τι ακριβώς σκεφτόσουνα. Έχεις τίποτα να πιούμε;»
«Έχω μια μπύρα στο ψυγείο.»
«Καλή κι η μπύρα.»
Ο Στράτος έσκυψε πάνω από το ψυγειάκι του δωματίου και το άνοιξε, ενώ η Ισαβέλλα πίσω από την πλάτη του, έβγαλε γρήγορα το πάνω μέρος της πιτζάμας της και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού του. Γύρισε και την είδε. Το βλέμμα του καρφώθηκε στους γυμνούς της ώμους που εξείχανε μέσα από τα σεντόνια.
«Ασ’ την! Δε θέλω. Άλλαξα γνώμη.»
Εκείνος, σα να μην άκουγε τα λόγια της, άνοιξε το κουτάκι και ήπιε με μια γουλιά περίπου το μισό περιεχόμενο.
«Βάλε μουσική!» τον διέταξε σχεδόν, σπρώχνοντας με το δάχτυλό της το λάπτοπ πάνω στο κομοδίνο του.
«Τι θες να ακούσεις;»
«Όχι εσένα, πάντως.»
«Μα δεν είπες πως θέλεις να σου πω τι ακριβώς σκεφτόμουνα;»
«Δε θέλω να πεις. Να μου δείξεις θέλω. Και σβήσε όλα τα φώτα!»

«Γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Γράφω. Εσύ;»
«Τι γράφεις; Για αύριο;»
«Όχι, κάτι δικό μου.»
«Για όλα αυτά που γίνονται;»
«Όχι ακριβώς. Για άλλα…»
«Για μένα;»
«Εσύ, γιατί δεν κοιμάσαι, Ισαβέλλα;»
«Γιατί σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σχεδόν σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Έχεις δίκιο. Καλύτερα να κοιμηθούμε.»
«Όχι!»
«Τι όχι;»
«Τίποτα. Καληνύχτα, Στεργίου!»

The words she said turned out why/Desperation fills her eyes
/Hold her in your arms/Don't let go. Έμεινε μόνη η οθόνη του φορητού υπολογιστή για να φωτίζει το δωμάτιο. Έμειναν μόνες των Maiden οι κραυγές τους τοίχους για να κοπανάνε.
When you taste defeat, when you loose again /Fight and win, never give in
/Hold her in your arms/Don't let go. Εκείνη να βουλιάζει κάτω από το συμπαγές του πήδημα. Αυτός να ψάχνει τρόπο να μπει όλο και πιο βαθειά της μέσα.
That girl you need/Gonna knock you off your feet
/That girl, you know/She'll never let you go. Εκείνη να σφίγγει τα βλέφαρά της δυνατά. Όχι, να μην της φτάνει το σκοτάδι. Αυτός να βγαίνει μέσα από το σκοτάδι και να χάνεται. Να τρέχει να φανερωθεί στο φως που τον λυτρώνει.
Can you hear her call, call out your name/Think about you, cry without you
/Hold her in your arm/Don't let go. Αυτός, πιο εδώ «εδώ» δε γίνεται. Εκείνη, πιο αλλού «αλλού» στ’ αλήθεια δεν υπάρχει.

εδώ

εδώ το σώμα μου. το δικό σου σώμα. το κενό ανάμεσα στα παλλόμενα σώματά μας. το παλλόμενό μας σώμα. το σύμπαν του και οι θεωρίες γέννησης αυτού. ο θάνατος του σύμπαντος. η μεγάλη έκρηξη. η συντριβή. η σύνθλιψη του σώματός σου. ο αφανισμός του. η ενσώματή σου καταβύθισή στο φρέαρ αυτού του κρεβατιού. αυτού του δωματίου. αυτού του ορόφου. αυτού του ξενοδοχείου. αυτής της πόλης. αυτής της χώρας. αυτής της χερσονήσου. αυτής της ηπείρου. αυτού του πλανήτη. αυτού του ηλιακού συστήματος. το σεληνάκατό μου σώμα. το ανάγλυφο, το τρισδιάστατο, το οργανικό σου σώμα. γλύφω το ανάγλυφο. τσισδιαστέλλω το τρισδιάστατο. οργώνω το οργανικό. πιάνω δουλειά. υπάρχω. πυκνώνω. συμπυκνώνω. βρίσκομαι.

