Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

η προσευχή

Μια φίλη μου εξομολογήθηκε πως άκουσε κρυφά μια νύχτα το γιο της να προσεύχεται και να ζητά από το Θεό όνειρα να μην ξαναδεί στον ύπνο του ποτέ του. Γεύτηκα την ανησυχία της και αναρωτήθηκα μετά, τι ήταν το πιο τρομακτικό μες στην εξομολόγησή της. Πως έβλεπε τα όνειρα του ο μικρός; Πως τα όνειρά του ήτανε μάλλον πολύ εφιαλτικά; Πως, αν και ούτε καν πέντε ετών, ήδη ζητούσε χάρες φωναχτά από τον Δημιουργό του; Ή πως η μάνα του έστηνε αυτί έξω από την κάμαρά του και κατασκόπευε τους διαλόγους του γιου της με το αόρατο.
Και ύστερα, έτσι κι από το πουθενά, μου ήρθε η ανάμνηση ίσως του πρώτου μου δικού μου εφιάλτη. Ήταν, λέει, αργά πολύ και ήμασταν στο σπίτι. Και κάτι άσχημο συνέβαινε στην οικογένειά μου. Κι έπρεπε, λέει, κάποιος-εγώ να βγει μέσα στη νύχτα και με τα πόδια να πάει μέχρι το μαγαζί, κάτι από εκεί να φέρει.
Και βγήκα έξω στη νύχτα ο πεντάχρονος και άρχισα να περπατώ την κοιμισμένη πόλη. Δεν ακουγόταν τίποτα. Κανέναν δεν συνάντησα στο δρόμο μου επάνω. Και η ερημιά αυτή με τρόμαζε και με έκανε να προχωρώ πιο γρήγορα ακόμα.
Κι έφτασα, λέει, στο μαγαζί. Το άνοιξα και μπήκα. Μα είχα ξεχάσει τι έπρεπε από εκεί να πάρω. Σήκωσα το τηλέφωνο, κανείς δεν απαντούσε. Αγχώθηκα, κουράστηκα, ήθελα να επιστρέψω. Πήρα στην τύχη δυο κουτιά, τα έβαλα στις τσέπες. Πήγα να βγω έξω ξανά και τότε είδα απέναντι τη φρίκη να προβάλει.
Τι ήταν αυτό δεν έμαθα. Ξύπνησα και δεν πρόλαβα το όνειρο να ρωτήσω. Και το πρωί με βρήκε ξάγρυπνο και με μια λούτρινη απορία αγκαλιά, που πιο πολύ από όλα τάραζε το παιδικό μυαλό μου.
Νύχτες πολλές αναζητούσα μέσα στον ύπνο τη συνέχεια, λες κι ήτανε το όνειρο σειρά της τηλεόρασης κι εγώ δεν είχα μόλις δει παρά το πρώτο επεισόδιο. Όταν μετά κατάλαβα την πλάνη μου, άρχισα με τη φαντασία να συμπληρώνω τα κενά, δίνοντας έτσι αναπόφευκτα στον τρόμο μου αβάσταχτες διαστάσεις.
Δεν ξέρω αν ο γιος της φίλης μου είχε στ’ αλήθεια ονειρευτεί κάποιο όνειρο παρόμοιο, αλλά μπορώ με σιγουριά να πω πως, ότι και να ήταν αυτό που είχε δει, δεν το είδε ως το τέλος. Ποιος κάθεται μέχρι τους τίτλους, άραγε, να δει τους εφιάλτες του; Όλοι κάπου περίπου στα μισά σηκώνονται και φεύγουν. Κι ας έχει κόψει από πριν το υποσυνείδητό τους κανονικό εισιτήριο και για την πρώτη θέση. Βγαίνουν και αράζουνε έξω από το σινεμά και περιμένουνε εκεί τη φαντασία τους, ώσπου να βγει κι αυτή από την αίθουσα, να τη ρωτήσουν τελικά το έργο πώς τελειώνει. Κι αυτή τους λέει, φυσικά, ότι ακριβώς γουστάρουν. Άρα, αν θέλει η φίλη να βοηθήσει το μικρό, τότε ας τον συμβουλέψει να αρχίσει να προσεύχεται και να ζητάει από το Θεό να στέλνει στα παιδικά του όνειρα μονάχα κωμωδίες. Να βλέπει έργα με καλούς θεούς, που ακούνε πάντα τον πεντάχρονων τις προσευχές κι έτσι, γλυκά και ευχάριστα, η νύχτα να περνάει.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

το εικοσπεντάρι

Πριν από χρόνια έπινα με δύο φίλους τσίπουρα σε ένα στενό της πόλης. Εκείνης της βραδιάς το τσιπουράδικο σήμερα δεν υπάρχει, αλλά ακόμα κι εκείνο το στενό δεν είναι πια τόσο στενό, όσο τουλάχιστον εγώ πριν χρόνια το θυμόμουν. Θυμάμαι πως καθόμασταν σε τραπεζάκι έξω και πίναμε ασύστολα, μέχρι που άδειασε το μαγαζί και ήθελαν να μας διώξουν.
«Μια γύρα ακόμα, σε παρακαλώ», παρήγγειλε από τους τρεις μας ο πιο ευγενικός χωρίς να μας ρωτήσει. Σύρθηκε το γκαρσόνι βλαστημώντας, πολύ διακριτικά, να εξυπηρετήσει. «Φαντάζομαι δεν θέλετε μεζέ. Γιατί η κουζίνα κλείνει…» «Ε, τότε φέρε από τα έτοιμα! Έτσι θα μας αφήσεις;» Θέλοντας να κρύψει τον ενθουσιασμό του προφανώς, χάθηκε μέσα στην κουζίνα του, αφού του ραδιοφώνου πρώτα ανέβασε την ένταση, να μην ακούμε τις ευχές του.
Κι ενώ εμείς αμετανόητοι θολώναμε τα μικροσκοπικά ποτήρια, ήρθε και μας πλησίασε ένας γέρος ζητιάνος. Έλεγε κάτι ασυνάρτητα, που και νηφάλιοι να ήμασταν, και πάλι θα θέλαμε μετάφραση. Εκείνος το κατάλαβε και σώπασε και άπλωσε το χέρι. «Παππού, δεν παίζει τίποτα. Μα άμα θέλεις τσίπουρο, ένα σου το κερνάμε», είπε ο πιο γενναίος από εμάς και του έδειξε το διπλανό τραπέζι.
Την ώρα που ο σερβιτόρος έφερνε τον εκλεκτό μεζέ του από κονσέρβα φρέσκια, βλέπει τον γέρο να του γνέφει από τη θέση του κι αμέσως με το εγκεφαλικό φλερτάρει. «Φέρε και ένα στον παππού! Σε εμάς να το χρεώσεις!»
Πρέπει να πέρασε τουλάχιστον μισάωρο. Είχαμε πια αδειάσει τα ποτήρια μας. Γυαλίζαμε με ψίχουλα τα πιάτα. Το μαγαζί τα φώτα του χαμήλωνε και μάζευε τραπέζια. Όμως την τελευταία την παραγγελιά την είχανε ξεχάσει. Είδαμε τον παππούλη δίπλα μας να μας κοιτάζει έτσι, στεγνός και παραπονεμένος, και από τους τρεις ο πιο θρασύς πήγε να καθαρίσει. «Τι έγινε, ρε μάστορα; Βάλε στον άνθρωπο να πιει! Αφού είπαμε, κερνάμε.» «Ξέρεις ποιος είναι αυτός εκεί, που θέλεις να κεράσεις; Και μόνο τα μισά αν γνώριζες από όσα έχει κάνει, ούτε νερό δεν θα του έδινες. Γι’ αυτό, λοιπόν, μαζέψου!» Κι έτσι υποχωρήσαμε, ζητήσαμε λογαριασμό, γυρίσαμε στο σπίτια.
Χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη βραδιά, κι ενώ της πόλης φαρδαίνουν τα στενά και οι άνθρωποι στενεύουν, ακόμα ψάχνω για απάντηση να δώσω στο γκαρσόνι. Δεν έμαθα ποτέ τι εγκληματικό μυαλό έκρυβε εκείνη η μάσκα του ανήμπορου και άκακου ζητιάνου. Δεν βρήκα κάποιον να μου διηγηθεί, έστω και μόνο τη μισή, ολέθρια ζωή του. Και προπαντός, ποτέ μου δεν κατάλαβα τι σόι άφεση αμαρτιών ήταν αυτή που θα εξαγόραζε αυτός ο γέρο-σατανάς με ένα εικοσπεντάρι.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

