Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

μία νέα γεωμετρία

Κάποτε ανέλαβα μίαν αποστολή.
Να ταξιδέψω μέχρι την άκρια της πόλης.
Να βρω τι κρύβεται εκεί, στου ορίζοντά μου το τελείωμα.
Να ανακαλύψω μια νέα γεωμετρία.
Τα εμπόδια υπήρξανε πολλά.
Όχι, δεν ήταν μια εύκολη διαδρομή.
Ίσως και να έφταιξα εγώ, που διάλεξα την πιο ανασφαλή πορεία.
Οι πειρασμοί ατέλειωτοι.
Κι από όλους τους, ίσως ο πιο επικίνδυνος, εκείνος της απώλειας.
Όχι, δεν είναι που φοβήθηκα μήπως θελήσω τον δρόμο μου να χάσω.
Τον δρόμο αυτόν μόνος μου τον σχεδίασα.
Και είχα φροντίσει, ευτυχώς, το σχέδιο να το αποστηθίσω.
Και να ήθελα να τον απαρνηθώ, ήτανε πρακτικώς αδύνατο.
Και έτσι, κάποια στιγμή κατόρθωσα στον στόχο μου να φτάσω.
Μην με ρωτήσεις πόσος χρόνος χρειάστηκε για αυτό.
Έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε κοινές μονάδες μέτρησης - δεν θα με καταλάβεις.
Το θέμα είναι ότι έφτασα.
Έφτασα έξω από το σπίτι σου.
Ναι, εσύ είσαι το θέμα.
Μην μπεις στον κόπο να κατέβεις ως την είσοδο – δεν έχω κάτι να σου πω.
Και μόνο που έφτασα ως εδώ, και μόνο που σε ανακάλυψα, φτάνει και περισσεύει.
Δεν έχω να αποδείξω τίποτα – δεν ήρθα να σε πείσω.
Δεν έχω ανάγκη από επιχειρήματα.
Εγώ είμαι το επιχείρημα.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Кафе Амелие

-Ξέρεις κάτι; Νομίζω πως δεν τα χρειαζόμαστε τα χάπια σου εδώ. Για ποιο λόγο πρέπει να είμαστε αόρατοι; Αφού στην πόλη αυτή κανείς δεν μας γνωρίζει.
-Ναι, αλλά κανείς δεν θέλουμε και να μας μάθει. Το ξεχνάς;
-Καλά. Εσύ πιστεύεις ότι όλοι με εσένα ασχολούνται.
-Όχι, αλλά από τη στιγμή που οι όλοι, όπως λες, αποτελούν το θέμα μου, τότε αργά ή γρήγορα κάποιος από τους όλους, θα νιώσει και το βλέμμα μου και θα μου το επιστρέψει.
-Οι όλοι είναι το θέμα σου; Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουνα εγώ…
-Ναι, πες μου ότι ζηλεύεις τώρα.
-Ναι, πες μου πως δεν το απολαμβάνεις.
-Απολαμβάνω την παρέα σου μαζί με το ταξίδι. Άλλωστε, ξέρεις, πρώτη φορά έχω συνέταιρο σε τέτοια ιστορία.
-Συνέταιρο; Περίεργη λέξη επέλεξες.
-Περίεργη είναι η επιλογή. Η λέξη όμως ταιριάζει.
-Δεν επιμένω. Εσύ ξέρεις καλύτερα από αυτά. Εγώ με τις λέξεις έχω από καιρό μαλώσει.
-Ναι, αλλά με τις ιστορίες μια χαρά τα πας.
-Μπορεί, αλλά δεν φτάνει.
-Πώς είσαι τόσο σίγουρη; Δοκίμασέ με! Πες μου μια!
-Τι ιστορία θέλεις να σου πω;
-Μια από αυτές που τριγυρίζουνε σε αυτήν εδώ την πόλη.
-Μα μόλις τρεις μέρες είμαστε εδώ. Ό,τι είδα, το είδαμε μαζί και ό,τι ξέρεις ξέρω.
-Διάλεξε τότε μια καλή, που ήδη να την γνωρίζω, και πες την με τον τρόπο σου. Κάνε με κάποτε να πω «είσαι το Βελιγράδι μου»!
-Είσαι τρελός, δεν πας καλά, μα έχεις ακόμα πλάκα. Καλά, λοιπόν. Τώρα θα δεις. Έτοιμος; Ξεκινάω…

Πριν λίγα χρόνια, τότε, με τον πόλεμο, θυμάσαι που βομβάρδιζαν ολόκληρη τη χώρα; Τότε, λοιπόν, άρχισαν να κυκλοφορούν κάτι ιστορίες αλλόκοτες για κάποιους τύπους που οι βόμβες δεν τους τρόμαζαν και αντί να τρέξουν να κρυφτούν μέσα στα καταφύγια, τρύπωναν μέσα στα σπίτια που οι άλλοι εγκατέλειπαν και ζούσαν τις ζωές τους. Έτρωγαν ό,τι υπήρχε στα ψυγεία τους, έπιναν τα κρασιά τους, καμιά φορά ξάπλωναν στα κρεβάτια τους και έκλεβαν τα όνειρά τους. Δεν έπαιρναν μαζί τους τίποτα. Ό,τι έβρισκαν το κατανάλωναν εκεί, σαν να ήτανε οι κύριοι του σπιτιού, χωρίς να βιάζονται και να ανησυχούν μην τύχει και τους πιάσουν, αφού είχαν τον αντιαεροπορικό συναγερμό να τους κρατάει τσίλιες και μόλις σήμαινε τη λήξη του κακού, τέλειωνε και το γλέντι. 
Εντάξει, ξέρεις, συμβαίνουνε αυτά στις άγριες τις εποχές. Ούτε μπορεί κανένας εύκολα να πει ότι οι άνθρωποι αυτοί ήτανε διαρρήκτες, ούτε και σκέφτηκαν ποτέ στα σοβαρά οι άλλοι να τους κυνηγήσουνε, αφού τι δίκιο να ψάξεις και να βρεις σε μια χώρα όπου το άδικο είχε πια πάρει διαστάσεις φυσικού και καθημερινότητας.  Και, κάποια στιγμή, πάει, τελείωσε ο πόλεμος και άρχισε πάλι η ζωή στους δρόμους να επιστρέφει. Έλα, όμως, που οι κακές συνήθειες δύσκολα ξεπερνιούνται. Βέβαια, οι πιο πολλοί από τους εισβολείς σταμάτησαν στα σπίτια των άλλων να συχνάζουν.
Όσοι από αυτούς ήταν τυχεροί περιορίστηκαν στα μικροσκοπικά τους διαμερίσματα και στις μικρές ζωές τους και πού και πού μαζεύονταν σε κάποια από τις πλατείες και αναπολούσαν τα παλαιά νυχτερινά τους κατορθώματα, σαν ναυτικοί που αφήσανε τις θάλασσες, μα βασανίζονται επειδή τους λείπουν τα λιμάνια. Οι άλλοι, οι πιο άτυχοι, που είχαν τα σπίτια τους καταστραφεί ή που τις Ιστορίας οι βίαιες οι αλλαγές τούς πέταξαν στο δρόμο, συνέχισαν να εξασκούν την τέχνη τους, μα οι νοικοκύρηδες, που τώρα είχαν τους συναγερμούς σε άλλους ρυθμούς να παίζουν, αργά ή γρήγορα τους έπιαναν και ύστερα αναλάμβαναν οι νόμοι της ειρήνης.  
Και ήτανε κι ένας που περίσσεψε και ο θρύλος τον ονόμασε ο «άνδρας με τα μαύρα». Αυτός, ο αμετανόητος, όχι μονάχα δεν σταμάτησε να μπαίνει έτσι, στα κρυφά, μέσα στα ξένα σπίτια, μα ούτε που πρόλαβε ποτέ να βγει στ’ αλήθεια από αυτά. Φταίει που η νύχτα του τελευταίου του βομβαρδισμού τον βρήκε στο σπίτι ενός συλλέκτη, που είχε δίσκους σπάνιους, με μουσικές που η πόλη ως τότε αγνοούσε. Κι αυτός –όχι, δεν τον κατηγορώ, κι εγώ το ίδιο θα έκανα- τους έβαλε να παίζουν δυνατά, τόσο, που όταν σήμανε η λήξη του συναγερμού, δεν μπόρεσε ο ήχος της να φτάσει ως τα αυτιά του. Και δεν κατάλαβε πως τέλειωσε ο πόλεμος, παρά μονάχα όταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βρέθηκε στο κατώφλι. Έτρεξε, τελευταία στιγμή και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι του και από τότε λένε πως ζει διαρκώς μετακινούμενος από το ένα στο άλλο διαμέρισμα, γλιστρώντας μέσα από φωταγωγούς, πηδώντας στις ταράτσες.
Κανένας δεν τον έχει δει, αλλά τα ίχνη που αφήνει πίσω του κοντεύουν να τρελάνουνε ολόκληρη την πόλη.            
Για κάποιους κάποιοι πόλεμοι ποτέ δεν τελειώνουν. Όπως για άλλους κάποια παιχνίδια δεν λήγουνε ποτέ, γιατί πριν ξεκινήσουν δεν φρόντισαν να μάθουν τους κανονισμούς, τους όρους να διαβάσουν. Σκέψου τώρα τι γίνεται με αυτούς που έχουνε συνηθίσει να παίζουν με τον πόλεμο και άλλο παιχνίδι από αυτό δεν γνώρισαν ποτέ τους.

-Μα αυτός ο τύπος είναι σαν κι εμάς. Μας μοιάζει, δεν νομίζεις;
-Τι λες; Εμείς δεν είμαστε σε πόλεμο. 
-Αλήθεια; Και αυτό εδώ τι είναι;
-Δεν ξέρω. Πάντως, σίγουρα σε παιχνίδι είμαστε. Κοίτα! Νομίζω μας κοιτάζουν.
-Φταίει που τους κοιτάμε τόσην ώρα εμείς. Ξέρεις, οι Σέρβοι κάποια πράγματα ποτέ δεν συγχωρούνε.
-Πάμε να φύγουμε από εδώ, όσο η δράση του αόρατου μας προστατεύει ακόμα.
-Να φύγουμε, να πάμε που; Τι λες συνεταιράκι;
-Δεν έχω ιδέα. Βλέπεις, και εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ρίξω μια ματιά στου παιχνιδιού τους όρους.
-Ναι, ούτε εγώ. Το ξέχασα. Αλλά τουλάχιστον βρισκόμαστε ακόμα στο παιχνίδι.
-Οπότε;
-Οπότε, ας συνεχίσουμε.

-Ας παίξουμε. Σειρά σου!

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

από την αρχή

Διαβάζεις ένα βιβλίο.
Το βιβλίο αφηγείται μίαν ιστορία.
Η ιστορία αυτή είναι -και- δική σου.

Κάποτε λες, "όχι δεν είμαι εγώ αυτό", το παρατάς και φεύγεις.
Φεύγεις, αλλά ξεχνάς το βιβλίο ανοιχτό.
Φεύγεις, μα δεν φροντίζεις καν να σκίσεις, να κάψεις, τις σελίδες.

Κάποια στιγμή -πάντα θα υπάρχει η στιγμή- έρχεσαι πάλι πίσω.
Πίσω, η ιστορία, τόσο καιρό, ερήμην σου εξελίσσεται.
Η εξέλιξη αυτή σε αφορά, μα τώρα πια, όχι, δεν προλαβαίνεις.

Πας κατευθείαν στο τελευταίο το κεφάλαιο, διαβάζεις πώς τελειώνει.
Το τέλος αυτό ταυτίζεται με το δικό σου τέλος.
Στο τέλος λες, "κοίτα να δεις, εγώ ήμουν τελικά αυτό".

Πας να το ξαναπιάσεις από την αρχή.
Πας να το ξαναπιάσεις από την αρχή..
Πας να το ξαναπιάσεις από την αρχή...

επειδή

Επειδή,
όπως θα έχεις ήδη καταλάβει,
με τα λόγια άκρη δεν φαίνεται να βγάζουμε,
επειδή η γλώσσα μου,
άλλη γλώσσα από αυτήν εδώ δεν ξέρει να μιλάει
ή και που ξέρει,
να την ακούσεις
-την άλλη γλώσσα εννοώ-
δεν γίνεται υπό αυτές τις τόσο θλιβερές συνθήκες,
επειδή εγώ,
επειδή εδώ,
άκουσε τώρα την σιωπή και βγάλε,
όσο ακόμα είναι νωρίς,
κανένα από αυτά
-τα πώς τα λένε;-
α, ναι...
τα συμπεράσματα!

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

θεσσαλία

Στην Ισπανία, και στη Μαδρίτη πιο συγκεκριμένα, πέρασα μια από τους πιο όμορφες και δημιουργικές περιόδους της ζωής μου. Εκεί ουσιαστικά γεννήθηκαν οι Dreamtigers και εκεί ξεκίνησα και να ασχολούμαι με το αγαπημένο μου είδος των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, γράφοντας το «Ανακάλυψε Περιπλανώμενος» (dreamtigers002), αλλά και με τη φωτογραφία δρόμου, κάνοντας την καλύτερή μου ως τώρα έκθεση («Callegraficas, Café Galdos, Ιούνιος 2012). Η Μαδρίτη παραμένει η μια από τις δυο αγαπημένες μου ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – η άλλη είναι οι Βρυξέλλες.

Το μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας υπήρξε πολύ σημαντικός σταθμός τόσο για το γράψιμό μου όσο και για εμένα τον ίδιο. Πέρα από το ότι μπόρεσα να ξαναζήσω κάτι σαν φοιτητική ζωή και να γνωρίσω πολλούς ωραίους και ενδιαφέροντες ανθρώπους, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από μια άλλη οπτική την περιπέτεια της συγγραφής και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Το έργο που γίνεται στη Φλώρινα, για τα ελληνικά δεδομένα, είναι στ’ αλήθεια πρωτοποριακό. Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι επιβεβλημένη η ίδρυση ενός πλήρους φοίτησης πανεπιστημιακού τμήματος των Τεχνών και των Επιστημών του Λόγου. Για περισσότερα σχετικά, σας παραπέμπω στο βιβλίο μου «Για Αύριο» (dreamtigers013).

Η Νομική και η δικηγορία, ίσως η πιο ανθρωπιστική επιστήμη και σίγουρα το πιο παρεξηγημένο επάγγελμα, όχι ερήμην αυτών που το ασκούνε, δυστυχώς. Σπούδασα στη Νομική Αθηνών και εργάζομαι ως δικηγόρος στο Βόλο από το 2002. Πέραν όλων των άλλων, οι σπουδές και το επάγγελμα προσφέρουν σε αυτούς που επιθυμούν να ασχοληθούνε με το γράψιμο δύο πολύ σημαντικά εφόδια: λιτότητα στη χρήση των εκφραστικών μέσων και μια τεράστια δεξαμενή ιστοριών, οι οποίες αγγίζουν όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Α, ναι! Και προϋπηρεσία στην τάση για επιτηδευμένη μυθοπλασία – εξ ου ίσως και το παρεξηγήσιμο του θέματος που λέγαμε.

Το dreamtigers.gr αποτελεί τον προσωπικό μου ηλεκτρονικό εκδοτικό οίκο. Εκεί δημοσιεύω –και διαθέτω δωρεάν- τα βιβλία μου από τον Ιούνιο του 2012, και βάσει του «συμβολαίου» που έχω υπογράψει με τις ίδιες τις ονειροτίγρεις, συνεχίζω να ανεβάζω κι από ένα κάθε δυο μήνες, μέχρι που να συμπληρωθεί ο μαγικός αριθμός 111. Φυσικά η φιλοσοφία και η στρατηγική των Dreamtigers έχουνε πιο πολύ να κάνουν με τον κόσμο του ίντερνετ και του μπλόγκινγκ, παρά με τις συμβατικές χάρτινες εκδόσεις, όπου έχουν ήδη κυκλοφορήσει τρία «κανονικά» βιβλία μου («Πριγκιποδουλειές», «Σχέδιο Τρόμου», από τις Εκδόσεις Οξύ και «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού», από τις Εκδόσεις Τόπος) και όπου θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να επιστρέψω.

Τα ηλεκτρονικά μου βιβλία είναι μέχρι τώρα 15 και σε λίγες μέρες θα δημοσιεύσω το δέκατο έκτο, που θα λέγεται «Geometropolis». Τα περισσότερα από αυτά είναι μάλλον λογοτεχνικά, ενώ σε κάποια άλλα επιχειρώ, ας πούμε, στον δοκιμιακό λόγο. Προσπαθώ να εκμεταλλευτώ την άνεση που μου προσφέρει το διαδίκτυο και να δοκιμάζομαι σε διάφορα είδη και στυλ γραφής. Σε κάθε περίπτωση όλα τα ηλεκτρονικά βιβλία μου (αναγνωρίζω πως ενδεχομένως να θεωρηθεί καταχρηστική η χρήση του όρου «βιβλίου» για τα αφηγηματικά σύνολα που δημοσιεύω) φέρουν τον υπότιτλο «αποσπάσματα», όπως και ένα από τα χάρτινα που έχω εκδώσει, γιατί αυτός ο τρόπος, της αποσπασματικότητας, με εκφράζει και μέσα από αυτόν μόνο μπορώ, προς παρόν τουλάχιστον, να πω αυτά που θέλω.

Η ποίηση για μένα είναι μια άγνωστη ακόμα χώρα, την οποία επισκέπτομαι συνήθως σαν τον κλέφτη. Έχω γράψει και έχω δημοσιεύσει κάποια κάτι-σαν-ποιήματα, αλλά και αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο των αποσπασμάτων μου και σίγουρα δεν σχηματίζουν κάποιου είδους ποιητική για την οποία θα μπορούσα να μιλήσω. Είχα την τύχη να έχω καθηγητή στη Φλώρινα, στο μάθημα της Ποίησης, τον σημαντικότερο ίσως εν ζωή Έλληνα ποιητή, τον Τίτο Πατρίκιο και σίγουρα το σημαντικότερο που αποκόμισα από αυτόν είναι πως η ποίηση είναι μια γλώσσα με την οποία μπορείς να πεις πράγματα που δεν μπορείς να τα πεις με άλλον τρόπο. Ειδικά στη χώρα μας, η ποίηση πάντοτε υπήρξε καθρέφτης των ιστορικών και κοινωνικών εξελίξεων, αλλά και τρόπος έκφρασης κάθε φορά που οι άλλοι τρόποι αποδεικνύονταν αναποτελεσματικοί και λίγοι. Η νέα άνθιση που γνωρίζει η ποίηση στις μέρες μας αυτό ακριβώς νομίζω πως αποδεικνύει. 

«Ταξιδεύοντας θεραπεύεται ο ρατσισμός και διαβάζοντας ο φασισμός», είχε πει ο ισπανός φιλόσοφος Miguel de Unamuno. Πιστεύω πως η επαρχιώτικη ματιά μας πάνω σε αυτά που συμβαίνουνε στον πλανήτη είναι αιτία πολλών δεινών μας. Όσο πιο πολύ ερχόμαστε σε επαφή και γνωρίζουμε άλλους πολιτισμούς, τόσο πιο κερδισμένοι μπορούμε να βγούμε και να εκτιμήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας και τις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνουν τον κόσμο μας και τις ζωές μας. Φτάνει η ματιά αυτή να μην είναι απλώς τουριστική, ούτε ο κόσμος αποτελείται από καρτ ποστάλ ούτε οι ζωές μας από εξωραϊσμένα φωτογραφικά άλμπουμ. Προσωπικά, τελευταία, ταξιδεύω διαρκώς, και λόγω των μαθημάτων μου (διδάσκω μες στη βδομάδα σε τρεις διαφορετικές πόλεις) και λόγω της ενασχόλησής μου με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς (τώρα ετοιμάζω αυτόν της πόλης του Βελιγραδίου). Βασικά, κατά κάποιον τρόπο, κατοικώ στην εθνική οδό.