αλλού

αλλού εγώ. αλλού η σκέψη. η φυγή. η όραση. αλλού το αναπάντεχο, το ανέφικτο, το απωθημένο. ποιος απωθεί τα απωθημένα μου; ποιος απολλύει τις συμβάσεις; ποιος κατοικεί το αλλού μου το αλλότριο; ποιος κυβερνά τη στίξη μου του κορμιού μου; τη συμφωνία του ρήματός μου εαυτού και του επιθυμώ υποκειμένου μου; τη χρονική μου αύξηση; τις έλξεις των αναφορικών μου; το σώμα και το σώμα μου. το διάστημα ανάμεσα στα σώματά μας. το διάστημα, το σύμπαν, το κενό. ο ήχος που δεν αναπαράγεται. ο ήχος που δεν μεταβαίνει, δεν ηχεί. ο ήχος μέσα στο κεφάλι μου. ο ήχος που δεν γνωρίζει τίποτα. ο ήχος που ερωτεύεται. ο ερωτηματικός μου ήχος. αλλού ερωτώ. αλλού απαντιέμαι. αλλού καταφάσκω. αλλού υποδηλώνομαι. εδώ μονάχα το μουνί μου.

Ο Στράτος που πηδάει την Ισαβέλλα.
Ο ρυθμός του είναι φρενήρης, εξοντωτικός.
Το πήδημά του αντιβαίνει τους κανόνες.
Σαν έφηβος.
Σαν ναυτικός.
Σαν σαρκοφάγος δισταγμός.
Βυθίζεται.
Ποντίζεται.
Εξορυγνύει.
Εκ-μεταλλεύεται.
Σπάει και θρυμματίζει.
Πηδάει και προσπαθεί να θυμηθεί.
Δεν ήταν κάπως έτσι;
Τόσες φορές το είχε φανταστεί.
Τόσες φορές το είχε κρυφά αναπαραστήσει.
Δεν ήταν αυτή;
«Αυτή
«Αυτή που
«Αυτή που έρχεται
«Αυτή που έρχεται όταν
«Αυτή που έρχεται όταν την
«Αυτή που έρχεται όταν την σκέφτομαι»
που έρχεται όταν την σκέφτομαι»
έρχεται όταν την σκέφτομαι»
όταν την σκέφτομαι»
την σκέφτομαι»
σκέφτομαι»

Η Ισαβέλλα που πηδιέται από το Στράτο.
Η Ισαβέλλα που
Η Ισαβέλλα πού
Η Ισαβέλλα όπου
Πηδιέται.
Γαμιέται.
Παραδίνεται.
Τα πόδια της χτυπιούνται στα πλευρά του.
Σφίγγεται.
Σωρεύει.
Συρρικνώνεται.
Τα γόνατά της αποκολλούνται από το σώμα του.
Οι αστράγαλοί της εγκαταλείπουνε τη μάχη.
Τα μπούτια της εξαϋλώνονται.
Τα πέλματά της ξηλώνουν τα σεντόνια.
Τα χέρια που δεν αγκαλιάζουνε.
Τα χέρια που αρνούνται να αγγίξουν.
Κουτσουρεμένος έρωτας ανάπηρος.
Γαμήσι δίχως άκρα.
Μονάχα ένα μουνί και δυο αμπαρωμένα βλέφαρα.
Δυο μάτια που να κοιτάξουν δε μπορούν.
Κι ένα μουνί που δε θέλησε ποτέ του να ακούσει.
Ένα μουνί καταπακτή.
Έρως υποκατάστατος.
Γαμήσι νεροχύτης.
Η Ισαβέλλα που θέλει να αγαπηθεί.
Μια άλλη Ισαβέλλα.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

ακριβώς

Τι ώρα νυχτώνει στο διάστημα;
Τι ώρα έρχεται το φως μέσα στης γης τα σπλάχνα;

Τι ώρα θα έρθεις να με δεις;
Τι ώρα πρέπει ύστερα ξανά να με αφήσεις;
Τι ώρα κλείνουνε τα μάτια σου;
Τι ώρα -πες μου ακριβώς!- η εικόνα σου ξυπνάει;

Τι ώρα δημιουργήθηκε ο κόσμος, ο λόγος, οι αισθήσεις, η ζωή;
Τι ώρα είναι τώρα;