τα γεννέθλια του φύρερ

Ένα ζευγάρι φίλων για χρόνια προσπαθούσε παιδάκι να αποκτήσει. Άγνωστο πώς, κάποια στιγμή τα καταφέρανε και έκαναν αγόρι. Του έδωσαν το όνομα Αλέξανδρος –δεν το είπαν έτσι, δηλαδή, αλλά καταλαβαίνετε…- κι ορκίστηκαν στων κόπων τους το τέκνο να μη του λείψει τίποτα ποτέ, μέχρι που από την πολλή αγάπη και την αφοσίωση στο τέλος το μουρλάναν. Το βλέπω πως συμπεριφέρεται στα άλλα παιδιά της γειτονιάς, στους συγγενείς, ακόμα και σε μένα, που είμαι υποτίθεται αόρατος, και τρέμω ήδη με την προοπτική της επικείμενης ενήλικης ζωής του.
Πήγα προχτές να δω από κοντά το πάρτυ που οι νέοι ευτυχείς γονείς χωρίς φειδώ οργάνωσαν για τα γενέθλια του Φύρερ του Συνοικισμού και αναπόφευκτα θαμπώθηκα από την αίθουσα του θρόνου, που ήτανε, λέει, το παιδικό δωμάτιο. Έμεινα και παρακολούθησα των καλεσμένων τους όρκους υποτέλειας κι έφυγα χωρίς να αγγίξω τον μπουφέ, φοβούμενος μήπως με είχαν προσκαλέσει για δοκιμαστή, αφού όλο και κάποια σκοτεινά συμφέροντα θα έχουνε βάλει στο μάτι τον μικρό κι από τη μέση θα θέλουν να τον βγάλουν. Την ώρα που τους δικούς του συλλυπούμουνα, τον ένιωσα να με κοιτάζει από το βάθος του σπιτιού και να μου ψιθυρίζει με το βλέμμα του, «σε λίγα χρόνια θα τα πούμε». Κι ύστερα άρχισε να τραβά με λύσσα τις κοτσίδες κάποιου κοριτσιού, που αφελώς δοκίμασε το μάγουλό του να φιλήσει. Για αυτό σας λέω, μην ψάχνετε μέσα στις μυστικές γραφές να βρείτε του μέλλοντός σας τον Αντίχριστο. Μένει στη γειτονιά μου.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

σε όλα τα κράτη

Όταν του αφαίρεσαν το δίπλωμα, και αναγκάστηκε ξανά να δώσει εξετάσεις, ορκίστηκε –σε τι δεν έχει σημασία πια- πιωμένος να μην οδηγήσει ποτέ ξανά αυτοκίνητο. Του άρεσε αλήθεια τόσο πολύ να οδηγεί και αλλοίμονο, γούσταρε και να πίνει. Όμως, αν ήθελε τις δυο αυτές θνητές χαρές κι άλλο να απολαμβάνει, έπρεπε κάτω από άλλες, πιο νόμιμες επήρειες να συνεχίσει να κρατάει το τιμόνι του και σπίτι στο εξής να επιστρέφει με τρόπο τέτοιο, που να επιτρέπει το αίμα με το αλκοόλ του να μπερδεύεται. Δοκίμασε τα πάντα κι αν κάποιος πει πως έντεχνα προσπάθησε να απαλλαγεί του όρκου του, σίγουρα τότε θα τον έχει αδικήσει. Όλοι του έλεγαν να κόψει το ποτό, δήθεν πως νοιάζονταν για την πορεία της υγείας του, μα οι πιο πολλοί θέλαν απλά να μην τον ξαναδούν να οδηγεί, κι έτσι μονάχα για το δικό τους το καλό φροντίζαν. Κι όμως αυτός, αν και με μέτρο πάντα στη ζωή του υπερέβαλε, δικαίωμα δεν έδωσε ποτέ να του αμφισβητήσουν των συνηθειών των κακών την ιερή συνέπεια. Κι έτσι κατέληξε μοιραία, μέσω του διαχωρισμού των δύο σιαμαίων μα άσπονδων παθών, να βρει μια λύση σολομωνική και σολομώντεια. Είτε να οδηγεί για ώρες χωρίς διακοπή, μέχρι που να μεθά για τα καλά από τα ατέλειωτα χιλιόμετρα, είτε να πίνει χωρίς σταματημό, ώσπου του αλκοόλ οι παρενέργειες στο τέλος ταξίδι να τον πάνε. Και όπως έλεγε κι ένας παλιός, κάθε φορά που έπινε κι αυτός λιγάκι παραπάνω, «Μη με ρωτάς που βρίσκομαι! Είμαι σε όλα τα κράτη!».

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

η παράκαμψη

-Θέλεις να πάμε από εδώ;
-Μα, θα καθυστερήσουμε.
-Έτσι κι αλλιώς θα φτάσουμε αργά. Δεν έχει σημασία.
-Και τι υπάρχει από εδώ;
-Που θες να ξέρω, αν δε δω; Έλα! Πάμε και βλέπουμε.
-Ο χάρτης σου τι λέει;
-Ο χάρτης λέει ψέματα. Μονάχα αριθμοί και ονόματα. Είδες, έστω και κάτι από όλα αυτά, σε όλο το ταξίδι;
-Μα, δε μπορεί. Ο δρόμος όλο και κάπου θα πηγαίνει.
-Όλοι οι δρόμοι στο τέλος καταλήγουνε στη θάλασσα. Τι λες; Πάμε να δούμε την ανατολή από την παραλία;
-Δε γίνεται. Δεν είναι αυτό στο δρόμο μας.
-Αναρωτήθηκες ποτέ, τώρα που θα βρισκόμασταν, αν μέναμε πιστοί στο δρόμο μας για πάντα;
-Όχι, δε θέλω να το σκέφτομαι. Φτάνει να ξέρω πως είναι ο δρόμος μου εκεί και πως με περιμένει.
-Θες να γυρίσεις πίσω;
-Όχι, γιατί ακόμα είναι νωρίς. Στο τέλος, όμως, όλοι επιστρέφουν;
-Και πως θα ξέρεις που θα βρεις στο δρόμο σου το δρόμο να σε πάει;
-Έχω κι εγώ έναν χάρτη μες στις αποσκευές. Στο τέλος, άμα χρειαστεί, όλο και κάποιον θα ρωτήσω.
-Κι αν δε γνωρίζει ο κάποιος σου; Κι αν σε ρωτήσει πρώτα αυτός κι εσύ μετά δεν ξέρεις;
-Τότε θα πάρουμε μαζί στην τύχη κάποιο δρόμο.
-Αλήθεια; Κι αν δε σας πάει πουθενά;
-Μα, εσύ δεν είπες πως στη θάλασσα όλοι στο τέλος καταλήγουν;
-Ναι, αλλά με τα μάτια μου δεν το έχω δει ποτέ μου.
-Δεν το πιστεύεις, δηλαδή;
-Τι λες; Θα έβαζα και στοίχημα!
-Κι αν χάσεις;
-Αν χάσουμε, θα έχουμε στο μεταξύ το δρόμο μας κερδίσει. Τι με κοιτάς; Αφού παρέα ταξιδεύουμε.
-Θέλεις να πάμε από εδώ;