«Ψέματα λένε» είναι ο τίτλος ενός από τα βιβλία (dreamtigers009) που έχω δημοσιεύσει στο ίντερνετ και το οποίο βασίζεται κυρίως στην εισήγηση που έκανα τον Σεπτέμβριο του 2013 στο Διεθνές Συνέδριο Δημιουργικής Γραφής στην Αθήνα. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζω σε γενικές γραμμές τις απόψεις μου γύρω από το επίμαχο -πλέον- ζήτημα της Δημιουργικής Γραφής, που δυστυχώς, λόγω μόδας και παραπληροφόρησης, που γεννάται από το πλήθος των αμφιλεγόμενων εργαστηρίων –κάποια από αυτά τα έχουμε δει τελευταία και στην πόλη μας- βρίσκεται ακόμα χαμένο μέσα στην ομίχλη της επικρατούσας κραυγαλέας ημιμάθειας. Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα, αν είχαμε τη δυνατότητα κάποια στιγμή να αναφερθούμε περαιτέρω πάνω στο ζήτημα αυτό από τις σελίδες σας. Προς το παρόν, πάντως, σας λέω πως όποιος σας υπόσχεται πως θα σας κάνει συγγραφείς, σας λέει ψέματα.

Η διαφορετικότητα στην κοινωνία είναι ευλογία. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο βαρετό και αυτοκαταστροφικό από μια πόλη ή μια χώρα που να κατοικείται αποκλειστικά από ανθρώπους της ίδιας πολιτιστικής προέλευσης. Φοβάμαι πως ως έθνος έχουμε ξεχάσει τον κοσμοπολιτισμό μας και ότι ιστορικά μονάχα ως μέλη τέτοιων πολυσυλλεκτικών κοινωνιών έχουμε διακριθεί και έχουμε κάτι στον κόσμο αυτόν προσφέρει. Η συστηματική καλλιέργεια του φόβου για τον άλλον έχει δυστυχώς αποδώσει τους βλαβερούς καρπούς της, για αυτό και όλη αυτή η τόσο κακογραμμένη και κακοαφηγημένη ιστορία της κρίσης έχει αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις ηθικές και ψυχολογικές. Η διαφορετικότητα από την άλλη στην δημιουργία μπορεί να αποδειχτεί κατάρα. Η τάση του να γράψω, σώνει και καλά, κάτι το διαφορετικό από αυτό που έχουνε γράψει οι άλλοι έχει οδηγήσει στα μεγαλύτερα συγγραφικά εκτρώματα.

«Ονειρεύομαι ότι κοιμάμαι, ονειρεύομαι ότι ονειρεύομαι», όπως λέει και ο ποιητής (Paul Éluard). Θεωρώ πως είναι λάθος να αναζητούμε στα όνειρα το υλικό με το οποίο θα χτίσουμε τις ιστορίες μας. Οι ιστορίες δομούνται βάσει σχεδίου, το υποσυνείδητο απλώς παίζει καμιά φορά το ρόλο του κριτή, του πρώτου αναγνώστη. Οι ψευδαισθήσεις που δημιουργούνται, όταν ονειρευόμαστε, ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια είναι τόσο επικίνδυνες που η μνήμη, ο πιο πιστός μας εσωτερικός σύμμαχος, σπεύδει αμέσως να τις διαγράψει, μόλις σηκωθούμε από το κρεβάτι μας ή μόλις η πραγματικότητα μας συνεφέρει. Προσωπικά απολαμβάνω το σύμπαν των ονείρων μου, αλλά μου λείπει ύπνος.

Αγαπάω να παρακολουθώ την επικαιρότητα και ύστερα να την προσαρμόζω στις δικές μου διαστάσεις ή να της δίνω άλλες, πιο δικές μου εκδοχές και ερμηνείες. Προχθές, ας πούμε, που διάβαζα κάπου κάτι σχετικό με αυτήν την ιστορία της Αμφίπολης, έγραψα αυτό: «Γιατί τα κόκκαλα κάπου νεκρού επιφανούς και όχι το διάφανο το δέρμα το δικό σου;». Γενικά, ό,τι και να γράψουμε, για αυτό το θέμα, της αγάπης, θα μιλάει. Η δημιουργία, ας μην ξεχνάμε, είναι όρος και θεολογικός και ο δημιουργός ως κίνητρό του δεν μπορεί παρά να έχει την αγάπη. Αγάπη προς τους αναγνώστες του, προς τους ήρωές του και τελικά προς το ίδιο το δημιούργημά του.

Τα 5 πιο αγαπημένα μου βιβλία, αυτή τη στιγμή που με ρωτάτε, νομίζω πως είναι το «Καλημέρα μεσάνυχτα» της Jean Rhys, η «Άβυσσος» της Carmen Laforet, τα «Δημοτικά τραγούδια» του Νικόλαου Πολίτη, η «Μεταμόρφωση του αστού» του Jacques Ellul και τα «Αποσπάσματα ερωτικού λόγου» του Roland Barthes. Αν με ρωτούσατε το καλοκαίρι, θα σας έλεγα το «Υπέροχοι απόκληροι» του Leonard Cohen, ο «Πόλεμος του Ποδοσφαίρου» του Ryszard Kapuściński, τα «Κείμενα από την Ιαπωνία» του Λευκάδιου Χερν, ο «Επαναστατημένος Άνθρωπος» του Albert Camus και το «Από το στόμα της παλιάς Remington» του Γιάννη Πάνου. Και αν μου κάνατε την ίδια ερώτηση πριν από ένα χρόνο, θα σας απαντούσα το «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν» του George Simenon, το «Κουτσό» του Julio Cortázar, το «Όνειρο της Κλάρας» του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, η «Γραμμή του Ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου και το «Κεντρί της ύπαρξης» του Søren Kierkegaard.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Με ξύπνησες από νωρίς.
Μου είπες ψέμματα πως είχε πάει δώδεκα.
πως τέλειωνε ο χρόνος.
Μου είπες πως με ονειρεύτηκες,
πως είχε γεύση από χώμα, από χορτάρι, το φιλί μου.
Μου ζήτησες μιαν εκδρομή
- σε πήγα.

Πήγαμε πάλι στο χωριό.
Καθίσαμε στο ίδιο το τραπέζι.
Ήταν νωρίς και ερημιά.
Μου είπες "διώξε τα σκυλιά",
φοβήθηκες.

Ύστερα, στην επιστροφή,
με φίλαγες κάθε φορά που άλλαζα ταχύτητα.
Κάποιο αμάξι μας προσπέρασε
- οι άνθρωποι μας κοίταζαν κι έκαναν τον σταυρό τους.
Μου είπες στο κρεβάτι να γυρίσουμε.
"Ακόμα ούτε δώδεκα", είπες, "δεν έχει πάει".

Άλλη μια τέτοια Κυριακή
και σίγουρα χαθήκαμε.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ρόδος

Το Μάιο του 2000 τον πέρασα στη Ρόδο. Ένας στενός μου φίλος υπηρετούσε τότε την θητεία του εκεί και είχε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα μέσα στην παλιά πόλη. Με προσκάλεσε να πάω για λίγες μέρες μετά το Πάσχα και όντως εγώ ξεκίνησα για ένα τριήμερο, παίρνοντας μαζί μου ελάχιστες αποσκευές και χρήματα. Ακόμα δεν είχα τελειώσει τυπικά με τις σπουδές μου και υποτίθεται πως τον Ιούνιο είχα να δώσω δυο μαθήματα για να βελτιώσω το βαθμό του πτυχίου μου, αφού βρισκόμουν οριακά κοντά στο λίαν καλώς. Τελικά το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να πάω τα βιβλία και τις σημειώσεις μου μια βόλτα ως τα Δωδεκάνησα. Όχι μόνο δεν διάβασα σελίδα, αλλά ούτε καν σε εκείνη την τελευταία εξεταστική δεν παρουσιάστηκα και αρκέστηκα στο βαθμό "σκέτο καλώς", ο οποίος καθόλου δεν επηρέασε την έτσι κι αλλιώς αδιάφορη μετέπειτα καριέρα μου.
Τον ένα αυτόν μήνα που πέρασα στη Ρόδο καθόλου τελικά δεν τον μετάνιωσα, αν και πλέον ελάχιστα θυμάμαι από όσα έκανα εκεί, τις μέρες που αλήτευα στην πόλη και στο νησί ολόκληρο, κατά κανόνα μόνος μου, αφού ο φίλος ήταν διαρκώς σχεδόν απασχολημένος με τις υποχρεώσεις του. Αν δοκίμαζα να ανασυνθέσω με λέξεις εκείνη την αλήτική μου καθημερινότητα, κατασκευάζοντας μια μέρα, ας πούμε τυπικά ροδίτικη, θα την έφτιαχνα περίπου κάπως έτσι:
Ξυπνούσα το πρωί κατά τις 10 και έπαιρνα το πρωινό μου σε έναν φούρνο που τον είχαν κάτι κορίτσια, οι οποίες νομίζω πως ήταν αδερφές. Κάθε μέρα, ενώ μου σέρβιραν τον καφέ και τα άλλα παρελκόμενα, ανέχονταν το ανόητο πρωινό μου φλερτ κ πάντα μου έδιναν αόριστες υποσχέσεις πως κάποιο βράδυ θα πίναμε μαζί ένα ποτό. Σχεδόν μου άρεσε όλο αυτό το δούλεμα.
Μετά άρχιζα να βολτάρω μέσα στις γειτονιές των ιπποτών φτιάχνοντας μέσα στο κεφάλι μου σχέδια καθόλου ιπποτικά για τον νέο αιώνα που μόλις τότε ξεκινούσε. Που και που, επισκεπτόμουν κάποιο από τα μουσεία και άλλα αξιοθέατα, αλλά κυρίως προσπαθούσα να ανακαλύψω ή να εφεύρω τα δικά μου, που οι ταξιδιωτικοί οδηγοί ποτέ δεν θα έμπαιναν στον κόπο να τα αναφέρουν.
Μετά, όταν μεσημέριαζε, καθόμουν πάντα για καφέ στο ίδιο καφενείο. Δεν θυμάμαι καθόλου το όνομά του και η αλήθεια είναι πως δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Μου άρεσε γιατί είχε ένα τραπεζάκι κάτω από έναν πλάτανο, ο οποίος και έδινε το όνομά του στο οθωμανικό μνημείο που στεκόταν πλάι του και το οποίο ήδη γνώριζα καλά από ένα κόμικ του ούγκο πραττ που τότε με μανία διάβαζα.
Ύστερα γύριζα στο σπίτι και άραζα, συνήθως, στο μπαλκόνι. Άνοιγα τα βιβλία της σχολής για να τα ξανακλείσω μετά από λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα καθόμουν και άκουγα τους ήχους του νότου και του μεσημεριού, που έστηναν στα αυτιά μου τις πιο περίεργες και θελκτικές συγχορδίες. Ήθελα τόσο πολύ να βάλω λόγια σε αυτήν την μυστηριώδη μουσική, αλλά ακόμα μου έλειπαν οι λέξεις.
Το απόγευμα ξανάβγαινα, λίγο πριν επιστρέψει ο φίλος μου στο σπίτι. Η αλητεία μου τώρα στρεφόταν προς την καινούρια πόλη, όπου εκεί η εξερεύνηση έπαιρνε άλλες πιο συναρπαστικές, ας πούμε, διαστάσεις. Μπορεί να ήταν αδιάφορη τουριστικά, μα εγώ ποτέ δεν ήμουνα τουρίστας. Είμαι συλλέκτης, πάντοτε τέτοιος ήμουνα, και ας μην το είχα ακόμα τότε συνειδητοποιήσει.
Η βόλτα μου κατέληγε στο ίδιο ακριβώς σημείο. Στο ξενοδοχείο όπου είχα μείνει την πρώτη φορά που είχα πάει στο νησί, την άνοιξη του 1993, στην πανταήμερη μου. Δεν ξέρω τι είδους έλξη ήταν αυτή που με τραβούσε προς τα εκεί, ούτε τι ακριβώς ήταν αυτό που έψαχνα να βρω ή να εξακριβώσω. Αν και τώρα, μετά από όλα όσα πέρασα, ίσως και να μπορούσα να κάνω κάποιες υποθέσεις.
Κι ύστερα γύριζα ξανά στο σπίτι, έκανα μπάνιο, κουβέντιαζα λιγάκι με τον φίλο μου, που μου έλεγε αστείες ιστορίες από το στρατόπεδο και τις αντάλλαζα με άλλες δικές μου τόσα φριχτά επινοημένες, που τελικά τις πίστευε για να με κάνει να σωπάσω. Κάπου εκεί, την ώρα που σουρούπωνε ακούγαμε από κάποιο σπίτι διπλανό να παίζει ένα πιάνο. Καμιά φορά νομίζω πως το ακούω ακόμα.
Κάθε βράδυ δειπνούσαμε στη λέσχη των αξιωματικών της πόλης. Όσο έτρωγα κοιτούσα τον τεράστιο χάρτη των Δωδεκανήσων που κρεμόταν δίπλα στο τραπέζι μας και όλο έλεγα να πάω σε κάποιο άλλο από τα κοντινά νησιά, μα όλο το ανέβαλα. Τελικά, την τελευταία μέρα, πήρα το πλοίο και πήγα ως την Σύμη, από όπου υποτίθεται ότι η οικογένειά μου έλκει μια μακρινή καταγωγή της.
Στο τέλος καταλήγαμε σε κάποιο από τα μπαρ της οδού Μιλτιάδου, όπου ο φίλος μου είχε ήδη εκεί τα στέκια του. Πίναμε μέχρι εκείνος να νυστάξει και μέχρι να ξυπνήσω εγώ για τα καλά και να μου έρθει η όρεξη για άλλες περιπλανήσεις πιο νυχτερινές και ακόμα πιο ανώφελες. Σίγουρα, από τότε το είχα καταλάβει, πως θα έκανα ως άδικη κατάρα μια καριέρα σταλήθεια πολύ αξιοζήλευτη.
Εν πάση περιπτώσει, ο Μάιος εκείνος κάποια στιγμή τελείωσε και πήρα το πλοίο και επέστρεψα σε αυτό που τότε θεωρούσα ως κανονική ζωή. Αντί για εξετάσεις, έκανα τα χαρτιά για την ορκωμοσία μου και μπήκα σχεδόν αμέσως στην μακρά και ανόητη διαδικασία να επιλέξω τι ακριβώς θα ήθελα να κάνω τώρα με το καλούτσικο πτυχίο μου. Μια διαδικασία που στην πραγματικότητα δεν θα τελείωνε ποτέ και θα λυνότανε, κάποια στιγμή, ως πρόβλημα δια της καταργήσεως του. Σίγουρα έχουν από την μνήμη μου σβηστεί πολλά σημαντικά και ενδιαφέροντα που μου συνέβησαν τον μήνα εκείνο στο νησί. Αλλά για να επέλεξε η μνήμη μου να μην τα συγκρατήσει πιστεύω ότι θα είχε και αυτή τους λόγους της. Η μνήμη είναι ο καλύτερος κριτής, μπορεί οι βουλές της να παραμένουν άγνωστες, αλλά από κάποια στιγμή και ύστερα αφέθηκα να εμπιστεύομαι τυφλά τον σκοτεινό μηχανισμό της. Άλλωστε, οι αναμνήσεις μου -τώρα πια μπορώ με βεβαιότητα να το πω- αφορούν τις περισσότερες φορές το μέλλον -όσο παράλογο και να ακούγεται- παρά το παρελθόν μου.
Και κάπως έτσι, τώρα που μπήκα στη διαδικασία αυτήν την αναμνησιακή, συνειδητοποιώ ότι μου έχει μόλις γεννηθεί μια μεγάλη απορία: Έναν ολόκληρο μήνα που τριγύριζα στα μέρη σου, πώς γίνεται και δεν σε πέτυχα. Αλήθεια, πες μου, πού κρυβόσουν;

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

του ντοστογιέφσκυ η μάνα

-Τι είναι αυτά που γράφεις, παιδάκι μου; Μήπως να ψάξουμε γιατρό να σε κοιτάξει;
-Τι λες, ρε μάνα; Λογοτεχνία είναι, να πούμε! Γιατί το παίρνεις τόσο προσωπικά;
-Τι λογοτεχνία μου λες; Αυτά δεν είναι ωραία πράγματα... Μήπως να πάμε σε παπά να σε διαβάσει;
-Καλά είμαι, σου λέω. Μην μπερδεύεσαι, άλλο εγώ και άλλο τα βιβλία.
-Πώς άλλο, δηλαδή;
-Να, κοίτα. Ας πούμε ότι ερχότανε ο Ντοστογιέφσκυ και σου ζητούσε, λέμε τώρα, το διαμέρισμα που έχουμε από πάνω. Εσύ, θα του το νοίκιαζες;
-Και βέβαια. Γιατί να μην το νοίκιαζα στον άνθρωπο;
-Ναι, ε; Κι ας έγραψε εκείνο το βιβλίο, όπου ο ήρωας σκοτώνει την σπιτονοικοκυρά του με τσεκούρι;
-Τι λες; Το ίδιο είναι;
-Είδες; Άλλο αυτός και άλλο τα βιβλία του...
-Όχι, δεν εννοώ αυτό.
-Αλλά;
-Για τον Ντοστογιέφσκυ ας ανησυχήσει η μάνα του Ντοστογιέφσκυ. Εγώ έχω εσένα για να ανησυχώ. Πεινάς; Μήπως να σου ζεστάνω τα γεμιστά να φας;

