Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

η πλοκή και το πνεύμα

“Φέτος, οι υποψήφιοι καλούνται να ανατρέξουν στη Νεοελληνική Γραμματεία του 19ου αιώνα και να αναζητήσουν εκείνα τα έργα (μυθιστορήματα ή διηγήματα) που θα ενδεικνύονταν για μια σεναριακή διασκευή.” Αντέγραφα την προκήρυξη του διαγωνισμού στο σημειωματάριο μου και ήδη ανέτρεχα και αναζητούσα χωρίς να το έχω ακόμα καταλάβει. “Θα κριθεί όχι αποκλειστικά η πιστότητα στην πλοκή του πρωτότυπου, όσο η απόδοση του πνεύματος του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου”. Να λοιπόν που πάντα βρίσκεται κάτι για να μείνει πιστός κανείς. Πλοκή της πίστης – πίστη του πνεύματος. Έκλεισα το σημειωματάριο, έριξα το στυλό στην τσέπη να κάνει παρέα με το σπιρτόκουτο και κινήθηκα προς την έξοδο του ιδρύματος. Ο υπάλληλος στο θυρωρείο με αποχαιρέτησε λέγοντας μου πως θα μπορούσα και στο ίντερνετ ακόμα να βρω την προκήρυξη και να την κατεβάσω. Λες και τον πείραξε που διάλεξα να έρθω ο ίδιος να σταθώ προ του πίνακα των ανακοινώσεων και προ των ευθυνών μου. Πως είναι καλύτερα να μη κυκλοφορώ έξω με τέτοιο παλιόκαιρο, είπε, βλαστήμησε και βρόντηξε ξωπίσω μου την πόρτα. Τι του ‘φταιξε ο καιρός και τα ‘βαλε μαζί του, δε πρόλαβα καλά να το σκεφτώ και βούλιαξα στο χιόνι και βούλιαξαν μαζί κι όλες οι σκέψεις μου οι άτακτες που ‘χαν ήδη ξαμοληθεί να αναζητούν και να ανατρέχουν. Πήρα ξανά τους δρόμους. Κι είπα ετούτη τη φορά ν’ αφήσω το μετρό - των υπόγειων διαδρομών το άλλοθι - και διάλεξα στην επιφάνεια να κρυφτώ. Στο λευκό πέπλο της πόλης - στις χιονισμένες λεωφόρους. Στις όχθες της Αμαλίας άρχισα να τους μετρώ. Μ’ έσπρωχνε πίσω η χιονοθύελλα μα εγώ συνέχιζα. Στις εκβολές της Πανεπιστημίου είχε ο χιονιάς τα δάχτυλα μου κοκαλώσει. Μα εγώ τους είχα βρει. Είχα ετούτη τη φορά τέσσερις μήνες ολόκληρους μπροστά μου. Έστω και τη στιγμή την τελευταία θα τα κατάφερνα. Εκατό δεκαεννιά μέρες για να το βρω και μια νύχτα για να το διασκευάσω. Η προκήρυξη ήταν σαφής κι ας μη μου φάνηκε τέτοια εμένα. Λέγανε στο πανεπιστήμιο πως η κατανόηση της εκφώνησης αποτελεί μέρος της εξέτασης. Στο τέλος ποτέ δε βρίσκεται κανείς να σου εξηγήσει. Κάθονται στα έδρανα τους οι επιτηρητές και μπαινοβγαίνει η άγνοια από τις τρύπες στην οροφή της αίθουσας. Γράψτε ό,τι ξέρετε! Έχετε τρεις ώρες ακριβώς από τώρα! Και να πλανιέται η ανία πάνω απ’ τα κεφάλια. Να σφυρίζει η αμφισβήτηση και να ακονίζει το κεντρί της η ανυπακοή. Τώρα! Να, θα σηκωθώ την άσπρη μου την κόλλα την ανυπόγραφη να τους πετάξω. Όχι στα πόδια – όχι παράδοση! Στο πρόσωπό τους – ανταπόδοση! Προσβολή! Δε κάθομαι άλλο! Τώρα! Θα σηκωθώ! Θα φύγω! Θα πετάξω! Χάθηκε η πόλη κάτω απ’ το λευκό της σάβανο. Σβηστήκανε τα ονόματα στους δρόμους. Μάντεψα τη Μπενάκη κι είδα από μακριά της Ιεριχούς τα τείχη να στέκουν ακόμα κραταιά. Μα είχε απ’ το δρόμο και τη σκέψη την πολλή πάρει φωτιά η ψυχή μου. Έλιωναν τα χιόνια - ποτάμια γίνονταν κάτω απ’ τις ερπύστριες των παπουτσιών. Κι είδα μια ασάλευτη στιγμή αλκυονίδα μέσα στου άγριου χειμώνα το ξέφραγο αμπέλι. Και μια άνοιξη υπέρμαχο στρατηγό με την γυαλιστερή της πανοπλία να πολεμά τα τείχη να σαρώσει. Της Αλκυόνης το χαμόγελο, μυστήριο και μυστικό μπροστά μου φανερώθηκε. Κι είπα, ιδού έργο αντάξιο για να διασκευάσω! Όποιος δε γράφει, μεταφράζει. Κι όποιος ταις γλώσσαις των ανθρώπων δε λαλεί, τότε διασκευάζει. Στο τέλος είναι αλήθεια πως θα κριθεί όχι αποκλειστικά η πιστότητα στην πλοκή του πρωτοτύπου, όσο η απόδοση του πνεύματος. Ενός χειμώνα πιστή διασκευή και ελεύθερη απόδοση μιας άνοιξης.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

μείνε πιστός!

"Ο υπολογιστής του Μάριου χάλασε και χάθηκαν όλα όσα είχαμε κάνει στη μακέτα! Πάλι από την αρχή! Κάποιος μας γκαντέμιασε!" Διάβασα το μήνυμα της Αίμης τη στιγμή ακριβώς που έβγαινα από το μετρό. Στάση Ακρόπολη. Την ίδια ακριβώς στιγμή -κι άλλη σύμπτωση;- άναβαν οι προβολείς στον ιερό το βράχο. Το μνημείο των μνημείων να φωτίσουν πριν το αρπάξει η νύχτα. Η μέρα έφευγε και ο ηλεκτρισμός επισημοποιούσε την αναχώρησή της με το πιο χαρακτηριστικό τρόπο. Στάθηκα και την κοίταξα και για μια στιγμή -σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις μια στιγμή φτάνει και περισσεύει- μου φάνηκε πως διέκρινα έναν τόνο ειρωνείας σε τούτα εδώ τα μάρμαρα. "Τι γελάς; Τι κοροϊδεύεις; Εσύ θα τα κατάφερνες καλύτερα; Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βγει ένα περιοδικό; Θέλει δουλειά πολλή..." Αυτό ήταν. Έπρεπε να μείνω ψύχραιμος. Τώρα το ειρωνικό χαμογελάκι είχε γίνει γέλιο σπαρταριστό. Γύρευε το θυμό μου. Τη δόξα του Μοροζίνι ζήλεψα. Κι είπα να δώσω εντολή. Να στρέψω τα κανόνια μου στα μάρμαρά της πάνω. Να την αποτελειώσω. Να μείνουν οι προβολείς μονάχοι. Να φωτίζουν το ιερό οικόπεδο. Της έστρεψα την πλάτη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς. Γύρισα ξανά στο μήνυμα. Το φως της οθόνης μου φάνηκε στοργικό. Σχεδόν αδελφικό. Γύρευε την απάντηση. Τι να τους πω τώρα; Τι να τους απαντήσω; Τρακόσια είκοσι χιλιόμετρα μακρυά τους, ξέχασα γιατί έφυγα. Αυτοί να το παλεύουν τρεις μήνες τώρα. Κι εγώ ούτε μια λέξη να μην έχω ακόμα βρει για να τους γράψω. Έναν τίτλο μονάχα. Ένα όνομα κι αυτό αμετάφραστο. "Πες τους τι σημαίνει, τότε! Όποιος δε γράφει, μεταφράζει, νεαρέ!" Άκουσα τη φωνή - κράτησα τη ζωή μου. Γύρισα και την κοίταξα κι είχανε γίνει οι προβολείς χριστουγεννιάτικα φωτάκια αναρριχητικά να στολίζουν τις μετώπες της. Ίδια με μάνα που τα ξέρει όλα ξέρασε το χρησμό της, κλείδωσε το υπνοδωμάτιο και κατάπιε το κλειδί. Μη σηκωθεί τη νύχτα ο έφηβος Οδυσσέας κι υπνοβατήσει το γύρο του κόσμου σε δώδεκα σελίδες. Άγγιξα τον αέρα κι είδα το χρόνο να σταματά. Να πάρει μια ανάσα, που κόντευε κι αυτός να σκάσει απ' την τρεχάλα. Επωφελήθηκα και έστριψα τσιγάρο. Έψαξα στις τσέπες να ξαναβρώ το φυλαχτό σπιρτόκουτο απ' το καφέ του Βερολίνου. Έσπρωξα το συρτάρι του κι άκουσα το τραγούδι. Τόσα χιλιόμετρα κι ούτε μια λέξη δε βρήκες να τους πεις. Τόσοι σταθμοί, τόσες καρδάρες γάλα που γέμισες για να τους δώσεις μια και να το χύσεις. Να φτιάξεις το δικό σου γαλαξία, όλα τ' αστέρια σου να τα χωρά. Τόσα εισιτήρια, σελιδοδείκτες στη ζωή σου έγιναν. Κι ήταν το γραφείο με τα απολεσθέντα αντικείμενα το αγαπημένο σου νησί σε κάθε σου ταξίδι. Τόσα τοπία μέσα σου. όλο τον κόσμο γύρισες να βρεις να τα ταιριάξεις. Ο γύρος του κόσμου μ' ένα κουτί βρεγμένα σπίρτα. Το χιόνι του Δεκέμβρη απόγευμα να πέφτει έξω απ' την τζαμαρία του Bleibtreu cafe. Καφέ Μείνε Πιστός στην Bleibtreustrasse. Οδός Μείνε Πιστός. Χαμένη λεωφόρος και δρόμος της απώλειας. Μείνε πιστός σ' αυτά που πρόδωσες. Κι ας χάλασε ο υπολογιστής. Κι ας χάθηκαν όλα όσα είχαμε κάνει στη μακέτα. Έτσι! Πάλι απ' την αρχή! Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ανάσες. Bleib treu, νεαρέ! Και καλά ταξίδια!

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Αλγέρι

Το βαπόρι τους μετέφερε αιγοπρόβατα από τη Γιουγκοσλαβία στα λιμάνια της Βόρειας Αφρικής.
Όταν έφτασαν στο Αλγέρι, το μισό πλήρωμα κατέβηκε να κάνει αυτό που κάνουν οι ναυτικοί όλων των θαλασσών στα λιμάνια όλου του κόσμου. Αργά το απόγευμα – ήταν καλοκαιράκι και οι μέρες τεράστιες ακόμη – βρέθηκαν να αλητεύουν στα παζάρια της πόλης. Και τότε άκουσαν τη φωνή του πλήθους και έτρεξαν να δουν.
Το θέαμα ήταν απίστευτο. Αδιανόητο. Εξωφρενικό. Και η φωνή των ναυτικών έγινε ένα με τη φωνή του πλήθους. Θαύμα, χωρίς αμφιβολία. Ένα μωρό παιδί έσερνε ένα ολόκληρο βόδι. Το μωρό και το βόδι ήταν δεμένα από τον λαιμό και τα δύο με ένα κομμάτι σπάγκο. Και το μωρό μπουσουλώντας έσερνε αγόγγυστα το βόδι. Και το βόδι ακολουθούσε το μωρό αδιαμαρτύρητα. Αν όχι θαύμα, τότε μαγεία σίγουρα.
Και το πλήθος γονάτισε. Και οι ναυτικοί μουρμούραγαν βλαστήμιες και προσευχές. Και μόνον εκείνος είδε στην άκρη του σπάγκου, που τραβούσε μπουσουλώντας το μωρό, να σέρνεται ένα στάχυ. Ένα στάχυ μονάχα! Φυσικά μετά, όταν επέστρεψαν στο βαπόρι, κανένας δεν τον πίστεψε.
Ο παππούς μου τότε ήταν στην ηλικία που είμαι εγώ τώρα. Και η Αλγερία μια επαρχία της μητροπολιτικής Γαλλίας. Ούτε καν αποικία της.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Η δαίμονας

Το ετοίμαζα καιρό αυτό το ταξίδι.
Όλα τα είχα προβλέψει. Κάθε λεπτομέρεια την είχα υπολογίσει. Δεν ήθελα να πάει κάτι στραβά. Δεν έπρεπε. Θα χαλούσαν όλα. Θα αναγκαζόμουν να επιστρέψω νωρίτερα. Όλα θα τα έχανα.
Γι’ αυτό και όταν έφτασε η ώρα, ήμουν κάτι παραπάνω από έτοιμος. Και σίγουρος. Ποτέ και για τίποτα δεν ήμουν περισσότερο σίγουρος.
Το καλοκαίρι έφευγε κι εγώ άρχισα να τους αποχαιρετώ. Τους είπα ψέματα. Πως θα πάω κάπου εκεί κοντά. Πως σύντομα θα είμαι πίσω.
Και με την πρώτη σταγόνα της βροχής ξεκίνησα. Έσφιξα τα κορδόνια των παπουτσιών μου και ξεκίνησα. Η δική μου εποχή στην κόλαση μόλις άρχιζε.
Και τα είχα όλα στ’ αλήθεια προβλέψει. Ακόμα και τον δικό μου προσωπικό δαίμονα. Σ’ αυτό δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Ο καημένος, τον άφησα να νομίζει πως ήταν αυτός που είχε διαλέξει εμένα.
Στην αρχή ήταν καλά. Λάτρευε να βασανίζει ο ένας τον άλλον. Γρήγορα όμως με κατάλαβε. Είδε πόσο καλά προετοιμασμένος ήμουν γι’ αυτό το ταξίδι και μ’ άφησε. Φοβήθηκε; Θύμωσε; Αλήθεια, δεν ξέρω. Ποιος ξέρει άλλωστε πώς σκέφτονται οι δαίμονες;
Κι έτσι έμεινα μόνος μου. Χωρίς δαίμονα. Κόλαση όμως χωρίς δαίμονες δε λέει. Γι’ αυτό καλύτερα να τα μαζεύω και να γυρίζω πίσω.
Άργησα και οι άλλοι θα ανησυχούν.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Σαϊγκόν

Όταν γεννιόμουν, τελείωνε ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Ήρθα στη ζωή ακριβώς τη στιγμή που οι Βιετκόνγκ έμπαιναν στην πόλη που μετά την είπαν Πόλη του Χο Τσι Μινχ.
Εγκαταλείποντας οι Αμερικανοί και οι Νοτιοβιετναμέζοι σύμμαχοί τους την πόλη, που την έλεγαν Σαϊγκόν, φρόντισαν να εξαφανίσουν όλα αυτά που δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Να καταστρέψουν όλα εκείνα που δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια του εχθρού.
Και οι μηχανικοί τους χαρτοφάγοι άλεσαν τόνους αρχείων και επίσημων εγγράφων. Και γέμισε με χαρτοπόλεμο η Σαϊγκόν, που μετά την είπαν Πόλη του Χο Τσι Μινχ.
Μα, όταν έφτασαν οι Βορειοβιετναμέζοι στην Πόλη του Χο Τσι Μινχ, που την έλεγαν Σαϊγκόν, βάλθηκαν να συλλέγουν τα αρχεία και τα έγγραφα τα επίσημα. Όσα οι μηχανικοί χαρτοφάγοι των Αμερικανών είχαν κάνει μικρές λεπτές λωρίδες από άχρηστα χαρτάκια. Κι άρχισαν να συνθέτουν το μεγαλύτερο παζλ της ιστορίας τους. Και οι μικρές λεπτές λωρίδες από άχρηστα χαρτάκια έγιναν ξανά οι τόνοι αρχείων κι επίσημων εγγράφων που δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια του εχθρού.
Αυτά παθαίνουν όσοι φεύγουν βιαστικοί και πανικόβλητοι. Αυτά συμβαίνουν σε εκείνους που χρόνια τον εχθρό τους πολεμούν χωρίς ποτέ να καταλάβουν τι είδους άνθρωπος είναι ετούτος ο εχθρός τους.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Αρχιτεκτονική