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

μου αρέσει να μαλώνω

Μου αρέσει να μαλώνω. Δεν εννοώ με αυτό πως θέλω συνέχεια και με όλους να τσακώνομαι. Μα, όταν βλέπω τα πράγματα πως φτάνουνε στο απροχώρητο, το βρίσκω πάντα προτιμότερο να έρχομαι σε ρήξη, παρά να ψάχνω τρόπους να συμβιβαστώ και ενδιάμεσες οδούς μάταια να προτείνω. Έχουν υπάρξει άνθρωποι, που έχω μαζί τους ψυχρανθεί, αν και στο παρελθόν έχουμε συνυπάρξει σε καταστάσεις τέτοιες, που θα μας είχαν δέσει με ιερούς δεσμούς, αν ίσως είχανε αποφευχθεί κάποιες ανόητες κουβέντες. Πολλές φορές ξεχνώ τις αφορμές αυτών των χωρισμών, μα ύστερα ξαναθυμάμαι τις αιτίες, ρίχνοντας μόνο μια ματιά στα άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες που γλίτωσαν της μνήμης μου το παρανάλωμα.
Επίσης, μιας κι έχω ήδη μετανιώσει ακριβά κι έχω πολύ πικρά στο παρελθόν πληρώσει ανώφελες, αλλά σχεδόν θανατηφόρες, εμμονές, αφήνω της προσωπικής ζωής μου τα φαντάσματα έξω ακόμα κι από ετούτης της σελίδας το ξασπρισμένο περιθώριο, όσο κι αν κάποια από αυτά θα το ήθελαν πολύ ακόμα να στριμώχνονται ανάμεσα στις λέξεις μου και στη σκιά της στίξης. Κάποια –μην έχοντας κάτι, προφανώς, καλύτερο να κάνουνε- βρικολακιάζουν κι έρχονται να μου ταράξουνε τις γραμματοσειρές, μα ευτυχώς το πρόγραμμα ανίχνευσης στο τέλος τα ξορκίζει.
Μου αρέσει να μαλώνω. Και τότε ακόμα που χωρίζουμε σα φίλοι, αφού εξάλλου τίποτα δεν έχουμε άλλο να χωρίσουμε. Πολύ καλύτερος ένας μικροπρεπής μα ειλικρινής καυγάς από μια ψεύτικη, δήθεν περήφανη, συγχώρεση. Τι έχουμε πια να χάσουμε; Έτσι κι αλλιώς για απώλεια μιλάμε.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ο συλλέκτης β'

Βρίσκομαι έξω από το Πράδο και πίνω τον καφέ μου περιμένοντας. Κάθε φορά που επισκέπτομαι μουσεία, μοιραία και αλαζονικά η σκέψη μου πάει στις δικές μου συλλογές. Και αυτόματα περίπου βρίσκομαι να αναρωτιέμαι τελικά αν εκτός από εμένα υπάρχει στον κόσμο άλλος άνθρωπος που, έστω και ελάχιστα, να τον ενδιαφέρουν.
Σε κάποιο άλλο κείμενο παλιότερο είχα κάνει σε αυτές μια βιαστική αναφορά. Ωστόσο, διαβάζοντας κανείς τα κείμενα μου γενικά, εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο συντάκτης τους είναι συλλέκτης αθεράπευτος.
Είναι φορές που προσπαθώ να μεταφράσω, όχι μονάχα τη δικιά μου, μα και των άλλων των ανθρώπων της ζωές, σε συλλογές μουσείων. Παρατηρώ μια παλιά μου συμμαθήτρια και ύστερα τη φαντάζομαι σα να ήταν κάτι σαν το Μουσείο του Ολοκαυτώματος ή βλέπω κάποιο ζευγάρι φιλικό και έπειτα τους αντικαθιστώ με το Μουσείο Κόμικς.
Δεν ξέρω με ποιο μουσείο θα μοιάζει η δικιά μου ζωή, όταν θα έχω φύγει. Δεν έχω ιδέα αν θα ήθελε το μουσείο αυτό κανείς να επισκεφτεί, χωρίς να βρίσκομαι εγώ εκεί για να τον ξεναγήσω. Πολύ φοβάμαι, μάλιστα, μήπως επιβαρύνω τελικά με τις εμπράγματες μου συλλογές τους διαδόχους μου κι αυτοί μετά δεν ξέρουνε τι με αυτές να κάνουν. Κι αφού από τύψεις αρνηθούν να ξεφορτωθούν, μη τις αποθηκεύσουν σε κάποιο μυστικό δωμάτιο, παρέα με τη μνήμες τους για μένα.
Ως προς τις άλλες, τις ενοχικές, ας πούμε, συλλογές, ήδη για αυτές φροντίζω εγώ προσωπικά. Ή μάλλον φροντίζουμε και οι δυο. Κι εγώ που γράφω τώρα αυτά κι εσύ που με διαβάζεις.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

όλα καλά

-Είσαι καλά;
-Όλα καλά!
-Μα, κάτι έχεις. Δε μπορεί...
-Πως δε μπορεί; Αφού σου λέω, όλα καλά.
-Κι όμως, άλλα λέει το ύφος σου.
-Τι έχει, δηλαδή, το ύφος μου;
-Μα δε το βλέπεις; Σοβαρά; Είναι λιγάκι κάπως.
-Πώς να το δω; Δε γίνεται.
-Καλά, μη νευριάζεις!
-Δε νευριάζω. Απαντώ. Δε θες να απαντήσω;
-Κι ύστερα είμαι η παράξενη εγώ, που λέω πως κάτι έχεις…
-Εντάξει, παραδίνομαι! Έχεις και πάλι δίκιο!
-Είσαι καλά;

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

πώς φτάσαμε ως εδώ

-Έλα! Τι γίνεται; Χαμός;
-Που είσαι, γαμώτο; Χάνεις…
-Τα βλέπω λίγο από εδώ. Είναι όπως τα λένε;
-Δεν είδες, πίστεψέ με, τίποτα. Τα έχουν γαμήσει όλα.
-Είναι στ’ αλήθεια τόσο σοβαρά;
-Άσε! Κι είμαστε ακόμα στην αρχή.
-Πως φτάσαμε, ρε πούστη, ως εδώ;
-Τι με ρωτάς; Δεν ξέρεις;
-Ξέρω, αλλά και πάλι απορώ. Δε θέλω να πιστέψω.
-Άκουσες τι είπαν πάλι το πρωί;
-Κάτι πήρε το αυτί μου…
-Χα! Τότε ετοιμάσου να το πάρεις κι από άλλου!
-Βλέπω, το κέφι δεν το χάνεις.
-Τι θες να κάνω; Η φτώχεια θέλει καλοπέραση.
-Υπάρχει, ξέρεις, και συνέχεια σε αυτήν την παροιμία…
-Προς το παρόν, δε θέλω να τη σκέφτομαι.
-Άσε! Τη σκέφτομαι εγώ. Αύριο επιστρέφω.
-Τι θες, γαμώτο, και γυρνάς; Μείνε εκεί, σου λέω!
-Γιατί; Είναι καλύτερα εδώ;
-Σωστά! Τι ώρα φτάνεις;
-Στις έξι το απόγευμα. Θα παίξει τίποτα μετά;
-Σίγουρα! Εννοείται…

τα δώρα

Σε κάθε μου ταξίδι φροντίζω μια μέρα –κατά προτίμηση όχι την τελευταία- να την αφιερώνω ψάχνοντας δώρα να αγοράσω. Πάντοτε παίρνω κάτι καλό στην αδερφή και στη μητέρα μου και κάτι λίγο πιο συμβολικό για την παρέα. Στα πρώτα μου ταξίδια, αφότου είχε φύγει ο πατέρας μου, ξεχνιόμουν κι αναζητούσα κάτι και για αυτόν κι ύστερα, μόλις θυμόμουν την απώλεια, μοιραία μελαγχολούσα. Επίσης, πάντα προσπαθώ να βρω το δώρο το κατάλληλο που μόνο σε εκείνη θα ταιριάζει, αν τύχει και εκείνη πίσω έμεινε και στο ταξίδι μου αυτό δε με έχει συνοδέψει. Ας πούμε πως το δώρο αυτό είναι μια μάλλον εκβιαστική απόπειρα, για να της δείξω πώς θα ήτανε, αν ίσως είχε τελικά μαζί μου ταξιδέψει. Τέλος, όπου πηγαίνω, από το 2010 και μετά, που πύκνωσαν οι αποδράσεις μου, συνήθως αγοράζω κάτι ακόμα, χωρίς να έχω στο μυαλό κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Σπάνια συμβαίνει τελικά στ’ αλήθεια σε κάποιον να το δώσω, μα καθόλου αυτό δε συνεπάγεται πως το κρατώ για μένα. Είναι φορές που κάποτε όλο και κάπου καταλήγουν κάποια από αυτά τα δώρα τα ανώνυμα. Τα υπόλοιπα, όμως, μένουν κλειδωμένα στο συρτάρι μου. Δίπλα στα άλλα, σε εκείνα που μου δόθηκαν, αν και ελάχιστα εμένα αφορούσαν.