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

ο μπελάς

Κατά το πρώτο έτος φοίτησής μου στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας έκανα πολλές εργασίες, κάποιες από τις οποίες χρησιμοποίησα ως υλικό σε προηγούμενα βιβλία των Dreamtigers και κυρίως στο «Για αύριο» (Ιούνιος 2014). Τον Ιανουάριο του 2012, στο μάθημα της «Ιστορίας Ευρωπαϊκής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», η διδάσκουσα, κυρία Νικολαΐδου, μας ζήτησε να γράψουμε ένα «κριτικό σημείωμα» για κάποιο κλασικό λογοτεχνικό κείμενο. Τότε έκανα το λάθος να παρασυρθώ για ακόμα μια φορά από τις αναγνωστικές μου εμμονές και να επιλέξω από το σύνολο της «κλασικής λογοτεχνίας» που είχα ήδη διαβάσει το βιβλίο που με είχε ταλαιπωρήσει όσο κανένα άλλο τόσο διαβάζοντάς το όσο και αναβιώνοντάς το, κατά κάποιον τρόπο, σε κάποιες από τις προηγούμενες φάσεις της συναρπαστικά αδιάφορης ζωής μου. Το «Ένας ήρωας του καιρού μας» υπήρξε για μένα το κατεξοχήν βιβλίο-μπελάς. Ήμουν ακόμα έφηβος, όταν μια μεγαλύτερη μου φίλη μου το συνέστησε, λέγοντάς μου ότι ο ήρωας –ο διαβόητος Πετσόριν- της θύμιζε εμένα. Το πήρα και το διάβασα και ενώ ελάχιστα κατάλαβα τόσο από το πνεύμα του όσο και από την πλοκή του, ένιωσα είναι η αλήθεια, σε κάποια από τα σημεία όπου ο πρωταγωνιστής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, πως ξαναδιάβαζα, ας πούμε, σελίδες του ημερολογίου μου, το οποίο ένας σατανικός ρώσος του τότε προηγούμενου αιώνα μού είχε με κάποιον τρόπο υποκλέψει. Τα έξι χρόνια της φοιτητικής μου ζωής το βιβλίο αυτό τα πέρασε κρυμμένο ανάμεσα σε άλλα σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκη μου, για να ανασυρθεί αργότερα, στην πιο κρίσιμη ίσως καμπή της ζωής μου, όταν μια άλλη φίλη, περίπου συνομήλικη, μου ζήτησε να της προτείνω κάτι για να διαβάσει. Σε ένα ξέσπασμα φρενήρους επιπολαιότητας της έδωσα τον «Ήρωα» επισημαίνοντάς της να τον προσέχει, γιατί από όλα τα βιβλία αυτό είναι το αγαπημένο μου. Είχε περάσει αρκετός καιρός από την πρώτη μου ανάγνωση κι είχα ξεχάσει τι ακριβώς είχα υπογραμμίσει ή σημειώσει τότε πάνω στις σελίδες του. Λίγες μέρες μετά μου το επέστρεψε ταχυδρομικώς και φυσικά ποτέ δεν ξανασυναντηθήκαμε. Τότε έκανα ένα πείραμα. Πήγα κι αγόρασα το μυθιστόρημα του Λέρμοντωφ ξανά, στην ίδια ακριβώς μετάφραση, και το διάβασα για δεύτερη φορά, υπογραμμίζοντας και σημειώνοντας εκ νέου αυτά που θεωρούσα πιο σημαντικά ή εκείνα που με συγκινούσαν περισσότερο. Πέρα από το ίδιο ενοχλητικό συναίσθημα, πως κάποιος αλιτήριος μπορούσε ακόμα να τρυπώνει μέσα στο κεφάλι μου και να διαβάζει τις πιο κρυφές μου σκέψεις, η σύγκριση των δύο αναγνώσεων, τις οποίες χώριζε μια ολόκληρη δεκαετία, ήταν τόσο τρομακτική που σχεδόν με πανικόβαλε: Είχα υπογραμμίσει τα ίδια πάνω-κάτω αποσπάσματα και είχα κρατήσει στο περιθώριο των δύο αντιτύπων περίπου τις ίδιες σημειώσεις! Έκρυψα και τα δυο αντίτυπα στο βάθος της βιβλιοθήκης μου, αφού απέρριψα, όχι χωρίς πολύ σκέψη είναι η αλήθεια, την αποτέφρωσή τους και προκειμένου να μην ξαναβιώσω τα ίδια συναισθήματα μετά από άλλα δέκα χρόνια, μπήκα ο ίδιος σε μια άλλου τύπου περιπέτεια, επιδιώκοντας να γίνω εγώ ετούτη τη φορά ο ήρωας του καιρού μου. Πάνω στην περιπέτεια αυτή βασίζεται το ατυχές αδημοσίευτό μου μυθιστόρημα. Πάνω στην ατυχία του και την αδημοσίευσή του βασίζονται το πείραμα κι η ιστορία των Dreamtigers. Πάνω σε αυτές πατάω σήμερα εγώ και γράφω αυτά που γράφω. Εν πάση περιπτώσει, περίπου την στιγμή που επέστρεφα από την περιπέτειά μου, έπεσα πάνω στην εκφώνηση της άσκησης που λέγαμε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ανέσυρα τα δυο αντίτυπα του «Ήρωα» από τα βάθη της βιβλιοθήκης μου, τα ακούμπησα επάνω στο γραφείο μου και άρχισα να γράφω σαν καλό παιδί την εργασία μου. Την ώρα που έγραφα, μια τρίτη φίλη, αρκετά μικρότερή μου ετούτη τη φορά, πέρασε από το σπίτι μου για μία σύντομη επίσκεψη. Ενώ της έφτιαχνα καφέ, αυτή πήρε τους δύο «Ήρωες» στα χέρια της και άρχισε να τους ξεφυλλίζει. «Να σου το δανειστώ αυτό, που το έχεις και διπλό; Ωραίο φαίνεται…», είπε και παραλίγο να μου φύγει η κούπα από τα χέρια. «Όχι», αμέσως της απάντησα. «Δανείσου καλύτερα εμένα!»

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

γιατί γράφω

Πάω σήμερα το πρωί στο οικείο αστυνομικό τμήμα για μια δουλειά γραφειοκρατικού χαρακτήρα και πέφτω πάνω σε έναν παλιό μου συμμαθητή και νυν μπάτσο.
"Τι έγινε ρε", μου λέει αντί για καλημέρα, "γράφεις τίποτα;"
"Γιατί, ρε ψευταρά; Με διαβάζεις;" του απαντώ.
"Άμα γράψεις κάνα καλό αστυνομικό, θα σε διαβάσω. Μου αρέσουνε αυτά. Διάβασα ένα τελευταία με έναν γάλλο συνάδερφο, γαμάτο! Γούσταρα κάπου που έλεγε πως έγινε μπάτσος γιατί δεν πίστεψε ποτέ του στις συμπτώσεις..."
"Όχι", του λέω, "δεν κατάλαβες, αυτός είναι συνάδερφος δικός μου. Εγώ, επειδή δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, άρχισα κάποτε να γράφω..."

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

τα χαμένα

Έχω χάσει πάρα πολλά βιβλία. Τα πιο πολλά υπήρξαν δανεικά κι αγύριστα. Τα έδωσα σε φίλους για να τα ρίξουν μια ματιά κι αυτοί, διαβάζοντάς τα, τόσο πολύ τα αγάπησαν, που ξέχασαν πως ήτανε δικά μου. Τους συγχωρώ, κι εγώ το έχω κάνει.
Είναι άλλα που τα άφησα, κάπου, σε κάποια πλαζ σεπτεμβριανή, σε κάποιο αδειανό σκαμπό, δίπλα σε ένα κρεβάτι. Ούτε τα ξέχασα ακριβώς ούτε να απαλλαγώ από αυτά στ’ αλήθεια δεν προσπάθησα. Είναι που οι ιστορίες τους τόσο πολύ ταιριάξανε με εκείνα εκεί τα μέρη, που εν τέλει αφομοιώθηκαν στης μνήμης το τοπίο.
Κάποια, το παραδέχομαι, τα αντάλλαξα, αν και ήξερα πως είχαν πια εξαντληθεί, πως δεν θα τα ξανάβρισκα, με άλλες ιστορίες άγραφες, με ιδέες που δεν τόλμησε ποτέ κανείς να τις σκεφτεί, με ανθρωποφάγες λέξεις.
Τέλος, είναι κι εκείνα που τα πήρανε οι χωρισμοί. Που φεύγοντας τα άφησα σε άλλες βιβλιοθήκες και ύστερα δεν τόλμησα να τα διεκδικήσω. Μα αν γράφω τώρα επειδή έτσι μπορώ να λέω πράγματα που διαφορετικά ποτέ δεν καταφέρνω, μήπως αυτή είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σου τα ζητήσω;
Έτσι, λοιπόν –ναι, σε σένα απευθύνομαι- αν τύχει και τώρα να είσαι εκεί κι εμένα να διαβάζεις, αν έχεις ακόμα εκείνα τα βιβλία που για ομήρους σου τα κράτησες, αν πια δεν τα χρειάζεσαι, αν πείστηκες πως τη δουλειά τους μια χαρά την κάνανε –μαζί με αυτά σκεφτόμουνα το σπίτι σου κι εσένα- αν θες να δεις τι κρύβεται μετά το τέλος των ιστοριών, αν στων σελίδων τους το περιθώριο ακόμα τον γραφικό μου χαρακτήρα ξεχωρίζεις, αν δεν τα έκαψες κι αυτά μαζί με όλα τα άλλα, δεν κάνω πλάκα, το εννοώ, τα θέλω ακόμα πίσω.
Έχω χάσει πάρα πολλά βιβλία. Έχασα γενικά πολλά. Μια μονότονη διαδοχή απωλειών υπήρξε η ζωή μου. Άλλα τα δάνεισα σε φίλους μου και τα έκαναν δικά τους. Άλλα τα εγκατέλειψα σε αγαπημένα μέρη. Άλλα υπήρξαν το αντίτιμο για αυτά που τώρα έχω. Και κάποια άλλα – ενδεχομένως τα πιο ενοχλητικά- ουσιαστικά τα χάρισα για να μπορέσω απερίσπαστος να γράψω τα δικά μου.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

η οδύσσεια

Τον Δεκέμβριο του 2004 έφυγα για να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη με το τραίνο. Το ταξίδι αυτό θα διαρκούσε έναν ολόκληρο μήνα και επειδή κάτι θα έπρεπε να διαβάζω στη διαδρομή, πριν ξεκινήσω βρέθηκα στο δίλημμα, να πάρω μαζί μου πολλά βιβλία και ελαφριά ή ένα βαρύ που από μόνο του να ζυγίζει όσο τα άλλα; (Μιλάω για το βάρος των βιβλίων κυριολεκτικά, ο σάκος που κουβαλούσα στην πλάτη μου δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια.) Τελικά επέλεξα το δεύτερο, και επειδή το ταξίδι επρόκειτο να καταλήξει στο Δουβλίνο, από όλα τα βαριά υποψήφια, διάλεξα τον «Οδυσσέα», τον οποίο άρχισα να διαβάζω στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πελοποννήσου και ολοκλήρωσα στο λιμάνι του Χόλυχεντ, λίγο πριν επιβιβαστώ στο πλοίο που θα με μετέφερε στην πατρίδα του συγγραφέα του. Το βιβλίο αυτό, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, με είχε ήδη βάλει σε μεγάλες περιπέτειες, τέτοιες που όχι μόνο άλλαξαν τον χαρακτήρα του ταξιδιού, αλλά και τον ταξιδιώτη τον ίδιο. (Μιλάω για το βιβλίο ως αντικείμενο, για το χάρτινο αυτό «τούβλο» των οκτακοσίων είκοσι δύο σελίδων.) Στην Περούτζια, σε κάποιο σκοτεινό καφέ, ένα κορίτσι κατά λάθος μου το έκλεψε και έτρεξα έξω στο δρόμο για να την προλάβω. Την πρόλαβα, μα έχασα το τραίνο για το Ούντινε, περνώντας τη νύχτα εκείνη ανάμεσα σε άλλα δικά της κλοπιμαία. Στο Μόναχο κάποιος λαθραναγνώστης, σκυμμένος πάνω από τις σελίδες του, με ρώτησε αν είναι ρώσικα η γλώσσα που διαβάζω. Η απάντησή μου δεν του άρεσε και έφυγα αμέσως για το Ντίσελντορφ, σχεδόν κυνηγημένος. Στην Κοπεγχάγη έμεινα χωρίς λεφτά, κοιμήθηκα σε ένα παγκάκι στο σταθμό και το έβαλα για μαξιλάρι - τα όνειρα που είδα εκείνα τα χαράματα ακόμα την Ευρώπη βασανίζουν. Τέλος πάντων, τελικά κατάφερα όχι μονάχα να το κουβαλήσω μέχρι την άλλη άκρη της ηπείρου μας, αλλά και να το διαβάσω ολόκληρο και να συνδέσω μοιραία με αυτό και το μακρύ ταξίδι μου και μια ολόκληρη εποχή που κύλησε πάνω σε ράγες και βαγόνια. Θα μπορούσα να αφηγούμαι για μέρες την ιστορία αυτής της περιπλανώμενης ανάγνωσης, κι ίσως κάποια στιγμή το κάνω, όμως άλλο είναι αυτό που ήθελα να πω: Κάθε φορά που με ρωτούν ποια είναι τα βιβλία αυτά που θεωρώ αγαπημένα μου ή έστω αυτά που με έχουν από τα άλλα πιο πολύ, ας πούμε, επηρεάσει, διαπιστώνω ότι οι απαντήσεις μου αφορούν βιβλία που στάθηκαν ως αφορμή για να γεννηθούν –συνήθως άθελά τους- άλλες ιστορίες άσχετες με εκείνες πάνω στις οποίες βασίζονται και με ήρωα σχεδόν πάντα εμένα. Ακόμα κι αν τα διάβασα μια νύχτα στο κρεβάτι μου και με την πόρτα του σπιτιού με ασφάλεια κλειδωμένη. Όσον αφορά το βιβλίο του Τζόυς, το χάρισα στην Ιρλανδία στον φίλο που με φιλοξένησε και ύστερα γύρισα στο σπίτι μου πολύ ξαλαφρωμένος.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

fractal 19.10.14

Οι dreamtigers γεννήθηκαν την άνοιξη του 2012. Είχαν ήδη περάσει τέσσερα χρόνια από την κυκλοφορία του τελευταίου μου βιβλίου σε χαρτί, εκ των οποίων τα δύο τελευταία τα είχα ξοδέψει άλλοτε περιφέροντας εδώ κι εκεί και άλλοτε ξαναγράφοντας εμμονικά ένα ατυχές αδημοσίευτό μου μυθιστόρημα. Ύστερα από μια πρόταση κάποιων συναδέλφων -είμαι δικηγόρος, ξέρετε- κάθισα κι έγραψα τότε, ανάμεσα στις δύο κολλητές εκλογικές αναμετρήσεις, κάποιες ιστορίες βασισμένες στις εμπειρίες μου σε εκλογές ως δικαστικός αντιπρόσωπος. Σκόπευα αρχικά να τις δημοσιεύσω στο μπλογκ μου (onemansland.blogspot.gr) ή να τις μοιράσω σε φωτοτυπίες στους φίλους που μου τις είχαν παραγγείλει, μα τελικά τους έδωσα τη μορφή περίπου ενός βιβλίου (τότε είχα πει πως είναι ένα μικρομυθιστόρημα) και το ανέβασα στην ιστοσελίδα μου (yannisadamis.com), κοινοποιώντας το ταυτόχρονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα οποία μέχρι τότε είχα μια επαφή πολύ περιορισμένη.

Έτσι για αστείο, είπα ότι αυτό είναι το πρώτο βιβλίο των Εκδόσεων Dreamtigers, πιο πολύ για να κάνω τους φίλους μου στο facebook να αναρωτηθούν αν πράγματι υπάρχουνε αυτές οι ονειροτίγρειες εκδόσεις. Το όνομα αυτό, το «Dreamtigers», το πήρα από το ομώνυμο διήγημα του Μπόρχες*, το οποίο θα έλεγα πως σε γενικές γραμμές εκφράζει την συγγραφική και εκδοτική φιλοσοφία τους.

Το βιβλίο αυτό –«Οι τελευταίες εκλογές στην Πομπηία»- είχε μια κάποια επιτυχία σχετική, αφού πολλοί (συνάδερφοι κυρίως) το βρήκαν μάλλον διασκεδαστικό και άρχισαν αμέσως να το στέλνουν με ομαδικά μηνύματα σε φίλους και γνωστούς τους. Η πλάκα είναι ότι δυο-τρείς βδομάδες πιο μετά κάποιος το έστειλε ακόμα και σε μένα, φροντίζοντας να προσθέσει το e-mail μου ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά άλλους άγνωστους παραλήπτες. Όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις ομαδικές αποστολές, οι παραλήπτες συνηθίζουν μετά να σχολιάζουνε δημόσια το περιεχόμενό τους και έτσι, αφού κανένας μάλλον δεν είχε καταλάβει πως βρίσκεται ανάμεσα τους και ο συντάκτης του επισυναπτόμενου κειμένου, είχα την ευκαιρία να διαβάσω, σαν να ήμουνα αόρατος, τις εντυπώσεις και τις κριτικές τους.

Την χρονιά εκείνη ζούσα, ας πούμε, κατά κάποιον τρόπο στη Μαδρίτη, και επειδή τον περισσότερο καιρό την έβγαζα περιπλανώμενος στις γειτονιές της και ανακαλύπτοντας διάφορα αξιοθαύμαστα ή αξιοπερίεργα (κάποια από αυτά μπορεί και να τα είδατε τότε σαν ρεπορτάζ σε ειδησιογραφικούς ιστότοπους), σκέφτηκα πως ίσως πρέπει να κάνω κάτι με αυτό το υλικό και κάπως έτσι προέκυψε, τον Αύγουστο του 2012, το δεύτερο βιβλίο των dreamtigers, το «Ανακάλυψε Περιπλανώμενος», που ήταν κάτι ανάμεσα σε τουριστικό οδηγό και σε συλλογή ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Η επιτυχία του ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερη, αφού πολλά από τα σάιτ που ασχολούνται με τις γλώσσες και τον πολιτισμό της Ιβηρικής φροντίσανε να το συμπεριλάβουνε στα λινκ τους, και ορισμένα μάλιστα, όπως το ispania.gr, να το συνοδεύσουν με κάποια πολύ κολακευτικά αφιερώματα.

Η χρονική απόσταση ανάμεσα στη συγγραφή και τη δημοσίευση των δύο αυτών βιβλίων ήταν δυο μήνες ακριβώς και έκτοτε αποφάσισα αυτός να είναι και ο ρυθμός παραγωγής και των επόμενων, αφού τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησα στο ίντερνετ το «Έρω», τον Δεκέμβριο τη «Ρημάδα» και πάει λέγοντας.

Τον Απρίλιο του 2013, και αφού είχα με το «Σαν το χασαπόσκυλο» και τα «Δάνεια» συμπληρώσει μια εξάδα από ονειροτίγρεια βιβλία, κάποιοι άλλοι φίλοι διοργάνωσαν στον Βόλο μιαν εκδήλωση για τη λογοτεχνία στο διαδίκτυο και με καλέσανε να μιλήσω σχετικά και να παρουσιάσω τη δουλειά μου. Εκεί, κάποια στιγμή, κάποιος από το κοινό μού έκανε μίαν απρόσμενη ερώτηση: «Πόσα βιβλία τέτοια σκοπεύεις να γράψεις και να δημοσιεύσεις ως dreamtigers;» Λίγο επειδή αιφνιδιάστηκα, λίγο επειδή, όσο να είναι, έχω ένα κόλλημα με κάποιους αριθμούς, διάλεξα από αυτούς τον πιο μοιραίο για μένα και τον πιο σημαδιακό και του απάντησα: «111». Έτσι, είχανε πλέον τεθεί όλοι οι όροι του παράδοξου, αστείου ίσως και τρομακτικού, αυτού συγγραφικού και ηλεκτρονικού στοιχήματος που ονομάζεται dreamtigers, το οποίο, αν πάνε όλα καλά, δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί πριν από τον Οκτώβριο του 2030.

«Τα αποκτηθέντα κατά τύχην όλως», «Ο ηλιοθεραπευτής», «Ψέματα λένε», «Ιατρείο μικρών ζωών», «Starboard home», «Ο κλέφτης των αναπτήρων», «Για αύριο» και «Η ωραία νυσταγμένη» είναι οι τίτλοι που ακολούθησαν, ενώ σε λίγες μέρες θα δημοσιευτεί το 15ο ονειροτίγρειο βιβλίο, που μάλλον θα το πούμε «Scripta Volant». Και αν νομίζετε πως κάνω μια χρήση κάπως καταχρηστική του όρου «βιβλίο», ενδεχομένως καλώς να το νομίζετε, αφού αφενός αυτή η φιλοσοφία και η τακτική παραπέμπουν περισσότερο στα μπλογκ αφετέρου, ελλείψει της απαραίτητης διαμεσολάβησης, ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη, του μηχανισμού ενός κανονικού εκδοτικού οίκου, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση του Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει. Αλλά επειδή πρέπει κάπως να συνεννοούμαστε, ας τα πούμε βιβλία προς το παρόν – δεν νομίζω να παρεξηγηθούν τα άλλα βιβλία, τα κανονικά, σίγουρα όχι τα δικά μου.