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

ο δρόμος και οι δράκοι

Ήτανε κάποτε ένας πρίγκιπας.
Ήτανε κάπου του πρίγκιπα η χώρα.
Έγινε, λέει, πόλεμος. Μια παλιά κατάρα. Μία ανήκουστη ντροπή. Κι ύστερα αρρώστιες και πληγές. Πόνος και δυστυχία. Και τότε είπαν, δε μπορεί, μάλλον αυτός θα φταίει. Αφού άλλον δεν έβρισκαν ευθύνη να του δώσουν. Και εξορίστηκε ο πρίγκιπας. Εξέπεσε ο άγγελος. Χώρισε από τον κόσμο.
Ήτανε κάπου μια πριγκίπισσα. Ήταν μια άλλη χώρα. Μακριά, μέσα στα δάση του μυαλού του πρίγκιπα. Βαθιά, μέσα στις λίμνες της καρδιάς του.
Ήτανε, λέει, μια διαδρομή. Που ξεκινούσε από το εγώ και έφτανε σε σένα. Κανένας χάρτη δεν την έγραφε. Κανείς δε σκέφτηκε ποτέ σημάδια να της βάλει.
Ήτανε κάπου μια πριγκίπισσα. «Πως πάει κανείς στο κάπου;» αναρωτήθηκε ο πρίγκιπας, σαν βρέθηκε στην ερημιά. Σαν τα αστέρια στο νερό. Σαν λύκος στο φεγγάρι.
Ήτανε, λέει, μια διαδρομή. «Ποιος είναι αυτός που λέει;» ρώτησε φωναχτά ο πρίγκιπας, μα απάντηση δε πήρε. Μα όποιος δε παίρνει απάντηση, παίρνει μετά τους δρόμους.
Χάθηκε, ξαναβρέθηκε. Έχασε, ξαναβρήκε. Για όλης της γης τους πρίγκιπες οι δρόμοι είναι δικοί τους. Για κάποιους όμως πρίγκιπες οι δρόμοι είναι δράκοι. Παλιοί εχθροί θανάσιμοι οι πρίγκιπες των δράκων. Φίλος των δράκων κι αδερφός ο πρίγκιπας των δρόμων.
«Που πας χαμένε πρίγκιπα; Πως βρέθηκες στα ξένα.»
«Ψάχνω να βρω τη διαδρομή, που πάει, λέει, σε εκείνην.»
«Και τι ζητάς; Βοήθεια; Έκανες μάλλον λάθος. Δικιά μας η διαδρομή, άρα κι εκείνη που ζητάς μάλλον δική μας είναι.»
«Σας σφάζω τότε και περνώ. Περνώ και σας την παίρνω.»
Ήτανε κάποτε ένας πρίγκιπας. Ήτανε κάποιοι δράκοι. Έγινε, λέει, μακελειό. Μάτωσαν όλοι οι δρόμοι. Ξεχείλισαν, πλημμύρισαν, πνιγήκανε στο αίμα.
Ήτανε κάπου μια πριγκίπισσα. Στεκόταν στο παράθυρο. Είχε έναν καθρέφτη. Από τον καθρέφτη κοίταζε. Μάθαινε όλα τα νέα. Κι όσα δεν καταλάβαινε, ρωτούσε το παράθυρο κι αυτό της εξηγούσε.
«Τι είναι ετούτες οι φωνές; Τι γίνεται στον κόσμο;»
«Έρχεται κάποιος προς τα εδώ για να σε συναντήσει.»
«Ποιος είναι; Είναι όμορφος;»
«Είναι φονιάς των δράκων.»
«Πως ξέρει να έρθει να με βρει; Πως έμαθε το δρόμο;»
«Οι δράκοι του τον είπανε, πριν να τους ξεκληρίσει.»
«Κι εμένα ποιος με ρώτησε, αν θέλω εδώ να έρθει.»
«Σε λίγο ρώτα τον εσύ. Έρχεται, πλησιάζει.»
Ήτανε κάπου ένας πρίγκιπας.
Ήτανε κάποτε του πρίγκιπα η χώρα.
Η χώρα πάει, χάθηκε.
Αυτός πήγε και βρήκε.
Ήτανε ένας πόλεμος. Μία κατάρα. Μια ντροπή. Ήταν αρρώστιες και πληγές. Πόνος και δυστυχία. Ήτανε ένας άγγελος. Ήτανε ένας κόσμος. Ήταν η ευθύνη, το κακό, ο δρόμος, η εξορία.
Ήτανε μια διαδρομή. Χάρτες, σημάδια δεν υπήρχανε. Άρχιζε, λέει, από το εγώ και έφτανε σε σένα. Κάπου στου δρόμου τα μισά ήτανε κάποιοι δράκοι.
Ήσουν στο κάπου κάποτε.
Είμαι μπροστά σου τώρα.
Άφησε τον καθρέφτη σου. Βγες στο παράθυρό σου. Ρώτα εμένα να σου πω. Εμένα κοίτα τώρα.
Και βγήκε η πριγκίπισσα, σαν άκουσε τα λόγια. Σαν το νερό του φεγγαριού. Σαν λύκαινα των άστρων.
«Ποιος σου να έρθεις να με βρεις;»
«Δεν έχω έρθει να σε βρω. Ήρθα για να σε ψάξω.»
Μέσα στα δάση του μυαλού, μες στης καρδιάς τις λίμνες. Εκεί βαθιά, εκεί μακριά ήταν αυτό που είναι.