Ήθελα να την πάω μια βόλτα στη θάλασσα. Αυτό μονάχα. Κι ας ήταν η τελευταία μας φορά. Κι ας μην την ξανάβλεπα ποτέ. Κι ας μην τις ξανακοίταζα. Κι εκείνη. Και τη θάλασσα.
Διάλεξα τη μέρα την καλή. Το πιο λαμπρό πρωινό. Μόλις που είχε σβηστεί η νύχτα η μεγάλη. Η πιο σκοτεινή. Υπάρχουν νύχτες που οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν. Και μέρες που κάνουν τα πάντα για να πεθάνουν. Κάτι Κυριακές μεσημέρια που αφήνουν την πόλη να τους καταπιεί. Και κάτι βράδια Παρασκευής, ξημερώματα Σαββάτου που τρέχουν τις σκιές τους να βουτήξουν στα ρηχά.
Της έστειλα μήνυμα. Δεν της τηλεφώνησα. Δεν ήθελα να μαντέψει στη φωνή μου τις προθέσεις μου. Δεν έπρεπε να με δει πριν συναντηθούμε. «Θα περάσεις να με πάρεις; Με το δικό σου δεν θα πάμε;» με αιφνιδίασε. «Ας πάμε με τα πόδια αυτή τη φορά», είπα. «Μα είναι μακριά. Κι έπειτα, θα τη βρούμε με τα πόδια; Με το αυτοκίνητο είναι αλλιώς. Ξέρει εκείνο…» με προκάλεσε. «Μην ανησυχείς! Δεν θα χαθούμε. Αφού μαζί τον χτίσαμε αυτόν τον λαβύρινθο. Οι δυο μας. Δηλαδή εγώ τον έχτισα. Εσύ το σχέδιο έκανες μονάχα. Θυμάσαι; Μη φοβηθείς! Θυμήσου! Λοιπόν, ραντεβού στην πλατεία. Να μοιραστούμε την απόσταση. Και την πόλη να την ξαναμοιράσουμε. Από εκεί η θάλασσα είναι κοντά. Ένα τσιγάρο δρόμος. Άντε δύο», είπα. «Μα μου είχες πει πως το έχεις κόψει!» αντέδρασε. «Ε, και; Πρέπει να καπνίζεις για να ξέρεις πόσο κρατάει ένα τσιγάρο;» είπα και το έκλεισα να την προλάβω.
Ήταν Σεπτέμβρης ακόμα, όταν το σπίτι μου άφησα να πάω να τη βρω. Να ξαναβρώ την πλατεία. Να συναντήσω εκείνη στην πλατεία. Και ως την Τετάρτη ούτε στα μισά δεν είχα φτάσει ακόμα. Απ’ όπου κι αν περνούσα η πόλη ερήμωνε. Καμένη γη. Καμένη πόλη. Στις τέσσερις το απόγευμα την είδα. Όπως ακριβώς τη θυμόμουν. Όπως την είχα φανταστεί. Πιο όμορφη από την πόλη μου. Κι από τη θάλασσά μου πιο μακρινή ακόμα. Με χάιδεψε. Με φίλησε. «Πώς με αναγνώρισες;» τη ρώτησα. «Μα τι ρωτάς;» μου χαμογέλασε. «Κοίτα τριγύρω σου! Μονάχοι απομείναμε. Έλα! Πάμε να την προλάβουμε! Μίκρυναν οι μέρες κι οι δρόμοι μας μεγάλωσαν».
Από την πλατεία έως τη θάλασσα είχε απομείνει του λαβυρίνθου το πιο σύντομο κομμάτι. Μια απάνθρωπη ευθεία, απροσπέλαστη. Από την πλατεία ως την έξοδο. Ευθεία απόλυτη. Ζωή ευθεία. Ήδη τη διακρίναμε τη θάλασσα. Κι αυτό έκανε τη βόλτα μας ακόμα πιο επικίνδυνη. Αριστερά και δεξιά στις όχθες της λεωφόρου έστεκαν της πόλης τα μνημεία. Τα πιο σπουδαία. Έστεκαν και μας χάζευαν. Τόσους αιώνες άντεξαν. Εμάς περίμεναν. Αυτή τη θριαμβευτική μας βόλτα να ζήσουν κι ας χαθούν. Κι ας μην υπήρξαν ποτέ. Τους τοίχους ψηλαφίσαμε. Τα μάρμαρα. Τις σφαίρες από έναν εμφύλιο που δεν έλεγε να ξεσπάσει. Τα ανείπωτα συνθήματα που χάραξε βέβηλα η ζωή στο μάγουλο της πόλης. Όλης μας της ζωής τα ραντεβού μετρήσαμε ξανά. Όλα εκεί ακόμα ήταν. Η αγορά. Τα δικαστήρια. Και παραδίπλα το γυμνάσιο. Η φυλακή. Το καφενείο. Κανένα τους δεν έλειπε. Όλα τους παρόντα την ύστατη στιγμή. Αριστερά και δεξιά στις όχθες της λεωφόρου. Κι η λεωφόρος μνημείο των μνημείων. Αριστούργημα. Και κάτω απ’ την άσφαλτο η παραλία!
Τη φτάσαμε τη θάλασσα. Την προφτάσαμε. Πάνω που ετοιμαζόταν να λύσει τα σχοινιά της. Μια θάλασσα λευκή. Αρχιτεκτονική. Την είχαμε χτίσει σκόπιμα στην έξοδο της πόλης. Έτσι που η έξοδος με έξοδο να μοιάζει.
Μου άφησε το χέρι. Γύρισα και την κοίταξα. Κι είδα τα κατσαρά της στα φύκια να τυλίγονται. Και τη ματιά της να καταπίνει τον ορίζοντα. Έβγαλε τα παπούτσια της κι η γη αναταράχτηκε. Χωρίς αντίο βούτηξε. Και χάθηκε. Κι εκείνη. Και η θάλασσα.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

το καμένο αύριο

Στο τέλος φάνηκα να είμαι ο κακός. Αυτός που ήρθε για να χαλάσει τη γιορτή και όλοι μετά να αναρωτιούνται, «αυτόν τον βλάκα ποιος τον κάλεσε;». Λες και δεν ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα έφευγε από το σπίτι τελευταίος.
Γύρισα στην Αθήνα με το αμάξι της Σ.. Την ώρα που μπαίναμε ξανά στη Μεσογείων, κοίταξα έξω από το παράθυρο τη νύχτα και είδα πως είχα μόνος και άθελα μου κουβαλήσει το καινούριο αύριο στην πόλη πριν την ώρα του.
Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη ψάχνοντας τον καπνό μου και ένιωσα να αρπάζουνε φωτιά τα δάχτυλά μου. Φώναξα περισσότερο από έκπληξη παρά από πόνο και τρόμαξα την οδηγό. Εκείνη έχασε για μια στιγμή τον έλεγχο του οχήματος και μόνο από τύχη ή από θεία πρόνοια -για να μπορέσει να υπάρξει συνέχεια σε αυτή την ιστορία- διαφύγαμε και οι δυο μας του μοιραίου. Το αυτοκίνητο, μετά από καμιά δεκαριά πολύ πρωτότυπες χορευτικές φιγούρες πάνω στο οδόστρωμα, σταμάτησε την τελευταία στιγμή στην άκρη μιας απόκρημνης προαστικής χαράδρας. Η Σοφία είχε τόσο ζαλιστεί από την περιδίνηση, που ξέχασε μαζί μου να θυμώσει. «Τι ήτανε αυτό; Τι έπαθες;», με ρώτησε, ενώ εγώ έβγαζα προσεχτικά από την τσέπη μου ένα κεράκι από την τούρτα που έκαιγε ακόμα.
Κοιτάξαμε έξω. Γύρω μας είχανε μαζευτεί διάφοροι αργόσχολοι και αυτόκλητοι σωτήρες. Ανάμεσα τους διέκρινα το αγουροξυπνημένο αύριο να πλησιάζει και να κολλάει τη μούρη του στο τζάμι. Πάνω στη σκονισμένη του επιφάνεια χάραξε με το δάχτυλο ανάποδα: «Μη παριστάνεις διαρκώς πως περιμένεις απαντήσεις! Ακόμα ούτε μία ερώτηση της προκοπής δεν έχεις κάνει».

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

το υπεραστικό αύριο

Μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνω διάλεξα να περπατήσω την απόσταση από τη Δάφνη ως το Πεδίο του Άρεως.
Η υπνωτιστική χριστοχειμωνιάτικη ατμόσφαιρα έκανε, από του δρόμου τα μισά και ύστερα, να φαίνονται τα βήματα μου σαν άλματα στο κενό του υπνοβάτη.Πρέπει να ήμουν αρκετά πειστικός στο ρόλο μου, αφού, όσο πλησίαζα τα Εξάρχεια, τόσο οι αστικοί μου ήχοι μοιάζαν να εξαφανίζονται. Λες κι έβγαζε σιγά-σιγά η πόλη το σκασμό, να μη ξυπνήσει το μοναδικό αναίτιο διαβάτη της.
Τα λεωφορεία του νομού Αττικής είχαν για αφετηρία τους το μόνο -ίσως- σημείο στην πρωτεύουσα του βασιλείου, όπου έχει επίσημα καταγραφεί άφιξη εξωγήινων. Οι λίγοι Αθηναίοι, που τότε τυχαία τους συνάντησαν, είχαν ξεγελαστεί από των ξένων την αστεία προφορά και έτσι έδωσαν το όνομα του πλανήτη Άρη στην πλατεία τους.
Εκείνοι, όμως, οι παράξενοι εισβολείς έρχονταν από πολύ πιο μακρυά. Από έναν άγνωστο, ακόμα αχαρτογράφητο κι αβάπτιστο αστέρι, που κρέμεται παρείσακτο στην άκρη της ουράς του γαλαξία του Αύριο.
Αύριο (;) θα σου ζητήσω να κάνουμε μια βόλτα μέχρι εκεί και ύστερα εσύ θα μου απαντήσεις, "όχι, δεν προλαβαίνω, δε θα μου φτάσουνε τα χρήματα, καλά θα δούμε, πάμε (!), αλλά θα οδηγήσω εγώ, γιατί εσένα σου έχουν το δίπλωμα αφαιρέσει και οι χωροφύλακες του σύμπαντος είναι αυστηροί πολύ και συγχωρούνε δύσκολα για δεύτερη φορά τους μεθυσμένους παραβάτες".

το αμετάβατο αύριο

Κοιμήθηκα με τη βροχή. Η βρωμιάρα, όλη τη νύχτα εκμεταλλεύτηκε τον ύπνο μου και έπνιξε τη μισή χώρα μες στη λάσπη. Τα ξημερώματα μου έστειλε και κάτι όνειρα υγρά και μολυσμένα, που μου έκαναν το πάπλωμα μολύβι και αυτό μου τσάκισε τις σκέψεις και τα κόκαλα.
Σηκώθηκα ο μισός κατά τις έντεκα και άφησα τον υπόλοιπό μου να ψάχνει για ύδρες και για μέδουσες κάτω από τα μαξιλάρια.
Είχα βάλει τον Σ. υπενθύμιση, να πεταχτώ στη γραμματεία της σχολής, να του ανανεώσω το ψέμα του για ακόμα ένα εξάμηνο. Έφυγα βιαστικά και ξέχασα την εξουσιοδότηση στο σπίτι. Στην είσοδο του μετρό ένας καλικάντζαρος, που ανέβαινε τις κυλιόμενες ανάποδα, μου το ξαναθύμισε, χωρίς να το γνωρίζει.
Γύρισα πίσω, την μάζεψα από το πάτωμα, πήρα μαζί μου τον υπόλοιπο μισό μου που είχε στο μεταξύ ξυπνήσει και έριξα και τον Τριανταφυλλίδη μες στο σάκο μου, να έχω κάτι στο δρόμο να διαβάζω, να μη κοιτάζω τα μούτρα του απέναντι και έφυγα ξανά.
Έπρεπε να διαλέξω κάτι άλλο. Ήταν σίγουρα λάθος μου, μα όταν κάθισα απέναντι από τον απέναντι, κατάλαβα πως ήταν πια αργά. Το λάθος άνοιξα και άρχισα να διαβάζω: «Τα θηλυκά τα λήγοντα σε ωμέγα ενίοτε απαντώνται και ως ρήματα. Τα τονιζόμενα στην παραλήγουσα πάντα ως μεταβατικά. Τα εις την λήγουσα, ωστόσο, δεν έχουν πουθενά να πάνε και κάθονται πεισματικά στη θέση τους. Κρατούνε την ενέργεια και όταν δε τη στρέφουνε κατά του εαυτού τους, την καταπίνουν, την κρατάνε μέσα τους και άντε αύριο* εσύ να ψάχνεις εκεί μέσα στο μέσα τι υπάρχει.
Στο τέλος της σελίδας υπήρχε μία υποσημείωση: *αύριο: εάν δεν έχεις καταλήξει ακόμα σε συμπέρασμα, ζήτα και άλλη να σου δώσει! Όχι μια άλλη! Ζήτα την ίδια περισσότερη!

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

το τεκτονικό αύριο

Με αφήνει έξω από το Ποδήλατο λίγο πάει δύο. Βρίσκω τον Π. να με περιμένει με δυο ποτήρια μπροστά του. Έχει ήδη παραγγείλει και για εμένα. Και αν δεν ήθελα ουίσκι; Εντάξει, θέλω. Όσο πίνουμε, για άλλα εκείνος με ρωτάει, άλλα εγώ του απαντάω. Κάποια στιγμή το καταλαβαίνει και αλλάζει θέμα. Όλοι οι ποδηλατιστές τριγύρω μου το καταλαβαίνουνε και αποφεύγουν να με κοιτάξουνε, αλλά εγώ τους βλέπω. Χορεύουν. Εγώ πάλι δε χορεύω ποτέ.
Μου τελειώνει ο καπνός. Ο Π. μου δίνει από το δικό του, αλλά εγώ προτιμώ να περπατήσω μέχρι την πλατεία και να αγοράσω καινούριο. Βγαίνω. Ανηφορίζω την Θεμιστοκλέους χαζεύοντας τους ένστολους που κάνουνε προληπτικούς ελέγχους στους περαστικούς. Εμένα με αφήνουνε. Καταλαβαίνουνε, ακόμα και αυτοί, και μες στην αμηχανία τους αρχίζουν να κοπανάνε με τα ρόπαλα ο ένας του άλλου το κεφάλι. Άθελά μου προκαλώ τη νέα εξέγερση.
Φτάνω στην πλατεία, ενώ η μάχη έχει ανάψει. Όλα τα περίπτερα είναι κλειστά. Εκμεταλλεύομαι τον πανικό και γκρεμίζω το πρώτο που βρίσκεται μπροστά μου. Γεμίζω τις τσέπες μου καπνούς και σοκολάτες.
Γυρίζοντας πίσω, ψάχνω να βρω ένα μήνυμα να στείλω. Κάτι χαζό, κάτι ακίνδυνο. Και τότε έρχεται το κακό μέσα από την κοιλιά της πόλης για να με βοηθήσει. Είναι λίγο μετά τις τρεις και ένας σεισμός μόλις 0,09 της κλίμακας αφήνει τους πάντες αδιάφορους. Είμαι ο μόνος που τον καταλαβαίνει και θέλω να τον μοιραστώ. Ίσως και να είμαι εγώ ο ίδιος το επίκεντρο.
Πίσω στο Ποδήλατο ο Π. έχει φύγει. Στη θέση του το δεύτερο αύριο έχει ήδη καθίσει και πίνει από το ποτήρι μου. Με βλέπει και το αφήνει ντροπιασμένο. Δεν πειράζει, πιες! Μα πες μου πρώτα τι σημαίνεις. «Είμαι το αύριο όπου τίποτα δε μπορεί να σταθεί ακίνητο. Θέλεις δε θέλεις, θα χορέψεις!»

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

το χθες αύριο

Η ατμόσφαιρα πάνω από το λίκνο του δυτικού πολιτισμού θυμίζει κάτι από δεύτερα παρουσία και συντέλεια. Είναι ακόμα μεσημέρι και όμως όλα τριγύρω μου έχουν ήδη αρχίσει από ώρα να νυχτώνουν. Έξω από το Πανεπιστήμιο κοιτάζω το άγαλμα του Απόλλωνα και βλέπω αόρατους αγγέλους να του ψιθυρίζουνε στο αυτί, «αυτόν θα φάμε σήμερα, τον άλλον δίπλα απόψε θα τον ζευγαρώσουμε...». Κλείνω τα μάτια και αφήνω τον αστικό κυκλώνα να καταπιεί τα λόγια τους.
Περνάω μπροστά από τον Πλάτωνα και κατευθύνομαι προς το υπόγειο της Πολιτεία. Βρίσκω το νέο B. και αρχίζω να το ξεφυλλίζω ψάχνοντας να βρω το άρθρο μου. Ο Π. μου είχε πει πως θα με κλάδευε λιγάκι, για να χωρέσω πλάι στη συνέντευξη του Μ., μα τελικά με έβαλε ολόκληρο. Με ξαναδιαβάζω βιαστικά και φεύγω ικανοποιημένος.
Ανεβαίνοντας την Ασκληπιού έρχεται το μήνυμά της, κάπου βαθιά μέσα στις τσέπες του παλτού μου, αλλά μέσα στο χαμό δεν τον ακούω τον ήχο του.
Θα χρειαστεί να φύγει μισή ώρα περίπου μέχρι να μπορέσω να το δω, όταν στην πλατεία Αργεντινής βγάζω να δω πόσο έχω αργήσει να πάω στο ραντεβού μου. Σχεδόν στην ώρα μου. Εικοσιέξι ακριβώς λεπτά μετά το μήνυμά της.
Δε χάθηκε τελικά στο δρόμο, στη γρίπη, στη νύχτα, στη βροχή. Πέρασε ήδη το πρώτο αύριο τις σιωπηλές δοκιμασίες του. Μούσκεψε τρεις φορές και ξαναστέγνωσε. Πήγε παντού κι όμως, τη θέση του ούτε στιγμή δεν άφησε. Και τώρα έχει απλώσει όλα του χθες τα δεδομένα πάνω στην κουβέρτα του και τα επεξεργάζεται. Ψάχνει τον ορισμό του. Νομίζει πως τον έχει βρει, μα όσο περισσότερο το σκέφτεται, τόσο και αμφιβάλλει.
Στο τέλος χτυπάει το μέτωπό του και φωνάζει, «μα, τι ανόητο που είμαι!». Τα άλλα αύριο γυρίζουν και το κοιτάζουν ξαφνιασμένα. «Τι εύκολο που ήταν τελικά! Είμαι το αύριο του χθες. Είμαι το σήμερα!»