Σήμερα πια οι Dreamtigers έχουν δημιουργήσει, νομίζω, το κοινό τους, το οποίο μπορεί να μην είναι μεγαλύτερο από εκείνο των χάρτινων βιβλίων μου –κατά μέσο όρο έχουν γύρω στα 400 κατεβάσματα, πλην των δύο ταξιδιωτικών που για ευνόητους λόγους είναι πολύ περισσότερα- είναι ωστόσο αρκετά πιστό και η διάδραση μαζί του –περίπου ένας στους δέκα μου στέλνει κάποιο μήνυμα μετά με κριτικές, σχόλια, ύβρεις και επισημάνσεις- με βοηθάει κάθε φορά να βγάλω εξαιρετικά ωφέλιμα συμπεράσματα.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι αυτή η ιστορία μου έχει δώσει τη δυνατότητα να δοκιμάσω τη γραφή μου σε πολύ διαφορετικά πεδία, να κάνω λάθη ασφαλώς φριχτά, αλλά και να τολμήσω άλλα πράγματα, ενδιαφέροντα και όμορφα, που ενδεχομένως πριν να μην τα είχα καν σκεφτεί ή να τα θεωρούσα έως και απαγορευμένα. Και βέβαια δεν έχω γυρίσει οριστικά την πλάτη στο χαρτί. Τα βράδια, άλλωστε, όταν οι τίγρεις μου κοιμούνται κι ονειρεύονται, ακόμα περιφέρω εμμονικά και διορθώνω εδώ κι εκεί το ατυχές και αδημοσίευτό μου μυθιστόρημα.

http://fractalart.gr/giannis-antamis/

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

για μένα

Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει, αλλά έχω ένα κόλλημα με τα ντουβάρια, τα γκράφιτι κ τα συνθήματα. Χθες το απόγευμα, περνώντας από μια γειτονιά, είδα έναν τοίχο που μου άρεσε πολύ και στάθηκα να τον φωτογραφίσω. Ήταν ένα αστείο σύνθημα-λογοπαίγνιο, γραμμένο κάτω από ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Ενώ το φωτογράφιζα, άνοιξε το παντζούρι ξαφνικά και εμφανίστηκε μια γιαγιά.
"Τι κάνεις εκεί;" με ρωτάει κάπως ενοχλημένη.
"Τίποτα", της απαντώ, "να... βγάζω φωτογραφία τον τοίχο σας..."
"Γιατί;" με ρωτάει ξανά, με μια μικρή δόση ειρωνείας τώρα στη φωνή της.
"Γιατί μου αρέσει", της απαντώ, όσο γίνεται πιο απολογητικά.
"Σιγά", μου λέει. "Γιατί δεν βγάζεις εμένα; Εγώ είμαι πιο όμορφη!"
Αν και αιφνιδιάστηκα, σήκωσα την κάμερα ξανά και την φωτογράφισα έτσι όπως ήταν, με το παράθυρο για κάδρο και το λογοπαίγνιο από κάτω, ας πούμε, για λεζάντα...
Φεύγοντας μου φώναξε, "κανόνισε να την βάλεις πουθενά και να την δούνε τα εγγόνια μου!"
"Όχι", της υποσχέθηκα, "αυτή είναι για μένα."

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

τέσσερις μικρές

Σάββατο βράδυ. Με τον Χρήστο τον Μαρτίνη και τον Κώστα τον Πανάτσα-Παπαπρίλη, στο σπίτι του τελευταιού στο Βαρικό Φλωρίνης. Έχουμε περάσει όλη τη μέρα σχεδόν γυρίζοντας τα χωριά στην παραμεθόριο και τώρα έχουμε αράξει, πίνουμε, τρώμε και βάζουμε ο ένας στον άλλον συγγραφικές "ασκήσης". Από τις ασκήσεις αυτές προκύπτουν τέσσερις μικρές, ας πούμε, δικές μου ιστορίες που κάπως διαβάζονται:

Το πρώτο παιχνίδι που θυμάμαι να μου έχουνε δωρίσει ήταν ένα παζλ. Ήμουν μικρός και δεν ήξερα τι ακριβώς θα μπορούσα να κάνω με αυτά τα ασύμμετρα γελοία χαρτονάκια, αλλά η εικόνα πάνω στο κουτί του δώρου μου με κάποιον τρόπο μου υπαγόρευε πως έπρεπε να συναρμολογήσω κάτι που να μοιάζει με μια μορφή που κάποιος άλλος άνθρωπος, τελείως άγνωστος ακόμα και σε εκείνους που έφεραν το δώρο αυτό, είχε ήδη σκεφτεί για λογαριασμό μου. Σκέφτηκα πως το παιχνίδι αυτό είχε μονάχα έναν τρόπο να παιχτεί, πως ήταν ένα δώρο, ας πούμε, σαν μονόδρομος κι αυτό πολύ στ’ αλήθεια με εκνεύρισε. Είπα να το εγκαταλείψω, να το πασάρω στην αδερφή μου ή να το πετάξω από το παράθυρο, μα τελικά το κράτησα και πέρασα την πρώτη μέρα μου μαζί του κόβοντας τις πολύχρωμες ψηφίδες του παζλ με τη βοήθεια ενός ακίνδυνου κατά τα άλλα ψαλιδιού σε περαιτέρω μικρότερα κομμάτια.

-Ποιος είσαι;
-Γιατί ρωτάς; Δεν ξέρεις;
-Δεν μπορεί να είσαι εσύ! Εσύ δεν υπάρχεις!
-Και τότε πώς γίνεται να μου μιλάς;
-Εγώ μιλάω με όποιον θέλω. Έχω ένα σωρό φανταστικούς φίλους, αν θες να ξέρεις. Μπορώ να τους φωνάξω και να έρθουνε τώρα εδώ και να σε δείρουνε.
-Όπως, δηλαδή, φώναξες κι εμένα;
-Δεν σε φώναξα!
-Τώρα φωνάζεις, όμως.
-Φωνάζω γιατί με έχεις εκνευρίσει.
-Για αυτό με θες, λοιπόν, για να εκτονώνεις πάνω μου τα νεύρα σου;
-Όχι, δεν σε θέλω για κανέναν λόγο. Σε φοβάμαι.
-Γιατί φοβάσαι;
-Γιατί είσαι φοβιστικός.
-Όχι εμένα. Γιατί φοβάσαι γενικά;
-Γιατί έτσι θέλω! Δεν θα σου δώσω λογαριασμό! Δεν υπάρχεις!
-Καλά, πάω να κρυφτώ ξανά μες στην ντουλάπα, όταν αρχίσουν πάλι να μαλώνουν οι γονείς σου, ξέρεις που θα με βρεις.

Ήταν Κυριακή. Δούλευα όλη τη βδομάδα σαν τον βλάκα, ακόμα και το Σάββατο και την περίμενα πως και πως για να κοιμηθώ λιγάκι παραπάνω. Με ξύπνησαν πρωί-πρωί οι φίλοι μου. «Πάμε, ρε φίλε, εκδρομή», φώναζαν στο τηλέφωνο. Το έκλεισα και ξανακουκουλώθηκα. Λίγο μετά -δεν είχα προλάβει καν να ξαναμπώ στο όνειρο- άκουσα να μου βαράνε το θυροτηλέφωνο. «Σήκω, ρε φίλε! Έχει μια μέρα σήμερα… Δεν είναι για να κάθεσαι στο σπίτι σου.» Δεν ήταν δυνατό να τους ξεφορτωθώ. Κι ο ύπνος είχε πάει πια περίπατο. «Καλά, ανεβείτε πάνω να πιείτε έναν καφέ, μέχρι να ετοιμαστώ και πάμε όπου γουστάρετε.» Ανέβηκαν. Ο Χρήστος πήγε για να φτιάξει τον καφέ. Ο Κώστας βγήκε στο μπαλκόνι κι άραξε. Βαρούσε ο ήλιος, είχε ιδρώσει, έσταζε. Έβγαλε το πουκάμισο και πήγε να το απλώσει στα σκοινιά. Μια γκόμενα πέρασε από κάτω και τον κοίταξε. Ρούφηξε την κοιλιά του και της χαμογέλασε, σκυμμένος όπως ήταν με το μανταλάκι να τσιμπάει το κενό. «Έτοιμος ο καφές», φώναξε ο άλλος από μέσα και τον τρόμαξε. Την ώρα που έπεφτε, κράτησε την αξιοπρέπεια του, ευτυχώς, και την κοιλιά του ρουφηγμένη, μέχρι να σκάσει στο οδόστρωμα.

"Πώς σε λένε", τον ρώτησα. "Πεινάω και διψάω", απάντησε.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

η αντιστροφή

Φοβάμαι τα αεροπλάνα.
Κάθε φορά που είναι να πετάξω,
γράφω και ένα ποίημα.
Κάτι, ας πούμε, σαν τελευταία επιθυμία,
μόνο που την διατυπώνω με ρυθμό,
κάποιες φορές με μέτρο.
Και ύστερα, λίγο πριν από την γαμημένη απογείωση,
λίγο πριν απενεργοποιήσω το τηλέφωνο,
(σε μήνυμα το γράφω)
το στέλνω σε τρία πρόσωπα, άσχετα μεταξύ τους.
Με την ελπίδα, αν τύχει κάτι, να με θυμούνται με αυτό
και όλα τα άλλα, τα παλιά, ίσως να τα ξεχάσουν.

Αυτά μέχρι προσφάτως, δηλαδή.
Γιατί, τους τελευταίους μήνες, έχουν κάπως αντιστραφεί τα πράγματα.
Είναι που τώρα πια γράφω και πάλι ένα ποίημα
κάθε φορά που ξέρω πως εσύ βρίσκεσαι στον αέρα.

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ούτε λόγος

Ο Σεπτέμβριος είναι ένα στοίχημα
εξ ορισμού χαμένο.
Για να κερδίσεις ούτε λόγος,
μα έστω για να μην ταπεινωθείς,
πρέπει να λείπεις, όταν έρχεται
και όταν φεύγει, να λες «δεν πρόσεχα,
είχα αλλού τον νου μου…»
Και όποτε το επιτρέπει ο καιρός,
και όποτε οι υποχρεώσεις δεν βαραίνουν,
τότε να αυγουστοποιείς τις μέρες του
και τρέλα μόνο να πουλάς στο ημερολόγιό σου.

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014


Ωραία μέρα για εκδρομή. Και ας μην πηγαίναν μακριά. Κι ας έφταναν μονάχα ως τα περίχωρα της πόλης. Και μόνο που μπήκαν στο αυτοκίνητο. Και μόνο που τα παράθυρα κατέβασαν και κρέμασαν τα χέρια τους απ’ έξω. Και μόνο που η μουσική. Της ζήτησε από χθες αργά να φτιάξει ένα σάουντράκ για τη σημερινή τους βόλτα. Αυτή έβαλε μέσα τα πιο σημαντικά: Εκείνο που έπαιζε τότε που γνωριστήκανε. Εκείνο που διάλεγαν να ακούν κάθε φορά που μάλωναν – σιωπούσαν και το έβαζαν στα τέρματα, μέχρι να τους περάσει. Το άλλο που εκείνον τον νευρίαζε, μα επειδή αυτή το αγαπούσε, γούσταρε κατά βάθος εκείνο το μονότονο μουρμουρητό με το οποίο το συνόδευε. «Να πάρω το μαγιώ μαζί», τον ρώτησε, ενώ βόλευε τα πράγματα στον σάκο. «Παρ’ το, αν και δεν νομίζω να καταφέρουμε να φτάσουμε ως τη θάλασσα.» Ποια θάλασσα; Το κύμα είχε ήδη σκεπάσει το κατώφλι. Βγήκαν στο δρόμο αγκαλιά. Το αμάξι ήδη μούγκριζε. «Σου το είχα πει, ψωράλογο, πως θα σε πάμε βόλτα…» Έβαλαν μπρος, ξεκίνησαν. Βγήκανε στα μπαλκόνια τους όσοι είχαν απομείνει. «Καλό ταξίδι, ρε παιδιά! Κάντε και μια βουτιά για μας και θα σας το χρωστάμε.» «Μπορεί να μην προλάβουμε να πάμε ως τη θάλασσα», φωνάξανε πίσω τους αυτοί καθώς απομακρύνονταν. Ποια θάλασσα; Τα φύκια είχαν ήδη τις σκάλες περιζώσει. Στο πρώτη διασταύρωση τους έπιασε φανάρι. Είδε το γόνατό της να τρίβει τις ταχύτητες και έβαλε το χέρι του κάτω από τη φούστα. «Έχασες κάτι;» τον ρώτησε. «Όχι, αλλά κάτι βρήκα.» «Άντε, ξεκίνα! Πράσινο! Θέλουμε και βενζίνη!» Βρήκανε ένα ανοιχτό. «Πόσο να βάλω;» τους ρώτησε ο βενζινάς και τότε άρχισε αυτός κέρματα να μετράει. «Καλά, άσ’ το, παλικάρι μου! Πες πως κερνάει το μαγαζί. Να πάτε, να σας δροσίσει το νερό. Σας βλέπω ξαναμμένους…» Αυτός τον ευχαρίστησε, μα φεύγοντας του είπε: «Δεν ξέρω, μπάρμπα, αν θα μας δει η θάλασσα. Πάμε κι όπου μας βγάλει.» Ποια θάλασσα; Τα ψάρια ήδη φώλιαζαν μέσα στην κάμαρά τους. Λίγο μετά τους έπιασε και δεύτερο φανάρι. Και τότε άρχισε αυτή εκεί να χασμουριέται. «Τι έπαθες; Βαρέθηκες;» «Όχι, μωρέ. Νυστάζω.» «Γιατί; Μήπως ξενύχτισες;» «Αφού έφτιαχνα τη μουσική. Να έχουμε για το δρόμο. Κι ακόμα δεν ακούσαμε ούτε ένα τραγούδι.» «Καλά, κοιμήσου τότε εσύ και άσε με εμένα να οδηγώ, να ακούω τη μουσική σου.» «Ξύπνα με, όταν φτάσουμε! Κοίτα μπροστά! Το νου σου…» Κι έκλεισε αυτή τα μάτια της. Κι άνοιξε αυτός το ράδιο. Ωραία μέρα για εκδρομή. Όχι, καθόλου δεν θα πείραζε και αν έφταναν μονάχα ως τα περίχωρα της πόλης. Και μόνο που μπήκαν στο αυτοκίνητο. Και μόνο που τα παράθυρα κατέβασαν και κρέμασαν τα χέρια τους απ’ έξω. Και μόνο που υπήρχε η θάλασσα εκεί, κάπου στο τέλος της διαδρομής, για να τους περιμένει. Και μόνο που η μουσική. Και μόνο που οι δυο τους. Κι έπειτα, τι θα έκαναν, αν έμεναν στην πόλη; Αυτός θα ξύπναγε νωρίς. Πάντοτε τα χαράματα. Θα πήγαινε μέχρι τη δουλειά, αλλά αυτήν την εποχή ποιος θα τον χρειαζόταν; Τζάμπα θα κουβαλούσε τα εργαλεία του. Τζάμπα τα χέρια του θα λέρωνε. Τζάμπα δουλειά και κρίμα. Ίσως και να καθότανε μέχρι το μεσημέρι, μπας και βρεθεί κανένας ξέμπαρκος και του τηλεφωνήσει. Ύστερα θα σερνόταν μέχρι το καφέ, που δούλευε εκείνη. Ξυπνούσε πάντα στις εννιά. Το άνοιγε στις δέκα. Θα της κρατούσε παρέα ως το σχόλασμα. Και επειδή αυτήν την εποχή το μαγαζί είναι άδειο, μάλλον και πάλι θα παρίστανε πως είναι αυτός πελάτης. Θα έμπαινε, θα καθότανε στο ίδιο το τραπέζι, θα της παράγγελνε καφέ. «Σκέτον;» θα τον ρωτούσε. Ίσως να την ζωγράφιζε για να περάσει η ώρα. Ίσως να κάνανε έρωτα μέσα στις τουαλέτες. Όχι, καλύτερα που φύγανε. Το άξιζε η μέρα. Κι ο Αύγουστος τελείωνε. Και η ζωή περνούσε. Κι ο χρόνος πάντα έτρεχε κι αυτοί τον κυνηγούσαν. Σκέφτηκε ίσως, αν το πατούσε λίγο περισσότερο, πως θα τον προσπερνούσε. Και όταν φτάσουνε εκεί, κι όταν θα την ξυπνήσει, να της προσφέρει ξαφνικά το μέλλον τους για δώρο. Γύρισε και την κοίταξε. Τα βλέφαρα σαλεύαν. Κάτι θα ονειρεύεται. Άραγε, τι να βλέπει; Έβλεπε, λέει, πως είχαν πάει εκδρομή. Πως ήταν στο τιμόνι αυτή και αυτός, ο ασυνείδητος, της έκλεινε τα μάτια. Πως έγλυφε τα χέρια του, πως δάγκωνε τα χείλη. Πως έτρεχε τόσο γρήγορα, που ούτε προλάβαινε κανείς να δει το πέρασμά τους. Πως αφού άφησαν πίσω την πόλη, την χώρα, το πλανήτη τους, αρχίσανε να ταξιδεύουνε σε άλλες διαστάσεις. Πως μπήκανε, λέει, σε τροχιά. Πως έγινε το αμάξι τους του κόσμου δορυφόρος. Πως χάθηκε η βαρύτητα. Πως άρχισαν να ίπτανται μες στου αμαξιού το κύτος. Και τότε αυτός ξεκίνησε τα ρούχα να της βγάζει. Και τότε εκείνη άρχισε παντού να τον χαϊδεύει. «Να γαμηθούμε στο διάστημα, πες μου, αυτό δεν θέλεις; Φτηνές συμβάσεις γήινες να μην μας εμποδίζουν. Μάζα χωρίς πυκνότητα. Χωρίς το βάρος έλξη.» Και τότε αυτός την σήκωσε, την ξάπλωσε στην οροφή, μέσα βαθιά της μπήκε. Μετέωροι οι εραστές, έρως μετεωρίτης. Την ώρα που τελείωναν και τα υγρά τους χύνονταν στη μικροατμοσφαιρά τους, του έδειξε το παράθυρο. «Τι όμορφο!», του είπε. «Κοίτα, η Γη εκρήγνυται! Μαζί με μας τελείωσε και ολόκληρη η Ιστορία!» «Ξύπνα, σου λέω!» «Φτάσαμε;» «Γυρίζουμε στο σπίτι.» «Γιατί; Πες μου, τι έγινε;» «Όλοι είχαν την ιδέα μας. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι. Κοίτα, ήδη μεσημέριασε και προχωράμε ακόμα. Πάμε εκδρομή στο σπίτι μας. Εκεί θα είμαστε μόνοι.» «Κι εγώ αυτό θέλω, ανόητε. Κι αν λαχταράς τη θάλασσα, αν ψάξεις πιο προσεχτικά σου έχω μια φυλάξει.» Κι ανέβασε τη φούστα της. Και άνοιξε τα πόδια. Και έβγαλε τα πάνινα και γύμνωσε τα πόδια. «Κοίτα μπροστά, αγάπη μου! Η θάλασσα δεν φεύγει.» Και τότε ήταν που άρχισε να παίζει το τραγούδι. Περίεργο, δεν το θυμότανε αυτό να το έχει περιλάβει. Το δάχτυλό της τέντωσε, δυνάμωσε τον ήχο. «Δεν ήξερα πως σου αρέσουνε αυτά…» «Να σε ρωτήσω κάτι; Θυμάσαι κάποτε, παλιά, που μου έγραφες ποιήματα;» «Και βέβαια θυμάμαι.» «Συνέχεια για τα μάτια μιλούσανε οι στίχοι.» «Μου αρέσουνε τα μάτια σου.» «Μόνο αυτά σου αρέσουν;» «Όχι, όλα μου αρέσουν πάνω σου.» «Τα μάτια, όμως, πιο πολύ;» «Όχι, μα πάντα για τα μάτια γράφονται τα ποιήματα και όχι για τους κώλους.» «Αλήθεια; Άκου, λοιπόν, τι θα σου πω. Πώς έχει τώρα η φάση. Ή γράφεις ένα ποίημα που οι στίχοι να μιλάνε για τον κώλο μου ή αλλιώς πάει, σε χωρίζω!» «Πλάκα μου κάνεις, έτσι;» «Ποτέ δεν μίλησα πιο σοβαρά.» «Σου έχω ένα έτοιμο.» «Ποιος κάνει τώρα πλάκα;» «Αλήθεια λέω, περίμενε… Το έγραψα όσο εσύ κοιμόσουν. Κάπου εδώ το έβαλα…» «Κοίτα μπροστά σου! Πρόσεχε! Εκεί! Το λεωφορείο!»