Chapeau, Cher Ami

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

πρόλογος σε έναν επικείμενο ταξιδιωτικό οδηγό

Εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πόσο καλή και αξιόπιστή είναι μία σειρά ταξιδιωτικών οδηγών. Φτάνει να ανατρέξει πρώτα στον τόμο που αναφέρεται στον τόπο του. Από παλιά, κάθε φορά που έπεφτε στα χέρια μου κάποιο παρόμοιο εγχειρίδιο με συμβουλές για το τι πρέπει να ζήσει και να δει, κάποιος που ερχόταν για να επισκεφτεί την πόλη μου, συνήθως δεν αισθανόμουνα καλά. Ένιωθα πως σε άλλο μέρος μάλλον κατοικώ, πως από άλλη πόλη περιβάλλομαι, πως είμαι ένας άλλος. Ποτέ μου να χωνέψω δεν κατάφερα το υπαρξιακό αυτό παράδοξο. Έλεγα, όχι, δε μπορεί, να υπάρχουν τόσα αξιοθέατα τριγύρω μου και να τα βλέπω μόνο εγώ. Πως είναι δυνατό, αναρωτιόμουνα, όλα αυτά τα αριστουργήματα της φύσης, αλλά και του πολιτισμού, να αφήνουν αδιάφορους τόσους πολλούς ανθρώπους; Κι αν πεις και για τους θρύλους και όλης της πόλης τα μυστήρια, άραγε ποιος ταξιδιώτης θα μπορούσε μπροστά σε αυτά να μείνει ασυγκίνητος; Έτσι πήρα το θέμα πολύ προσωπικά και είπα να διορθώσω μόνος μου αυτήν την ανορθογραφία. Μου πήρε χρόνο να συλλέξω, να τεκμηριώσω και να ανασυνθέσω όλο αυτό το υλικό, μα τελικά τον άξιζε τον κόπο. Άλλωστε, μου δόθηκε με αυτήν την αφορμή ξανά η ευκαιρία να ξαναεπισκεφτώ, με έναν τρόπο πιο μεθοδικό τον τόπο μου και να τον ξανααγαπήσω. Τώρα, αν ξενίσει κάποιους το αποτέλεσμα, αν κάποιοι συμπολίτες μου, διαβάζοντας αυτόν τον οδηγό, νιώσουν πως σε άλλη πόλη αναφέρομαι, δεν έχουν τότε παρά να γράψουν τον δικό τους.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

αυτοί, εγώ, εσείς

Πριν από λίγους μήνες, (ίσως όχι και τόσο) ξαφνικά, προέκυψε ένα θέμα με μία από τις ομάδες που παίζουνε ποδόσφαιρο στην πόλη μου – όχι με αυτή που εγώ υποστηρίζω. Δε θέλω να υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης, γιατί απλά δεν είναι η δουλεία μου – ή μάλλον είναι, τώρα που το σκέφτομαι, αλλά όχι ΑΥΤΗ η δουλειά μου. Κάποια στιγμή, κι ενώ είχαν αρχίσει όλοι οι θιγμένοι από το «θέμα» φίλαθλοι να εκδηλώνουν με όποιον τρόπο έβρισκαν τη στιγμή εκείνη πρόχειρο την αγωνία τους ως προς την έκβαση του «θέματος», άκουσα κάποιον κύριο παράγοντα να λέει σε κάποιο ράδιο κάτι ενδιαφέρον. Είπε, λοιπόν, ο άνθρωπος: (εδώ το μεταφέρω στο περίπου) …αυτοί πάνε να καταστρέψουνε το μόνο δημιουργικό και υγιές κομμάτι αυτής της πόλης, το μόνο που μας έχει απομείνει πια για να χαιρόμαστε και να αισθανόμαστε περήφανοι. Αμέσως τα λόγια του με έβαλαν σε σκέψεις. Δεν έχω ασφαλώς καμία ψευδαίσθηση πως είναι δυνατό οι συμπολίτες μου να συμμερίζονται ως προς το τι σημαίνει υγεία και δημιουργικότητα προσωπικές δικές μου αντιλήψεις. Και προφανώς δεν έχω την απαίτηση να χαίρονται οι άλλοι και να περηφανεύονται με ότι για εμένα κάνει την καρδιά μου να χτυπά και το μυαλό μου να γυρίζει. Ωστόσο, αλήθεια, δεν ένιωσα ποτέ κάποιος να συγκινείται, κάθε φορά που βλέπω κάτι από όλα αυτά που αγαπώ «αυτοί» να καταστρέφουν – τώρα το ποιοι είναι «αυτοί» και ποιος εγώ (και ποιοι εσείς, ακόμα) προς το παρόν ας το αφήσουμε. Κι ούτε που αισθάνθηκα ποτέ καμία συμπαράσταση, όποτε εγώ την αγωνία μου είπα να εκδηλώσω, με όποιον τρόπο έβρισκα εκείνη την πρόχειρη στιγμή, ως προς την έκβαση των «άλλων» των θεμάτων. Άντε, γιατί τα έχω πάρει τώρα, δηλαδή.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

antonia (σχέδιο σεναρίου)