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Μάριος

Άλλη μια φορά στη Θεσσαλονίκη. Ήταν Μάρτιος και Κυριακή. Μόλις που είχε αλλάξει η ώρα και είχε γίνει θερινή. Το καλοκαίρι όμως αργούσε πολύ ακόμα. Περπατούσαμε στη Λεωφόρο Στρατού και βριζόμασταν χωρίς κανένα –εμφανή τουλάχιστον– λόγο. Μετά ήταν που είδα κάτι χαρτονομίσματα σκορπισμένα κάτω από ένα αμάξι. Ο Μάριος ακόμα επιμένει ότι εκείνος τα είδε πρώτος. Πήγαμε και τα ήπιαμε κι αυτά. Πίνοντας αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για ένα θέμα που ακόμα και οι πιο στενοί φίλοι σπάνια συζητάνε. Ευτυχώς δηλαδή. Γυρίσαμε στο σπίτι με τα πόδια. Και φυσικά και πάλι σε όλο τον δρόμο βριζόμασταν. Με περισσότερο κέφι αυτή τη φορά. Λες και επιτέλους είχαμε βρει έναν λόγο σοβαρό για να συνεχίσουμε.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Χρόνος αλητείας

Τον χειμώνα εκείνο βρέθηκα για άλλη μια φορά να αλητεύω. Επειδή όμως ακόμα και οι αλήτες έχουν καμιά φορά ανάγκη από αλλαγή παραστάσεων, σηκώθηκα και πήγα στη Θεσσαλονίκη.
Φορτώθηκα σε κάτι φίλους. Από αυτούς που μόνο σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις τους θυμάμαι.
Έβγαινα στην αρχή μαζί τους. Μετά τους βαρέθηκα. Με βαρέθηκαν. Δεν θυμάμαι. Συνέχισα τις βόλτες μόνος μου. Καλύτερα. Μόνος μου μπορούσα να πηγαίνω παντού. Χωρίς να αγχώνομαι μήπως τα γούστα και οι επιθυμίες μου δεν ταιριάξουν με εκείνα της παρέας. Πολύ καλύτερα έτσι.
Λίγο πριν απ’ το τέλος γνώρισα μια πρασινομάτα σε ένα δισκάδικο στην Αριστοτέλους. Ψάχναμε κι οι δυο για το ίδιο σάουντρακ. Ένα σάουντρακ που τότε δεν είχε ακόμα κυκλοφορήσει. Και που χρόνια μετά έμαθα πως και το φιλμ, στο οποίο ακουγόταν το εκπληκτικό εκείνο σάουντρακ, δεν γυρίστηκε ποτέ. Της πρότεινα να βγούμε μαζί το βράδυ. Κι εκείνη δέχτηκε.
Βγαίνοντας από το μαγαζί, ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος. Το είχα ξεχάσει. Έτρεξα στο σπίτι όπου έμενα, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα να προλάβω το πρώτο λεωφορείο για τον Βόλο.
Ο χρόνος της αλητείας μου δυστυχώς είχε μόλις τελειώσει.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