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014


-Τι ώρα φτάσατε εσείς στον τόπο του εγκλήματος; -Δεν ξέρω. Ήταν σίγουρα αργά. -Αργά για ποιο πράγμα; -Αργά το βράδυ, εννοώ. -Μεσάνυχτα, ας πούμε; -Περίπου. Δεν κοίταξα την ώρα. -Ωστόσο, μου είπατε βιαζόσασταν. -Ναι ήθελα να το προλάβω ανοιχτό. -Το καφενείο; Πώς το είπαμε; -«Vents Alizés», που πάει να πει στα γαλλικά… -Δεν με ενδιαφέρει. -Ναι, ήθελα να το προλάβω ανοιχτό. -Συνήθως τι ώρα κλείνει; -Δεν ξέρω. Δεν έχω πάει ποτέ αργά. Μόνο το μεσημέρι. -Α, ναι; Πώς κι έτσι; -Δεν βγαίνω έξω τα βράδια. Ξυπνάω πάντα πολύ νωρίς, χαράματα. -Αλήθεια; Με τι ασχολείστε; -Με το να ξυπνάω πολύ νωρίς, τώρα μόλις σας το είπα. -Μάλλον για αυτό είναι που δεν συμπίπτουμε ποτέ. Ακόμα και τώρα που η πόλη έχει αδειάσει. Εγώ, ας πούμε, κάνω ακριβώς το αντίθετο. Ασχολούμαι με το να ξενυχτάω. -Μόνο νύχτα διεξάγετε εσείς τις ανακρίσεις σας; -Εδώ εγώ είμαι αυτός που κάνει ερωτήσεις. -Συγνώμη. Ξέρετε, από περιέργεια… -Σας συγχωρώ. Άλλωστε, μου αρέσει να μιλάω που και που για τη δουλειά μου. -Μπορώ να σας ρωτήσω, δηλαδή; -Και βέβαια όχι. Αστειεύτηκα. Λοιπόν, τι λέγαμε; -Ότι πηγαίνω πάντοτε μονάχα μεσημέρι. -Α, ναι; Πώς κι έτσι; -Μου αρέσει την ώρα εκείνη, γιατί συνήθως είναι ήσυχα. -Σας άρεσε μάλλον, γιατί τότε συνήθως ήσασταν μονάχοι σας. -Ναι, και για αυτό. -Της το είχατε πει ποτέ; -Όχι, ποτέ δεν είπαμε κάτι παραπάνω πέρα από δυο-τρεις κουβέντες τυπικές. -Όπως; -Όπως το να της δίνω την παραγγελία μου. -Καλά, φαντάζομαι ότι αφού ήσασταν τέτοιος πελάτης τακτικός, θα είχε μάθει από καιρό τι θέλετε να πιείτε. -Όχι. Πάντοτε με ρωτούσε. -Λέτε, λοιπόν, πως μάλλον της ήσασταν, ας πούμε, αδιάφορος. -Νομίζω, ναι. -Τότε αυτό εδώ πώς το εξηγείτε; -Που το βρήκατε αυτό; -Στην τσέπη της φούστας της ή σε ό,τι τέλος πάντων έχει απομείνει από αυτήν. Λοιπόν, το αναγνωρίζετε; -Ναι, εγώ το έχω σχεδιάσει. -Πολύ ωραίο σχέδιο! -Αλήθεια; Σας αρέσει; -Δεν ξέρω και πολλά από τέχνη, αλλά ναι, νομίζω ότι το έχετε. -Σας ευχαριστώ. -Αν και, όσο ωραίο κι αν είναι, σίγουρα δεν θα σκότωνα για αυτό. -Ούτε εγώ θα σκότωνα. Ούτε για αυτό, ούτε για κανένα σχέδιο στον κόσμο. -Για πείτε μου, τότε λοιπόν, για ποιον λόγο, αλήθεια, θα σκοτώνατε; -Για κανέναν λόγο! Είμαι κατά της βίας! -Θα θέλατε να σας απαριθμήσω τις βίαιες ενέργειες τις οποίες σήμερα μόνο διαπράξατε; -Σήμερα ήταν μια εξαίρεση. Και σε όλες τις ενέργειες αυτές βρισκόμουνα σε άμυνα. -Πάντα και όλοι σε άμυνα βρισκόμαστε. Πάντα υπάρχει μια επίθεση που διεξάγετε εναντίον μας. Εναντίον όλων μας, θέλω να πω. Όλων ανεξαιρέτως. Και πάντα και όλοι, εμείς οι ανεξαίρετοι, βρισκόμαστε σε άμυνα. Οπότε, σας παρακαλώ, μην χρησιμοποιείτε άλλο πια αυτήν την τόσο αδύναμη και αστεία δικαιολογία. Υπερασπιστείτε τα εγκλήματά σας! Μην ντρέπεστε τόσο για αυτά! Αυτά σας έκαναν αυτόν που τώρα είστε. -Δεν έκανα κανένα έγκλημα. -Δώστε μου τον ορισμό του εγκλήματος! -Δεν έκανα καμία απολύτως πράξη αξιόποινη. -Α, μάλιστα. Και η εγκατάλειψη τότε τι πράξη είναι; Αξιοθαύμαστη; -Ποιον εγκατέλειψα; -Την… συγχωρείστε με, ξεχνάω το όνομά της… Ας πούμε την «δικιά σας». -Δεν την εγκατέλειψα. Έφυγα αλλά ορίστε, ξαναγύρισα. -Συγχαρητήρια. Μόνο που, ξέρετε, αργήσατε λιγάκι. -Το ξέρω, έπεσα σε κίνηση… -Α, ωραία! Πρώτα η αυτοάμυνα και τώρα ο κόσμος ο κακός που βάζει διαρκώς εμπόδια. Η κοινωνία φταίει, σωστά; -Δεν είπα αυτό. -Ποια κίνηση, άνθρωπέ μου, μες στον Αύγουστο; Κι εν πάση περιπτώσει, γιατί αυτή η γαμημένη κίνηση δεν σας εμπόδισε και όταν φεύγατε από εδώ; -Δεν ξέρω. -Φύγατε, γιατί έπρεπε, σωστά; Γιατί δεν γινότανε αλλιώς. Γιατί είχατε υποχρέωση. Γιατί σας πήρανε τηλέφωνο. Γιατί, ας πούμε, φοβηθήκατε. -Τι φοβήθηκα; -Μα να μείνετε, φυσικά. Να μείνετε και να υπερασπιστείτε την εμμονή σας. Ή την επιθυμία σας, αν έστω προτιμάτε. Σας καταλαβαίνω, μην νομίζετε. Μονάχα, πείτε μου, σας παρακαλώ, τι είναι αυτό που πιο πολύ σας τρόμαξε; Η ικανοποίηση ή μήπως η διάρκεια; -Δεν ξέρω. -Καλά, ξέρω εγώ. Ας πούμε, η ματαιότητα. -Η ματαιότητα; -Γιατί, όσο μάταιο σας φαινόταν κάποτε ίσως το να επιμένετε, άλλο τόσο κι ακόμα περισσότερο σας φάνηκε και το βρείτε ξαφνικά μια κάποια ανταπόκριση. Οπότε, αντί να πάρετε επιτέλους μια απόφαση, απλώς αλλάξατε στο τέλος δίλημμα. Και κάπως έτσι το «ή εγώ ή αλλιώς κανείς» έγινε «αν όχι εγώ, τότε ολόκληρη η πόλη». Τέλειο άλλοθι, το ομολογώ. Τι θα μπορούσατε να κάνετε με αντίπαλο ή αντίζηλο, αν θέλετε, όλη την κοινωνία; -Και όμως, κάτι έκανα. -Ναι, κάτι κάνατε, σωστά: Αργήσατε. Και όταν φτάσατε, επτά ολόκληροι στρατοί είχαν περάσει πάνω από το κορίτσι.


-Σας λέω, ήτανε ψυχοπαθής. -Ελάτε τώρα, που θέλετε να κάνετε και διάγνωση. Ερωτευμένος ήτανε ο άνθρωπος. -Δεν κάνουν έτσι οι ερωτευμένοι. -Αλήθεια; Πώς κάνουν, δηλαδή; -Δεν ξέρω. Πάντως μιλάνε. -Και δεν σας μίλησε ποτέ; -Ποτέ. Μόνο μια καλημέρα, κι ας ήταν ήδη απόγευμα σχεδόν, κάθε φορά που ερχόταν. -Ερχόταν, δηλαδή, συχνά; -Περίπου κάθε μέρα. Και πάντα την ώρα που ήμουν μόνη μου. Σας λέω, τον φοβόμουν. -Γιατί δεν το είπατε ποτέ αυτό στο αφεντικό σας; -Γιατί δεν θα τον ένοιαζε. Αφού ήτανε πελάτης. -Ωστόσο, πέρα από την παρουσία του, δεν βλέπω με ποιον άλλο τρόπο υπερβολικό σας είχε ενοχλήσει. -Με κοίταζε περίεργα. -Πώς δηλαδή; Όπως περίπου τώρα και εγώ; -Ας πούμε, κάπως έτσι. -Πάλι καλά που δεν υπάρχει τώρα εδώ κάποιο μαχαίρι πρόχειρο… -Παρακαλώ, να μην με ειρωνεύεστε! -Σωστά, με συγχωρείτε. Πείτε μου, λοιπόν, τι άλλο ασυγχώρητο σας έκανε το θύμα μας, πέρα από το να σας κοιτάζει. -Συνεχίζετε. -Έχετε δίκιο, αλλά ξέρετε, μου είναι δύσκολο να αντισταθώ. Συμβαίνει αυτό με τα γελοία εγκλήματα. -Δεν ήταν έγκλημα και σίγουρα δεν ήτανε για γέλια. -Πώς το ορίζετε το έγκλημα εσείς; -Είχα δικαίωμα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αφού η αστυνομία σας δεν ήτανε εδώ για να με προστατέψει. -Γιατί; Τηλεφωνήσατε; -Πολλές φορές, αλλά ήσασταν όλοι απασχολημένοι. -Απασχολημένοι με ποιο πράγμα ακριβώς; -Δεν ξέρω. Φαντάζομαι με τα επεισόδια. -Τι εννοείτε επεισόδια; -Αυτά όλα που συνέβαιναν στο δρόμο, στην πλατεία. -Αύγουστο μήνα δεν υπάρχουν επεισόδια, δεσποινίς. Μάλλον επαναλήψεις βλέπατε. Και εν πάση περιπτώσει, το τμήμα είναι δίπλα σας. Μία φωνή να βάζατε, σίγουρα κάποιος θα σας άκουγε. -Έβαλα πολλές φωνές. -Και; -Και δεν με άκουσε κανένας. -Και τότε πώς το μάθαμε; -Δηλαδή, θέλω να πω με άκουσαν, μα όταν ήρθαν, ήταν πια αργά. Είχε ήδη γίνει το κακό. -Πριν ή μετά από το κακό φωνάξατε; -Και πριν και μετά. -Και κατά τη διάρκεια; -Αν συνεχίσετε σε αυτό το ύφος, να ξέρετε πως δεν πρόκειται να απαντήσω σε καμία άλλη ερώτηση. -Πολύ εύκολα θυμώνετε. -Όχι δεν είμαι έτσι γενικά. -Είναι που σήμερα σας έπιασαν τα νεύρα; -Σήμερα δέχτηκα μια επίθεση, κύριε, από έναν τρελό που ήθελε να με βιάσει. -Η λέξη τρελός με ενοχλεί. Ψυχοπαθής καλύτερα. -Και ήμουν τελείως μόνη μου. -Δεν είχατε καθόλου κόσμο σήμερα; -Όχι. Ποιος να πατήσει τέτοια εποχή. Έχουνε όλοι φύγει. -Περίεργο. Γιατί πληροφορήθηκα πως σας τελείωσε ο καφές. -Ναι. Έτυχε σήμερα κι αυτό… -Σίγουρα δεν τον καταναλώσατε εσείς; -Δεν πίνω καφέ. -Ποτέ; -Μια φορά μονάχα τον δοκίμασα. -Και δεν σας άρεσε, ε; -Όχι μου έφερε μεγάλη νευρικότητα. -Όπως, ας πούμε, τώρα. -Δεν ήπια σήμερα καφέ. -Καλώς, δεν θα επιμείνω. Ήρθε, λοιπόν στο μαγαζί και τι ακριβώς σας είπε; -Μου ζήτησε να του επιστρέψω ένα σχέδιο που μου είχε, υποτίθεται, χαρίσει. -Αυτό εδώ το σχέδιο; -Μάλιστα. -Πολύ καλό! Μου αρέσει. -Αλήθεια; Δεν θα το έλεγα. -Είστε εσείς, να φανταστώ… -Ναι, μάλλον, έτσι μοιάζει. -Μα, ναι. Είναι νομίζω προφανές. -Από τη φούστα και τα παπούτσια θα το καταλάβατε. -Όχι, από τα βυζιά σας. -Πώς μου μιλάτε έτσι; -Όπως γουστάρω θα μιλάω. Εξάλλου αυτή η ιστορία για πορνογράφημα, υποτίθεται, ξεκίνησε. Αν δεν σηκώνατε εσείς το μαχαιράκι σας, δεν θα κατέληγε ποτέ ένα γελοίο θρίλερ. -Τι θέλετε να πείτε; -Για χάρη της αφήγησης γίνονται όλα, δεσποινίς. Ή μήπως το πιστέψατε πως είναι αυτή μια ανάκριση κανονική; Αν ήταν έτσι που είναι ο δικηγόρος σας; -Κι εγώ αυτό αναρωτιέμαι… -Για να μην αναφέρω ότι η βάρδια σας τελείωνε στις πέντε το απόγευμα και το έγκλημα διαπράχθηκε περίπου τα μεσάνυχτα. Τι κάνατε τόσες ώρες εκεί; Σπίτι δεν έχετε εσείς; Νομίζατε πως δεν θα βρεθεί κανένας αναγνώστης που να μην το προσέξει. -Ναι και σε μένα μου φάνηκε παράξενο. -Για αυτό σας λέω, όλα συμβαίνουν για χάρη της αφήγησης. Ακόμα και οι πιο μεγάλες αντιφάσεις. Όλα προς όφελος της ποίησης και εις βάρος την αλήθειας. -Οπότε; Είμαι ελεύθερη; -Ναι, είστε τόσο όσο και πριν. Για πείτε μου, σας φτάνει; -Τι με ρωτάτε ακριβώς; -Είστε ελεύθερη να παρακάμψετε όποια αφήγηση νομίζετε πως δεν θα σας αρέσει. Την αφήγηση, ας πούμε, του φίλου μας την κόψατε μαχαίρι. Ωστόσο, είστε σίγουρη ότι αυτό σας καθιστά στ’ αλήθεια πιο ελεύθερη; Θέλω να πω, τον αρνηθήκατε. Τι ήταν όμως ακριβώς αυτό στο οποίο είπατε όχι; Δεν ξέρετε τι είχε να σας πει. Ποτέ σας δεν θα μάθετε τι ήθελε να ζητήσει. -Το σχέδιο του ήθελε. -Αν ήτανε μόνο αυτό, θα του δίνατε, θα έφευγε και τώρα όλοι θα ήμασταν σίγουρα στα κρεβάτια μας. -Αλλά τι άλλο ήταν; -Ήθελε να σας πει την ιστορία του. Ήθελε να ακούσετε απλώς την εκδοχή του. Ίσως και να κουράστηκε από όλη ετούτη την παράλληλη αφήγηση και να επιδίωκε να φτιάξει μια κάπως πιο συνθετική. Σίγουρα μια καινούρια. -Πώς είστε τόσο σίγουρος; -Δεν είμαι. Αλλά δεν είστε και εσείς. Και δεν θα γίνετε ποτέ. Τώρα νομίζω πια πως καταλάβατε γιατί γελούσα διαρκώς. Ωραία ελευθερία!