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

LastTapes06: Η Ισπανία γέρνει

Χωρίς πολλούς προλόγους, προθέσεις-προφάσεις και προκαταρκτικά, κυρίες, κύριοι και μικρά παιδιά, ιδού τα βιβλία που διάβασα κατά τη διάρκεια του τρίτου και φαρμακερού sequel του άδοξου αριστουργήματος «ο Γιάννης στη Μαδρίτη»:

واحد: «Μνήμη και λήθη του Ισπανικού Εμφύλιου», της Paloma Aguilar Fernández, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2005 (μετάφραση Σπύρος Κακουριώτης, Χάρης Παπαγεωργίου). Ένα από τα πληρέστερα πολιτικά βιβλία που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και σίγουρα το καλύτερο από όσα έχουν πέσει στα χέρια μου σχετικά με τον ιστορικό προϊόν που λέγεται εμφύλιος πόλεμος και τα παράγωγά του. Αλλά ας μου επιτρέψετε να ξεκινήσω κάπως διαφορετικά: Είναι τέλη Φεβρουαρίου και βρίσκομαι στη Μαδρίτη. Είναι Απόκριες. Μολονότι η πρωτεύουσα δε φημίζεται για το καρναβάλι της, υπάρχει μια διάχυτη εορταστική ατμόσφαιρα και γενικά ο κόσμος φαίνεται να περνάει καλά. Στο σπίτι όπου φιλοξενούμαι διοργανώνεται ένα τραπέζωμα, στο οποίο εκτός από εμένα συμμετέχουν και άλλοι καρνάβαλοι και μη (βάλτε το κόμμα όπου γουστάρετε). Κάποια στιγμή που κοντεύουν να αδειάσουν όλα τα μπουκάλια και ήδη κάποιοι αναρωτιούνται τι γεύση να έχει το φωτιστικό οινόπνευμα, για κάποιο λόγο, ανοίγει μια έντονη πολιτική κουβέντα. Κάποια μουτζαχεντίν του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού διακηρύσσει το αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο του ελληνικού λαού και το αποδίδει στο ότι ο λαός δεν ξεχνά (γενικά, όχι τι σημαίνει δεξιά ή κάτι άλλο πιο συγκεκριμένο) και στο καπάκι επιτίθεται στους απογόνους του Lope de Vega και του Emilio Butragueño λέγοντάς τους ότι δεν ξέρουν τι τους γίνεται, γιατί έχουν συμβιβαστεί με το φρανκικό τους παρελθόν και κάνουν ότι δεν υπήρξε ποτέ ούτε χούντα ούτε εμφύλιος (ούτε κονκισταδόρες ούτε ιερά εξέταση θα προσέθετα εγώ) στη χώρα τους. Οι Ισπανοί ομοτράπεζοι μένουν ενεοί (μαλάκες, δηλαδή) από την απροσδόκητη αυτή επίθεση, μέχρι που ένας από αυτούς τολμάει να ψελλίσει: «Ξέρεις, κοπελιά, όταν πέθανε ο Φράνκο, εγώ ακόμα δεν είχα καν γεννηθεί». Τι θέλω να πω με αυτήν την ιστορία; Τίποτα. Δηλαδή κάτι ήθελα να πω, αλλά το ξέχασα. Άλλωστε, ξεκίνησα να σας μιλάω για ένα βιβλίο όπου εξετάζεται η λήθη ως πολιτικό εργαλείο στα χέρια των εξουσιών προκειμένου να διαχειρισθούν τα κατάλοιπα των εκτροπών της ιστορίας (ιδίως όταν οι κοινωνοί αυτών των καταλοίπων, ή έστω τα παιδιά τους, είναι ακόμα ζωντανοί). Γιορτές του μίσους, μνημεία των πεσόντων, κινηματογραφικά επίκαιρα, εθνική ενότητα, παλιννόστηση των εξορίστων, νομιμοποίηση του κομουνιστικού κόμματος, αποκατάσταση των διωκόμενων, ο ρόλος του στρατού και της αστυνομίας σε μια νεοφώτιστη δημοκρατία, οι ευρωπαίοι εταίροι, οι αμερικάνοι σύμμαχοι, η εκκλησία, τα πανεπιστήμια, η δικαιοσύνη: αυτό το βιβλίο τα έχει όλα και συμφέρει. Διαβάστε το με την ησυχία σας, κάντε όσο γίνεται πιο ανεπηρέαστοι τις συγκρίσεις σας με τα καθ’ ημάς και μετά, αφού τα χωνέψετε όλα αυτά, δοκιμάστε να βγάλετε κανένα, έστω κι επισφαλές, συμπέρασμα ως προς το πώς έγινε κι εφθάσαμεν ως εδώ.