στη μέση

Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια κάπου, όχι πολύ μακριά από εδώ όπου σήμερα βρίσκεται ετούτη η πόλη υπήρχε ένα χωριό. Και ο θάνατος στο μικρό αυτό χωριό δεν ήταν έτσι όπως τώρα εμείς τον ξέρουμε ή φανταζόμαστε πως είναι.
Κάποτε, όποιος πέθαινε του δινόταν μια προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών, μέσα στην οποία μπορούσε να αποφασίσει αν ήθελε να παραμείνει νεκρός ή να επιστρέψει στη ζωή ή σε ό,τι ήταν αυτό που άφηνε πίσω του πεθαίνοντας. Οι δικοί του άνθρωποι τις είκοσι τέσσερις εκείνες ώρες έκαναν τα πάντα για να τον πείσουν να μη φύγει για το χωρίς επιστροφή ταξίδι, μέχρι που τελικά η προθεσμία έληγε και αν ο νεκρός δεν είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη, τότε οι δικοί του άνθρωποι έπαυαν να είναι δικοί του, αφού μεταξύ των νεκρών δεν υπάρχουν δικά μου και δικά σου.
Το γεγονός, ότι ελάχιστοι νεκροί όλα αυτά τα χρόνια διάλεξαν να γυρίσουν πίσω, ίσως και να αποδεικνύει πως η μετά θάνατο ζωή δεν είναι και τόσο κακή, όσο εμείς νομίζουμε. Κάποιοι πιστεύουν, πως όσοι επιστρέψανε, το έκαναν μάλλον από συνήθεια και πως, αφού η συνήθεια είναι και αυτή μια μορφή θανάτου, η απόφαση τους δεν άλλαζε και πολύ τα πράγματα. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που αποδίδουν την επιμονή των νεκρών να παραμείνουνε νεκροί στο λεγόμενο νεκρικό πείσμα.
Ο τελευταίος νεκρός που έκανε χρήση του προνομίου των είκοσι τεσσάρων ωρών και αντί για την τελευταία κατοικία προτίμησε ξανά το πατρικό του σπίτι, ήταν ο Νικόλαος ο μεγάλος.
Ο τελευταίος αυτός, οικιοθελώς νεκραναστημένος, ήταν ένα παιδί του χωριού, που τίποτα σπουδαίο δεν είχε κάνει στη ζωή του και που τίποτα μεγάλο δεν είχε να ονειρεύεται και που τον είπανε έτσι, μόνο και μόνο για να τον ξεχωρίσουν από τον μικρό του αδερφό του, τον μικρό Νικόλαο. Αυτός επέστρεψε κανονικά και έζησε μετά τον πρώτο του θάνατο άλλα δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια και πρόλαβε ανάμεσα στα άλλα να κάνει και δυο παιδιά.
Όταν όμως πέθανε για δεύτερη φορά, και με τρόπο πολύ φριχτότερο από την πρώτη, ούτε να ακούσει δεν ήθελε για προθεσμίες και επιστροφές. Και για να μην τον ζαλίζουν οι δικοί του με τις κλάψες, τα παρακάλια και τις απειλές τους, μάζεψε τριγύρω από το σπίτι, όπου τον ξενυχτούσανε, ένα κοπάδι γάτες και τις έβαλε όλες μαζί να νιαουρίζουν δυνατά να μην ακούει τους ανθρώπους.
Ο αδερφός του, ο Νικόλαος ο μικρός, μετά το θάνατο του μεγάλου, και για να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους πως είχε πια και αυτός με τη σειρά του μεγαλώσει, πήρε κοντά του τα δύο ορφανά ανίψια του και τα ανάθρεψε σαν να ήτανε παιδιά δικά του και ακόμα χειρότερα. Και για να μη ξεχνιόμαστε, ονόμασε τον έναν Χαρίλαο μικρό και είπε τον άλλο Χαρίλαο μεγάλο, αν και τα αδέρφια έτυχε να γεννηθούν μαζί και όσο και αν έσπαγαν το κεφάλι τους, δεν το κατάφερναν να θυμηθούν ποιος είχε βγει πρώτος και ποιος δεύτερος από τη σπηλιά στον κόσμο.
Οι δυο Χαρίλαοι μεγάλωσαν τρώγοντας από το ίδιο ξύλινο πιάτο και πίνοντας από το ίδιο πέτρινο ποτήρι, μέχρι που κάποτε το ξύλο κάηκε και έσπασε η πέτρα. Όλα μαζί τα πρωτοκάνανε και έτσι μαζί με τους ανθρώπους και της ζωής οι εμπειρίες παλεύανε τα δίδυμα τα ορφανά να ξεχωρίσουν. Κάθε πρωινό μαζί τους έβρισκε να τρέχουν στην αυλή τη μέρα να προλάβουν και κάθε βράδυ το ίδιο χάρτινο όνειρο πάνω στο ίδιο μαξιλάρι στα δύο το μοιράζαν, μέχρι που σκίστηκε κομμάτια το χαρτί και ο άνεμος τα σκόρπισε στο δάσος.
Και όταν έφτασαν στα δώδεκα και ανέβηκαν στην πλατεία, στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού, εκεί, στο κέντρο του κόσμου τους, μαζί το πρωτοείδανε και το ερωτευτήκανε παρέα το ίδιο ακριβώς κορίτσι.
Στα δώδεκα την είδανε, στα δεκατρία την άκουσαν να τραγουδά, στα δεκαπέντε μάζεψαν από κάτω το μαντήλι της και όλο το βράδυ το μυρίζανε, μέχρι που μέθυσαν το άρωμα και δάρθηκαν αλύπητα. Στα δεκαοκτώ ξανά στο πανηγύρι και πάνω στο χορό από ένα χέρι της κρατήσανε. Τέλειωσε κάποτε ο χορός, το πανηγύρι έσβησε και οι τρεις τους εκεί, στο κέντρο της πλατείας απέμειναν να περιμένουν να δουν τον κύκλο των αισθήσεων να κλείνει με ένα φιλί στο στόμα.
Μα εκείνη, μες στο παιχνίδι και πάνω στο χορό, ούτε που το κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και τα χρόνια.
«Διάλεξε!», της είπανε και όλο της έσφιγγαν τα χέρια να σπάσουνε τα δάχτυλα μαζί με τη θέλησή της. «Δώστε μου μια μέρα! Μια μέρα μόνο και αύριο θα σας πω», απάντησε εκείνη. Της άφησαν οι δυο Χαρίλαοι τα χέρια, το σφίξιμο όμως έμεινε και ύστερα γύρισαν στα σπίτια τους και οι τρεις να κοιμηθούνε να μην τους βρει άγρυπνους και αδύναμους της άλλης μέρας η μεγάλη απόφαση.
Μα όσο κι αν την περίμενε η καρδιά, όσο κι αν το κορμί την ποθούσε, η μέρα η επόμενη δεν έφτασε στην ώρα της. Ξάπλωσαν τα δύο ορφανά στο μαξιλάρι τους και πριν έρθει το όνειρο τα μάτια να τους κλέψει, την εξώπορτα ακούσαν να βροντά. Βροντούσε μες στη νύχτα ο κόσμος όλος, που κάπου μακριά είχε, λέει, ξεσπάσει ο πόλεμος, την ώρα που στο μεγάλο πανηγύρι, στον κόσμο τον δικό τους, ακόμα εκείνοι χόρευαν. Ζηλιάρης πόλεμος, δικό του έστησε χορό και με το ζόρι όλους τώρα τους καλούσε.
Άνοιξε των ορφανών ο πατριός την πόρτα που κόντευαν με τις βροντές τους να την γκρεμίσουνε οι στρατονόμοι και έπεσε στα πόδια τους να τους παρακαλά, «Μη μου τους πάρετε μαζί σας και τους δυο! Γέρος, μονάχος άνθρωπος, ποιος θα μου μείνει στη δουλειά να με βοηθάει;» «Τι δουλειά κάνεις, θείο», τον ρώτησαν εκείνοι και πάλευαν κάτω από τα καπέλα τους τα γέλια τους να κρύψουν. «Έχω γάτες, τις καλύτερες! Κοντά δύο αιώνες τώρα, εμείς γάτες εκτρέφουμε στην οικογένειά μας. Ό,τι γάτα ζητάς, εδώ την έχουμε! Γάτες κυνηγούς να ξετρυπώνουν το κακό και γάτες φύλακες, απ’ το κακό να σε φυλάνε. Νοικοκυράδες γάτες, στο σπίτι να γυρνάς και να τα βρίσκεις όλα έτοιμα και γάτες δουλευταρούδες, σε όλα εκείνες να γυρνούν και εσύ να τεμπελιάζεις. Γάτες κακές, γάτες καλές, μάγισσες, παραμάνες, φονικές και ερωτιάρες γάτες».
Κοιτάχτηκαν, γυαλίστηκαν, λύσαν και δέσαν τρεις φορές τις ζώνες τους στη μέση οι στρατονόμοι και έπειτα στο αυτί του γέρο-Νικόλαου του μικρού έσκυψαν και του είπαν, «δώσε μας τότε μια γάτα πολεμίστρια και το μεγάλο σου το γιο και χάρισμα σου ο μικρός! Στον πόλεμο ή στου σπιτιού του την αυλή, όπου και να κρυφτεί, όταν θα φτάσει εκείνη η στιγμή, θα έρθει τότε μονάχος ο κυρ-θάνατος και θα σου τον γυρέψει».
Δεν πρόλαβε να σηκωθεί ο πατριός και έπεσε στα γόνατα ξανά το θεό του να ευγνωμονεί και το στρατό του να δοξάζει. Και άρπαξαν κάτω από τα καπέλα τους οι στρατονόμοι το μεγάλο τον Χαρίλαο και έφυγαν τρέχοντας άλλες πόρτες παραδίπλα να βροντήξουν.
Για ένα ξένο πόλεμο ξεκίνησε ο μεγάλος γιος με ένα στεγνό, κοκαλιάρικο, πράσινο γατί στην αγκαλιά, μια τα δόντια του στο μπράτσο να του μπήγει, μια να του γλύφει τις πληγές. Δάκρυσε το παιδί δάκρυ λευκό και παγωμένο, που έφευγε μακριά λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη απόφαση. Έκλαιγε δίπλα του και ο γάτος από μανία και θυμό και μαύρο δάκρυ ματωμένο του πότιζε τα μουστάκια.
Μα πριν το σπίτι του και το χωριό του αφήσει έβαλε το μικρό του αδερφό όρκο βαρύ και ιερό να δώσει, πως ό,τι και αν του συνέβαινε, όσα και να περνούσαν χρόνια, πριν λήξει ο ξένος πόλεμος, πριν δει τον αδερφό του στην αυλή να επιστρέφει, εκείνης την απόφαση και το φιλί δε θα τολμούσε να ζητήσει. Πως, όσο και αν και οι δυο τους κρυφά το λαχταρούν, όσο βαστάει το κακό, τον πόλεμο ποτέ δε θα αφήσουν με τρόπο ύπουλο και άδικο να τους παντρέψει. Και ορκίστηκε ο μικρός στους δύο θανάτους του πατέρα τους πως την υπόσχεσή του θα τηρήσει.
Τέσσερα χρόνια κράτησε ο πόλεμος και όσο με τη μαυρίλα του μουτζούρωνε τον κόσμο, νέα δεν έφταναν στο χωριό ούτε για το μεγάλο Χαρίλαο μα ούτε για το γάτο.
Τον πέμπτο χρόνο έμαθαν πως στέρεψε για την ώρα το κακό και όσοι από τους νέους δεν αλέστηκαν από της μάχης τα σιδερένια δόντια, αρχίσανε στα σπίτια τους να επιστρέφουν σέρνοντας πίσω τους ό,τι τους είχε περισσέψει ζωντανό, ψάχνοντας να κρυφτούν σε ό,τι όρθιο απέμεινε για να τους περιμένει - σε αυτό που αργότερα το ονόμασαν ειρήνη και που με τίποτα, από ό,τι είχαν να θυμούνται, τώρα πια δεν έμοιαζε. Κανείς τους δεν ήξερε ποιος κέρδισε τον πόλεμο και ποιος χαμένος βγήκε, μα όλοι τους έβρισκαν κάποια παλικαριά να αφηγηθούν στους άλλους. Ούτε στιγμή οι άλλοι μη νομίσουνε πως βάρος δεν τους έμεινε πάνω στης ζωής τη ζυγαριά να ρίξουν.
Τόσους αιώνες αδικαιολόγητης ζωής πάνω σε ετούτον τον παράλογο πλανήτη, όλοι τους νομίζανε πως προχωράν μπροστά και μόνο όταν άγγιξαν τον πάτο, είδαν τριγύρω τους τον βούρκο να τους πνίγει.
Τόσες γενιές ανθρώπων, τόσα πειράματα, τόσες δυνάμεις, σκέψεις και πάθη αναλώσιμα. Μόνο το σύστημα το αλάνθαστο απέμεινε να λειτουργεί μηχανικά σαν ακριβό ρολόι. Τσακίσανε τα χέρια τους να το κουρδίζουνε, αντί να δώσουν μια με το ξερό τους το κεφάλι και να το σπάσουνε κομμάτια. Πίστεψαν πως το ρολόι είναι εκείνο που τους ρυθμίζει τις ζωές. Βαφτίσανε τους δείκτες του θεό και μοίρα και όποτε εκείνο βαρούσε δώδεκα, σηκώνανε τα άρματα και έφευγαν για τη μάχη.
Τόσο κακό, τόσο άδικο, χαθήκανε οι άνθρωποι μέσα στον ψεύτη πόλεμο και έχασαν τον αληθινό. Από τον ξένο πόλεμο τυφλοί επέστρεψαν, ηλίθιοι και σακάτηδες και μες στην ηρωική αναπηρία τους, ξέχασαν να κηρύξουν τον δικό τους. Και ύστερα είπανε πως η ειρήνη είναι αγαθό και όπως όλα τα αγαθά, έτσι και αυτό πουλιέται και αγοράζεται. Τις τσέπες τους γυρίσανε ανάποδα και με όσα κέρματα τους είχαν περισσέψει για ένα χωραφάκι ειρήνη ζητιανέψανε, ενέχυρο έβαλαν την ψυχή τους για ένα δωμάτιο ήσυχη ζωή.
Όμως, ο μεγάλος πόλεμος, ο αληθινός, πάντα θα είναι εκεί και πάντα αιτίες απλόχερα σε όλους θα προσφέρει. Πάντα θα περιμένει των ανθρώπων την ιερή οργή κάποτε να ξεσπάσει. Ένας ύστατος πόλεμος πανανθρώπινος και όχι απλά παγκόσμιος, η τελευταία ευκαιρία. Μια μεγάλη μάχη που θα γκρεμίσει τα όρια του πλανήτη και του σύμπαντος.
Κι ας είναι ο πιο βαθύς εμφύλιος και αδελφοκτόνος σπαραγμός. Να είμαι εγώ και να έχω απέναντι εμένα. Και ας μη μείνει στο τέλος τίποτα.
Κάποιοι, λοιπόν, στο χωριό και σε αυτό που αργότερα ονόμασαν ειρήνη επέστρεψαν, μα όταν τους ρωτούσανε τι απέγιναν το πράσινο γατί και του διπλοπεθαμένου ο μεγάλος γιος, κανένας τους απάντηση δεν έβρισκε να δώσει.
Έναν ακόμα χρόνο περίμενε ο Χαρίλαος ο μικρός αριστερά ακούγοντας και δεξιά κοιτώντας και όταν και αυτός ο χρόνος πέρασε, είπε πως πάει, τέλειωσε, μεγάλο αδερφό δεν έχει πια να περιμένει και πως του όρκου του τα ιερά δεσμά λυθήκανε και με άλλα δεσμά ιερότερα έφτασε ο καιρός να δέσει τη ζωή του.
Κάλεσε τότε εκείνην στην πλατεία να της ζητήσει την απόφαση, αφού του φάνηκε πως είχε ξημερώσει επιτέλους της μεγάλης μαύρης νύχτας η μέρα η επόμενη, η φωτεινή, και της απάντησης η ώρα. Κι αν πριν από τον πόλεμο εκείνη είχε να επιλέξει ανάμεσα στον μεγάλο Χαρίλαο και στον μικρό του αδερφό, τώρα απέμεινε να αποφασίσει αν τον μικρό ή τον νεκρό Χαρίλαο για άντρα της θα έπαιρνε. Δύσκολο πια δεν ήταν.
Και πήρε ο μικρός Χαρίλαος εκείνης τα φιλιά ως αρραβώνα και προκαταβολή του γάμου τους, που ορίστηκε για την αρχή του φθινοπώρου, πριν να στερέψει ο Σεπτέμβριος και αφού για τα καλά των γάτων του η νέα πια σοδειά θα έχει ωριμάσει.
Μέρες και νύχτες το γάμο τον ετοίμαζαν και είχε το χωριό ολόκληρο στις ετοιμασίες αυτές ριχτεί, μήπως και μέσα στων άλλων τη χαρά ξεχάσει ο κόσμος τον πόνο τον δικό του. Και από τη μεγάλη τους χαρά, που έτσι ξαφνικά τέτοια τους έτυχε χαρά να μοιραστούνε, Χαρά την είπανε τη νύφη του Χαρίλαου. Μια που τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα του κόσμου και του χωριού συνήθειο πριν από το γάμο να βαφτίζουν τους μελλόνυμφους, αφού ο γάμος όλους εκείνους και εκείνες, κάποιους και κάποιες έπρεπε να τους κάνει.
Σαράντα δέντρα γκρέμισε μόνος του ο Χαρίλαος ο μικρός, τραπέζι απέραντο να φτιάξει για του γάμου τη γιορτή, όλο τον κόσμο πάνω του να χωρέσει. Σηκώθηκε όλο το χωριό στο πόδι μέσα στη νύχτα από του δάσους τα ξεφωνητά, μα είπανε πως τέτοια λαμπρή γιορτή τόση σφαγή την επιτρέπει.
Σαράντα γάτες έγδαρε μονάχος ο γαμπρός, να ράψει με το δέρμα τους ρούχα της παντρειάς, του ζευγαριού τη γύμνια καλά μέσα τους να την κρύψουν. Σείστηκε ο τόπος από του σφαγείου τις στριγκλιές, μα έλεγαν πως τόσα και άλλα τόσα στρέμματα πόνου και πάλι μιας σπιθαμής χαρά να τη γεμίσουν δεν μπορούνε.
Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες χρειάστηκαν να ετοιμαστούν ο γάμος και η γιορτή. Και όσα γατιά από του ράφτη το βελόνι γλύτωσαν, τα απλώσανε τριγύρω από το τραπέζι τραγούδια της χαράς να τραγουδούν και ο κόσμος να χορεύει. Και όσα δέντρα ξέφυγαν από τα καρφιά του ξυλουργού πλάι στο τραπέζι τα έφεραν και αυτά, σκιά να ρίχνουν στη χαρά, ήλιος να μην τη βλέπει.
Τέλος στην κορυφή του τραπεζιού τη νύφη, εκεί ψηλά την έβαλαν να κάτσει, όλου του κόσμου τη χαρά μες στα λευκά της να επιβλέπει, μην της ξεφεύγει τίποτα.
Και άρχισε ο γάμος και η χαρά και έστησε ο κόσμος άγριο χορό. Τρόμαξε η φύση και ο θεός από των ανθρώπων τη γιορτή και τα πουλιά, με τα μάτια τους κλειστά και τα αυτιά τους βουλωμένα, πετάξαν μακριά για να κρυφτούνε. Έτρεμε η γη από τα πατήματα των χορευτών και όλο έλεγες πως όπου να ‘ναι θα ανοίξει το αρχαίο το πηγάδι, που πάνω του είχανε οι παλιοί κάποτε χτίσει το χωριό και όλοι τους θα γκρεμιστούνε μες στην κοιλιά του βράχου.
Τα γατιά τραγούδαγαν χορούς, τραγούδια χόρευαν τα δέντρα και πάνω στο τραγούδι τους και πλάι στο χορό, έπιασε έτσι ξαφνικά και απρόσκλητα ο γέρο-θάνατος να στρώνει το χαλί του. Για να βρει δρόμο το κακό ανάμεσα από τη γιορτή και τη χαρά, χωρίς να βρέξει τα ποδάρια του και μέσα να περάσει.
«Τι γιορτάζουμε», ρώτησε από την πόρτα ο ξένος και ένα πράσινο γατί στον ώμο του γαντζωμένο τα δόντια του έτριξε δυνατά και όλη η αυλή βουβάθηκε. «Παντρεύουμε τον μικρό Χαρίλαο», πρόλαβε κάποιος να φωνάξει και κάποιος άλλος με βήματα δειλά πλησίασε τον ξένο, από κοντά να τον κοιτάξει, αφού κάτι του θύμιζε. «Αλήθεια; Και ποια παίρνει;» Και άνοιξε στα δύο ο χορός για να φανεί η νύφη. «Παντρεύεσαι τέτοια όμορφη κοπέλα, μικρέ Χαρίλαε, και τον μεγάλο σου αδερφό στην ευτυχία σου ξέχασες να καλέσεις;» Και έπεσε ο ένας αδερφός στον άλλο πάνω να αγκαλιαστούν και πήδηξε κάτω ο γάτος ο πολεμιστής τα άλλα τα γατιά από την αυλή να διώξει.
«Διπλή χαρά! Τις θέσεις μην εγκαταλείπετε! Το γλέντι συνεχίζεται!», βιάστηκε ο μικρός Χαρίλαος να διατάξει και στο χορό και το τραπέζι μαζί του τράβηξε τον ξένο, που ακόμα ξένος σε όλους έμοιαζε και εκείνου όλα τριγύρω ξένα του φαίνονταν.
«Δεν έχει μείνει σκαμνί ελεύθερο, ο αδερφός σου να καθίσει», φώναξε το χωριό και όλοι από τις θέσεις τους ασάλευτοι κοιτάζανε τον ξένο, που ήρθε έτσι μουτζουρωμένος, σκοτεινός, από το πουθενά του χρόνου, τη χαρά και τη γιορτή ακάλεστος να λερώσει. «Τώρα πάω στο δάσος μόνος μου, άλλο ένα δέντρο να γκρεμίσω, να φτιάξω κάθισμα καλό του αδερφού μου, να κάτσει να ξεκουραστεί, να φάει, να πιει, να μοιραστεί μαζί μου τη χαρά», είπε ο μικρός Χαρίλαος και η νύφη έσκυψε κι άλλο το κεφάλι, που άκουσε χαρά και νόμισε πως έλεγαν για εκείνη.
Άρπαξε το καλό τσεκούρι του με τη διπλή την κόψη και κίνησε να φύγει, αλλά στα τρία βήματα τον πρόλαβε ο μεγάλος. «Περίμενε! Έρχομαι κι εγώ μαζί σου.»
Και έτσι για το δάσος ξεκίνησαν οι τρεις, τα δυο αδέρφια παρέα με το τσεκούρι τους, να πάνε, το λάθος για να διορθώσουν. Ένα σκαμνί λιγότερο $ μια μέρα παραπάνω. Και απέμειναν ο κόσμος, η νύφη και η γιορτή τριγύρω από το τραπέζι ακίνητοι και σιωπηλοί να περιμένουν. Μα οι δίδυμοι δε βιάζονταν και είχαν πολλά να πούνε μετά από τόσα χρόνια, μα έτρεχε το τσεκούρι τους μπροστά και εκείνοι πίσω του λαχανιασμένοι να το προλάβουν προσπαθούσαν.
Παρέα για το δάσος έφυγαν, στο σπίτι όμως πίσω γύρισε μόνο ο ένας και αυτός με σώμα ακέφαλο, αφού οι δυο τους, από το πολύ το λάθος, μες στο δάσος θόλωσαν και αντί για δέντρα ο ένας τον άλλον διάλεξε από τη ζωή να ξεριζώσει. Πώς ακριβώς έγινε το κακό κανείς ποτέ δεν έμαθε. Και όσα από τα δέντρα ρώτησα να μου πουν, απάντηση δεν έδωσαν και αλλού έστρεψαν τα κλαδιά τους.
Κάποιοι είδαν του μικρού Χαρίλαου το ακέφαλο κορμί με τα λευκά του μες στο αίμα βουτηγμένα να τρέχει πίσω στο χωριό. Λένε πως τα κατάφερε και έφτασε μέχρι και του σπιτιού του την αυλή, μα μόλις πέρασε την πύλη και στάθηκε έτσι βουβός και ασάλευτος μπρος στο τραπέζι της χαράς, ντράπηκε που δεν είχε μάτια για να δει, που χείλη δεν του έμειναν τη νύφη να φιλήσει και μπρος στα πόδια της κατέρρευσε.
Κάποιοι είπαν ο μεγάλος αδερφός μετά το φονικό πως χάθηκε για πάντα μες στο δάσος, που όλοι γνώριζαν καλά από πού αυτό ξεκίναγε, που όμως τέλειωνε κανένας δεν μπορούσε να μαντέψει. Είπανε, πως κρυμμένος ανάμεσα στα δέντρα, έγινε στο τέλος δέντρο και αυτός και απέμεινε έτσι όρθιος να περιμένει τη σειρά του, άλλα τσεκούρια κάποτε να έρθουνε κι αυτόν να τον γκρεμίσουν.
Και το επόμενο πρωί, μέσα σε ένα χαντάκι βρήκαν το πράσινο γατί, μέσα στη λάσπη να κυλιέται παιχνιδιάρικα και να έχει δίπλα του ένα κεφάλι ασώματο να γλύφει και με πείσμα να δαγκώνει.
Και παραδίπλα όρθιο, στο χώμα καρφωμένο ένα τσεκούρι να στέκεται ξεδιάντροπα, καμαρωτό να επιδεικνύει τις δυο του φονικές αιχμές, αμετανόητο τη φρίκη να θυμίζει.
Οι άνθρωποι ήθελαν να διορθώσουν το κακό και είπανε πως δεν είναι ακόμα αργά, αφού από το φονικό δεν είχε περάσει ακόμα η προθεσμία, που δικαιούται ο νεκρός το θάνατό του να αρνηθεί και στη ζωή πίσω να επιστρέψει. Και βάλθηκαν με παρακάλια και ταξίματα τον μικρό νεκρό Χαρίλαο να πείσουν. Μα γρήγορα τα παρατήσανε, αφού δεν ήξεραν σε ποιον τα λόγια τους να στρέψουν, αφού το ακέφαλο κορμί κανέναν τους δεν άκουγε και η ασώματος η κεφαλή τίποτα δεν ποθούσε.
Και εκείνη, που πριν από το γάμο τη βάφτισαν Χαρά χωρίς του Χάρου τη γνώμη να ρωτήσουν, να αλλάξει όνομα ξανά αρνήθηκε, μα δέχτηκε το σπίτι της και το χωριό να εγκαταλείψει, αφού από το δάκρυ και το αίμα το πολύ είχαν τόσο στενέψει που πια δεν τη χωρούσαν. Και έτσι τύλιξε μες στα λευκά της το τσεκούρι, το μόνο που της είχε απομείνει και με τον πόνο παραμάσχαλα κατέβηκε στην πόλη. Αγόρασε ένα σπιτάκι, χαμένο κάπου στης πόλης τις πλαγιές και έζησε άλλα σαράντα χρόνια κρυμμένη μέσα σε δωμάτια και πίσω από κουρτίνες. Γέρασε περιμένοντας και ξέχασε γερνώντας, τι ήταν αυτό που έχασε, τι είχε πια να περιμένει. Και έτσι ξεχνώντας, μόνη πέθανε και ευτυχισμένη.
Μα αφού δεν πρόλαβε να ζήσει την μητρότητα και των δικών της των παιδιών το κλάμα και το γέλιο, στην πόλη χάρισε το σπίτι μετά το θάνατό της για να το κάνουνε οι άνθρωποι σχολείο. Και ζήτησε παρέα με το τσεκούρι να τη θάψουνε, που ακόμα το κρατούσε μέσα στα νυφικά της τυλιγμένο. Μα οι γείτονες την επιθυμία της την πήρανε για αστείο και το χατίρι της το τελευταίο δεν της το έκαναν και έτσι άοπλη, ντυμένη στα λευκά την άφησαν να φύγει. Και το τσεκούρι ξέμεινε ορφανό σε μια παλιά ντουλάπα, στο πιο ψηλό της ράφι, κρυμμένο μέσα σε εφημερίδες κίτρινες και ειδήσεις ξεχασμένες.
Μες στο σκοτάδι να τροχίζει μόνο του τις δίδυμες αιχμές, ανάσταση παθών να περιμένει.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Μαγεία

Είχε μόλις αγοράσει ένα καινούριο μπλου τζιν και ήθελε να το φορέσει οπωσδήποτε εκείνο το απόγευμα. Θα πηγαίναμε για καφέ και μετά ίσως σινεμά. Κάθε φορά που πηγαίναμε για καφέ, καφέ μόνο εγώ έπινα. Εκείνη έπαιρνε σοκολάτα ή τσάι ροδάκινο. Στο σινεμά, αντιθέτως, την ταινία την έβλεπε μονάχα εκείνη. Εγώ συνήθως κοίταζα εκείνη να παρακολουθεί την ταινία. Ήταν απίστευτη μες στο ημίφως της αίθουσας. Τα μάτια της συστέλλονταν και διαστέλλονταν ανάλογα με την ένταση της σκηνής. Μαγεία! Η δική μου εκδοχή γι’ αυτό που λένε «μαγεία του κινηματογράφου».