Μαδρίτη, σήμερα. Η Ν. είναι μια φοιτήτρια από την Ελλάδα, που έχει έρθει στην Ισπανία με κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Με τη συγκάτοικό της, Ε., επίσης φοιτήτρια, μένουν σε ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα κοντά στ κέντρο της πόλης. Η Ν., προκειμένου να επικοινωνεί με τους δικούς της Ελλάδα, έχει πάρει ένα νούμερο καρτοκινητού τηλεφώνου, ο οποίος παρεμπιπτόντως εμπεριέχει το γνωστό τριψήφιο αριθμό της τρέλας. Ένα μήνα μετά την άφιξή της στην ισπανική πρωτεύουσα και ενώ η ζωή της κυλάει σε ξέγνοιαστους φοιτητικούς ρυθμούς, δέχεται στο τηλέφωνό της ένα μήνυμα από κάποιον άγνωστο αποστολέα. «Σας πληροφορούμε ότι ο γιος σας τις τελευταίες δυο βδομάδες δεν έχει εμφανιστεί στα μαθήματά του.» Η Ν. δείχνει το μήνυμα στη συγκάτοικό της και εκείνη της λέει ότι προφανώς έχει γίνει κάποιο λάθος. Τα δυο κορίτσια κάνουν καινούριες παρέες, ενώ η συγκατοίκησή τους γνωρίζει σκαμπανεβάσματα. Λίγες μέρες μετά παρόμοιο λάθος μήνυμα εμφανίζεται στην οθόνη του τηλεφώνου της Ν., η οποία ρωτάει τους νέους Ισπανούς της φίλους αν είναι δυνατό να της έχει δώσει η εταιρεία τηλεφωνίας το νούμερο που άλλοτε χρησιμοποιούσε άλλος χρήστης. Οι φίλοι της αστειεύονται με την ανησυχία της και της λένε, «Τι σε νοιάζει; Αργά ή γρήγορα η μητέρα του άτακτου μαθητή θα μάθει την αλήθεια». Η Ν., συμμεριζόμενη την πλάκα, τους απαντά, «Ναι, αλλά αν μέχρι τότε ο μικρός έχει γίνει πρεζάκι ή μέλος κάποιας συμμορίας;». Οι μέρες περνούν και η μητέρα της Ν. έρχεται στη Μαδρίτη για να την επισκεφτεί. Κατά την παραμονή της εκεί, ο ίδιος άγνωστος αποστολέας στέλνει στο κινητό της Ν. το ίδιο περίπου μήνυμα με την προσθήκη, αυτή τη φορά, της φράσης: «Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας επειγόντως!». Η Ν. το δείχνει στη μητέρα της και την ενημερώνει και για τα άλλα μηνύματα που προηγήθηκαν. Η μητέρα της την μαλώνει και της λέει ότι πρέπει να κάνει κάτι για αυτό. Η Ν. της λέει ότι δεν είναι δική της δουλειά και την κατηγορεί ότι είναι υπερπροστατευτική. Μητέρα και κόρη τσακώνονται, αλλά γρήγορα τα ξαναβρίσκουνε και βγαίνουν βόλτα. Ενώ βρίσκονται μέσα στο μετρό, η μητέρα της Ν. διαπιστώνει ότι της λείπει το πορτοφόλι της. Η Ν. της λέει ότι είναι απρόσεχτη. «Αφού σου είπα! Κλέβουνε στο μετρό.» Η μητέρα της απαντά ότι δεν αποκλείεται το κλεφτρόνι να είναι το παιδί που έχει παρατήσει το σχολείο του. Πηγαίνουν σε ένα αστυνομικό τμήμα για να δηλώσουν την κλοπή και εκεί η Ν. ρωτάει τον αστυφύλακα, που παίρνει τα στοιχεία τους, αν υπάρχει τρόπος να μάθει ποιος είχε το νούμερο του τηλεφώνου της πριν από αυτήν. Ο αστυφύλακας, ο οποίος τη φλερτάρει λίγο, της λέει «Γιατί ρωτάς;» και η Ν. του αφηγείται την ιστορία με τα μηνύματα. Εκείνος τότε τη ρωτάει, γιατί δε δοκίμασε να τηλεφωνήσει στον αριθμό του αποστολέα και ενημερώσει τη γραμματεία του σχολείου για την παρεξήγηση. Η Ν. του απαντάει πως δεν το σκέφτηκε. Αυτός γελάει και σηκώνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου του της λέει, «Δεν πειράζει! Δώσε μου το νούμερο να τους πάρω εγώ!». Η Ν. προσποιείται ότι δεν έχει το κινητό της μαζί και βιαστικά παίρνει τη μητέρα της και φεύγουν από το τμήμα. Έξω στο δρόμο, η μητέρα της ζητά να μάθει γιατί η Ν. είπε ψέματα. «Ε, δε θα γίνουμε και ρουφιάνοι της αστυνομίας! Κι αν έχει μπλέξει πραγματικά το παιδί; Θα τους πάρω εγώ αύριο. Σ’ το υπόσχομαι!» Την επόμενη μέρα η μητέρα της Ν. επιστρέφει στην Ελλάδα. Η ζωή της Ν. επιστρέφει στους κανονικούς ρυθμούς. Λίγες μέρες μετά, δυο φίλοι από τη σχολή έρχονται στο σπίτι των κοριτσιών για να δουν μαζί τους ένα ισπανικό θρίλερ. Ενώ παίζει η ταινία, ο ένας από αυτούς φτιάχνει ένα μπάφο και τον μοιράζεται με την παρέα. Ο άλλος, μόλις πίνει από το τσιγάρο, λέει στο φίλο του ότι είναι πολύ καλό και τον ρωτάει που το βρήκε. «Από έναν πιτσιρικά στη γειτονιά μου». Η Ε. σκουντάει τη Ν. και της λέει, «Φαντάζεσαι να είναι ο δικός σου;». «Ποιος δικός μου; Ωχ! Όχι ρε γαμώτο! Το ξέχασα.» Οι άλλοι την κοιτάζουν με απορία και η Ν, τους εξηγεί ότι υποσχέθηκε στη μητέρα της να επικοινωνήσει με το σχολείο και να τους πει ότι θα πρέπει να αναζητήσουν με άλλο τρόπο τη μητέρα του παιδιού. Ο ένας φίλος ρωτάει, «Σε ποιο σχολείο πάει ο μικρός;». «Που θες να ξέρω;» Αυτός της ζητάει να του δώσει το νούμερο και αφού του δίνει, αρχίζει να το αναζητάει στο διαδίκτυο. «Χμ… Και μου φαινόταν γνωστός ο αριθμός. Είμαστε τυχεροί. Είναι το λύκειο που τελείωσα. Αν θέλεις, πάμε μαζί από εκεί αύριο το πρωί!» Η Ν. δέχεται και βάζουν ξανά την ταινία να παίζει. Το επόμενο πρωί η Ν. και ο Ισπανός φίλος της πάνε στο σχολείο, απ’ όπου υποτίθεται πως στάλθηκαν τα λάθος μηνύματα. Συναντούν μια κυρία από τη γραμματεία και της εξηγούν τι έχει συμβεί. Αυτή τους ευχαριστεί που μπήκαν στον κόπο να την ενημερώσουν και μετά μοιράζεται μαζί τους την ανησυχία της για τον εξαφανισμένο μικρό, αλλά και την οικογένεια του. Στη συνέχεια, καθώς φεύγουν από το σχολείο, ένα μικρό κοριτσάκι στο προαύλιο στέκεται μπροστά στη Ν. και της λέει κάτι που εκείνη δεν το καταλαβαίνει. Ρωτάει στα αγγλικά το φίλο της να της εξηγήσει. «Τίποτα. Μάλλον κάποια της θυμίζεις.» Η Ν. επιστρέφει στο σπίτι της και μαλώνει λίγο με τη συγκάτοικό της για μια ασήμαντη αφορμή. Στη συνέχεια κλείνεται στο δωμάτιο της. Ακούγεται ο ήχος του εισερχόμενου μηνύματος. Κοιτάζει το κινητό της. «Δεν το πιστεύω!» Την επόμενη μέρα η Ν. περνάει ξανά από το σχολείο και ζητάει να δει την υπάλληλο της γραμματείας. Ωστόσο της λένε ότι η συγκεκριμένη κυρία δεν έρθει στη δουλεία της, λόγω μιας ξαφνικής αδιαθεσίας. Η Ν. αποχωρεί από το σχολείο την ώρα που οι μαθητές σχολάνε και φεύγουν για τα σπίτια τους. Ξαφνικά βλέπει το κοριτσάκι, που της είχε μιλήσει την προηγούμενη μέρα, να στέκεται ακίνητο και να την κοιτάζει. Το πλησιάζει και το ρωτάει πώς το λένε και σε ποια τάξη πάει. Το κοριτσάκι δεν είναι και πολύ φιλικό. Η Ν. το ρωτάει αν έχει αδέρφια και εκείνο της απαντά ότι έχει ένα μεγαλύτερο αδερφό. «Και τι τάξη είναι τώρα ο αδερφός σου;» Το κοριτσάκι λέει ότι ο αδερφός του δεν έχει στο σχολείο πια. Ακούγεται η επίμονη κόρνα ενός αυτοκινήτου και το κοριτσάκι τρέχει προς εκείνη τη κατεύθυνση. Η Ν. βλέπει στη θέση του οδηγού μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας της να την κοιτάζει με θυμωμένο ύφος. Η Ν. πλησιάζει προς το αμάξι, το οποίο, αφού επιβιβαστεί σε αυτό η μικρή, φεύγει γκαζώνοντας. Η Ν. επιστρέφει στο σπίτι, την πόρτα του οποίο βρίσκει παραβιασμένη και όλα τα πράγματα πεταγμένα στο πάτωμα. Εύκολα διαπιστώνει ότι λείπουν διάφορα. Ψάχνει αναστατωμένη το τηλέφωνό της. «Έλα Ε.! Με ακούς; Που είσαι; Έλα στο σπίτι, γρήγορα!» Οι δύο συγκάτοικοι βρίσκονται στο αστυνομικό τμήμα, όπου είχε πάει η Ν. με τη μητέρα της και μιλάνε με τον αστυφύλακα. Αυτός τώρα φαίνεται πολύ καχύποπτος. «Και τι έλεγε το τελευταίο μήνυμα;» Η Ν. διστάζει. Η Ε. τη σκουντά. «Δείξ’ του!» Ο αστυφύλακας παίρνει το κινητό της Ν. και διαβάζει το μήνυμα. «Α, μάλιστα!» «Τι;» «Έπρεπε να με ενημερώσετε πρώτα, πριν κάνετε οτιδήποτε.» «Που να φανταστώ;» «Χμ..» «Και τώρα;» «Τι και τώρα; Τώρα το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να αλλάξετε αριθμό.» «Και το σπίτι;» «Η διάρρηξη μπορεί και να είναι απλά συμπτωματική. Δεν έχουμε στοιχεία ότι…» «Μα, τι λέτε; Κι εμείς πως θα πάμε να μείνουμε τώρα ξανά εκεί;» «Ε, τότε να αλλάξετε και σπίτι!» «Μήπως να γυρίσουμε και πίσω στην Ελλάδα;» «Χμ…» Η Ν. και η Ε. φεύγουν από το τμήμα. Περπατούν στο δρόμο χωρία να μιλούν. Ξαφνικά η Ε. πιάνει τη Ν. από το μπράτσο. Εκείνη την αγκαλιάζει. Τις επόμενες μέρες τα κορίτσια, αφού αλλάξουν την κλειδαριά της πόρτας τους, προσπαθούν να αλλάξουν τη διακόσμηση του σπιτιού και να το κάνουν πιο ευχάριστο. Μια βδομάδα μετά όλα τα δυσάρεστα μοιάζουν σα να έχουν ξεχαστεί και η Ν. με την Ε. το ρίχνουν έξω και οργανώνουν με την παρέα τους από τη σχολή μια εκδρομή στο Τολέδο. Όμως το προηγούμενο βράδυ η Ν. ανεβάζει πυρετό και όταν ξυπνάει διαπιστώνει ότι έχει κρυολογήσει. Η Ε. της λέει να αναβάλουν την εκδρομή για να μείνει σπίτι και να την προσέχει. Η Ν. αρνείται. «Δεν είναι τίποτα. Αύριο θα είμαι μια χαρά. Πήγαινε εσύ και βγάλε φωτογραφίες και για μένα!» Η Ε. φεύγει και η Ν. μένει στο σπίτι και περνάει την ώρα της διαβάζοντας. Αρχίζει να βραδιάζει κι ενώ η Ν. βλέπει κάποια ταινία στον υπολογιστή της ακούει το κουδούνι της εξώπορτας. Ανοίγει χωρίς να ρωτήσει και σε λίγο ακούει χτύπημα στην πόρτα. «Τι έγινε; Πάλι ξέχασες τα κλειδιά σου;» Ανοίγει την πόρτα και βλέπει μπροστά της κάποιον άγνωστο νεαρό, γύρω στα δέκα έξι. Η Ν., τρομαγμένη, κλείνει ξανά απότομα την πόρτα. Κλειδώνει, παίρνει το κινητό της και καλεί έναν αριθμό. Ακούγεται η φωνή του τηλεφωνητή. Κλείνει το κινητό ξανά και πηγαινοέρχεται νευρικά μέσα στο διαμέρισμα. Ανάβει ένα τσιγάρο και κάθεται σε μια καρέκλα κοιτάζοντας την πόρτα. Λίγο μετά, σηκώνεται δειλά, πλησιάζει την πόρτα και κοιτάζει από το ματάκι. Δε φαίνεται κανένας στο διάδρομο. Ξεκλειδώνει και ανοίγει σιγά-σιγά την πόρτα. Ο νεαρός δεν είναι πια εκεί. Την ώρα που πάει να κλείσει ξανά, προσέχει πως κάτι βρίσκεται πάνω στο χαλάκι της εισόδου. Σκύβει και μαζεύει από κάτω ένα πορτοφόλι και το ανοίγει. Λίγα χαρτονομίσματα, μια-δυο κάρτες και μια ταυτότητα. Κοιτάζει τη φωτογραφία. Είναι η ταυτότητα της μητέρας της μικρής μαθήτριας.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