جوج: «Αυτόματο», του Adolfo García Ortega, Πάπυρος 2009 (μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη). Όλα μέσα: οι προφητείες του Verne, τα ετερώνυμα του Pessoa, το Golem της Πράγας, το Νησί των Θησαυρών, η φρίκη.. η φρίκη, ο Melville, ο Wells, ο Μαγγελάνος στην Ιθάκη, ο Οδυσσέας στη Γη του Πυρός, ο Flaubert και ο Baudelaire vol de nuit τρικάβαλη με τον Saint-Exupéry και γενικά μόνο εγώ λείπω από αυτό το βιβλίο (αν και στο κεφάλαιο όπου αναλύεται ο αριθμός της τρέλας η αλήθεια είναι πως κάπως τρόμαξα). Αυτοί που θέλουν να διαβάσουν μια καλή ναυτική περιπέτεια, θα το βρούνε πολύ κουλτουριάρικο. Αυτοί που γουστάρουν τα πολλαπλά είδωλα των λογοτεχνικών αναφορών, μάλλον θα πάθουν vertigo από τα πολλά inception. Αυτοί που θα ψηθούν από την παρουσίαση μου και το πάρουν να το διαβάσουν, θα με κυνηγάνε μετά να μου το κοπανίσουνε (και είναι και βαρύ το άτιμο). Και αυτοί που τους αρέσουνε αυτά (;) θα καταχωρήσουν το «Αυτόματο» αυτόματα ανάμεσα στα αγαπημένα τους αναγνώσματα και τη νήσο Desolation στους προσεχείς παραθεριστικούς τους προορισμούς. Ένα μυθιστόρημα-κόσμος γεμάτο από «απατεωνίσκους, πλαστογράφους, χρυσοχόους, χειρομάντεις, μάγους, προφήτες, οιωνοσκόπους, ψυχοσκόπους, αυροσκόπους, σπαγυριστές, σατανιστές, τηλεπαθητικούς τυχοδιώκτες αγνώστου μοίρας, αστρολόγους, μικρογράφους, κομπογιαννίτες βοτανολόγους, εφευρέτες και κατασκευαστές ευρεσιτεχνιών», όπου ότι δεν υπάρχει μπορεί απλά να κατασκευαστεί.

تلاتة : «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ντουρούτι», του Pedro de Paz, Δαίμων του Τυπογραφείου 2010. Τι να σας πω για αυτό το βιβλίο; Να πω ότι είναι ένα αναρχικό νουάρ έτσι, για να του φορέσω μια ταμπελίτσα και να ξεμπερδεύουμε; Δεν είναι όμως. Δηλαδή το ότι βλέπει τον αναρχισμό και μία από της πιο εμβληματικές ιστορικά μορφές του με συμπάθεια ισχύει, αλλά αυτό δεν το καθιστά και αναρχικό ανάγνωσμα. Και σίγουρα δεν είναι καθόλου άναρχο. Au contraire, μια χαρά δομημένη αστυνομική νουβέλα είναι. Και μάλιστα έχει και τον μπάτσο της, ο οποίος δεν είναι ακριβώς ο μαυροκόκκινος ντετέκτιβ, που θα περίμεναν ίσως οι φίλοι του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου που είναι και φίλοι των αναγνωσμάτων, φαντάζομαι, που εκδίδει, αλλά ένας πρώην αξιωματικός του ισπανικού στρατού, που αναλαμβάνει την αναψηλάφηση (έχουμε και μια νομική παιδεία) της υπόθεσης του θανάτου του Buenaventura Durutti κατά τη διάρκεια του ισπανικού συμμοριτοπόλεμου (πλάκα κάνω, παρεξηγιάρηδες!). Και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στην αποστολή του στο ακέραιο και μπράβο του, διότι τέτοιοι άνθρωποι του καθήκοντος (για να μη πω τίποτα χειρότερο) σπανίζουν πλέον σήμερα, ακόμα και στις σελίδες της αστυνομικής λογοτεχνίας. Για πόσο τέτοιος άνθρωπος υπήρξε ο μεταφραστής αυτού του βιβλίου δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Άλλωστε, πουθενά δεν αναφέρεται το όνομά του και αναρωτιέμαι, είναι από συστολή ή μήπως η μετάφραση αυτών των αναγνωσμάτων που βγάζουν αυτοί οι εκδοτικοί οίκοι είναι έργο κάποιου είδους συλλογικότητας;

ربعة: «Η αγωνία του Χριστιανισμού», του Miguel de Unamuno, Εκδόσεις των Φίλων 1970 (μετάφραση Ιουλία Ιατρίδη). Η μονογραφία αυτή γράφτηκε από τον μεγάλο Ισπανό φιλόσοφο κατά παραγγελία από κάποιον παριζιάνικο εκδοτικό οίκο, κατά τη σύντομη γαλλική του εξορία, από την οποία, επειδή δεν άντεξε, αυτοεξορίστηκε κατά κάποιον τρόπο, επιστρέφοντας στην αγαπημένη του Σαλαμάνκα και στις ατελείωτες πολιτικές περιπέτειες της χώρας του, που σίγουρα δεν τον άφησαν ποτέ να πλήξει. Και αν ξεκίνησα να σας μιλάω για το βιβλίο αυτό δίνοντας σας αυτές τις φαινομενικά άχρηστες πληροφορίες δεν το έκανα παρά για να σας τονίσω την «ισπανικότητα» του Unamuno, η οποία διατρέχει όλο το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό του έργο σε αντιδιαστολή με τον κοσμοπολιτισμό των ίδιων του των ιδεών, με βάση τις οποίες μπορεί κάθε ευγενής και απαλλαγμένος από διάφορα συμπλέγματα μελετητής του να κάνει τις δικές του απαραίτητες αναγωγές στον οικείο του χώρο και στον χρόνο. Αντικείμενο μελέτης του βιβλίου αυτού, λοιπόν, είναι για ακόμα μια φορά η μυστικιστική διάσταση της θρησκείας του Ιησού Χριστού και του Αποστόλου Παύλου και ο ρόλος της στη διαμόρφωση της συνείδησης του σύγχρονου (μετά την εμπέδωση του Διαφωτισμού και την απαλλαγή από τα θεολογικά μυθεύματα) ανθρώπου. Αν θα μπορούσα κάπου να σταθώ στη συμπυκνωμένη σοφία της «αγωνίας του Χριστιανισμού», μάλλον αυτό θα ήταν στην πολεμική του συγγραφέα της απέναντι στον ωφελιμισμό του Ιησουτισμού, κάνοντας τις δικές μου –αυθαίρετες εννοείται- αναγωγές στις παρενέργειες της πνευματικής ανάστασης της νέας ανθρωπότητας.