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Καλπάζοντας

Τον γνώρισα σε μια παραλία της Πιερίας το άγριο καλοκαίρι του ’94. Εγώ λιαζόμουν κι εκείνος ψάρευε. Και οι δυο μας παιδευόμασταν. Εγώ με την καλπάζουσα φαντασία μου κι αυτός με τον καρκίνο τον καλπάζοντα. Και αυτό νομίζω πως είναι το πιο σιχαμερό λογοπαίγνιο που θα μπορούσα ποτέ να κάνω.
Οκτώ μήνες το πολύ. Τόσο του είχαν προβλέψει οι γιατροί. Και ο Νικόλας τούς είχε θεωρήσει αρκετούς. Για να προλάβει όσα δεν πρόλαβε σε τριάντα τρία χρόνια.
Τον ξαναείδα το καλοκαίρι του ’95. Με θυμήθηκε. Μου πρότεινε να ψαρέψουμε παρέα. Χάρηκα που τον είδα. Και που είχε κατορθώσει τους οκτώ των γιατρών να ξεπεράσει. Πίστευα τότε πως κάθε μικρή ήττα των επιστημόνων αντιστοιχεί σε ένα κομμάτι θριάμβου για την ανθρωπότητα.
Όταν συναντηθήκαμε ξανά το καλοκαίρι του ’96, ξαφνιάστηκα στ΄ αλήθεια. Δεν με θυμόταν. Έπρεπε εγώ να του θυμίσω. Είχε στο μεταξύ ξεπεράσει όλες τις προβλέψεις. Κουρέλια είχε κάνει τα νεύρα όλων των ειδικών. Η περίπτωσή του απασχολούσε ήδη τα ιατρικά συνέδρια.
Το καλοκαίρι του ’97 δεν μιλήσαμε καθόλου για τον καλπάζοντα. Τον ξεχάσαμε. Μου μίλησε επιτέλους για το πώς περνούσε όλα αυτά τα χρόνια παρέα με το κακό. Για το πώς είναι να ζεις κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία σου.
Από τότε δεν ξαναπήγα ποτέ στην Πιερία. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Μπορεί και να ψαρεύει ακόμη κάπου. Μπορεί και να καλπάζει κάπου παρέα με τον καλπάζοντα. Μπορεί και να βαρέθηκε ο ένας τον άλλον και να χωρίσανε σαν φίλοι. Μπορεί ακόμα μπορεί και να ‘χει πια τρελαθεί. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποτε να μάθω πως έφυγε πριν κυλήσουν καν οι οκτώ της αρχικής πρόβλεψης.
Πρόσφατα βρέθηκα σε δίλημμα. Το ζήτημα που με απασχολούσε ήταν αυστηρά προσωπικό. Τόσο που το μοιράστηκα με ολόκληρο τον κόσμο. Και ο κόσμος με συμβούλεψε διάφορα. Και κάποιος μου είπε, «Κάνε αυτό που θα έκανες σαν να ήταν η μέρα αυτή η τελευταία σου!» Τότε θυμήθηκα τον Νικόλα. Και πήγα για ψάρεμα. Και τότε ποιος θα ρωτήσει να μάθει ποτέ το γιατί;

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Καμιά δουλειά δεν ειν' ντροπή

Δεν έχω δουλέψει ποτέ στη ζωή μου. Επαγγέλματα βέβαια άλλαξα πολλά. Και τώρα, αν κάποιος με ρωτήσει, πως είμαι δικηγόρος θα του πω. Μου αρέσει να δίνω αυτή την απάντηση. Την προτιμώ από άλλες που έδινα παλιότερα.
Άλλωστε δεν είναι και τελείως ψέματα. Και στην ταυτότητά μου δικηγόρος λέει πως είμαι. Κι έπειτα είναι ωραία δουλειά. Αξιοπρεπής και προσοδοφόρα.
Με τα λεφτά που βγάζω από τη δικηγορία που δεν ασκώ σκέφτομαι να κάνω κάποτε μια δική μου επιχείρηση. Μια επιχείρηση που ήδη την έχω φτιάξει μες στο μυαλό μου. Κι εκεί μέσα η επιχείρηση δουλεύει κανονικά. Εδώ και χρόνια. Και προσωπικό απασχολεί. Και λογιστικά βιβλία κρατάει. Και η πελατεία της αυξάνεται διαρκώς και πληθύνεται. Δεν έχει κέρδη βέβαια ακόμα, αλλά ευτυχώς ούτε και ζημίες. Κι έπειτα υπάρχει και η δικηγορία που δεν ασκώ από την οποία μπορώ ακόμα τα προς το ζην να προσπορίζομαι.
Ο τομέας στον οποίο δραστηριοποιείται η επιχείρησή μου είναι τα λάθη. Έρευνα, διαχείριση και εξαγορά λαθών.
Ο κόσμος πάντα έκανε και πάντα θα κάνει λάθη. Κανείς όμως ως τώρα δεν σκέφτηκε την ανάγκη των ανθρώπων να ξεφορτωθούν τα λάθη τους. Αυτή την ανάγκη έρχεται να καλύψει η επιχείρησή μου.
Βάση της επιχείρησης είναι η τράπεζα λαθών που έχω δημιουργήσει. Εκεί μπορεί ο καθένας να καταθέσει το λάθος του. Και όχι μόνο. Μπορεί, εάν το επιθυμεί, να το ανταλλάξει με κάποιο άλλο λάθος. Με το λάθος ενός άλλου ανθρώπου. Ακόμη και με ένα δικό μου. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος της τράπεζας από δικά μου λάθη αποτελείται. Διότι αυτό που είναι λάθος για έναν πελάτη μου, μπορεί να είναι σωστό για κάποιον άλλον.
Αν πάλι κάποιος δεν βρει στην τράπεζα των λαθών ένα σωστό λάθος για να το ανταλλάξει με το δικό του, του προσφέρεται η δυνατότητα να αποσύρει απλώς το λάθος του. Ως αντάλλαγμα η επιχείρηση του παρέχει ένα άλλο λάθος παρόμοιο με το δικό του αλλά σαφώς μικρότερο. Γιατί όλα τα μεγάλα λάθη ξεκίνησαν κάποτε από μικρά λαθάκια. Και τα μικρά λαθάκια αντιμετωπίζονται ευκολότερα. Οι περισσότεροι όμως τα αφήνουμε και μεγαλώνουν κι έπειτα τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε με αυτά. Αυτή τη δεύτερη ευκαιρία προσφέρει η επιχείρηση με το πρόγραμμα απόσυρσης λαθών.
Ελπίζω και εύχομαι πως, όταν η επιχείρηση πάψει να βρίσκεται μόνο στο μυαλό μου και βγει στους δρόμους, θα βρεθεί επιτέλους κάποιος που να θέλει να ανταλλάξει κάποιο λάθος του με ένα από τα δικά μου. Δεν μπορώ να το πιστέψω πως δεν υπάρχει ούτε ένα λάθος μου που να μην είναι σωστό για κάποιον. Για απόσυρση βέβαια ούτε συζήτηση. Όλα τους πλέον είναι τόσο μεγάλα που κανέναν δεν εξυπηρετούν.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