το μυστήριο

Τα δυο πιο θλιβερά αισθητικώς θεάματα από το σύνολο της μίζερης -μα πάντα απρόβλεπτης, το ομολογώ- νέας πραγματικότητας είναι πρώτον, τα κέντρα της μαζικής διασκέδασης, ιδίως εκείνα που φιλοξενούν χορούς και συνεστιάσεις, και δεύτερον, τα γαμήλια γλέντια γενικά. Όποτε ο καθένας, νομίζω, πως μπορεί να φανταστεί το άθροισμα που συνεπάγεται η πρόσθεση των δυο παραπάνω σύγχρονων φαινομένων σε μία αυγουστιάτικη βραδιά, σε κάποιον καταπατημένο, αλλά μαγευτικό, αιγιαλό, στο γάμο κάποιων φίλων.
Στο μυστήριο αυτό προσκλήθηκα αιφνιδιαστικά κι ούτε που πρόλαβα να σκαρφιστώ μία δικαιολογία και κάπως έτσι πήγα σπρωγμένος από κάποια υποχρέωση, την οποία, ούτε τότε μα ούτε ετούτη τη στιγμή, μπορώ να προσδιορίσω. Στην εκκλησία συνάντησα έναν παλιό συμμαθητή και θυμηθήκαμε ένα σωρό γελοίες ιστορίες.Ύστερα στο τραπέζι, όμως, τον απέφυγα, φοβούμενος μη πάθει κανένα σάκχαρο η μνήμη μου από την πολλή τη νοσταλγία.
«Της νύφης είσαστε ή μήπως του γαμπρού;» Σκέφτηκα να τους πω, του κανενός, μα είπα, και των δύο. Με τοποθέτησαν ανάμεσα σε δυο ζευγάρια άγνωστα, άγευστα και διαφανή και μια παλιά μου γκόμενα, που μάλλον θεώρησε τη σύμπτωση αυτή σημαδιακή και είπε να το δείξει. Μέχρι να καταφτάσει ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα μες στην αίθουσα, είχα καταναλώσει ήδη σαν καλό παιδί όλο το φαγητό μου και άρχισα να παρατηρώ τους καλεσμένους και τους συγγενείς σα να ήμουνα στο τσίρκο.
Από τους υπόλοιπους συνδαιτυμόνες, πιστεύω πως, οι μισοί τουλάχιστον ήταν ανθρωποφάγοι. Και από εκείνους που δεν ήτανε και πάλι περίπου οι μισοί (το ένα τέταρτο σχεδόν του πληθυσμού) είχαν, έστω για μια φορά, γευτεί το κρέας του ανθρώπου. Και βάζω στοίχημα πως στους μισούς από αυτούς (στο ένα όγδοο του συνόλου, δηλαδή), όσο κι αν προσπαθούσαν να το κρύψουν, τους άρεσε πολύ ετούτος ο μεζές και με μεγάλη ευχαρίστηση θα τον ξαναδοκίμαζαν στο μέλλον. Έτσι, μόλις συνειδητοποίησα πως θα μπορούσα άνετα να συμπεριληφθώ στο διαιτολόγιο τόσων πολλών από αυτούς, που είχαν εκείνη τη βραδιά τις νέες Βερσαλλίες πλημμυρίσει, ζήτησα ταπεινά συγνώμη από το τραπέζι μου κι εξαφανίστηκα υπό το φως των προβολέων.
Την ώρα, όμως, που έβαζα το κλειδί στη μηχανή, θυμήθηκα πως είχα φύγει χωρίς να ευχηθώ στους ευτυχείς νεόνυμφους τα τυπικά, πράγμα που η ανατροφή και οι τρόποι μου δύσκολα συγχωρούνε. Έτσι επέστρεψα στην αίθουσα και άρχισα να ψάχνω το ζευγάρι της χρονιάς. Ωστόσο, το επικοινωνιακό restart, που είχα μόλις κάνει, έκανε την αποστολή μου να μοιάζει υπεράνθρωπη, αφού το πλήθος αφενός με πανικόβαλε κι αφού αφετέρου η νύφη κι ο γαμπρός είχανε ξαφνικά αφαιρεθεί από το πλάνο της γαμήλιας δεξίωσης.
Κι ενώ όλοι τώρα προσπαθούσαν να δώσουν λύση στου μυστηρίου το μυστήριο, οι δυο συμπέθεροι είχαν ήδη αρπάξει το μικρόφωνο κι εξέπεμπαν δελτίο έκτακτο θυελλωδών ανέμων.
Μέσα σε λίγη ώρα το γαμάδικο είχε σχεδόν εκκενωθεί κι από τους καλεσμένους μονάχα εγώ και άλλοι τέσσερις –ανάμεσά τους και η παλιά μου γκόμενα, που λέγαμε- είχαμε απομείνει. Όλοι μας συνεχίσαμε να πίνουμε αγόγγυστα, για άλλο λόγο πιστεύω ο καθένας, μέχρι που τελικά κάποια στιγμή ξημέρωσε και το προσωπικό μας πέταξε στο δρόμο. Το φως του ήλιου, που σαδιστικά ανέτειλε, μας έστειλε μια ώρα αρχύτερα στα σπίτια.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ο δεύτερος τόμος ενός ανιστορικού μυθιστορήματος που θα άρχιζε κάπως έτσι:

Ύστερα από αυτά αναγκάστηκα να διακόψω πρόωρα και μονομερώς την αιχμαλωσία
μου και να διαφύγω μέσω της δυτικής πύλης από τη Νέα Βαβυλώνα στη Δεκάπολη.
Αν και είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τη μέρα εκείνη που είχα μπει από την
ίδια ακριβώς είσοδο στη παρηκμασμένη βασιλεύουσα πραγματοποιώντας τον
μεγαλύτερο προσωπικό μου θρίαμβο και επαληθεύοντας των άλλων τις ασυνάρτητες
προφητείες, μες στο ημίφως της νύχτας αυτής της σαν το κλέφτη άτακτης φυγής μου,
κατόρθωσα γύρω από της πύλης τους τσιμεντένιους παραστάδες να διακρίνω της
τότε πολύχρωμής μου υποδοχής των λουλουδιών την αποσύνθεση. Οι λόγοι που
με έκαναν να αναθεωρήσω τη ζωή και να επιδιώξω νέα κατεύθυνση στης τύχης μου
το ματωμένο μονοπάτι υπήρξανε πολλοί. Θα μπορούσα ενδεικτικώς να αναφέρω
την ατυχή μου εμπλοκή στο φόνο του δεκαπενταετή ελπιδοφόρου αστυφύλακα ή τη
μοιραία αποκάλυψη του συμβουλευτικού μου ρόλου στη σύνταξη της νεοδρακόντειας
νομοθεσίας, πράξεις και παραλείψεις που ελάχιστα στο τέλος εκτιμήθηκαν από τους
μυστικούς μου προϊστάμενους, μα εξόργισαν σφόδρα το αόρατο ακροατήριο,
που μέχρι εκείνη τη στιγμή σε άλλους φθόγγους και συμπεριφορές το είχα συνηθίσει.
Θέμα συνήθειας η σχέση μας και θύμα της συνήθειας υπήρξε ο έρωτας μας. Καιγόταν
η πόλη πίσω από την πλάτη μου και τίναζε το παρανάλωμα τις σπίθες του που
τρύπωναν αδέσποτες στις τσέπες μου και στα μαλλιά μου. Φόρεσα την κουκούλα
και άνοιξα το βήμα μου κινούμενος το ρεύμα της οργής ανάποδα. Δεν ήμουν παρά
μονάχα της εξέγερσης τους μια ταπεινή και ασήμαντη αφορμή και η ιστορία μου τη
δικιά τους ιστορία ένα βίαιο και αιφνίδιο τέλος δε θα το συγχωρούσε. Αν ψάχνουν να
κλαδέψουνε ψυχές, ας τις αναζητήσουν σε εκείνους που δε τους πρόδωσαν ποτέ. Αν
θέλουνε κεφάλια να θερίσουν, υπάρχει στων σωματίων τους τα ευήλια υπόγεια απόθεμα
μεγάλο.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

θέλω να θες

-Πες μου! Τι θες;
-Θέλω να πιω.
-Πιες τότε από μένα!
-Θέλω να πιω, σου είπα. Δεν θέλω να πνιγώ.
-Ποιος είπε όλη να με πιεις; Πιες από μένα λίγο!
-Μα, εγώ διψάω για πολύ.
-Τότε, τι θες μαζί μου;
-Εσένα θέλω. Μα, αν σε πιω ολόκληρη και τώρα ξεδιψάσω, αύριο πάλι θα διψώ και θα ζητάω κι άλλο.
-Μα, αν με πιεις κι άμα πνιγείς, το αύριο τι σε νοιάζει;
-Κι αν δεν υπάρχει αύριο;
-Έλα να πιεις και ας πνιγείς!
-Θα έρθω, μα πρώτα πες μου!
-Τι θες να μάθεις; Ρώτα με!
-Εσύ, τι θες; Δεν μου έχεις πει.
-Θέλω να ξεδιψάσεις.
-Να ξεδιψάσω ή να πνιγώ;
-Δεν θέλεις να διαλέξω.
-Πες μου, τι θες; Αλήθεια, πες!
-Θέλω να θέλω ό,τι θες.
-Αυτό; Τίποτα άλλο;
-Θέλω να θέλεις να με θες.
-Αφού, αυτό το έχεις.
-Ναι, μα απόψε θέλω πιο πολύ.
-Και αύριο, δεν θα θέλεις;
-Δεν θέλω να με νοιάζει το αύριο. Εσύ διψάς απόψε.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