خمسة: «Οι ερωτήσεις της ζωής», του Fernando Savater, Αίολος 2003 (μετάφραση Κυριάκος Φιλιππίδης). Το να παρουσιάζεις μετά τον Unamuno ένα βιβλίο του Savater είναι λίγο σαν να περιλαμβάνεις στο ίδιο ποδοσφαιρικό αφιέρωμα το πορτραίτο του Καραταΐδη πλάι σε εκείνο του Beckenbauer. Αλλά εντάξει, είπαμε, καλή η βαριά φιλοσοφία (που λέει ο λόγος), αλλά και οι ακαδημαϊκοί εκλαϊκευτές της κάποιο λόγο ύπαρξης τον έχουνε. Όσοι δεν είχατε την τύχη να πέσουν στα χέρια σας τα φιλοσοφικά εγχειρίδια του πιο ποπ σύγχρονου Ισπανού φιλοσόφου, ειδικά εκείνα όπου αναλύει δύσκολους πολιτικούς και φιλοσοφικούς όρους, ρεύματα και απόψεις σα να απευθύνεται σε κάποιο παιδί (στο γιο του εν προκειμένου), μπορείτε εξίσου καλά να αρχίσετε να τον γνωρίζετε μέσα από τις «ερωτήσεις της ζωής» του, όπου, ως φιλότιμος και έντιμος διανοητής, ξεκινάει με τον αφορισμό πως σημασία στη φιλοσοφία, αλλά και στη ζωή, δεν έχει τόσο το να βρίσκεις τις απαντήσεις στα ερωτήματά σου, όσο το να μην παύεις ποτέ να θέτεις στον εαυτό σου –κυρίως- και στους άλλους ερωτήματα. Το να αναρωτιέσαι και να ρωτάς μπορεί στους εξυπνάκηδες να προδίδει άγνοια και αδυναμία, αλλά στην ουσία δε μαρτυρά παρά τη μόνη αναφαίρετη super power του γένους των ανθρώπων: την άσβεστη δίψα για μάθηση, για εκπλήρωση, για ευτυχία. Εν πάσει περιπτώσει, κ επειδή μπορεί να με διαβάζει και κάποιος εξυπνάκιας τώρα, αν θέλεις φίλε μου να εντυπωσιάσεις εξηγώντας τι είναι με λίγα λόγια ο υπαρξισμός ή ο ιστορικός υλισμός, διάβασε και λίγο Savater μπας και πεις καμία παπαριά λιγότερη στην παρέα σου.

سْتة: «Όταν πέθανε ο Δον Κιχώτης», του Andrés Trapiello, Μεταίχμιο 2009 (μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου). Το βιβλίο αυτό είναι καταρχάς ενδιαφέρον, να το πούμε αυτό. Και είναι και με τον τρόπο του αρκετά πρωτότυπο. Το να στήνεις ένα ολόκληρο μυθιστόρημα ανάγοντας τους δευτεραγωνιστές και τους κομπάρσους ενός άλλου μυθιστορήματος –και μάλιστα ενός κλασικού και θρυλικού πλέον αριστουργήματος- σε κύριους ήρωας μιας μετα-ιστορίας δείχνει, αν μη τι άλλο, όχι μόνο τη συγγραφική σου δεινότητα, αλλά και το πάθος σου για τη διαχρονική λογοτεχνία και τα εμβληματικά της έργα. Ωστόσο, το κατόρθωμα αυτό του κυρίου Trapiello, το οποίο, όπως ήταν φυσικό, έγινε best seller στην πατρίδα του, πολύ φοβάμαι πως, δύσκολα μπορεί να διαβαστεί από κάποιον μη Ισπανό, παρά μονάχα ως χωνευτικό επίμετρο του μνημειώδους «Ο Ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσα» (ο πλήρης τίτλος του βιβλίου του Cervantes). Ευτυχώς η αφήγηση εμπεριέχει αρκετή δόση από την ιερή παλαβομάρα του Ιππότη της Ελεεινής Μορφής («Έτσι είναι, δον Αλφάρο, δεν υπάρχει κανείς άλλος “εγώ” στον κόσμο») που λειτουργεί ως αντίδοτο στον λιμπροφίλ (πως λέμε σινεφίλ) σχολαστικισμό του. Οπότε διαβάστε το άφοβα, άλλα διαβάστε πρώτα τον «Δον Κιχώτη» τον ίδιο. Και μην ανησυχείτε, πρώτον διότι η τρέλα δεν είναι μεταδοτική, δεύτερον γιατί ο ιδαλγός μας στην πραγματικότητα «δεν είναι τρελός, παρά μόνο θλιμμένος» και τρίτον διότι: «Κανείς δεν τρελαίνεται μ' ένα μόνο βιβλίο. Η τρέλα θεριεύει με τα πολλά βιβλία, γι' αυτό και δεν θα δείτε, η ευγενία σας, να καίγεται ένα βιβλίο μόνο του, αλλά παρέα με άλλα πολλά.»