ο θησαυρός του Αγίου Μιλιτάριου

Στις αρχές της δεκαετίας του 19…, εξαιτίας μιας πολύ αστείας και μακάβριας παρεξήγησης, η πόλη ολόκληρη βρέθηκε για τελευταία μάλλον φορά κάτω από ξένη κατοχή. Οι δεκαετίες και οι κατοχές που ακολούθησαν ήταν όλες δικές μας και για το λόγο αυτόν δε μετράνε για τους ιστορικούς και ίσως μονάχα για τη γεωγραφία και για την υψηλή ραπτική να έχουν κάποια, ελάχιστη πάντως, σημασία. Και έπειτα ξένη κατοχή πλέον δε γίνεται να υπάρξει, αφού ούτε καν ξένοι δεν υπάρχουν πια.
Οι ξένοι τότε, αν και στην αρχή ήρθανε σαν φίλοι παλιοί, νέοι προστάτες και αιώνιοι θαυμαστές της πόλης, όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν και πολύ δημοφιλείς εδώ, στους ανθρώπους. Και η πόλη, αν και πάντοτε φημιζότανε για τη $μέχρις ανοησίας καμιά φορά$ φιλοξενία της, ποτέ δεν τους φέρθηκε ιδιαίτερα φιλικά και όλο αναζητούσε ευκαιρίες και αφορμές να τους στενοχωρεί και να τους πληγώνει. Για αυτό το λόγο και εκείνοι σύντομα άρχισαν να θυμώνουν, να σκληραίνουν και να αγριεύουν και αντί για δημόσιες σχέσεις, να κάνουνε διάφορα άσχημα πράγματα.
Ένα από αυτά $και σίγουρα όχι το χειρότερο$ ήταν όταν στον τρίτο χρόνο της ξένης κατοχής, οι ξένοι έβγαλαν ένα παράξενο διάταγμα, με το οποίο ζητούσαν από όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλης, να τους παραδώσει ο καθένας τους ό,τι πιο πολύτιμο διέθετε, προστάτευε και αγαπούσε.
Αυτό έβαλε την πόλη σε μεγάλους μπελάδες, αφού οι άνθρωποι τότε με δυσκολία κατόρθωναν να ξεχωρίσουνε τι είναι πολύτιμο και τι όχι και ούτε που είχαν ποτέ σκεφτεί ως τότε ότι μπορεί μια μέρα να στερηθούν εκείνα που δεν έμαθαν ποτέ να εκτιμούν και να αγαπάνε. Έτσι, ενώ κάποιοι βιάστηκαν να παραδώσουν τη ζωή και την αξιοπρέπειά τους, οι περισσότεροι προτίμησαν να προσφέρουν στους κατακτητές πανάκριβα κοσμήματα, κακόγουστα έργα τέχνης και σπάνια γραμματόσημα.
Οι δυνάμεις κατοχής, όταν είδαν όλα ετούτα τα πολύτιμα, τα χάσανε και άρχισαν να λένε πως να, δεν ήτανε ανάγκη και πως εκείνοι ένα αστείο έκαναν, μωρέ, για να περάσει η ώρα. Αλλά οι δικοί μας επιμένανε και έλεγαν πως αν τελικά οι ξένοι δεν τα έπαιρναν, θα γινόταν μεγάλη παρεξήγηση. Έτσι, οι ξένοι συγκέντρωσαν όλον αυτόν τον πλούτο, που οι διαρρήκτες και οι ιστορικοί του $τότε$ μέλλοντος ονόμασαν «ο θησαυρός του αγίου Μιλιτάριου*», στα υπόγεια μιας εκκλησίας, όπου στεγάζονταν την εποχή εκείνη η λέσχη επιτραπέζιας αντισφαίρισης και το διοικητήριό τους.
Στον έκτο χρόνο της ξένης κατοχής, οι ξένοι βαρέθηκαν και αρχίσανε να τα μαζεύουν για να φύγουν, πάνω που η πόλη είχε αρχίσει να τους ανέχεται και να τους συνηθίζει. Επειδή, όμως, ήταν και λιγάκι ανέμελοι και ξεχασιάρηδες, έφυγαν χωρίς να πάρουνε μαζί τους τον περίφημο θησαυρό.
Δέκα χρόνια μετά, οι άνθρωποι θυμήθηκαν ξαφνικά το θησαυρό του αγίου Μιλιτάριου, όταν σε ένα τηλεπαιχνίδι άκουσαν τον παρουσιαστή να ρωτά τους διαγωνιζόμενους, εάν αξίζει, άραγε, να κερδίσει κανείς ολόκληρο τον κόσμο και για αντάλλαγμα να χάσει την ψυχή του. Τότε βγήκανε όλοι τους στους δρόμους και απαίτησαν να μάθουν που βρίσκονται τα πολύτιμά τους, που ο θρύλος και η αφέλεια τα είχαν κάνει να μοιάζουν ακόμα πιο πολύτιμα από ό,τι ήταν, όταν πριν δέκα χρόνια τα παρέδιδαν με τόση άνεση στους ξένους.
Έτσι, αφού έψαξαν σχεδόν παντού στην πόλη, στο τέλος -αποτελεί συνταγματικό έθιμό της πόλης οι έξυπνοι να κάνουν στην αρχή αυτό που αφήνουνε οι βλάκες για το τέλος- κατέληξαν στα υπόγεια του ιερού ναού του αγίου Μιλιτάριου. Μα εκεί, αντί για το θησαυρό, ανακαλύψανε έναν μονάχα ξένο στρατιώτη, που τον είχανε και αυτόν ξεχάσει οι κατακτητές πίσω τους την πόλη εγκαταλείποντας και αυτός καθόταν τόσα χρόνια εκεί, σαν βλάκας και περίμενε, νομίζοντας πως οι φίλοι του είχανε πεταχτεί για τσιγάρα στο περίπτερο.
Ο ξεχασμένος, αφού έφαγε, ήπιε, πλύθηκε και ξυρίστηκε, φανέρωσε στους σωτήρες του πως, αν και αρχικά οι ξένοι συγκεντρώσανε όλα του κόσμου τα πολύτιμα στα υπόγεια της εκκλησίας, αυτά δεν έμειναν για πολύ καιρό εκεί, αλλά σύντομα μεταφέρθηκαν αλλού, σε άλλη καλύτερη κρυψώνα, επειδή, λέει, φοβόντουσαν οι κατακτητές μην τους τα κλέψουν πίσω οι άνθρωποι της πόλης.
Έντεκα διαφορετικά σημεία στην πόλη και τα περίχωρα φιλοξενήσανε το θησαυρό κατά τη διάρκεια της κατοχής. Κάθε φορά, ωστόσο, που ένα απόσπασμα των ξένων αναλάμβανε τη μυστική αποστολή να μεταφέρει και να κρύψει τα πολύτιμα, δινόταν στον αρχηγό του αποσπάσματος κρυφά η εντολή να σκοτώσει τους υπόλοιπους, έτσι ώστε κανείς τους να μην τολμήσει και να σκεφτεί ακόμα να μαρτυρήσει την κρυψώνα.
Την τελευταία όμως φορά, ο τελευταίος αρχηγός του τελευταίου αποσπάσματος μπερδεύτηκε και από αγνό πατριωτισμό και ζήλο υπερβάλλοντα μαζί με το απόσπασμα εκτέλεσε και τον εαυτό του και έφυγε παίρνοντας μαζί το μυστικό.
Η διοίκηση των κατοχικών εξοργίστηκε στην αρχή με την επιπόλαια πράξη του αυτή, στη συνέχεια δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια και στο τέλος είπε, «Πάλι καλά, αφού με τόσες συχνές μετακινήσεις, τόσες κρυψώνες και τόσες εκτελέσεις, είχανε οι δυνάμεις μας αποδεκατιστεί».
Οι άνθρωποι, φυσικά, ούτε μια λέξη δεν πιστέψανε από όσα τους ξεφούρνισε ο ξένος στρατιώτης, αλλά επειδή τους φάνηκε φιλότιμο και καλόκαρδο παιδί, τον υιοθέτησαν και φρόντισαν μάλιστα να του βρουν κι ένα καλό κορίτσι.
Το καλό κορίτσι και ο ξεχασμένος στρατιώτης παντρεύτηκαν στην εκκλησία του αγίου Μιλιτάριου και έτσι μαζί συνέχισαν να ζούνε εκεί κάτω στα υπόγεια, όπου και δεκατέσσερα χρόνια μετά και ύστερα από προσπάθειες υπεράνθρωπες και εξωφρενικές συμπτώσεις, κατάφεραν να γίνουνε γονείς.
Ο γιος τους μεγαλώνοντας άρχισε να εμφανίζει ξεχωριστές αρετές, αλλά και να συμπεριφέρεται ολοένα και πιο αλλόκοτα. Μέχρι που, στο τέλος της εφηβείας του, αποφάσισε να αφήσει τον πατέρα και τη μάνα του και της εκκλησίας τα υπόγεια για να γίνει αστυνομικός. Έτσι, οι γονείς του γέρασαν και πεθάνανε μαζί στα βάθη του ιερού ναού με το παράπονο που δεν κατάφεραν να δούνε το γιο τους χορευτή, όπως πάντα το ονειρευόντουσαν.
Στο μεταξύ, το μυστήριο του θησαυρού των πολυτίμων φαίνεται πως είχε και πάλι για την ώρα ξεχαστεί, ενώ κατά καιρούς άλλοι θησαυροί και άλλα μυστήρια ερχόντουσαν την ήρεμη και μίζερη ζωή της πόλης να την αναστατώσουν. Ώσπου, τον Δεκέμβριο του 200…, ένα τυχαίο γεγονός έφερε ξανά στην επιφάνεια μυστήριο μαζί και θησαυρό.
Στην άκρη των ανατολικών συνοικιών της πόλης, εκεί όπου σήμερα ανατολή και δύση σμίγουν, συμπίπτουν και ενώνονται**, ζούσε ένας μηχανικός παρέα με το γάτο του. Ο μηχανικός αυτός είχε από χρόνια υποβάλει ένα σχέδιο για τη δημιουργία μιας υπόγειας σήραγγας, που θα ένωνε το κέντρο με τους αντίποδες της πόλης, διαπερνώντας κάθετα τον ίδιο τον πυρήνα του πλανήτη. Επειδή, όμως, βαρέθηκε να περιμένει από την πόλη να εγκρίνει τις φιλοδοξίες του και να τις χρηματοδοτήσει, ξεκίνησε με δικό του κόπο και έξοδα προσωπικά να πραγματοποιήσει το μεγαλόπνοο αυτό εγχείρημα, ανοίγοντας μια τρύπα στο κέντρο της αυλής του.
Οι οικονομίες του δεν του επέτρεπαν και πολλά πράγματα, αλλά ευτυχώς σε αυτό βοηθούσε από κοντά και ο γάτος, που τότε θεωρούνταν στην πόλη ένας από τους καλύτερους ζωγράφους. Οι πίνακες του γάτου πωλούνταν ολοένα και σε υψηλότερες τιμές και ο μηχανικός, ως ιδιοκτήτης και διαχειριστής του τετράποδου καλλιτέχνη και των πνευματικών του δικαιωμάτων, κατάφερε σύντομα να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια, τα οποία και επένδυσε στην υλοποίηση του οράματός του.
Οι ανασκαπτικές εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού, την εποχή που όλοι οι άλλοι κάτοικοι της πόλης σχεδίαζαν ταξίδια και διακοπές σε παρθένες γειτονιές και συνοικίες μακρινές και ανεξερεύνητες. Επτά μήνες μετά, ωστόσο, ο μηχανικός δεν είχε καταφέρει παρά να προχωρήσει τη σήραγγά του μόλις μερικές δεκάδες μέτρα.
Ήταν ένα ζεστό χειμωνιάτικο μεσημέρι, όταν τον συνάντησα χλωμό και κουρασμένο να κάθεται πάνω από την τρύπα του με ένα μολύβι και ένα θαλασσί τετράδιο και να κάνει υπολογισμούς και πράξεις. Ήταν η εποχή που ξεκινούσα από νωρίς παρέα με τον τότε μελλοντικό μου γείτονα, τον γέρο λαχειοπώλη και τριγυρνούσαμε την πόλη ψάχνοντας πώς εκείνος θα πουλήσει τους λαχνούς και πώς εγώ θα βρω να αγοράσω ιστορίες.
Όταν βρεθήκαμε να περνάμε έξω από το εργοτάξιο και την αυλή του μηχανικού, ο γάτος του έτρεξε στα κάγκελα να μας υποδεχτεί βαστώντας στα δόντια του μια προσωπογραφία. Ο μηχανικός εκείνη τη στιγμή, προσπαθώντας να διαιρέσει τη διάμετρο του πλανήτη με την απόσταση που είχε μέχρι τότε σε βάθος προχωρήσει και αυτό να το πολλαπλασιάσει με το προσδόκιμο όριο ζωής των μηχανικών της πόλης, φαινόταν να περνάει από τη θλίψη στην κατάθλιψη και έτσι, ελάχιστη σημασία μας έδωσε. Εγώ, ωστόσο, έδειξα ζωηρό ενδιαφέρον για τη ζωγραφιά του γάτου, αφού την εποχή εκείνη είχα μόλις νοικιάσει το νέο μου δωμάτιο και προσπαθούσα να κρύψω το λευκό των τοίχων μου και να ανοίξω πάνω τους φανταστικά παράθυρα.
Έτσι, φώναξα τον μηχανικό, ρωτώντας τον πόσο κοστίζει ο πίνακας. Εκείνος τρόμαξε πολύ, έτσι ξαφνικά που τον ανέσυρα από το βυθό των λογισμών του και από την πολύ τρομάρα του παραλίγο να γκρεμιστεί μέσα στην ίδια του την τρύπα, μειώνοντας ακόμα περισσότερο το προσδόκιμο όριο ζωής των οραματιστών της πόλης.
Ο μηχανικός άφησε το θαλασσί τετράδιο και το μολύβι του και με ένα ψεύτικο χαμόγελο πλησίασε με βήματα αργά και σταθερά τα κάγκελα και το πορτοφόλι μου. Η τιμή που μου πρότεινε μου φάνηκε υπερβολική και καθώς δεν είχα όρεξη και χρόνο για παζάρια, αρνήθηκα ευγενικά. Η άρνησή μου αυτή προκάλεσε μια μικρή, μα αλίμονο εμφανή, αλλοίωση στον πίνακα του γάτου, αφού το πρόσωπο στην εικόνα φάνηκε για μια στιγμή τα φρύδια του να σμίγει και έπειτα να σχηματίζει μικρές καμπύλες γύρω από τις άκρες των χειλιών, που, αν και δεν είμαι ειδικός, μάλλον φανέρωναν λύπη και απογοήτευση.
Ήμουν έτοιμος να αρχίσω να απολογούμαι στον γάτο και στο πορτραίτο του, όταν ο μηχανικός μου πρότεινε να ανταλλάξουμε τη ζωγραφιά με μερικούς από τους λαχνούς που ο γέρος φίλος μου πουλούσε. Ο λαχειοπώλης αμέσως προθυμοποιήθηκε να με εξυπηρετήσει και έτσι τελικά απέκτησα το πρόσωπο αυτό που με κοιτάζει από ψηλά την ώρα αυτή που γράφω.
Ο γάτος, φανερά ικανοποιημένος αλλά και σκυθρωπός ταυτόχρονα, απομακρύνθηκε βιαστικά και αφού έκανε τρεις βόλτες γύρω από την τρύπα του μηχανικού, βούτηξε μέσα της τσιρίζοντας. Το αφεντικό του μας καθησύχασε αμέσως, λέγοντάς μας πως τις συνηθίζει κάτι τέτοιες απόπειρες κάθε φορά που αναγκάζεται να αποχωριστεί ένα δικό του έργο, αλλά πάντα μετά επιστρέφει πίσω, στην επιφάνεια και ξαναρχίζει.
«Πώς λέγεται ο καλλιτέχνης;», ρώτησα, την ώρα που ο μηχανικός μετρούσε τους λαχνούς του. «Γκούσταβ», απάντησε εκείνος. «Τον ονόμασα έτσι προς τιμήν του μεγάλου ζωγράφου, Γκούσταβ Κλιμτ, του οποίου η τεχνοτροπία, όπως θα έχετε και ο ίδιος ίσως παρατηρήσει, συγγενεύει με αυτή του γάτου. «Πράγματι», έσπευσα, παρατηρώντας με μάτια μισόκλειστα τη ζωγραφιά, να συμφωνήσω.
Ένιωσα τότε την ανάσα του γείτονά μου πάνω από τον ώμο μου, καθώς προσπαθούσε να δει ή μάλλον να μυρίσει από πιο κοντά το πρόσωπο στον πίνακα. «Να μου επιτρέψετε να διαφωνήσω, κύριε!», είπε ο λαχειοπώλης χαϊδεύοντας τα γένια του. «Η τέχνη του γάτου σας είναι σαφώς ανώτερη του προαναφερθέντος καλλιτέχνη, ο οποίος άλλωστε τίποτα καινούριο δεν κατάφερε να προσφέρει στη ζωγραφική εδώ και έναν αιώνα». Ο μηχανικός αφού με κοίταξε για μια στιγμή με βλέμμα που θύμιζε την τρύπα στο κέντρο της αυλής του, γύρισε στο φίλο μου και τον ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, «Τι εννοείτε, κύριε; Τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει ο Γκούσταβ Κλιμτ για τη ζωγραφική, όντας νεκρός εδώ και...;»
Δεν πρόλαβε ολόκληρη την απορία του να ξεδιπλώσει και ο γέρος λαχειοπώλης ξέσπασε σε γέλια νευρικά που του έφεραν δάκρυα στα μάτια και στη συνέχεια του προκάλεσαν σπασμούς και τον έκαναν να διπλωθεί στη μέση και έπειτα να καταρρεύσει στο οδόστρωμα. Βλέποντάς τον να κυλιέται στο δρόμο αφρίζοντας, χαχανίζοντας και απλόχερα σκορπώντας τριγύρω τους λαχνούς του, στην αρχή ανησύχησα, μα δεν άργησα να θυμώσω και ύστερα να ντραπώ για λογαριασμό του φίλου και συνοδοιπόρου μου.
Εκείνος, ευτυχώς, το κατάλαβε και αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε, απολογήθηκε στο μηχανικό, κοιτάζοντας ωστόσο πάντα εμένα, «με συγχωρείτε, αλλά με κάτι τέτοια δυσκολεύομαι να συγκρατηθώ. Άκου όντας νεκρός! Αν θέλετε να ξέρετε, κύριοι, ο Γκούσταβ είναι τόσο όντας νεκρός όσο και εμείς οι τέσσερις! Ζει εδώ και δεκαετίες στον Ισημερινό και την περνάει μια χαρά. Και όποτε γουστάρετε, σας πάω να τον δείτε!»
Ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα θα μάθαινα από το γέρο φίλο μου εκείνο το ζεστό χειμωνιάτικο μεσημέρι, αν τα λόγια του δε διακόπτονταν αιφνίδια από το επίμονο νιαούρισμα του γάτου. Η φωνή του καλλιτέχνη ακούστηκε απόκοσμη μέσα από την τρύπα του αφέντη του, λες και ήθελε με τον τρόπο αυτό να δώσει την αναφορά του από τα έγκατα της γης. Σωπάσαμε και οι τρεις μας και μείναμε να κοιτάζουμε την τρύπα προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε αυτό που ακούγαμε, μέχρι που ο γάτος εμφανίστηκε ξανά στην επιφάνεια της γης με δυο σειρές κοσμήματα τριγύρω από το λαιμό του στολισμένος.
Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της πόλης τις επόμενες μέρες συγκεντρώθηκε στο ελάχιστο κομμάτι έκτασης που περιέβαλε τη μαγική αυλή, πολιορκώντας το εργοτάξιο και απαιτώντας τα πολύτιμα. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στην πόλη που να αρνιόταν τις αξιώσεις του πάνω στο μερίδιο που του αντιστοιχούσε από το θησαυρό του αγίου Μιλιτάριου, πάνω στον οποίο είχανε πέσει άθελά τους ο γάτος και ο μηχανικός του, ενώ επιδίωκαν να ικανοποιήσουν ο μεν τις καλλιτεχνικές ο δε τις επιστημονικές του ανησυχίες. Όσοι είχανε επιβιώσει από την εποχή της κατοχής των ξένων, αλλά και οι νεότεροι που δεν προλάβανε να γνωρίσουνε καλά-καλά ξένος τι ακριβώς σημαίνει, συνέτασσαν λίστες με διεκδικούμενα αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες. Και όλοι απαιτούσαν από την πόλη άμεσα να τους δικαιώσει, τονίζοντας κυρίως λόγους συναισθηματικούς, που άρρηκτα συνέδεαν αυτούς και τα πολύτιμα.
Η τρύπα του μηχανικού ανακηρύχθηκε μνημείο της πόλης και η πόλη την έθεσε υπό την προστασία και την κατοχή της, ενώ αντί των πολυτίμων, περιορίστηκε να μοιράσει στους κατοίκους της υποσχέσεις και ευχές για τον καινούριο χρόνο. Επίσης ολόκληρο το κτήμα του μηχανικού απαλλοτριώθηκε και στον ίδιο τον πρώην ιδιοκτήτη του δόθηκε ως αντάλλαγμα ένα μικρό διαμέρισμα με θέα στο φεγγάρι. Ωστόσο, δεν του απαγορεύτηκε η είσοδος στο πρώην εργοτάξιο.
Ο μηχανικός μόλις την τελευταία στιγμή γλίτωσε το θάνατο από βαθιά απόγνωση, αφού τον πρόλαβαν η σύζυγός του και ο εραστής της, οι οποίοι αφού τον δολοφόνησαν, κομμάτιασαν το πτώμα του και πέταξαν τα κομμάτια του μες στη μοιραία τρύπα.
Εάν δεν ήταν ο γάτος, τα κομμάτια του άτυχου μηχανικού θα σάπιζαν ξεχασμένα στα έγκατα του απραγματοποίητου ονείρου του. Η αστυνομία καθοδηγούμενη από τα σκίτσα του ζώου, κατέβηκε στον βυθό της τρύπας και αφού ανακάλυψε τα χαμένα κομμάτια και τα ένωσε, συναρμολόγησε ξανά και αναγνώρισε $έστω και μετά θάνατον$ τον μεγάλο αυτό επιστήμονα και οραματιστή.
Ο νεαρός ανθυπαστυνόμος, που ανέλαβε επικεφαλής της υπόθεσης, συνέταξε την αναφορά του, στην οποία κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι ο μηχανικός αυτοκτόνησε από την απελπισία του, αφού δεν μπόρεσε να δει το φιλόδοξο έργο του να ολοκληρώνεται, κομματιάζοντας τον εαυτό του και πέφτοντας στη συνέχεια μόνος του κομμάτι-κομμάτι στο κενό που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
Η υπόθεση μπήκε πανηγυρικά στο αρχείο, ενώ ο ανθυπαστυνόμος προήχθη σε υπαστυνόμο. Στο πάρτυ της προαγωγής του, που έγινε, όπως συνηθίζεται στον τόπο του εγκλήματος, δηλαδή στην παλιά αυλή του θύματος, δεν ήτανε και λίγες οι νεαρές καλλονές της πόλης που του ζητήσανε να τις συνοδέψει στο χορό. Εκείνος, ωστόσο, αρνήθηκε στις περισσότερες ευγενικά και ίσως σε κάποιες λιγότερο ευγενικά, χωρίς, όμως, να καταφέρει να κρύψει την αμηχανία και τη νευρικότητά του κάτω από τη λαμπερή στολή, τη δίκαιη προαγωγή και τα πολύχρωμα παράσημα.
Λένε πως ο χορός πάντοτε άγχωνε τον υπαστυνόμο. Από τότε που, παιδί ακόμα, οι γονείς του τον πίεζαν να γίνει χορευτής. Λένε ακόμα πως έγινε αστυνομικός μόνο και μόνο από αντίδραση στην έντονη επιθυμία των γονιών του.
Ό,τι και να λένε, πάντως, το σίγουρο είναι πως όλη αυτή η ιστορία με τα κομμάτια και την τρύπα έκανε να ξεχαστεί για ακόμα μια φορά ο θησαυρός του αγίου Μιλιτάριου. Ίσως όμως η επόμενη φορά που οι άνθρωποι θα θυμηθούνε τα πολύτιμα να είναι και μοιραία για την ιστορία αυτής της πόλης.
Ίσως μια μέρα οι κάτοικοι της πόλης να ζητήσουνε πίσω ξανά αυτά που κάποτε τόσο υπάκουα παρέδωσαν. Ίσως κάποτε να βγούμε όλοι, ο καθένας κάτι απαιτώντας, εκεί έξω στους δρόμους και πίσω ποτέ να μη γυρίσουμε με άδεια ξανά τα χέρια.
Τέλος, εκδίκηση για τον άγριο φόνο του μηχανικού από τη σύζυγό του και τον εραστή της πήρε ο ίδιος ο ζωγράφος γάτος με τέτοιο τρόπο που έκανε την ίδια την εκδίκηση να μοιάζει με έργο τέχνης. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία***.



* Ο άγιος Μιλιτάριος υπήρξε αναμφίβολα ο πιο αστείος άγιος στην ιστορία όλων των θρησκειών και των δογμάτων. Αν και ορκισμένος άθεος, από καθαρό πείσμα και ξεροκεφαλιά μαρτύρησε και πέθανε με αργό και βασανιστικό -ακόμα και για τους δημίους του- τρόπο, λίγο πριν ανακοινωθεί επίσημα η έγκριση της αίτησης χάριτος, που είχε για λογαριασμό του υποβάλει το σωματείο δεσμοφυλάκων και βασανιστών της πόλης. Σχεδόν τριάντα ώρες μετά το θάνατό του ανακηρύχθηκε άγιος από παρεξήγηση, αφού τον μπέρδεψαν με κάποιον συνονόματο ξάδερφό του, ο οποίος ήταν άνθρωπος σοφός και ευσεβής και θεράπευε τους πονοκεφάλους των ανθρώπων κάνοντας προσευχές και μοιράζοντας ασπιρίνες.
** Η άνευ όρων επέκταση της πόλης και η εξάπλωσή της στην επιφάνεια ολόκληρου του πλανήτη οδήγησαν στη γεωγραφική ταύτιση των ανατολικών και των δυτικών συνοικιών. Πολλοί αποδίδουν το αποτέλεσμα αυτό στο φαινόμενο της αέναης και αμοιβαίας διαστολής της πόλης και συστολής του κόσμου σε συνάρτηση με τη διαρκώς αυξανόμενη θερμοκρασία της ατμόσφαιρας σε αντιδιαστολή προς την κάθετη πτώση της υγρασίας των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων.
***Η άλλη ιστορία: Η αλήθεια είναι ότι ο Γκούσταβ ποτέ δεν αγάπησε τον κύριο του, όσο εκείνος ζούσε. Ένιωθε πάντα αδικημένος από την εμπορική εκμετάλλευση της ζωγραφικής του και πίστευε πως, αν δεν είχε αυτό το ξεχωριστό ταλέντο της δημιουργίας, δε θα ήταν παρά ένας ασήμαντος ψωρόγατος που θα κουβαλούσε σακιά με χώμα στο μοναχικό και απόμακρο εργοτάξιο. Ουσιαστικά, ο γάτος ανεχόταν τη συνύπαρξή του με το μηχανικό, με μόνη του απαίτηση χαρτιά, πινέλα και μπογιές και πού και πού κανένα πιάτο φρέσκο γάλα. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να αλλάζουν από τη μέρα που η τύχη ανέσυρε από τα βάθη της λησμονιάς τον χαμένο θησαυρό της πόλης. Ο Γκούσταβ νόμισε στην αρχή πως η αύξηση της επισκεψιμότητας στο κτήμα του αφεντικού του είχε να κάνει με τους πίνακές του και υποψιάστηκε πως ο μηχανικός θα τους έβγαζε όλους στο σφυρί, για να μαζέψει ακόμα περισσότερα λεφτά, αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες του καλλιτέχνη. Όταν, όμως, είδε τον κύριό του να κλαίει πάνω από την τρύπα του, την οποία η πόλη είχε βιαστικά στολίσει με μία κακόγουστη πορτοκαλί κορδέλα, κατάλαβε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Βλέποντας την απελπισία να κολυμπάει ανέμελα στα υγρά μάτια του μηχανικού, ένιωσε για πρώτη του φορά συμπάθεια για τον άνθρωπο και ορκίστηκε στο εξής να μην τον εγκαταλείψει. Παρασυρμένος ίσως από τις δικές του αυτοκτονικές τάσεις, άρχισε να ακολουθεί παντού το αφεντικό του, φροντίζοντας να μην τον αφήνει ποτέ μόνο του. Έτσι, έγινε μάρτυρας του φριχτού εγκλήματος, στη συνέχεια αυτόκλητος συνεργάτης των αστυνομικών και τέλος $μετά την ατυχή παρέμβαση της αστυνομίας$ κατέληξε τιμωρός και εκδικητής. Ένα βράδυ που οι δύο διαβολικοί εραστές ερωτοτροπούσαν μέσα στις σαπουνάδες της μπανιέρας, ανακυκλώνοντας τις βρωμιές τους, τρύπωσε από το ανοιχτό παράθυρο, άρπαξε την πρώτη ηλεκτρική συσκευή που βρέθηκε μπροστά του και αφού την έβαλε σε λειτουργία, την πέταξε με μίσος μέσα στον αρωματισμένο βούρκο. Η πράξη του αυτή εκτός από τον ακαριαίο θάνατο των δολοφόνων του μηχανικού, προκάλεσε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα που βύθισε ολόκληρη την πόλη στο σκοτάδι για περίπου μισή ώρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της ημίωρης συσκότισης, σημειώθηκαν σε πολλά σημεία της πόλης διάφορες ανεξήγητες και προκλητικές ενέργειες, τις οποίες η πόλη, μην μπορώντας να κρύψει την αμηχανία της, ονόμασε τρομοκρατικές. Η μυρωδιά καμένης σάρκας αναμεμειγμένη με αιθέρια έλαια και αφρόλουτρα οδήγησε την επόμενη μέρα γείτονες και τηλεοπτικά συνεργεία στο μοιραίο μπάνιο, όπου το θέαμα που αντίκρισαν ξεπερνούσε κάθε νοσηρή φαντασία. Ο Γκούσταβ, αν και διέπρεψε ως ζωγράφος προσωπογραφιών, φαίνεται πως τα κατάφερνε εξίσου καλά και στη nature morte.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