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014


Κι αφού διέσχισε ξανά ανάποδα την πόλη, έφτασε πάλι στη γνωστή του γειτονιά, που τώρα πια ήταν ερημωμένη. Αυτή τη φορά απέφυγε να πάει από την πλατεία, αν και τώρα πια τίποτα δεν ακουγόταν από εκεί. Μάλλον μια νέα ανακωχή θα είχε στείλει και πάλι τους εμπόλεμους στα σπίτια τους. Σκέφτηκε πως ίσως να ήταν ο μόνος που ακόμα εκεί έξω στους δρόμους τριγυρνούσε. Έτσι ήταν πάντοτε. Με το να αποφεύγει τις συρράξεις τους, ούτε στον πόλεμό τους έμπλεκε μα ούτε κι απολάμβανε ποτέ τα δώρα της ειρήνης. Όσο πλησίαζε ξανά προς το καφέ, συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν έτοιμος για αυτό που πήγαινε να κάνει. Τι ακριβώς θα έλεγε; Συγνώμη, μήπως είδες αν ξέχασα μια ζωγραφιά επάνω στο τραπέζι μου; Αν πράγματι την είχε αφήσει εκεί επάνω στη βιασύνη του, το πιθανότερο θα ήτανε αυτή να μην την είχε καν προσέξει και θεωρώντας την ως ένα άχρηστο χαρτί να την τσαλάκωνε και να την έριχνε μετά μες στα σκουπίδια. Και τότε αυτός τι θα της έλεγε; Συγνώμη, ξέρεις, για μένα ήτανε σημαντικό. Μήπως θα μπορούσα, άραγε, να ψάξω μες στον κάδο; Σιγά να μη τον άφηνε. Θα έψαχνε μονάχη της και αν κι αφού την έβρισκε, σίγουρα μια μάτια θα έριχνε, να δει τι είναι αυτό το τόσο πια σημαντικό που κρύβει ένα χαρτάκι. Βέβαια μπορεί και ήδη να το είχε δει. Να το είχε βρει, καθώς θα πήγαινε να καθαρίσει το τραπέζι του. Να το είχε ξεδιπλώσει έτσι, από απλή περιέργεια. Να είχε μάθει τώρα πια ποιο ήταν το μυστικό του. Και πάλι όμως, δεν ήταν παρά ένα σκιτσάκι πρόχειρο. Μπορεί να το είδε, μα να μην το κατάλαβε. Οι δυνατότητές του δεν του επιτρέπανε να φτιάξει κάποια πολύ πιστή αναπαράσταση. Δεν είχε προσπαθήσει καν να αποδώσει τα χαρακτηριστικά του όμορφου προσώπου της. Η αλήθεια είναι πως υπήρξανε και άλλα μεσημέρια όπου τα είχε καταφέρει πιο καλά. Όχι, σήμερα δεν ήτανε η μέρα του. Σήμερα, τη μέρα εκείνη δηλαδή, όλα του πήγανε στραβά. Κι ήταν κι εκείνο το γαμημένο τηλεφώνημα. Καλύτερα θα ήταν μάλλον να το είχε κλείσει. Μετά όμως θα έπρεπε να ψάξει και να βρει άλλες δικαιολογίες. Κι οι άλλοι από ψέματα δεν έπαιρναν. Πώς να τους κοροϊδέψει; Όσο πλησίαζε στο μαγαζί, τόσο η απογοήτευση του δάγκωνε σαν φίδι το στομάχι. Τα φώτα του ήταν σβηστά, αν και ακόμα ήταν νωρίς. Δεν ακουγόταν μουσική, μα ωστόσο η πόρτα φαινότανε μισάνοιχτη. Έφτασε, είδε στη τζαμαρία μια ραγισματιά, πήγε μια βόλτα το μυαλό του ως το κακό και ύστερα μπήκε μέσα. Μες στο ημίφως τα μάτια του σχημάτισαν φαντάσματα. Είδε δυο άντρες στο τραπέζι του να κάθονται κι αμίλητοι να τον κοιτάζουν. Από το βάθος μια άλλη φιγούρα καθισμένη σε σκαμπό ανασηκώθηκε. Μα σήκωσε αμέσως ο ένας από τους δυο παρείσακτους το χέρι του, σαν να έδινε κάποια εντολή, κι αυτή ακινητοποιήθηκε. Τότε κατάλαβε ότι ο δεύτερος δεν ήταν παρά του πρώτου το παλτό και το καπέλο, που αραγμένα πάνω στην καρέκλα δίπλα του παρίσταναν μια σιωπηλή κι αόρατη παρέα. Για κάποιον λόγο του φάνηκε ότι αυτός ο τύπος τον περίμενε. Μαγνητισμένος τον πλησίασε. Τον είδε που χαμογελούσε. Τον κοίταξε καλύτερα. Του ήτανε τελείως άγνωστος. Ποιος ήταν ο σφετεριστής που είχε πιάσει το τραπέζι του. Που ήρθε μόλις έφυγε, μέσα σε ετούτο, στο δικό του το καφέ, με αυτό το όνομα το τόσο ακατανόητο; «Άνεμοι αληγείς.» «Συγνώμη;» «Αυτό σημαίνει. Στα γαλλικά.» «Μα, πώς το καταλάβατε;» «Είναι οι άνεμοι των τροπικών. Ξέρετε, αυτοί που πνέουν σταθερά, ολόκληρο τον χρόνο. Εκεί οφείλουνε και το όνομά τους, άλλωστε. Γιατί ποτέ δεν λήγουν. Ναι, μην σας φαίνεται παράξενο, κάποιοι άνεμοι δεν εξασθενούν ποτέ. Κάποιοι κρατούν για πάντα.» «Ναι, μα εσείς… πώς γίνεται;» «Ας πούμε πως είχα ζήσει κάποτε σε εκείνα εκεί τα μέρη.» «Πώς καταλάβατε την σκέψη μου;» «Ας πούμε επίσης πως εκείνη εκεί η εποχή μου άφησε παράξενα κουσούρια.» «Κουσούρια; Εγώ δυνάμεις θα τις έλεγα.» «Εξαρτάται.» «Από τι;» «Συνήθως από αυτό που ψάχνετε.» «Κι εσείς τώρα τι ψάχνετε;» «Εγώ πίνω μονάχα έναν καφέ. Εσείς, ωστόσο, είναι προφανές: Κάτι αναζητάτε. Καθίστε όμως, σας παρακαλώ. Φαίνεστε κουρασμένος. Και βγάλτε αυτά τα κόκκινα γυαλιά. Αλήθεια, δεν σας πάνε. Λοιπόν, ακούω, πείτε μου! Πρίγκιπα, τι σας λείπει;» «Βρήκατε κάτι πάνω στο τραπέζι μου;» «Ποιο είναι το τραπέζι σας;» «Αυτό εδώ που κάθεστε.» «Άρα είναι δικό μου.» «Ναι, αλλά πριν καθόμουνα εγώ.» «Αλήθεια; Δεν σας πρόσεξα.» «Έφυγα πριν να έρθετε εσείς.» «Κρίμα. Χάσατε το καλύτερο…» «Το οποίο και τι ήταν;» «Χάσατε, ας πούμε, μιαν απώλεια.» «Δεν σας καταλαβαίνω.» «Αν ήτανε αυτό το τραπεζάκι σας. Αν είναι αυτό το αγαπημένο σας καφέ. Αν υπάρχει μέσα σε αυτό το μέρος ένας τουλάχιστον λόγος σοβαρός που να σας κάνει να επιμένετε να ζείτε κάθε μέρα. Αν όσα ως «δικά σας» εσείς τώρα ορίζετε βρίσκονται μέσα σε τόσα λίγα τετραγωνικά όλα τους μαζεμένα, τότε, αλήθεια, γιατί εγκαταλείψατε τη θέση σας; Αλήθεια, γιατί φύγατε;» «Γιατί με πήρανε τηλέφωνο.» «Ποιος; Πάλι κάποιος «δικός σας»;» «Όχι ακριβώς.» «Κάποιος που εσείς είστε δικός του, τότε.» «Πείτε μου, βρήκατε το σχέδιο;» «Τόσο ανάγκη το έχετε;» «Το θέλω. Είναι δικό μου.» «Κι αυτό δικό σας; Μα εσείς είσαστε πλούσιος! Ακούστε, μόλις φύγατε, εδώ έγινε κακός χαμός. Θα είδατε, φαντάζομαι, το ράγισμα στο τζάμι. Ο κόσμος που είχε μαζευτεί σήμερα στην πλατεία θεώρησε, όπως κι εσείς, πως ήτανε δικιά του. Όπως κι ο δρόμος, άλλωστε, και ολόκληρη η πόλη. Ξέρετε, γιατί έφυγαν; Γιατί εγκατέλειψαν τη θέση τους και γύρισαν στο σπίτι;» «Γιατί κι αυτούς κάποιος τους πήρε στο τηλέφωνο;» «Γιατί κάποιος τους είπε πως είναι όλοι δικοί του. Έτσι δεν γίνεται δουλειά. Σωστά; Δεν συμφωνείτε; Και η «δικιά σας» από εδώ…» «Τι λέτε; Μην φωνάζετε!» «Δεν μας ακούει, προς το παρόν, να μην ανησυχείτε. Μα είναι αλήθεια πως είπα ήδη αρκετά. Καλύτερα να φεύγω.» «Και το σχέδιο;» «Το σχέδιο έτσι κι αλλιώς ήταν κακό. Να φτιάξτε ένα άλλο. Και μην ξεχνάτε, είπαμε: Άνεμοι αληγείς. Μην μπερδευτείτε πάλι!»


Ναι, αυτό ήτανε που έπρεπε να κάνει. Να πάρει το αφεντικό, να του ζητήσει βοήθεια. Δεν μπορεί, τόσες άκριες έχει αυτός. Τόσοι ασφαλίτες μαζεύονται εδώ τα πρωινά να πιούνε τον καφέ τους. Τόσες ροχάλες είχε ρίξει αυτή μες στα φλιτζάνια και τις κούπες τους. Όλο και κάποιος από αυτούς θα ήτανε στη γύρα. Δίπλα είναι το τμήμα, άλλωστε. Κι αυτοί οι άνθρωποι γαμώ, γιατί δεν έκαναν εκεί την επανάστασή τους; Μήπως για εκεί ξεκίνησαν και χάσανε τον δρόμο; Έβγαλε το τηλέφωνο. Ανύπαρκτο το σήμα. Οι ελπίδες στέρευαν σιγά-σιγά. Έψαχνε γύρω της κάτι να βρει για να πιαστεί. Να μην τα παρατήσει. Το μάτι έπεσε ξανά πάνω στην καφετιέρα. Να είχε, άραγε, ο καφές και άλλες ιδιότητες; Άραγε να μπορούσε, αν έπινε και άλλο, να την κάνει, με κάποιον τρόπο μαγικό, απαρατήρητη, αόρατη και ανύπαρκτη ακόμα; Να έμπαιναν οι εχθροί στο μαγαζί, να το λεηλατούσαν, κι αυτή, σαν το κουνούπι, να τους κοιτούσε από ψηλά. Να γέλαγε μαζί τους. Όχι, ο καφές ό,τι ήτανε να κάνει πια το έκανε. Την ξύπνησε για τα καλά. Τώρα κάτι άλλο έπρεπε να βρει. Να την αποκοιμίσει. Κοίταξε τα μαχαίρια που κρέμονταν από ψηλά. Αυτό με την λεπίδα την πλατιά της έκλεισε το μάτι. Τεντώθηκε να πιάσει την λαβή, μα ήταν πια πολύ αργά για τέτοιες αντιδράσεις. Την ώρα εκείνη η τζαμαρία τελικά του μαγαζιού κατέρρευσε. Και τόσο πια που άντεξε, πολύ στ’ αλήθεια ήταν. Τα θρύψαλά χυθήκανε παντού, η ραγισμένη γεύση του γυαλιού της έκαψε τη γλώσσα. Και οι κακούργοι εισβολείς πλημμύρισαν το μέρος. Όσο κι αν κράτησε αιώνες η αναμονή, όλα τα υπόλοιπα έγιναν σε μια στιγμή μονάχα. Άρπαξαν ό,τι άξιζε, φάγαν ό,τι τρωγόταν, και όλα τα άλλα τα κατέστρεψαν, τα έσπασαν κομμάτια. Μέσα σε μία ξέφρενη χαρά. Μες σε σφιγμένα δόντια. Μα ωστόσο, όσο κρατούσε το κακό, εκείνην δεν την πείραξαν. Την άφησαν να κάθεται εκεί, σε μια γωνιά και να κοιτάζει μια μουτζούρα στο χαρτί που φύλαγε στην τσέπη. Στο τέλος κάποιος είπε: «Αυτήν εδώ τι θα την κάνουμε;» Και επειδή δεν τους βρισκόταν κάποια ιδέα πρόχειρη, φεύγοντας από το μαγαζί, την πήρανε μαζί τους. Βγήκαν στον δρόμο με αυτήν πάνω στους ώμους τους. Δύσκολα καταλάβαινες αν ήταν το κορίτσι αυτό ένα ακόμα λάφυρο ή αν μήπως τελικά το κίνημα βρήκε τον αρχηγό του. Δύσκολα και οι ίδιοι, αν τους ρωτούσες σοβαρά, μάλλον θα απαντούσαν. Κανείς δεν ήταν σίγουρος, τι από τα δύο περισσότερο τους έλειπε. Και κανενός δεν του περίσσευε μία σαφής ιδέα. Έξω ξανά στο δρόμο, όμως, ξαφνικά θυμήθηκαν ότι τους κυνηγούσανε. Αλλά επειδή οι διώκτες τους είχαν μάλλον σχολάσει, είπανε να γυρίσουνε πίσω στο φρούριο τους. Και έτσι άρχισαν ξανά τον δρόμο να ανεβαίνουνε. Να βρούνε την πλατεία τους. Τη μέρα να ανακτήσουν. Χοροπηδούσε αυτή εκεί, πάνω στις πλάτες τις τεκτονικές, και επειδή ήταν πιο ψηλά και έβλεπε μακρύτερα, συνέχεια τους φώναζε: «Όχι, μην πάτε προς τα εκεί! Γυρίστε! Είναι παγίδα!» Όμως αυτοί είχαν τα αυτιά τους χαμηλά και τις φωνές δεν άκουγαν. Και έτσι πάλι ανέβηκαν από τον ίδιο δρόμο. Και έτσι αναποδογύρισαν ολόκληρη τη μέρα. Μέχρι που φτάσανε ξανά στο επίπεδο το κάστρο, όπου και τους περίμενε το τέρας του Αυγούστου. «Ποια είναι αυτή;» μόλις τους είδε ρώτησε. «Μια φίλη», του απαντήσαν. «Κι εγώ πώς δεν την ξέρω;» «Τόσο καιρό κρυβότανε.» «Και τι την φέρατε εδώ;» «Είναι για σένα. Δώρο.» «Δώρο γιατί; Τι έκανα;» «Που πήγανε οι μπάτσοι;» «Πάνε αυτοί, τους έφαγα. Ήρθε η σειρά σας τώρα.» «Μα εσύ είσαι με το μέρος μας.» «Είμαι με αυτόν που τρώγεται.» «Φάε αυτήν! Είναι καλή, είναι νόστιμη. Θα δεις, θα σε χορτάσει.» «Νομίζω για αυτήν εδώ πως έχω άλλα σχέδια. Τρώω, πεινάω διαρκώς, μα έχω κι άλλες ανάγκες.» Και τότε το τέρας άρχισε τους φίλους του να τρώει. Άντρες, γυναίκες και παιδιά. Δεν έκανε διακρίσεις. Αυτοί διαμαρτύρονταν, φωνάζαν, βλαστημούσαν. Αλλά παρέμεναν εκεί, δεν έλεγαν να φύγουν. Στους δρόμους όλη μέρα, τα πηγαινέλα τους κουράσανε. Είχε περάσει κι η ώρα. Το κτήνος τους κατάπινε, μα αυτοί, αντί να αντισταθούν, το έριχναν στην γκρίνια. Ήταν πολλοί στον αριθμό, στο γράμμα όμως λίγοι. Τραβιόντουσαν, σπρωχνόντουσαν, λέγανε παραμύθια: «Πόσο να φάει το τέρας πια; Κάποια στιγμή θα σκάσει. Κάποιοι θα γίνουνε μεζές. Κάποιοι θα την γλιτώσουν.» Κανένας τους δεν γλίτωσε. Άδειασε η πλατεία. «Και τώρα οι δυο μας, κοπελιά. Πώς είπαμε σε λένε;» Όπα! Κάπου εδώ δεν είναι που πρέπει να εμφανιστεί ξάφνου το παλικάρι; Να βγάλει από το σάκο το σπαθί; Τον δράκο να σκοτώσει; Να σώσει το κορίτσι του; Να αγαπηθεί ο κόσμος; Μόνο που ο φίλος μας –αλήθεια τον θυμάστε;- όλη αυτήν την ώρα, ξέρετε, επέστρεφε στο κέντρο με τα πόδια. Ήταν και καλοκαίρι. Είχε και μία ζέστη φοβερή. Κάπου στο δρόμο δίψασε. Ήπιε πέντε-έξι μπύρες. Μέχρι να φτάσει, πάει, το έχασε το έγκλημα. Το είδε στις ειδήσεις. Αλλά και πες πως έφτανε νωρίς. Το τέρας δεν το είχε. Μάλλον θα τον κανόνιζε κι αυτόν, μαζί με την «δικιά του». Έφτασε τα μεσάνυχτα. Την βρήκε να είναι μόνη. Έσταζε, έτρεχε παντού. Μούσκευε την πλατεία. «Τι έγινε;» τη ρώτησε. «Εδώ, μωρέ, τα ίδια.» Το κτήνος της είχε κάνει τη ζημιά. Την είχε ξεκωλιάσει.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

1

Βγήκε στο δρόμο και αμέσως άρχισε να προχωρά ξανά προς την πλατεία. Ο καπνός και η ομίχλη που κατέβαιναν από εκεί ξεφτίλιζαν την όρασή του. Δεν ήξερε που ακριβώς ο δρόμος αυτός ολοκληρώνεται. Δεν ήτανε σε θέση ούτε να το μαντέψει. Έσκυψε το κεφάλι του και συνέχισε πεισματικά να προχωρά, αδιαφορώντας για τα όποια εμπόδια μπορούσαν να του προκύψουν. Έπρεπε να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γινόταν σπίτι του. Το σπίτι του. Εκείνη τη στιγμή, αυτό είχε μόνο σημασία. Κάπου στου δρόμου τα μισά άκουσε άναρθρες κραυγές, σήκωσε το κεφάλι και είδε ένα σκουριασμένο πλήθος να έρχεται κατά πάνω του. Όχι, δεν ήτανε ο στόχος τους αυτός. Και αυτούς άλλοι τους κυνηγούσαν. Διάλεξε στην τύχη έναν παράδρομο και άρχισε να τρέχει. Χαμήλωσε το βλέμμα του ξανά και έτρεξε. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να φύγει μακριά. Μακριά από τι, αναρωτήθηκε, την ώρα που οι φτέρνες του τον βάραγαν στην πλάτη. Μακριά από τα πάντα, του απάντησε. Κι έτσι σκυφτός, έτσι τυφλός, συνέχισε να τρέχει, σαν τον δραπέτη δαίμονα που οι άλλοι δαίμονες, οι πρώην σύντροφοί του, ανακαλύψαν μόλις την άθλια προδοσία του κι αμέσως τον πήραν στον κυνήγι. Έτρεξε τόσο που κάποτε στ’ αλήθεια του φάνηκε πως είχε αφήσει πίσω του την πόλη. Σταμάτησε, οσμίστηκε την ερημιά. Είδε μια στάση λεωφορείου πλάι του. Ένας παππούς καθόταν και περίμενε. «Περνάει το 111 από εδώ;» τον ρώτησε. «Όλα από εδώ κάποια στιγμή περνάνε.» Κάθισε δίπλα του παλεύοντας να πάρει πίσω τις ανάσες που είχε μες στην τρεχάλα χάσει. «Γιατί έτρεχες;» τον ρώτησε ο διπλανός του στοργικά. «Για να προλάβω», του απάντησε. «Για να προλάβεις τι;» επέμεινε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Του θύμιζε λιγάκι τον πατέρα του. Κάπως περίπου έτσι μάλλον θα έμοιαζε και αυτός μετά μισό αιώνα. Σκέφτηκε: Χα! Μάλλον το παράκανα. Έτρεξα ως το μέλλον. «Από πού έρχεσαι;» τον ρώτησε ο γερασμένος του εαυτός. Δεν του απάντησε και έβγαλε τσιγάρο. «Από πού έρχεσαι;» εκείνος ξαναρώτησε. «Εσύ από πού έρχεσαι;» του είπε εκνευρισμένος. «Εμένα εδώ με βρήκες, το ξέχασες μικρέ; Α! Κοίτα! Έρχεται το δικό σου!» Ένα μισογεμάτο λεωφορείο ήρθε μπροστά τους και σταμάτησε. Ανοίξανε οι πόρτες. «Καλή ξεκούραση», του ευχήθηκε ο παππούς, ενώ επιβιβαζόταν. Κάθισε πίσω ακριβώς από τον οδηγό. Φορούσε κόκκινα γυαλιά κι ένα λευκό πουκάμισο αμάνικο. «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» τον ρώτησε με μια φωνή ξεθυμασμένη, ηλεκτρική, ελάχιστα ανθρώπινη. Ακούμπησε στα γόνατα το σάκο του και άρχισε να ψάχνει. «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» Έκανε πως πάλευε να βρει το πορτοφόλι, αλλά ο νους του ήτανε αλλού. Όλα τα πράγματά του ήταν εκεί, στη θέση τους, κι όμως, κάτι φαινότανε πως έλειπε. «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» Τα σύνεργα, τα εργαλεία της δουλειάς, η εφημερίδα που πάντα μαζί του έσερνε, μα που ποτέ δεν διάβαζε, τα άγραφα τυφλά τετράδιά του. «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» Το σχέδιο. Που ήτανε το σχέδιο; Γύρισε ανάποδα τον σάκο και τον άδειασε στο πάτωμα του οχήματος. Δύο γυναίκες που καθόταν παραδίπλα του έβαλαν τρομαγμένες τις φωνές με αυτά που αντικρίζανε. «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» Το σχέδιο δεν ήταν πουθενά. Το ξέχασε. Το είχε αφήσει εκεί, πάνω στο τραπεζάκι στη βιασύνη του. Τώρα αυτή θα το κοιτά και θα χαμογελάει. Αυτό ήτανε. Προδόθηκε. Πάει το μυστικό του. «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» Γύρισε προς τον οδηγό. «Σταμάτα τώρα, αμέσως!» «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» «Είπα, σταμάτα το γαμημένο λεωφορείο σου, αλλιώς σας τρώω όλους!» «Δεν θα χτυπήσεις εισιτήριο;» «Όχι, ρε πούστη! Εσένα θα χτυπήσω!» Τον άρπαξε από το λαιμό και άρχισε να τον γρονθοκοπάει. Οι επιβάτες ούρλιαζαν κάτι αυτοσχέδιες προσευχές, καθώς χανότανε ο έλεγχος και το λεωφορείο εξόκειλε πάνω στο πεζοδρόμιο. Κοπάνησε πάνω σε κάτι παρκαρισμένα γιώτα χι. Μπήκε ξανά στο δρόμο. Διέσχισε το άλλο ρεύμα, και αφού πήρε σβάρνα ό,τι μπροστά του βρέθηκε, βγήκε στη λεωφόρο. Εκεί συγκρούστηκε, δίχως να ανακόψει ούτε στιγμή ταχύτητα, με ένα άλλο αμάξι διερχόμενο. Ο οδηγός του –επέστρεφε, είπαν, από εκδρομή- το μόνο πράγμα που πρόλαβε να κάνει ήταν να γράψει ένα ποίημα*, που η συνοδηγός δεν πρόλαβε ποτέ της να διαβάσει. Το λεωφορείο έγειρε στις δυο του ρόδες, μετεωρίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα και τελικά κατέρρευσε με κρότο στα πλευρά του. Λίγο μετά αυτός ξετρύπωνε από μέσα του, μέσα στα αίματα και στα σπαρμένα τζάμια. Τον είδαν να σηκώνεται όρθιος, να κρύβεται πίσω από ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά και να απομακρύνεται κουτσαίνοντας.