سْبعة: «Τι ωραία Κυριακή!», του Jorge Semprún, Εξάντας 1989 (μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης). Ειλικρινά δεν ξέρω τι είδους αντιστασιακές δάφνες προσκόμισε στη μεταφρανκική ισπανική δημοκρατία ο Semprún, προκειμένου να γίνει υπουργός πολιτισμού της σοσιαλιστικής, λέμε τώρα, κυβέρνησης González (σας θυμίζει κάτι;), αλλά τη συγγραφική του εμμονή με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δε μπορώ να την καταλάβω. Και η σχετική δήλωσή του σε κάποια από τις άπειρες συνεντεύξεις του ότι «τώρα έχω περισσότερα πράγματα να πω από πριν αρχίσω, γιατί η γραφή ζωντανεύει τη μνήμη», συγνώμη αλλά δε με πείθει εντελώς. Ωστόσο, στο εκτενέστερο από τα τέσσερα μυθιστορήματά του, που βασίζονται στις εμπειρίες του από το Buchenwald, με τον ειρωνικό τίτλο που θυμίζει θέατρο του παραλόγου και το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1980, ο παλαιός κομουνιστής τολμά μια σύγκριση ανάμεσα στη ναζιστική βιομηχανοποιημένη φρίκη και τα σταλινικά γκουλάγκ. Και αυτό από μόνο του καθιστά την «ωραία Κυριακή» του καταρχάς ενδιαφέρουσα τόσο λογοτεχνικά όσο και πολιτικά. Μπορεί η αφήγηση του πολυμήχανου (θυμίζω πως μεταξύ άλλων υπήρξε και ο σεναριογράφος του «Ζ») ισπανού συγγραφέα, που έγραψε σχεδόν όλα του τα έργα στα γαλλικά, να στερείται της γοητείας που θα αναζητούσε κάποιος επιφυλακτικός αναγνώστης πριν καταπιαστεί με ακόμα ένα έργο για το Ολοκαύτωμα και τα παρελκόμενά του, αλλά –έλεος, δηλαδή!- πόσο γοητευτική μπορεί να είναι μια ιστορία εγκλεισμού, να πούμε;

تْمنية: «Κάποτε στη Μαδρίτη», του Daniel Chavarría, Opera 2000 (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος). Έχω ξαναγράψει για τα βιογραφικά των –κατά κανόνα Λατίνων- συγγραφέων που επιλέγει ο εν λόγω εκδοτικός για παρουσιάσει στο ελληνικό κοινό, δεν έχω; Συγχωρέστε με που ξεκινάω να μιλάω για ένα τόσο όμορφο μυθιστόρημα αναφερόμενος σε κάτι τόσο ασήμαντο φαινομενικά, αλλά αν δεν τον γνωρίζετε τον κύριο Chavarría, περάστε από ένα καλό βιβλιοπωλείο και ρίξτε μια ματιά στο αυτάκι κάποιου βιβλίου του. Πραγματικά αξίζει. Εδώ ο Ουρουγουανός συγγραφέας-πειρατής μας δίνει ένα πολύ πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, χωρίς μπάτσους και χωρίς εγκλήματα, που ξεκινάει ως μία πολύ διακριτική και απωθημένη ερωτική ιστορία και καταλήγει ως ένα καθόλου αναμενόμενο κατασκοπευτικό θρίλερ, αλλά δε λέω πιο πολλά για να μη σας το χαλάσω. Επειδή σχεδόν όλες τις αφηγηματικές συνιστώσες αυτού του βιβλίου τις συνάντησα και εγώ από κοντά κατά τη μακρά πλην αποσπασματική διαμονή μου στην καστιλλιάνικη πρωτεύουσα, με την οποία και τις οποίες επιφυλάσσομαι να ασχοληθώ συγγραφικά στο όποιο μέλλον, αναζητώ από τώρα εναλλακτικό τίτλο αφού το «κάποτε στη Μαδρίτη» είναι ήδη πιασμένο. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην «πιο ωραία και από το Παρίσι» κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος που δίνει πραγματικά μια νέα διάσταση στο όρο μοιραία γυναίκα και εκτός από τον ήρωα-αφηγητή είναι ικανή να ρίξει στον έρωτά της ακόμα και τον πιο αδιάφορο συγκινησιακά αναγνώστη.