η μεγάλη απόδραση των 11 και τέταρτο

Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200… ένα παράξενο και απροσδόκητο γεγονός ήρθε, χωρίς λόγο και αιτία προφανή και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, να ταράξει τις ήσυχες ζωές των ανθρώπων της παραλίας. Από το σκοτεινό βυθό της θάλασσας και σε απόσταση μόλις ενάμισι μιλίου από την ακτή μία εκτυφλωτική λάμψη αναδύθηκε στην επιφάνεια και, αφού σχημάτισε τέσσερις σχεδόν ομόκεντρους κύκλους, βυθίστηκε ξανά και χάθηκε.
Οι άνθρωποι της παραλίας $ήταν Τετάρτη και οι περισσότεροι είχαν ήδη ξυπνήσει για να πάνε στις φυλακές και τα παζάρια τους$ τρόμαξαν στην αρχή και άρχισαν να τρέχουνε ασύντακτοι και πανικόβλητοι προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, πιστεύοντας πως έτσι έτρεχαν μακριά και άφηναν πίσω τον ίδιο τους τον τρόμο. Επειδή, όμως, την παραλία αυτή την είχε σχεδιάσει ο ίδιος αρχιτέκτονας που κάποτε είχε φτιάξει και ετούτο τον πλανήτη, οι άνθρωποι και ο τρόμος τους, όσο μακριά κι αν έτρεχαν, γρήγορα πάλι επέστρεφαν στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Βαρέθηκε ο τρόμος και οι άνθρωποι κουράστηκαν και έτσι σταμάτησαν κάποτε να τρέχουν και απέμειναν λαχανιασμένοι να παρατηρούν τον σιωπηλό απόηχο του φαινομένου με την απορία στο βλέμμα και στους πνεύμονες να διαδέχεται την ανησυχία στα κάτω άκρα και στα έντερα.
Μέχρι που, κυλώντας η μέρα πεισματικά αδιάφορη για τρόμους και φαινόμενα, άξαφνα μεσημέριασε και άρχισαν να θερίζουν τους ανθρώπους της παραλίας η πείνα και η κούραση. Έτσι γύρισαν πίσω στα σπιτάκια τους να φάνε και να κοιμηθούν και ύστερα πάλι, το απόγευμα ζωηροί και ορεξάτοι, επέστρεψαν στις θέσεις τους, κατά μήκος της ακτής, σίγουροι όσο ποτέ ξανά στο παρελθόν πως θα έβλεπαν το αλλόκοτο εκείνο πρωινό θέαμα να επαναλαμβάνεται πιστά.
Η λάμψη, ωστόσο, δεν έλεγε να επιστρέψει και η απογοήτευση στεφάνωσε με παγωμένο σύρμα τις γειτονιές της παραλίας.
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι επέλεξαν να θάψουν το μυστήριο εκείνο πρωινό κάτω από ακόμα μια βαριά συνωμοσία της σιωπής. Να μην το μάθουν άλλοι άνθρωποι από άλλες γειτονιές και τους ταράξουνε στο δούλεμα, που έτσι απερίσκεπτα και ανώφελα κάποτε ξόδεψαν μια τόσο πολύτιμη και αναντικατάστατη ημέρα. Οι ερχόμενες γενιές να μην το καταλάβουν και τους καταραστούν που δεν τους γέννησαν νωρίτερα να μοιραστούν κι αυτές μαζί τους το φως το τυφλό του ανεπανάληπτου.
Στην άκρη της παραλίας και στο σημείο από όπου ξεκινούσε ο μακρύς κυματοθραύστης της, τον οποίο οι άνθρωποι ονόμαζαν κορδόνι $για λόγους αδιευκρίνιστους$ και τα κύματα θεό $για ευνόητους λόγους$, υπήρχε τότε ένας μικρός παλιός, σχεδόν αρχαίος, φάρος, που από χρόνια τον είχε καταλάβει η οικογένεια ενός φωτογράφου. Ο φωτογράφος, η γυναίκα του και τα δύο μικρά τους κοριτσάκια είχαν με κέφι και με φροντίδα απαράμιλλη μετατρέψει τον εγκαταλειμμένο φάρο σε μια πανέμορφη κατοικία, που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από τα άλλα σπίτια της ακτής, προνοώντας βέβαια να μην υπάρχει και τίποτα να βρουν για να ζηλέψουν από αυτούς οι άλλοι.
Αφού ήταν άγραφος νόμος στο δυσανάγνωστο πολίτευμα της αναλφάβητης ετούτης πολιτείας, πως κάθε είδους παρανομία, όταν αυτή δε συνοδεύεται από οποιαδήποτε κοινωνική πρόκληση και αισθητική υπερβολή, εν τέλει να παράγει δίκαιο.
Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200... και λίγο πριν η μυστηριώδης λάμψη αναδυθεί στην επιφάνεια της θάλασσας, ταράσσοντας τις σχεδόν ομόκεντρες ζωές των κατοίκων της παραλίας, ο φωτογράφος του φάρου είχε ήδη στηθεί από ώρα στο μπαλκόνι του παρέα με όλα της δουλείας του τα εξαπτέρυγα, τις κάμερες και τους φακούς, και περίμενε να αποθανατίσει την ημέρα πριν καλά-καλά εκείνη γεννηθεί. Το είχε συνήθεια και εμμονή κάθε πρωί να σημαδεύει προς το άνοιγμα του λιμανιού, εκεί από όπου ο ήλιος, τα πουλιά και τα καράβια ερχόντουσαν προς την πόλη και μόλις η καινούρια μέρα έκανε δειλά-δειλά την πρώτη της εμφάνιση, εκείνος με ένα του κλικ να την αιφνιδιάζει.
Από το κλικ εκείνο και μέχρι το επόμενο, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά, τίποτα άλλο δεν είχε να τραβήξει, αφού τίποτα άλλο καλύτερο από αυτό δεν έβρισκε και κανένας τίποτα από αυτό χειρότερο ποτέ δεν του ζητούσε. Οι άλλοι χλεύαζαν τη συνήθειά του αυτή και έλεγαν, «Τι φωτογράφος είναι αυτός, που δε φωτογραφίζει τίποτα;» Μα εκείνος με ερώτηση, ατάραχος, τους απαντούσε, «Μήπως και ο γιατρός, που άρρωστους δε βρίσκει για να θεραπεύσει, παύει γιατρός να είναι;» Και έτσι, αφού ξεμπέρδευε με τη δουλεία και το καθήκον του πρωί-πρωί, του έμενε μια μέρα ολόκληρη μπροστά ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει.
Στηθήκανε, λοιπόν, εκείνο το πρωί τα σύνεργα παρέα με το φωτογράφο τους, όπως κάθε πρωί, τη μέρα να φωτογραφίσουν. Να την προλάβουν, όσο είναι μικρή ακόμα και άδολη, να την τραβήξουν έτσι, λευκή και αμόλυντη, πριν τη λερώσει η πόλη. Έτσι, μαζί με τους άλλους κατοίκους της παραλίας, ο φωτογράφος με τις δύο κόρες του για συντροφιά $τις ξύπναγε από τα άγρια χαράματα, δήθεν για να τον βοηθάνε στη δουλειά$ έγινε κι αυτός μάρτυρας του αλλόκοτου εκείνου φαινομένου. «Τι είναι αυτό, μπαμπά;», ρωτούσανε οι κόρες. «Τι ήταν αυτό κορίτσια μου;», εκείνος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, με ερώτηση τους απαντούσε.
Εννέα μήνες μετά, έντεκα έγκυες γυναίκες, όλες τους κόρες διαλεκτές αξιότιμων οικογενειών της παραλίας, έφεραν στον κόσμο έντεκα ακριβώς παιδιά $ τα τέσσερα αγόρια και τα άλλα επτά κορίτσια. Μα, επειδή καμία από τις μανάδες των παιδιών αυτών δεν είχε προλάβει να ζευγαρώσει με άντρα ακόμα $αφού οι περισσότερες ήταν πολύ μικρές και από το σπίτι τους σπάνια ξεμυτούσαν$ σκεφτήκανε οι άνθρωποι, πως όλα εκείνα τα παιδιά ήταν «παιδιά της λάμψης».
Το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν, αλλά σε ολόκληρη ετούτη την ακτή δε βρέθηκε κανένας τολμηρός τις σκέψεις του να μαρτυρήσει, αφού όλοι τους με τη συνωμοσία της σιωπής ήτανε δεσμευμένοι.
Εννέα χρόνια και έντεκα μήνες μετά και ενώ τα κοριτσάκια του φωτογράφου είχανε γίνει πια σωστές γυναίκες, ένα πρωί ντυθήκαν, στολιστήκανε και βγήκανε παρέα με τη μάνα τους βόλτα στην παραλία. Όμως, από της βόλτας τους τα πρώτα βήματα, το ένιωσαν καθαρά πως κάτι δεν πήγαινε καλά στη μέρα και στην πόλη. Μα είναι που οι άνθρωποι της παραλίας το έχουνε συνήθειο, όταν βλέπουνε πως κάτι δεν πάει καλά, να προχωράν ατάραχοι μπροστά, αντί φρόνιμα να επιστρέφουν πίσω και έτσι οι τρεις τους συνέχισαν αμέριμνες τη βόλτα.
Και προχωρώντας είδανε από κοντά, σε όλο το μήκος της ακτής, από το φάρο τους και μέχρι πέρα, μακριά στο στοιχειωμένο τελωνείο, τα μαγαζιά να είναι κλειστά και έρημα τα καφενεία. Ώσπου κάπου, στο βάθος διέκριναν χωροφυλάκους και στρατό συγκεντρωμένους, αόρατα και σιωπηλά ασκήσεις με τα όπλα τους να κάνουνε. Άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά, μονάχα λίγες γάτες, που παριστάνανε πως λιάζονται κάτω από έναν ήλιο ανύπαρκτο, καλά οχυρωμένο πίσω από βαριά και μαύρα σύννεφα. Από ένα μισόκλειστο παράθυρο, κάποιος τους φώναξε να φύγουν και τότε μόνο η μάνα έσφιξε των κοριτσιών τα χέρια και έκανε πίσω να τα τραβήξει, στο φαρόσπιτο, όταν ξαφνικά μία φωνή κρυμμένη πίσω από μια εφημερίδα ακούστηκε σαν γλάρου κρώξιμο, «που πάνε οι κυρίες;»
Η εφημερίδα χαμηλά κατέβηκε και αφού διπλώθηκε προσεχτικά, μπήκε κάτω από τη μασχάλη ενός χοντρού με τιράντες και γυαλιά, που άρχισε με βήματα αργά να πλησιάζει. Κι ενώ αυτός απειλητικά πλησίαζε, μια δεύτερη φωνή ακούστηκε από το πουθενά, σαν το μπισκότο που γλιστράει μέσα στο τσάι το καυτό, λειώνει και διαλύεται, «οι κυρίες είναι μαζί μου». Μάνα και κόρες γύρισαν προς το πουθενά και είδαν πίσω από τη γλυκερή φωνή έναν υπαστυνόμο. «Από εδώ, παρακαλώ!», διέταξε ευγενικά μεταβολή και άρχισαν οι τρεις τους πλάι του να περπατούν, πίσω στο δρόμο για το φάρο.
«Τι συμβαίνει, υπαστυνόμε;», τον ρωτήσανε. «Έχουμε πόλεμο;» Ο υπαστυνόμος τις αγριοκοίταξε. «Τι είναι πόλεμος; Πού ακούσατε τέτοια λέξη; Οι πόλεμοι τελείωσαν. Τώρα έχουμε άλλους τρόπους πιο όμορφους και αποτελεσματικούς να λύνουμε τις διαφορές μας. Αφήστε που ούτε καν διαφορές δεν υπάρχουν πια». Και ύστερα γλυκαίνοντας ξανά, «Είσαστε, φαντάζομαι, οι κόρες του φωτογράφου», είπε, και η μάνα, ακούγοντας το κοπλιμέντο, ντράπηκε και έσφιξε και άλλο των δύο κοριτσιών τα χέρια. «Παρακαλώ, θα είχατε την καλοσύνη να με συνοδέψετε μέχρι το φάρο; Θα ήθελα πολύ να μιλήσω στον πατέρα σας», συνέχισε το λάθος. Και αφού στον άνθρωπο του νόμου τέτοια λάθη είναι ανεπίτρεπτα, του φωτογράφου η γυναίκα με όλο το αίμα στα μαγουλά της μαζεμένο, άφησε τα κορίτσια της και άρπαξε γερά το μπράτσο του υπαστυνόμου. «Μα τι έχει γίνει; Θα μας σκάσετε! Δε θα μας πείτε, επιτέλους;»
«Έχετε ακουστά, κυρία μου, για τα παιδιά της λάμψης; Ελάτε τώρα! Μην κάνετε πως το ακούτε για πρώτη φορά. Αρκετά με αυτή τη γελοία συνωμοσία της σιωπής! Μη νομίζεται ότι δεν το γνωρίζω. Παριστάνω τον αδιάφορο ή τον ανήξερο, μόνο όταν αυτό προστάζει το δημόσιο συμφέρον. Κι αν εσείς οι άνθρωποι της παραλίας έχετε επιλέξει για κάποια πράγματα να μη μιλάτε ποτέ, ευτυχώς υπάρχει και ο ύπνος. Οι μισοί από εσάς παραμιλάτε όσο κοιμόσαστε. Και λέτε πολλά. Και ευτυχώς, όποτε βρίσκεται κάποιος που μιλάει, πάντοτε υπάρχει δίπλα του την κρίσιμη στιγμή ο άνθρωπος ο κατάλληλος να τον ακούσει. Μπορεί να μη συμβαίνει το ίδιο για όλα όσα λέγονται, πάντως σίγουρα ό,τι ακούγεται, υπάρχει. Και ό,τι υπάρχει στην πόλη αυτή, εμένα με ενδιαφέρει. Εσείς μιλάτε στον ύπνο σας; Μη βιαστείτε να απαντήσετε! Άλλωστε είναι τεχνικώς αδύνατο να το γνωρίζετε. Όταν κοιμάστε δεν ακούτε. Και αν τυχόν κάτι ακούσετε, τότε συνήθως ξυπνάτε. Έτσι δεν είναι; Χθες το βράδυ, ας πούμε, δε σας ξύπνησαν οι φωνές;» «Ποιες φωνές, κύριε αστυνόμε;» «Είχα, τελικά, υποτιμήσει τα λόγια του ύπνου, με το να ασχολούμαι τόσο καιρό με τα όνειρα και τους εφιάλτες σας», συνέχισε σχεδόν μονολογώντας ο υπαστυνόμος, ενώ με το ελεύθερο του χέρι χαιρετούσε το φωτογράφο, που από το μπαλκόνι του φάρου παρακολουθούσε την οικογένειά του με το νόμο αγκαζέ να πλησιάζει. «Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε πάνω, κυρία μου. Άλλωστε, ξέρετε, βαριέμαι αφόρητα να λέω τα ίδια πράγματα συνέχεια» και με μία κίνηση απότομη απελευθέρωσε το χέρι του και στρέφοντας αγενώς την πλάτη, πέρασε την πύλη του φάρου και άρχισε να ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια.
Αφού ξεπεράσανε βιαστικά και ακίνδυνα τα προκαταρκτικά για την κατάληψη στο φάρο, για τη μη άσκηση έντιμου και χρήσιμου επαγγέλματος και για την ελλιπή εκπαίδευση των κοριτσιών $πράγματα που για την ώρα άφηναν τον αστυνόμο αδιάφορο και για τα οποία, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που άρχισε την κουβέντα$ προχωρήσανε στον ακριβή σκοπό της κατ’ οίκον επίσκεψης του νόμου.
Αργά το προηγούμενο βράδυ, κατά τις έντεκα και τέταρτο περίπου, έντεκα ακριβώς παιδιά, τέσσερα αγόρια και επτά κορίτσια, όλα ηλικίας δέκα ετών παρά ένα μήνα και όλα κάτοικοι της παραλίας είχαν εξαφανιστεί κάτω από συνθήκες σκοτεινές και αδιευκρίνιστες. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η εξαφάνιση $ μυστηριώδεις εξαφανίσεις γίνονταν κάθε νύχτα και οι άνθρωποι τις είχαν τόσο πια συνηθίσει, που σπάνια ζητούσαν εξηγήσεις και ακόμα πιο σπάνια θρηνούσανε τους εξαφανισθέντες. Και έπειτα, «Αλίμονο αν δεν είχαμε κι αυτές! Τι θα κάναμε, έτσι όπως έχουμε μαζευτεί ο ένας πάνω στον άλλον;» Άλλωστε και τα έντεκα παιδιά με τον ίδιο περίπου μυστηριώδη $και παρεπιμπτόντως ανάρμοστο$ τρόπο είχαν εμφανιστεί πριν από δέκα περίπου χρόνια, οπότε ίσως και το δεύτερο μυστήριο να έδινε αναδρομικά λύση και εξήγηση στο πρώτο, κατά τον ίδιο τρόπο που η από θέση παρανομία θεραπεύει την από φύση.
Πρόβλημα άρχισε να γεννάται όταν διαπιστώθηκε ότι μαζί με τα έντεκα παιδιά είχαν εξαφανιστεί και έντεκα από τα πολυτιμότερα βιβλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης και συμπτωματικά οι έντεκα πρώτοι τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης*. Στους τόμους αυτούς, όπως και στους υπόλοιπους εκατό, που απαρτίζουν το μνημειώδες αυτό έργο, δεν έχει πρόσβαση κανένας από τους πολίτες, όπως επίσης κανένας πολίτης δεν έχει δικαίωμα να επισκέπτεται γενικότερα τη Δημόσια Βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη, όπως και κάθε δημόσιο κτήριο και ίδρυμα, ανήκει εξ ορισμού και δικαιωματικά σε όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης, πράγμα που σημαίνει, πως δεν μπορεί ο καθένας από αυτούς να μπαινοβγαίνει, όποτε αυτός γουστάρει και να κάνει ό,τι του κατέβει, προκειμένου να ικανοποιήσει τη νοσηρή του περιέργεια ή όποιο άλλο ταπεινό του κίνητρο. «Τα δικαιώματα του λαού ή θα ασκούνται από ολόκληρο το λαό από κοινού και ταυτόχρονα ή δε θα ασκούνται καθόλου», μας δίδαξαν οι σοφοί μας πρόγονοι, ιδρυτές και νομοθέτες αυτής της πόλης. Και αφού κάποια πράγματα είναι τεχνικώς αδύνατα να πραγματοποιούνται από όλους την ίδια ακριβώς στιγμή, τότε είναι καλύτερα να μη γίνονται καθόλου.
Οι μανάδες των έντεκα, αφού πρώτα βάναυσα ανακρίθηκαν, πρόθυμα στη συνέχεια κατέθεσαν όλα όσα γνώριζαν σχετικά με την ομαδική εξαφάνιση των παιδιών τους και στο τέλος όλες τους αποκάλυψαν αυθόρμητα, πως και τα έντεκα είχαν προαναγγείλει την εξαφάνισή τους από μέρες ή μάλλον από νύχτες πριν, παραμιλώντας στον ύπνο τους υπό το καθεστώς του πυρετού και υπό την επήρεια των μητρικών φίλτρων.
Πατεράδες δε βρέθηκαν, οι γείτονες όμως, που ξύπνησαν μέσα στη νύχτα από τις απροσδόκητες φωνές και τα συνήθη νιαουρίσματα, κατέθεσαν ότι πρώτον, τα εξαφανισθέντα ανήκουν όλα τους στην κατηγορία «τα καλύτερα παιδιά» και δεύτερον, και τα έντεκα συνδέονται με ένα κοινό μυστικό: Τα παιδιά αυτά είναι «τα παιδιά της λάμψης».
«Και εμείς, κύριε αστυνόμε, τι σχέση έχουμε με όλα αυτά; Εμείς έξω από το φάρο τι συμβαίνει δε γνωρίζουμε. Για εμάς ο φάρος είναι η πόλη μας και το μπαλκόνι αυτό το μόνο μας παράθυρο στον κόσμο», είπε ο φωτογράφος και η γυναίκα του πήρε με βυσσινάδα να ξαναγεμίζει του νόμου το ποτήρι. «Για ακούστε καλά!», έκανε ο υπαστυνόμος με θυμό και με τη ράχη του χεριού του πέταξε κάτω το ποτήρι. Και το ποτήρι έσπασε και πότισε με βύσσινο τα παπούτσια του νόμου. «Εγώ δεν είμαι ο συγγραφέας σας να σας μιλάω με μέτρο και ρυθμό και ο νόμος δεν έχει όρεξη και χρόνο να παριστάνει το δημοτικό τραγούδι. Είσαστε ο μοναδικός φωτογράφος στην ακτή και ξέρω καλά πως στήνεστε συχνά τα πρωινά στο μπαλκονάκι σας και φωτογραφίζεται το λιμάνι. Τα έντεκα είναι αδύνατο να το έχουνε σκάσει από άλλη έξοδο, πλην αυτής της θάλασσας. Άλλωστε, άλλες έξοδοι πια δεν υπάρχουν. Έχω εντολή να δω το αρχείο σας με τις φωτογραφίες. Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα έχει συλλάβει ο φακός σας, που του νόμου ακόμα διαφεύγει. Παρακαλώ συνεργαστείτε και παραδώστε μου το υπό έρευνα οπτικό υλικό! Και εσείς, κυρία μου, με συγχωρείτε για το ποτήρι και παρακαλώ, να μη λυπάστε τα παπούτσια μου! Έχουν συνηθίσει από κόκκινους λεκέδες».
Ο φωτογράφος, εν μέρει για να ξεμουδιάσει εν μέρει για να δείξει καλή θέληση και υπακοή, σηκώθηκε από την καρέκλα του, αφήνοντας τον υπαστυνόμο και τη σύζυγο να αλληλοσυγχαίρονται για την εξαιρετική ποιότητα της βυσσινάδας και των παπουτσιών αντίστοιχα, και πέρασε στο εσωτερικό του φάρου για να επιστρέψει μετά από λίγα λεπτά στο μπαλκόνι και στην εκλεκτή παρέα του, κουβαλώντας ένα τεράστιο λευκό ντοσιέ.
Ο υπαστυνόμος, εν μέρει από ανυπομονησία εν μέρει από ευγένεια, έσπευσε να ξαλαφρώσει το φωτογράφο από το βαρύ φορτίο του, αρπάζοντας σχεδόν από τα χέρια του το λευκό ντοσιέ. Έπειτα ξανακάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην πολυθρόνα του και βάλθηκε στην αρχή με προσποιητή αδιαφορία και στη συνέχεια με ολοένα και αυξανόμενη όρεξη να ξεφυλλίζει το αρχείο, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις πρώτες ψιχάλες της βροχής που άρχισαν τριγύρω του να πέφτουν.
Ο φωτογράφος άνοιξε μια ομπρέλα και στάθηκε όρθιος διακριτικά πίσω από τον ώμο του υπαστυνόμου. Μπορεί ο νόμος να ήταν αδιάβροχος, δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τις φωτογραφίες του. Η γυναίκα του μάζεψε βιαστικά το ποτήρια και χάθηκε μέσα στο φάρο αφήνοντας μόνους τους δύο άντρες και τη βροχή $η οποία ολοένα και δυνάμωνε$ να κάνουν τη δουλειά τους.
Ούτε το ένα πέμπτο του αρχείου δεν είχε προλάβει να διανύσει ο υπαστυνόμος, όταν έκλεισε απότομα το ντοσιέ και στρίβοντας το λαιμό του ενενήντα μοίρες ακριβώς, επέστρεψε το βλέμμα και το λόγο του στον φωτογράφο. «Με κοροϊδεύετε; Αυτές είναι όλες ίδιες!» είπε και την ίδια ακριβώς στιγμή μια αστραπή έσκισε στα δύο στο βάθος τον ορίζοντα. «Ό,τι φαίνεται ίδιο σε εσάς, δε σημαίνει πως είναι ίδιο και για εμένα», απάντησε ο άλλος και με μια βροντή ο ουρανός την απάντηση του υπογράμμισε. «Είναι παράξενο», συνέχισε ο άνθρωπος του νόμου. «Πάντοτε δυσκολεύομαι να ανακαλύψω διαφορές σε καθετί που εσείς νομίζετε πως διαφέρει».
Ο υπαστυνόμος άνοιξε ξανά το ντοσιέ περίπου στη μέση και αφαίρεσε προσεχτικά μία από τις φωτογραφίες και ύστερα άλλη μία από το τελευταίο φύλλο. Έβγαλε ένα μαντήλι, τύλιξε τις δύο φωτογραφίες και έπειτα τις έριξε κάπου βαθιά στις εσωτερικές τσέπες του παλτού του. Στη συνέχεια σηκώθηκε, έσπρωξε το αρχείο πίσω στην αγκαλιά του φωτογράφου και αφού του τσίμπησε λίγο το μάγουλο, του πήρε την ομπρέλα λέγοντας του, «Αυτό θα σας το δανειστώ για λίγο» και βούτηξε από το μπαλκόνι στο κενό. Ο φωτογράφος έσκυψε από το περβάζι και τον είδε να προσγειώνεται όρθιος, να κλείνει την ομπρέλα και να εξαφανίζεται τρέχοντας προς το εσωτερικό της πόλης.
Δύο μέρες μετά το Υπουργείο Γραμμάτων, Τεχνών και Πληροφοριών ανακοίνωνε ότι, ενώ οι έντεκα σχεδόν δεκάχρονοι δράστες της κλοπής στη Δημόσια Βιβλιοθήκη ακόμα παραμένουν ασύλληπτοι, ειδικό συνεργείο επιστημόνων και αργόσχολων αναλαμβάνει το δύσκολο, μα όχι και ακατόρθωτο έργο της εκ νέου συγγραφής και πλήρους αντικατάστασης των έντεκα πρώτων τόμων της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης.
Δυο-τρεις κάτοικοι της παραλίας, που αν ίσως πίστευαν σε κάτι, θα ορκίζονταν σε αυτό, και αν είχαν ίσως κάτι να φοβούνται, τότε θα μαρτυρούσαν πως είχανε δει τους έντεκα μικρούς φυγάδες δυο μέρες πριν, να αλληλοκατασπαράσσονται στην άκρη της ακτής. Η διαδικασία αυτή είχε κρατήσει μόλις μερικά λεπτά και είχε γίνει με τρόπο που συνδύαζε με αρμονικά τη φρίκη με την τελετουργία.
Συγκεκριμένα, το πρώτο παιδί ξεκίνησε τρώγοντας το δεύτερο, στη συνέχεια το τρίτο κατάπιε το πρώτο και ούτω καθ’ εξής, μέχρι που ο τελευταίος επιζήσας με τους άλλους δέκα ήδη στην κοιλιά, βάλθηκε να καταπίνει σαν καραμέλες έναν-έναν τους διαφυγόντες τόμους. Έπειτα έβγαλε όλα τα ρούχα του, τα δίπλωσε προσεχτικά και έτσι ολόγυμνο και από γνώσεις και σάρκες χορτασμένο, άρχισε να χτυπιέται, μόνο του να παλεύει και να σπαρταρά, με έναν τρόπο, που ίσως σε κάποιον άλλο πλανήτη, σε κάποιο διαφορετικό σύστημα αξιών, ίσως και να μπορούσε να θεωρηθεί μια μορφή χορού. Τέλος, φώναξε με όλη του τη δύναμη κάτι που έμοιαζε με γυναικείο όνομα** και αφού μεταμορφώθηκε σε κάτι ανάμεσα σε χταποδοκαλαμάρι και καλαμαροχτάποδο, βούτηξε στη θάλασσα και εξαφανίστηκε για πάντα.
Σε κάποιο ντουλάπι, σε κάποια δημόσια υπηρεσία, κάπου βαθιά μέσα στη διοίκηση της πόλης, κάτω από στοίβες περιοδικών και αποτυχημένων προσπαθειών αναβίωσης του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος, αν κάποιος έψαχνε καλά, θα έβρισκε δυο εξαιρετικά διαφωτιστικές φωτογραφίες, με ελάχιστες και αμελητέες μεταξύ τους διαφορές. Δυο σχεδόν πανομοιότυπες εικόνες, που ίσως να έδιναν επιτέλους λύση στο μυστήριο και ίσως και να έστελναν κάποιους απόψε νωρίτερα για ύπνο.
Η εποχή, όμως, και η ηλικία, που οι άνθρωποι περνούσανε την ώρα τους ψάχνοντας ξένα ντουλάπια και συρτάρια έχει πια περάσει.