Λίγο η αποκάλυψη του πρώτου της καφέ, λίγο το σχέδιο στο χαρτί, λίγο η μέρα αυτή που δεν τελείωνε και που ακόμα ήτανε μονάχα μεσημέρι, η αναστάτωσή της την έκανε να μην αναγνωρίζει το σώμα της το ίδιο. Πηγαινοερχόταν μες στο μαγαζί παίρνοντας σβάρνα τραπέζια και καρέκλες κι όλο ένιωθε πως πνίγεται. Πως στέρευε το οξυγόνο εκεί μέσα. Πήγε ως την πόρτα και την άνοιξε. Ο μολυσμένος αέρας του δρόμου εισέβαλε μέσα στα πνευμόνια της και αμέσως την συνέφερε. Είχε ξεχάσει σχεδόν πώς αναπνέουν. Άκουσε άγριες κραυγές και είδε από το βάθος να ξεχύνεται το αγριεμένο πλήθος. Ερχόταν κατά πάνω της. Αυτή ήταν ο στόχος τους. Όπως αυτός έτσι κι αυτοί. Όλοι για αυτήν ερχόντουσαν. Κινδύνευε. Έπρεπε να είχε φύγει, όσο ακόμα ήταν νωρίς. Τώρα εκείνο που της έμενε ήταν μονάχα να κρυφτεί και να ελπίζει πως θα την προσπεράσουν. Μπήκε ξανά και κλείδωσε. Έσβησε όλα τα φώτα. Πίσω από το μπαρ της οχυρώθηκε και απέμεινε να περιμένει. Είδε την καφετιέρα πάνω από το κεφάλι της και άρχισε να σκέφτεται μήπως μια κούπα ακόμα από ετούτο το μαγικό ζουμί ήταν μια κάποια λύση. Και τότε άκουσε τα πρώτα βίαια χτυπήματα. Το πλήθος είχε φτάσει ήδη μέχρι την πόρτα –την είχαν μάλλον μυριστεί- και οργισμένο την τζαμαρία της βαρούσε. Θυμήθηκε το σχέδιο. Ήταν ακόμα επάνω στο τραπέζι. Θα το κατέστρεφαν πριν φτάσουνε στο μπαρ. Η απεικόνισή της θα χανότανε πριν να εκλείψει η ίδια. Κοίταξε το τηλέφωνο. Να πάρει το αφεντικό. Να του ζητήσει βοήθεια. Τι να της πει τώρα αυτός; Μάλλον να πάει να κόψει το λαιμό της. Μήπως αυτό ήταν η λύση τελικά; Κοίταξε τα μαχαίρια που μες στο νεροχύτη μούλιαζαν. Οι άλλοι απ’ έξω ήδη ραγίζανε τα τζάμια. Γιατί να κόψει το δικό της τον λαιμό και όχι τον δικό τους; Την ώρα εκείνη αυτό της φάνηκε αλήθεια ευκολότερο. Άρπαξε εκείνο με την λεπίδα την πλατιά. Σηκώθηκε, αποκαλύφθηκε. Την είδανε οι άλλοι. Τρομάξανε έτσι, όπως κρατούσε το μαχαίρι σαν σπαθί και το κουνούσε στον αέρα. Κομμάτια πληγωμένα της ατμόσφαιρας σωριάζονταν στα πόδια της, ενώ συνέχισε να προχωράει σταθερά διαλέγοντας ποιος θα είχε την τιμή να ήτανε το πρώτο σφάγιό της. Περνώντας δίπλα από το τραπέζι του, πήρε με το άλλο χέρι το χαρτί, το δίπλωσε ξανά και το έβαλε στην τσέπη της. Τώρα δεν είχε πια να χάσει τίποτα. Οι άλλοι το κατάλαβαν και άρχισαν να φεύγουν. Κάποιοι χυδαία βρίζοντας. Κάποιοι άλλοι στέλνοντας φιλιά και κλείνοντας το μάτι. «Να ζήσεις, να μας θυμάσαι, κοπελιά», της φώναζαν. «Να πας να γαμηθείς, μωρή! Χαμούρα, πουτανάκι!» Τότε κατάλαβε το λάθος της. Είδε στα μάτια την απελπισία τους, τον φόβο, την οδύνη. Κι αυτούς άλλοι τους κυνηγούσανε. Όχι, δεν ήταν το μανιασμένο πλήθος ο εχθρός. Αυτοί ήταν τα θηράματα. Για άσυλο την ήθελαν και όχι για θυσία. Απέμεινε να τους κοιτά έτσι, εκεί, σαν άγαλμα, με το μαχαίρι με την λάμα την πλατιά ακόμα στο χέρι ξεχασμένο. Μέχρι που όλοι τους απομακρύνθηκαν, μα αφήσαν πίσω έναν. Αυτός ήταν αλλιώτικος. Παράταιρος με την στιγμή. Άσχετος με τον χρόνο. Φορούσε γάντια, ένα παλτό δερμάτινο και από το ένα χέρι του κρεμόταν ένα παλιομοδίτικο καπέλο. Τα χείλη του ανοιγοκλείνανε. Ο άνθρωπος μιλούσε. Τι ήταν αυτό που έλεγε; Ήθελε να το ακούσει. Πλησίασε, ξεκλείδωσε, άνοιξε χαραμάδα. Ίσα που να χωράει τη λεπίδα της. «Τι θέλετε, παρακαλώ;» «Είστε ακόμα ανοιχτά; Μπορώ να πιω έναν καφέ;» την ρώτησε, ενώ το γάντι χάιδευε του μαχαιριού την άκρη. «Περάστε, ναι», αιφνιδιάστηκε και άνοιξε την πόρτα. Μπήκε αυτός, προχώρησε κοιτάζοντας τον χώρο, λες και επισκεπτόταν μουσείο ή ανάκτορο και όχι ένα συνοικιακό καφέ στο χείλος της αβύσσου. Έβγαλε το παλτό, τα γάντια του, ακούμπησε σε μια καρέκλα το καπέλο και από ολόκληρο το μαγαζί διάλεξε τελικά και κάθισε στου άλλου το τραπέζι. «Ξέρετε, το τραπέζι αυτό;» «Συγνώμη, είναι πιασμένο;» «Όχι, αλλά δεν είναι καθαρό.» «Καλά, δεν με πειράζει.» «Τουλάχιστον να μάζευα να πράγματα…» «Δεν έχει πολύ ώρα, ε;» «Τι θέλετε να πείτε;» «Δεν έχει ώρα που έφυγε.» «Ποιος; Τι ακριβώς ρωτάτε;» «Εκείνος που καθόταν πριν εδώ. Λίγο νωρίτερα να ερχόμουν, μπορεί να τον προλάβαινα, σωστά;» «Τον ξέρετε;» «Όχι, εσείς;» «Είναι πελάτης τακτικός.» «Και έχει το τραπέζι του.» «Την ώρα αυτή που έρχεται, το μαγαζί είναι άδειο.» «Και το γεμίζετε μαζί. Συγνώμη, γίνομαι λιγάκι αδιάκριτος. Μπορώ να έχω έναν καφέ;» «Μάλιστα. Πώς τον πίνετε;» «Φέρτε μου έναν σαν κι αυτόν, παρακαλώ. Και με την ησυχία σας. Μην τρέχετε. Δεν βιάζομαι. Ήρθα να περιμένω.» «Εσείς τον πήρατε τηλέφωνο;» «Ποιον; Τι ακριβώς ρωτάτε;» «Αυτόν που πριν καθότανε εδώ.» «Είστε ερωτευμένη;» «Μην μου απαντάτε με ερώτηση!» «Πείτε μου, εκείνος το γνωρίζει;» «Σήμερα με ζωγράφισε.» «Τι λέτε; Σας το έδειξε; Σας πέτυχε, αλήθεια;» «Όχι, είδα το σκίτσο μόνη μου.» «Το άφησε πίσω φεύγοντας;» «Το ξέχασε.» «Γίνεται, μήπως, να το δω;» «Όχι, νομίζω δεν σας αφορά.» «Δεν ξέρετε τι με αφορά.» «Δεν θέλω και να μάθω.» «Καλώς. Μπορώ να έχω εκείνον τον καφέ που λέγαμε;»

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014


Τη μέρα εκείνη του μακελειού, του τηλεφωνήματος, του αναπάντεχου «τι γίνεται;» και του δειλού «δεν ξέρω», είχε φύγει πολύ νωρίτερα από τη δουλειά. Είχε ακούσει πως λόγω των επεισοδίων το κέντρο θα ήτανε κλειστό. Φοβήθηκε ότι και εκείνο το καφέ με το όνομα το τόσο ακατανόητο, στο οποίο τα μεσημέρια σύχναζε, δεν θα είχε ανοίξει επίσης. Τον έπιασε άγχος φοβερό, την ώρα που περπατούσε προς τα εκεί. Διέσχισε την πανικόβλητη πλατεία, χωρίς σχεδόν καθόλου να προσέξει το πλήθος που είχε ήδη εκεί συγκεντρωθεί. Παρέκαμψε τα μπλόκα των αστυνομικών παρά τις υποδείξεις τους. Κατέβηκε το δρομάκι με τα διάφορα καφέ, στο τέλος του οποίου βρισκόταν το δικό του. Ήταν όλα τους κλειστά. Τον έπιασε ταχυπαλμία. Ωστόσο, όσο πλησίαζε στο στόχο του, άρχιζε σιγά-σιγά να διακρίνει μια μουσική παράταιρη στον ήχο και τον θόρυβο της πόλης και της μέρας. Έφτασε. Είδε πως ήταν ανοιχτά. Την είδε να κάθεται στο μπαρ. Του φάνηκε πως κάτι τραγουδούσε. Με κόπο κρατήθηκε να μην πανηγυρίσει έξαλλα. Άνοιξε την πόρτα, την καλημέρισε, άφησε τα πράγματά του στο τραπέζι του και κατευθύνθηκε αμέσως προς την τουαλέτα. Τη μέρα εκείνη έμεινε στο καφέ αυτό περίπου το διπλάσιο χρόνο από όσο καθημερινά συνήθιζε. Για αυτό και κατ’ εξαίρεση ήπιε και δυο καφέδες. Ήτανε νηστικός κι ο δεύτερος μοιραία του προκάλεσε μεγάλη νευρικότητα. Ωστόσο, δεν ήτανε ο μόνος. Και η σερβιτόρα το μεσημέρι εκείνο ήταν επίσης νευρική και ανήσυχη πηγαινοερχόταν μες στο μαγαζί, άλλοτε ρίχνοντας ματιές στο έρημο δρομάκι κι άλλοτε δυναμώνοντας την ένταση της μουσικής, κάθε φορά που κάποιος πολεμικός αχός έφτανε ως τα αυτιά της. Δύο φορές του έφερε μπισκότα και βουτήματα, όσες και οι καφέδες του. Έξι φορές του άλλαξε τασάκι –η αλήθεια είναι πως τη μέρα εκείνη είχε καπνίσει αρκετά. Επτά φορές ήρθε να του ξαναγεμίσει το ποτήρι με νερό, αν και τις περισσότερες ήταν ήδη γεμάτο. Κάθε που τον πλησίαζε αυτός σκέπαζε τα χαρτιά του, άλλοτε με τα χέρια του κι άλλοτε με μια εφημερίδα που προσποιούνταν ότι διάβαζε. Κάπου εκεί, ανάμεσα στις επισκέψεις της, ήταν που χτύπησε πρώτη φορά και το τηλέφωνό του. Το έκλεισε και κοίταξε αμέσως προς το μέρος της. Δεν φάνηκε να το είχε καταλάβει. Η ένταση της μουσικής ήτανε πια τόσο δυνατή που πια όλα τα απορροφούσε. Τη δεύτερη φορά κοίταξε την οθόνη του και τρόμαξε. Κατάλαβε πως άλλο δεν γινότανε πια να το αποφεύγει. Σηκώθηκε και βγήκε από το μαγαζί. Ενώ μιλούσε έξω –δεν ήτανε και τόσο εύκολο, πνιγότανε από τους καπνούς και οι αλλεπάλληλες εκρήξεις τον αποσυντόνιζαν- την είδε να πλησιάζει το τραπέζι του. Το έκλεισε, επέστρεψε στη θέση του και άρχισε να τα μαζεύει. «Τι γίνεται;» τον ρώτησε αυτή. Σε θέλω, της απάντησε. Θέλω να πηδηχτούμε εδώ, μέσα σε ετούτο το καφέ, εδώ, επάνω στο τραπέζι μου, εδώ, ανάμεσα στις σημειώσεις μου που πια δεν έχει νόημα να σου τις κρύβω άλλο. Τώρα. Τελειώνει ο κόσμος, καταστρέφεται. Ίσα που προλαβαίνουμε με ένα άγριο ανθρωποφάγο πήδημα να γνωριστούμε επιτέλους εμείς οι δυο και ταυτόχρονα για πάντα να αποχαιρετιστούμε. «Δεν ξέρω», της απάντησε. Πλήρωσε, τα μάζεψε όλα βιαστικά και εξαφανίστηκε.


Την τάραξε πολύ αυτή του η αιφνίδια αναχώρηση. Για κάποιον λόγο, το μεσημέρι εκείνο, ένιωθε την ανάγκη της διακριτικής και σιωπηλής του παρουσίας. Χρειαζόταν την παρέα του. Όσο και αν δεν μιλούσανε, όσο και αν αυτός βρισκότανε στον κόσμο του, την έκανε, υπάρχοντας και μόνο, να νιώθει λίγο πιο ασφαλής. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν που χάρη σε αυτόν, τον μοναδικό μοναχικό πελάτη της, αισθανόταν πως και η δικιά της η παρουσία, το συγκεκριμένο εκείνο μεσημέρι, ενώ απ’ έξω η πόλη έβραζε, άφριζε και ξεχείλιζε, κάπως δικαιολογούνταν. Μόλις σηκώθηκε και έφυγε, για πρώτη της ίσως φορά, ένιωσε τόσο μόνη. Για πρώτη σίγουρα φορά της φάνηκε τόσο ηλίθια κενός ο χώρος της δουλειάς της. Σκέφτηκε να δυναμώσει ξανά τη μουσική, αλλά το κόλπο αυτό δύσκολα θα ξανάπιανε. Τότε κατάλαβε ότι το μόνο που της έμεινε ήταν να έκλεινε όσο πιο γρήγορα γινότανε το μαγαζί και να επέστρεφε στο σπίτι της ή όπου αλλού μπορούσε εκείνη τη στιγμή να βρει ένα ελάχιστο καταφύγιο ασφάλειας και οικειότητας. Μάζεψε το ποτήρι του, μα αντί να πάει να το πλύνει, κοίταξε με μιαν αλλόκοτη κι απρόσκλητη περιέργεια το περιεχόμενό του. Είχε εκεί μέσα ακόμα αρκετό καφέ – ο δεύτερος που πρώτη του φορά τη μέρα εκείνη της παρήγγειλε δεν του τελικά και τόσο απαραίτητος. Τον μύρισε και η οσμή του την έκανε να ανατριχιάσει. Ήταν αστείο, αλλά δεν είχε πιεί ποτέ ούτε έναν στη ζωή της. Τόσο καιρό έφτιαχνε και σέρβιρε καφέδες χωρίς ποτέ να μπει στον πειρασμό να δει τι γεύση έχουν. Οι φίλοι της την πείραζαν. Το αφεντικό της το είχε επισημάνει. Πώς να σε εμπιστευτεί η πελατεία σου, εάν σνομπάρεις τα ίδια σου τα προϊόντα; Ακούμπησε τη γλώσσα της στο χείλος του ξένου ποτηριού και έγλυψε τον μαύρο ξεραμένο λεκέ που είχε αυτός αφήσει. Έξω στο δόμο ακούστηκε ακόμα μία έκρηξη, αλλά της φάνηκε πως στην πραγματικότητα ήταν που κάτι έσκασε εκεί, μες στο κεφάλι της. Γύρισε κάπως συνωμοτικά και κοίταξε την πόρτα. Έβγαλε, πέταξε μακριά το καλαμάκι και έφερε ξανά το ποτήρι ως το στόμα της. Πήρε βαθειά ανάσα και κατέβασε με μιας ολόκληρο το περιεχόμενό το. Ο καφές μετέδωσε αμέσως το χαρμόσυνό του μήνυμα μέχρι τα πιο απομακρυσμένα κύτταρά της. Πήγε να αρπάξει το άλλο ποτήρι, το νερό, να σβήσει τη φωτιά που είχε ανάψει μέσα της και τότε ήταν που πρόσεξε εκείνο το χαρτάκι. Ο άγνωστος πελάτης είχε αφήσει πάνω στη βιασύνη του ένα μικρό ενθύμιο. Ήτανε μια σελίδα σχισμένη από τετράδιο. Έτσι όπως την έβλεπε, φαινότανε κενή και αχρησιμοποίητη. Την γύρισε και είδε πως υπήρχε κάτι σχεδιασμένο πάνω της. Η ταραχή της ανακάλυψης ήρθε να προστεθεί στην αναστάτωση που είχε ήδη επιφέρει ο παρθενικός καφές και παραλίγο να αναποδογυρίσει το τραπέζι με μια ανυπολόγιστή της κίνηση. Το σχέδιο πάνω στο χαρτί ήταν κακό και άχαρο. Το θέμα του όμως ήταν συγκλονιστικό. Ήταν μια γυναικεία μορφή με ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, μια φούστα ως τα γόνατα, ενώ από τη μέση και πάνω δεν φορούσε τίποτα και σκέπαζε μονάχα τα βυζιά με τις παλάμες της. Στο πρόσωπο της δεν υπήρχανε χαρακτηριστικά, μα η κορδέλα που κρεμόταν από τα μαλλιά, όπως και η φούστα και τα παπούτσια ακόμα ήτανε ίδια ακριβώς με εκείνα τα δικά της. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν για να γράψει, όπως νόμιζε, που ερχότανε όλα τα μεσημέρια. Δεν ήταν ούτε ο καφές ούτε η ησυχία. Για αυτήν σύχναζε εδώ τόσο καιρό, μα τώρα που το μυστικό προδόθηκε, άραγε, θα ξανάρθει;