تْسعود: «Η τελευταία πνοή», του Luis Buñuel , Οδυσσέας 2006 (μετάφραση Μαρία Μπαλάσκα). Γενικά οι αυτοβιογραφίες δεν είναι και το καλύτερό μου. Θα πω κάτι που σίγουρα θα ακουστεί ως μεγάλη σαχλαμάρα, αλλά όπως δε με ενδιαφέρουν τα παιδικά χρόνια του υδραυλικού που θα φωνάξω για να μου σιάξει το θερμοσίφωνα, έτσι αδιαφορώ συνήθως και για την ερωτική ζωή και τα υπαρξιακά απωθημένα του τάδε μουσουργού ή του δείνα στρατηλάτη. Ας κάνουν καλά τη δουλειά τους κι ας βρίσκω εγώ σε αυτήν κάτι που να με αφορά, να με προβληματίζει ή να με συγκινεί, και αυτό μου φτάνει. Αυτός είναι ο γενικός κανόνας μου. Και η αυτοβιογραφία του Luis του Buñuel είναι η εξαίρεσή του. Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με τη ζόρικη για μένα στιγμή που διάλεξα να το διαβάσω, αλλά ειλικρινά, όσο κι αν ανατρέξω στα διαβάσματά μου, δύσκολα θα βρω άλλο βιβλίο τόσο αναζωογονητικό, τόσο μεθυστικό και τόσο γενναιόδωρο. Πέρα από τα εξόχως ενδιαφέροντα κεφάλαια –ειδικά για τους φανατικούς λάτρεις του μεγάλου ισπανού προφήτη του σινεμά- όπου μιλά και αναλύει την πλούσια φιλμογραφία του, αλλά και τις γνωριμίες, συνεργασίες, χαρές και απογοητεύσεις που αποκόμισε κατά τη μακρά και πολυκύμαντη πορεία του στην έβδομη τέχνη, ο Buñuel με αυτήν την «τελευταία πνοή» του προκαλεί ακόμα και τον πιο ανυποψίαστο αναγνώστη να έρθει αντιμέτωπος με ένα ολόκληρο μυθολογικό και ιστορικό σύμπαν, που μόνο στο κεφάλι ενός τόσο σπουδαίου δημιουργού μπορεί να γεννηθεί και να αναγεννηθεί ως χρονικό, ως μαρτυρία και εν τέλει, με κάποιον τρόπο πολύ μπονιουελικό ακόμα και ως λογοτεχνία. Αν δε με πιστεύετε, διαβάστε τουλάχιστον το πρώτο του κεφάλαιο, όπου και καταπιάνεται με την ισόβια πάλη ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία. Και επειδή εδώ και λίγο καιρό πλέον συνταγογραφώ και επισήμως βιβλία δια πάσα νόσο και δια πάσα μαλακία, σας συνιστώ, σε εσάς τους πληγωμένους και τους αδιέξοδους, για καμιά δεκαριά μέρες, να κάνετε χρήση Buñuel (κυκλοφορεί και σε συσκευασία dvd), τρεις φορές τη μέρα, κατά προτίμηση με γεμάτο στομάχι, και θα δείτε, όλα θα πάνε καλά.

Και στο Μαρόκο; Πότε θα πάμε στο Μαρόκο; Τι; Τζάμπα έμαθα να μετράω ως το εννιά στα μαροκάνικα;

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

μεταβατικό

Έχε το νου σου απόψε!
Αλλάζει η ώρα, ξέρεις.
Να βάλεις το ρολόι σου μπροστά.
Να το ακουμπήσεις στο παράθυρο.
Να πάρει λίγη από τη δροσιά του πρωινού.
                       από τα σπάραγμα της άνοιξης.
                       από της φύσης την εξέγερση.
Κι ύστερα,
                 όταν ξυπνήσεις πια για τα καλά,
παρ' το και σπάσ' το σε κομμάτια!
Ή μάλλον φόρα το και σπάσε και το χέρι σου μαζί!
Δεν υπάρχει θερινή ώρα.
Ώρα και θέρος δεν συντάσσονται μαζί.
Και το ταξίδι που όλο το χειμώνα προγραμμάτιζες,
           ταξίδι, όχι, δεν το λες.
Πες το καλύτερα μετάβαση.