*Για την Ιστορία και για την ιστορία αξίζει να αναφέρουμε ότι οι έντεκα απολεσθέντες τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης ήταν οι εξής: τόμος Α’ (από αβαρής έως αβαθής), τόμος Β’ (από αγανακτώ έως αντιστέκομαι), τόμος Γ’ (από αξύριστος έως ατιμωρησία), τόμος Δ’ (από αυτόχειρας έως βαθμοφόρος), τόμος Ε’ (από βαθύφωνος έως βατραχομούρης), τόμος ΣΤ’ (από βαρεμάρα έως βουλιάζω), τόμος Ζ’ (από βουρκώνω έως βυθίζομαι), τόμος Η’ (από γαϊδουροδένω έως γαϊδουρογυρεύω), τόμος Θ’ (από γατί έως γιατί), τόμος Ι’ (από γκρίζο έως γονατίζω) και τόμος ΙΑ’ (από γράφω έως διαγράφω). Φυσικά, η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια περιέχει μόνο λήμματα και όχι ορισμούς κατά τον ίδιο τρόπο που ο Ποινικός κώδικας περιέχει εγκλήματα, μα όχι και θύματα ή εγκληματίες και η λίστα με τα ψώνια για το σούπερ μάρκετ περιέχει καταναλωτικά αγαθά, αλλά δεν αναφέρει και τα ράφια, όπου πρέπει να ψάξει κανείς για να τα βρει. Για να χαρακτηριστεί ένα οποιοδήποτε έργο μνημειώδες, θα πρέπει να εξυπηρετεί τη λειτουργία της μνήμης και η μνήμη των ανθρώπων δεν είναι επιτραπέζιο παιχνίδι.
**Ρώτησα επανειλημμένως αυτούς τους δυο-τρεις ανθρώπους να μου πουν ποιο ήταν αυτό το όνομα και κάθε φορά μου έδιναν και μια διαφορετική απάντηση. Αρχίζω να πιστεύω πως οι ψευδομάρτυρες έχουν γίνει χειρότεροι και από τους ψευδοπροφήτες.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Ωραίος καφές

Το φθινόπωρο του 1998 ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με εξωγήινο πολιτισμό. Ήρθαν μόνοι τους οι εξωγήινοι. Απρόσκλητοι. Ήρθαν και με επισκέφτηκαν στο φοιτητικό μου σπίτι. Πως ήμουν κάποτε φοιτητής πάει πια. Το ξέχασα. Το σπίτι στα Εξάρχεια όμως το θυμάμαι μια χαρά. Φοιτητικό σπίτι με τα όλα του. Η αδερφή μου έλειπε, όταν εκείνοι ήρθαν. Ευτυχώς δηλαδή. Εγώ όμως ήμουν εκεί. Για άλλη μια φορά, λάθος στιγμή σε λάθος τόπο. Τους καλωσόρισα. Πως ήταν εξωγήινοι δεν στάθηκε αρκετό την καλή μου ανατροφή να λησμονήσω. Τους έφτιαξα καφέ και καθίσαμε να τα πούμε. Μου ζήτησαν να σβήσω τα φώτα για να ακουγόμαστε καλύτερα. Πώς το ήξεραν πως τα πάω καλύτερα στο σκοτάδι; Δεν χρειάστηκε να μου το φανερώσουν πως με μελετούσαν καιρό πριν με επισκεφτούν. Το κατάλαβα. Τίποτα πια δεν είχαν να μάθουν από εμένα. Τα ήξεραν όλα ήδη. Ήταν πλάσματα αδιευκρίνιστου φύλου, ηλικίας, καταγωγής και πεποιθήσεων. Έμοιαζαν περισσότερο με σκεύη οικιακής χρήσης, παρά με έμβια όντα. Για να πω την αλήθεια, δεν μου φάνηκαν και ιδιαίτερα έξυπνοι. Είκοσι επτά φορές τους ρώτησα σχετικά με τον σκοπό της επίσκεψής τους και κάθε φορά μού έδιναν και μια διαφορετική απάντηση. Πριν αναχωρήσουν, έβγαλαν και ακούμπησαν πλάι στα φλιτζάνια ένα ασημένιο κουτάκι και μου ζήτησαν να τους το φυλάξω μέχρι να ξαναπεράσουν. Και μετά σηκώθηκαν να φύγουν. Έτσι απλά. «Ωραίος καφές», μου είπε ο ένας βγαίνοντας από το σπίτι και τον χωροχρόνο μου. Ύστερα από λίγο επέστρεψε και η αδερφή μου. «Πού ήσουν;» τη ρώτησα. Είχε πάει σινεμά.