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

1

Το πρώτο πράγμα που έκανε, μόλις έμπαινε μέσα στο καφέ, ήταν να πάει να πλύνει τα χέρια του. Άφηνε τα πράγματα του στο αγαπημένο του τραπέζι, την καλημέριζε βιαστικά χωρίς να δώσει ακόμα την παραγγελία του και έτρεχε μέσα στην τουαλέτα, αδιαφορώντας για το αν η κίνησή του αυτή φαινότανε αστεία. Άνοιγε το ζεστό νερό, το άφηνε να τρέξει και σαπούνιζε τα δάχτυλά του με μανία, να φύγει η μαυρίλα της πρωινής του απασχόλησης. Ήξερε πως οι γυναίκες κοιτάζουν και εξερευνούν πάντα τα χέρια των αντρών και δεν ήθελε με τίποτα να την απογοητεύσει με αυτές τις άθλιες μουτζούρες του. Όσο κι αν κατάφερνε να ελκύσει το ενδιαφέρον της. Όσο κι αν ήτανε για αυτήν αόρατος, όταν ερχόταν να τον σερβίρει στο τραπέζι του, έπεφτε πάντοτε το βλέμμα της πάνω στα δάχτυλά του. Ήθελε τόσο πολύ να την αγγίξει. Ήθελε με κάποιον τρόπο να της εμπνεύσει αυτό το άγγιγμα έτσι, που αν κάποτε συνέβαινε, αυτή να το δεχότανε ως λύτρωση, ως αναγκαία ικανοποίηση μιας μυστικής επιθυμίας. Πώς θα γινότανε αυτό με αυτά τα χέρια τα τόσο λερωμένα; Πώς θα μπορούσε ετούτη η μυσταγωγία του μεσημεριού να λειτουργήσει ανεπηρέαστα από τα μελανά σημάδια που το πρωινό εναπόθετε επάνω στην επιδερμίδα του;

2

Πόσο αστεία της φαινότανε αυτή του η συνήθεια, να τρέχει αμέσως μέσα στις τουαλέτες, μόλις έμπαινε. Αναρωτιόταν από πόσο μακριά ερχόταν, άραγε, και δεν κρατιότανε με τίποτα. Ντρεπότανε για αυτό, το έβλεπε, μα ήταν ετούτη η ντροπή ακόμα και αυτή η κωμική αδημονία του που τον έκαναν με κάποιο τρόπο πιο γλυκό και γοητευτικό. Ναι, ήταν ας πούμε ένα είδος ανασφάλειας που παραδόξως στα μάτια της του έδινε διαστάσεις τόσο αβάσταχτα ανθρώπινες που την ωθούσαν να τον εξερευνήσει και άλλο. Άκουγε από μέσα το νερό να τρέχει, κι αν τύχαινε να μπει μετά αμέσως και αυτή, έβλεπε τον καθρέφτη να έχει από τους υδρατμούς θολώσει. Τίποτα δεν φαινόταν στον καθρέφτη αυτόν. Καμιά αντανάκλαση εκεί μέσα δεν χωρούσε. Ήτανε προφανές πως αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εικόνα του. Άλλωστε, πάντοτε ερχόταν τσαλακωμένος και αχτένιστος. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να έχει σαπούνι πάνω στο νιπτήρα και ζεστό νερό. Τι είδους αμαρτίες τόσο πολύ βιαζόταν να απομακρύνει από πάνω;

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

road movie

Τα πόδια σου γυμνά
πάνω στο σκονισμένο μου παρμπρίζ.
Το κάθισμα που έχει πάρει πια
του κώλου σου το σχήμα.
Τα τραγούδια σου να ανεβοκατεβάζουν τις ταχύτητες,
αδιαφορώντας για του ταξιδιού τις ιδιαίτερες συνθήκες.
Το χέρι σου να μου χαϊδεύει το λαιμό,
να λέει ταυτόχρονα «σταμάτα κάπου, να σου πω»
και «τρέξε να δούμε τι υπάρχει παρακάτω».

Τα αιώνια τοπία σε όλο το μήκος αυτής της διαδρομής.
Το αιφνίδιο τοπίο το δικό σου.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

το ηπειροκεάνιο

-Και γιατί δεν μπορούμε να πάμε στα Γιάννενα με τραίνο;
-Αφού, σου λέω, δεν έχει σιδηροδρόμο η Ήπειρος!
-Ε καλά, τότε ας πάμε με το ηπειροκεάνιο...

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

1

Του άρεσε αυτή η σερβιτόρα. Αυτή ήταν ο λόγος που περνούσε κάθε μεσημέρι από αυτό το μαγαζί. Που καθόταν στο τραπέζι με την καλύτερη τη θέα, από όπου μπορούσε απερίσπαστος να παρακολουθεί όλες της τις κινήσεις. Που βασάνιζε με τις ώρες το μικροσκοπικό φλιτζάνι του – πόσος πολύς χρόνος μπορεί να χωρέσει τελικά σε ένα στιγμιαίο καφεδάκι; Που διάλεγε πάντα την ώρα που ο κόσμος στο μαγαζί αραίωνε. Τις περισσότερες φορές τύχαινε να είναι μοναδικός πελάτης. Δικό του όλο το καφέ με το ακατανόητο εκείνο όνομα, που ούτε να το προφέρει δεν μπορούσε. Δικό του το τραπέζι το πανοπτικό, το μόνο πιθανόν τετράποδο το οποίο είχε στη ζωή του συμπαθήσει. Δικιά του και η αγαπημένη σερβιτόρα του, που τόσο καιρό ούτε το πώς την λένε δεν τολμούσε να ρωτήσει. Για αυτό τη βάφτιζε κατά καιρούς με διάφορα ονόματα, μα ύστερα το μετάνιωνε. Γιατί κανένα δεν της ταίριαζε απόλυτα. Γιατί όλα μαζί και πάλι να την περιγράψουν δεν μπορούσαν. Όταν στους άλλους μιλούσε για αυτήν, την έλεγε «η όμορφη». Μα όταν την σκεφτόταν, όταν την έφερνε στο νου τις άλλες ώρες της ημέρας, της έδινε έναν τίτλο πιο παράδοξο: «η ωραία νυσταγμένη». Ήταν αυτό το βλέμμα το νωχελικό, το οποίο δεν ήξερε αλήθεια που να το κατατάξει. Ήταν που νύσταζε πραγματικά και λαχταρούσε η βάρδια της να λήξει και στο κρεβάτι της να τρέξει να κρυφτεί; Ή μήπως πιο πολύ ήτανε που του θύμιζε βλέμμα ανθρώπου που μόλις έχει γυρίσει από τα όνειρα και αγουροξυπνημένος προσπαθεί να καταλάβει τη νέα μέρα που του είχε έτσι απροσδόκητα προκύψει; Του άρεσε το βλέμμα της. Όχι δεν ήταν βλέμμα ανθρώπου που βαριέται, που σέρνεται, που σκουντουφλά. Που με το ζόρι ανταποκρίνεται στα επαγγελματικά του τα καθήκοντα. Το βλέμμα αυτό με έναν τρόπο μοναδικά παράδοξο ξεχείλιζε από όρεξη. Μόνο που όσο και αν το μελετούσε, τόσο καιρό που σύχναζε σε εκείνο το καφέ, δεν είχε κατορθώσει ακόμα να μαντέψει τι ήταν αυτό που ακριβώς ορέγονταν τα μάτια αυτά τα τόσο νυσταγμένα. Τι εικόνες μέσα από τα βλέφαρά τους έκρυβαν και την κρατούσανε αυτήν τόσο απασχολημένη κι αυτόν τόσο αόρατο. Αφού από αυτό βασανιζόταν διαρκώς, που ενώ αυτός έβλεπε, παρατηρούσε, σπούδαζε κάθε δική της κίνηση, κάθε δικό της βήμα, αυτή αδιαφορούσε τόσο επιδεικτικά που έθετε σε αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξή του. Σκεφτότανε καμιά φορά, πως έτσι και ξαφνικά του ερχότανε να σηκωθεί, να αρπάξει το ταμείο και να φύγει τρέχοντας, αυτή μετά δεν θα μπορούσε ούτε καν στοιχειωδώς στους μπάτσους να τον περιγράψει. Όχι, φαινόταν να μην του έδινε καμία σημασία. Ερχόταν στο τραπέζι του, τον καλημέριζε αδιάφορα, έπαιρνε την παραγγελία – τόσο καιρό θα μπορούσε, τουλάχιστον, να είχε μάθει πώς πίνει τον καφέ του. Κάποιες φορές του έφερνε μπισκότα και βουτήματα κι αυτός το έπαιρνε προσωπικά και της χαμογελούσε, αν και το ήξερε καλά ότι αυτό συνέβαινε με όλους τους πελάτες. Μια μέρα μόνο ήταν που της ξέφυγε και είπε κάποια κουβέντα παραπάνω. Ήτανε τότε τον Απρίλη, με τα επεισόδια. Γινόταν κάτω στην πλατεία μακελειό κι όλο ακουγόντουσαν σειρήνες και εκρήξεις. Ήταν και πάλι οι δυο τους μόνοι μες στο μαγαζί κι είχε αυτή βάλει τη μουσική στα τέρματα να μην ακούει τον δρόμο. Αυτός βγήκε κάποια στιγμή για να μιλήσει στο τηλέφωνο. Όχι πως έξω θα άκουγε καλύτερα, αλλά ντρεπόταν λιγάκι να απαντήσει και να ακούσουνε οι άλλοι τα τραγουδάκι του καφέ να παίζουν από πίσω. Εδώ γινόταν επανάσταση κι αυτός χάζευε μίαν άγνωστη πίνοντας τον καφέ του. Τι θα έλεγε ο κόσμος; Αυτή για κάποιο λόγο συνέδεσε τα επεισόδια με αυτό το τηλεφώνημα και όταν ήρθε πάλι πίσω στο τραπέζι του, τον ρώτησε «τι γίνεται;». Λες και ήτανε αυτός που όλα τα κατεύθυνε από το μυστικό το στρατηγείο του. Είχε τότε την ευκαιρία του να την εντυπωσιάσει, να αρχίσει κάποιο παραμύθι αγωνιστικό. Να την τρομάξει με τις τερατολογίες του και ύστερα να σπεύσει φυσικά να την καθησυχάσει. Ίσως ακόμα να της προτείνει να την συνοδεύσει ως το σπίτι της, γιατί, είπαμε, έξω γινόταν μακελειό. Ναι, να την προστατεύσει. Όμως την ώρα εκείνη σάστισε. Εκείνο το εκτός προγράμματος «τι γίνεται;» τον αιφνιδίασε και έτσι το μόνο που κατάφερε να πει ήταν ένα χαζό «δεν ξέρω». Δεν ήξερε, είναι αλήθεια, τίποτα, ούτε για αυτά που έξω εκεί στο δρόμο γίνονταν ούτε για τα άλλα που μέσα σε εκείνο το καφέ μπορούσανε να γίνουν. Υπέθετε, θεωρούσε, φανταζότανε, μα στην πραγματικότητα απείχε ακόμα αρκετά από το να γνωρίζει. Κι όμως δεν ήταν τόσο δύσκολο. Αρκούσε μόνο, την κατάλληλη στιγμή, να είχε κάνει και αυτός την ίδια ακριβώς ερώτηση. Τι γίνεται;


Το να δουλεύει βάρδια πρωινή ήταν για εκείνη το καλύτερο. Μέχρι τις δύο δυόμιση ήταν γεμάτο το καφέ κι ύστερα, ως τις πέντε όπου σχόλαγε, ήτανε συνήθως χαλαρά κι έτσι είχε πάντα σχεδόν τη δυνατότητα να κάνει τα δικά της. Τις περισσότερες φορές, αν δεν ερχότανε αυτός, μάλλον θα ήταν μόνη της. Όχι ότι η παρουσία του άλλαζε και πολύ τα πράγματα. Ήτανε τόσο διακριτικός, τόσο εκεί μέσα, βαθιά μες στα χαρτιά και μες στις σκέψεις του, χωμένος, που νόμιζε ότι ακόμα και αν έβγαζε τα ρούχα της και άρχιζε να σφουγγαρίζει το μωσαϊκό ολόγυμνη, αυτός να μην το πρόσεχε. Της άρεσε αυτή η αδιαφορία του. Όχι, δεν ήταν γενικά αδιάφορος. Έμοιαζε να δείχνει πάθος ίσως και φανατισμό σε αυτά με τα οποία ασχολούνταν. Τον έβλεπε να μουτζουρώνει τις σελίδες του και προσπαθούσε τι γράφει να μαντέψει. Για κάποιο λόγο πίστευε πως γράφει ας πούμε κάτι σαν ποιήματα. Θα ήθελε αλήθεια να τους ρίξει μια ματιά, μα κάθε φορά που το τραπέζι του πλησίαζε για να αδειάσει το τασάκι του ή να γεμίσει το ποτήρι με νερό, αυτός τα σκέπαζε αμέσως και τα έκρυβε. «Γράφει για μένα», σκέφτηκε κάποια στιγμή αυτάρεσκα. Μα αμέσως την κατάπιε την επιπόλαια την σκέψη της. «Μα αφού δεν με γνωρίζει.» Ήξερε πως προτιμούσε εκείνο το καφέ, γιατί από όλα τα άλλα της περιοχής ήτανε το πιο ήσυχο. Για αυτό και ερχόταν τις ώρες που συνήθως άδειαζε. Ζητούσε να απομονωθεί και το τραπέζι αυτό –πάντα εκεί καθότανε- ήτανε κατά κάποιο τρόπο το γραφείο του. Αυτή, για να τον βοηθήσει, διάλεγε μουσική κατάλληλη και απέφευγε να δυναμώνει, όσο αυτός ήταν εκεί, την ένταση. Μονάχα μια φορά έκανε μια εξαίρεση. Ήτανε τότε, τον Απρίλιο. Τότε με εκείνα τα άγρια επεισόδια. Ήτανε τόσος πολύς ο θόρυβος που ερχότανε από έξω, που είπε να βάλει κάτι να παίζει δυνατά να τον κατανικήσει. Αυτός δεν φάνηκε να ενοχλείται από αυτό. Όμως το μεσημέρι εκείνο έμοιαζε αφηρημένος και ανήσυχος. Κι όλο κοιτούσε το τηλέφωνο. Κι όλο το βλέμμα σήκωνε και έβλεπε προς την πόρτα. Από το δρόμο ακούγονταν κρότοι, σειρήνες και φωνές. Δεν έβλεπαν τι γίνεται, όσο κι αν το πεδίο μάχης ήταν δίπλα τους. Μονάχα που και που περνούσε κάποιος μπροστά από την πόρτα τρέχοντας, κοιτώντας με τρόμο προς τα πίσω. Τα πιο πολλά καφέ τις γειτονιάς είχανε από ώρα κλείσει. Ίσως και να ήταν μονάχα το δικό τους ανοιχτό. Το αφεντικό της είχε πει να σβήσει φώτα και να κλειδώσει και αυτή, έτσι και δει πως έξω ζορίζουνε τα πράγματα. Αυτή όμως δεν έβλεπε. Μονάχα άκουγε κι όλο δυνάμωνε τη μουσική να μην καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή τον είδε να σηκώνεται. Κρατούσε το τηλέφωνο και κοίταζε μια την οθόνη του και μια αυτήν διστακτικά, αναποφάσιστα. Κατάλαβε ότι χτυπούσε και άπλωσε το χέρι προς το ραδιόφωνο την ένταση να χαμηλώσει. Μα αυτός της γύρισε την πλάτη και πήγε προς την έξοδο. Βγήκε στο δρόμο και απάντησε. Αισθάνθηκε λιγάκι άσχημα. Τον έβλεπε που ενώ μιλούσε έβηχε. Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει από τους καπνούς και από τα διάφορα που έριχναν. Κοίταξε το τραπέζι του. Είχε αφήσει τα χαρτιά του πρώτη φορά αφύλακτα, απροστάτευτα. Σκέφτηκε πως ίσως αυτή να ήταν η ευκαιρία της. Εκείνος σαν να μάντεψε την σκέψη της γύρισε και την κοίταξε. Μόνο αν κάτι του συνέβαινε, αν τον χτυπούσαν, αν ζαλιζόταν από τα χημικά, μονάχα τότε θα μπορούσε να μάθαινε τι έγραφε. Η πόρτα άνοιξε ξανά και η κακιά της σκέψη ντράπηκε και εξαφανίστηκε. Χαμήλωσε την μουσική, σχεδόν την έκλεισε. Σηκώθηκε και τον πλησίασε κρατώντας την κανάτα της. Δήθεν να του γεμίσει το ποτήρι του. Αυτός την κοίταζε επίμονα. Της φάνηκε πως είχε κάτι να της πει. Κάτι εκεί έξω είχε συμβεί. Κάποιος του το είπε μόλις στο τηλέφωνο. «Τι γίνεται;» τον ρώτησε. Πόσο πολύ της άρεσε αυτή η αμηχανία του. Πόσο πολύ θα ήθελε να τον φιλήσει εκείνη την στιγμή, λίγο πριν μαρτυρήσει το μεγάλο μυστικό. Την είδηση πως πάει ο κόσμος πια, τελείωσε. Πως άνοιξε η γη. Ο ήλιος πως γκρεμίστηκε. Πως έληξε ο χρόνος. «Δεν ξέρω», της απάντησε και αμέσως έβγαλε από την τσέπη κάτι κέρματα. Τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και μάζεψε τα πράγματά του γρήγορα. Και όμως, της φάνηκε πως είχε ακόμα κάτι να της πει. Είδε τα χέρια του που έτρεμαν. Ποτέ δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφα χέρια. Τα μακριά του δάχτυλά του ήταν λιγάκι μαυρισμένα. Άραγε τι δουλειά να έκανε; Τι σχέση να είχε, άραγε, με όλα αυτά που έξω εκεί συνέβαιναν. Γιατί δεν ρώτησε ποτέ να μάθει το όνομά της; Γιατί αυτή δεν του το έλεγε από μόνη της, χωρίς να την ρωτήσει;