μπορεί και όχι

Στην πραγματικότητα δεν είμαι τόσο μανιώδης καπνιστής όσο είμαι στα γραπτά μου. Μπορεί στις πιο πολλές από τις ιστορίες μου, όπου «παίζω» ο ίδιος, να είμαι συνέχεια με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη ή στα δάχτυλα, αλλά αυτό δεν είναι παρά μια ακίνδυνη συγγραφική υπερβολή. Η χάρτινη, άλλωστε, περσόνα μου δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τις παρενέργειες των καταχρήσεων μου. Όμως ο σάρκινός μου εαυτός, συνήθως όταν γράφει, αφήνει στο τασάκι δίπλα του να καίει ένα τσιγάρο έτσι, για την ατμόσφαιρα. Και ούτε κατά διάνοια ετούτο δεν αποτελεί καύσιμη αναγκαία ύλη, που το μηχάνημα χρειάζεται για να παράξει λέξεις.
Μια φορά, πάντως, δε θέλω να καταπιέζομαι. Θέλω εν ώρα εργασίας πάντα να βρίσκομαι εκτός εκείνων των ζωνών, όπου το κάπνισμα πλέον απαγορεύεται. Και επειδή μου αρέσει να δουλεύω μέσα στα μπαρ και στα καφέ, δύσκολα θα μπορούσα πια να ζήσω σε μια χώρα, όπου οι νόμοι περί της καπνοαπαγόρευσης τηρούνται κατά γράμμα, αν θέλω να συνεχίσω να συνδυάζω αρμονικά τις δυο βλαβερές συνήθειες, που μου έχουν απομείνει.
Η πρώτη φορά που βρέθηκα σε κράτος, όπου ο νόμος είχε –μόλις- επιβάλει τη σχετική απαγόρευση, ήταν στην Ιρλανδία. Δεν ήμουν και στα καλύτερά μου εκείνη την περίοδο, και ως εκ τούτου, είχα ανάγκη υποστήριξης τόσο από τα τσιγάρα μου όσο και από τα γραπτά μου. Την τρίτη μέρα, κι αφού ο εκνευρισμός, που η στέρηση μου είχε προκαλέσει, χτύπησε το συναγερμό του πανικού, ταξίδεψα με τραίνο ως το Μπέλφαστ, μήπως και πιω έναν καφέ της προκοπής και επιτέλους βάλω σε μια σειρά τις λέξεις μου. Είναι αστείο τώρα που το σκέφτομαι, αλλά αφού οι πρωτόγονες αυτές ελευθερίας ισχύανε ακόμα στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασίλειου, ήταν με την πράξη απελπισίας μου αυτή σα να είχα δραπετεύσει από ένα έδαφος που τελούσε υπό κατοχή σε κάποιο άλλο ανεξάρτητο. Στη συνέχεια, όποια άλλη χώρα επέλεγα για να επισκεφτώ –με εξαίρεση ίσως τη Ρωσία, όπου το κάπνισμα σχεδόν επιβαλλότανε- έπεφτα πάνω στην ίδια, πάντα μόλις επιβληθείσα, απαγόρευση. Ήτανε λες και με παραφυλούσε όπου πήγαινα μια δρακόντεια κακιά νομοθεσία και δυστυχώς ο δράκος που την υπαγόρευε δεν ήταν μάλλον από αυτούς που βγάζουνε καπνούς από τα ρουθούνια.
Νιώθω λιγάκι τυχερός που πρόλαβα και κάπνισα μέσα στα τραίνα της Ευρώπης - και δεν εννοώ κρυμμένος μες στις τουαλέτες τους. Πως θα μπορούσα, άραγε, να διαγράψω από τη μνήμη μου τις πνιγμένες μες στον καπνό σκηνές των μπαρ των CNL; Από το Βερολίνο Κοπεγχάγη και από εκεί Ζυρίχη και πάλι πίσω Μόναχο μέσα σε τέσσερις ημέρες. Με κυνηγούσαν ή ήμουνα ο κυνηγός; - συγνώμη μα δε θυμάμαι λεπτομέρειες. Πρόλαβα, επίσης, στην Ολυμπιακή να βγάλω θέση καπνιστών και να υπακούσω στη θεϊκή εντολή, κυρίες και κύριοι προσδεθείτε σας παρακαλώ και σβήστε τα τσιγάρα σας. Ακόμα νομίζω πως υπάρχουνε οι σχετικές ενδείξεις πάνω από τα κεφάλια των επιβατών και αναβοσβήνουν, μάλιστα, μέσα σε κάποια αεροπλάνα - πράγμα που με οδηγεί σε σκέψεις μάλλον μελαγχολικές ως προς την παλαιότητα του στόλου του αερομεταφορέα μας. Κάποτε, θυμάμαι, να τα αφηγούμαι όλα αυτά στην εξωγήινη κι αυτή να με κοιτάζει με βλέμμα που θα έμοιαζε με εκείνο, που θα είχα προφανώς κι εγώ, κάθε φορά που ο παππούς μου έλεγε πως πέρασε στο Δεύτερο Παγκόσμιο.
Εννοείται πως σέβομαι τα δικαιώματα των αντικαπνιστών και αντιλαμβάνομαι την απειλή που συνιστά το κάπνισμα των άλλων στην υγεία τους. Ωστόσο, και τα προβλήματα που έχει επιφέρει αυτή η ιστορία στην δική μου σωματική και ψυχική υγεία δεν είναι ευκαταφρόνητα. Ζώντας περίπου τους μισούς από τους τελευταίους μήνες σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και μόνο εξαιτίας του άγχους και του εκνευρισμού που τα interdit de fumer και τα prohibito fumar μου προκαλούσαν, έβλεπα την ημερήσια μου κατανάλωση σε προϊόντα του καπνού συνέχεια να αυξάνεται.
Κάποτε μου είχε πει ένας μπαροφιλόσοφος πως οι καπνιστές είναι σαφέστατα πιο έξυπνοι από όσους δεν καπνίζουν. Όταν του ζήτησα να μου αναλύσει, έστω συνοπτικά, αυτή την κουταμάρα του, μου έφερε αμέσως το παράδειγμα του καπνιστή, που παίρνει μέρος σε κάποια σοβαρή συζήτηση, κι εκεί, τραβώντας και ξεφυσώντας τον καπνό, κερδίζει πάντα χρόνο περισσότερο για να σκεφτεί το τι θα πει στον άλλο. Προσπάθησα να του φέρω, μάταια φυσικά, αντίρρηση, λέγοντας πως αντίθετα εγώ θεωρώ πιο έξυπνο αυτόν που σκέφτεται λιγότερο. Αυτός, όμως, είχε στο μεταξύ αρχίσει να πνίγει στο ποτό τη νέα προφητεία του, πως κάποτε, λέει, θα αποδειχθεί πως τελικά το κάπνισμα, όχι μόνο δεν είναι βλαβερό, μα και πως είναι για την υγεία μας καλό και ανεκτίμητο. «Να μου το θυμηθείς, μια μέρα θα συνταγογραφούν τσιγάρα οι γιατροί και οι γονείς θα κυνηγάνε τα παιδιά που αρνούνται να καπνίσουν!»

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

οι απαντήσεις

-Και πως, αλήθεια, γνωριστήκατε;
-Δε γνωριστήκαμε ακόμα ακριβώς. Ακόμα γνωριζόμαστε.
-Μα, δε μπορεί. Σίγουρα κάποιος θα σας γνώρισε. Ποιος ήτανε, θυμάσαι;
-Ίσως εσύ. Μάλλον κανείς. Δεν έχει σημασία.
-Και τότε, πως έγινε κι οι δυο σας συστηθήκατε;
-Δε συστηθήκαμε ποτέ. Άλλωστε, εγώ ακόμα το όνομά της το αγνοώ. Κι εκείνης της αρέσει κάθε φορά αλλιώς να με φωνάζει.
-Μήπως θυμάσαι πότε την είδες για πρώτη σου φορά;
-Ελπίζω να είναι απόψε!
-Κι εκείνη;
-Εκείνη τι;
-Πότε για πρώτη της φόρα εκείνη είδε εσένα;
-Πως θες να ξέρω; Να τη ρωτήσεις, αν τη βρεις κι ύστερα έλα και πες μου!
-Και τώρα, ετούτη τη στιγμή ξέρεις τι κάνει και που βρίσκεται;
-Ξέρω πως βρίσκεται στο δρόμο μου. Ελπίζω να με περιμένει.
-Κι αν όχι;
-Αν όχι, θα βγω στην άκρη του δρόμου να σταθώ. Κάποτε θα περάσει.
-Μα, αν δεν είναι ο δρόμος σου αυτός και ο δικός της δρόμος;
-Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Ακόμα κι αν είναι διαφορετικοί οι δρόμοι μας, η άκρη είναι η ίδια.
-Και δε φοβάσαι μήπως η άκρη βαρεθεί και σηκωθεί να φύγει;
-Ας φύγει, αν θέλει! Μα μέχρι τότε θα έχω γίνει εγώ η άκρη και ο δρόμος.
-Κι αν βαρεθεί εκείνη κάποτε και πίσω επιστρέψει;
-Τότε εκεί πίσω θα βρεις κι εσύ τις απαντήσεις σου. Θα δεις πώς γνωριστήκαμε, αλήθεια.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

το παγκάκι

Πίσω στο ψυχιατρείο. Έχω βγει έξω, στο προαύλιο να κάνω ένα τσιγάρο. Δεν είναι τόσο η εξάρτησή μου από τον καπνό ή έστω η συνήθεια, όσο η ανάγκη να κάνουνε τα μάτια και τα αυτιά μου ένα μικρό διάλειμμα, μια ολιγόλεπτη απόδραση, δυο μόλις βήματα από την ενδοχώρα του παράλογου. Είναι ένα ζεστό απόγευμα στα τέλη του Αυγούστου. Το καλοκαίρι, όμως, δε φαίνεται να έχει αγγίξει του ιδρύματος τις βασικές δομές, παρά μονάχα με τις υψηλές θερμοκρασίες του. Πέρα από τον αφηγητή και δυο-τρεις άλλους του προσωπικού, που βγήκαν επίσης για τσιγάρο, την ώρα αυτή εκεί έξω βρίσκονται ελάχιστοι. Οι πιο πολλοί από τους επισκέπτες και τους τρόφιμους προτίμησαν την άνεση του κλιματιστικού και τη βουβή, αλλά πολύχρωμη, τηλεοπτική σαγήνη. Το βλέμμα μου, μετά από μια σχολαστική, μα άσκοπη, περιπλάνηση, στο τέλος καταλήγει στο βάθος της αυλής, σε ένα μικρό μεταλλικό παγκάκι. Εκεί, ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί προκλητικά και σφετερίζεται με θράσος τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τόσο του χώρου όσο και της στιγμής. Και οι δυο τους φορούν παντόφλες και πιτζάμες. Στρίβω ξανά τσιγάρο και ψάχνω στις τσέπες για φωτιά. Ένα λευκό μανίκι εμφανίζεται κάτω από τη μύτη μου και μου προτείνει αναπτήρα. «Πλάκα δεν έχουν;», ρωτάει ο νοσοκόμος προφανώς ρητορικά, αν και προσωπικά έχω έτοιμη για να του δώσω μια απάντηση, που αυτός δε θα ήθελε μάλλον να την ακούσει. Στο μεταξύ, στο βάθος, στο παγκάκι η κατάσταση φαίνεται να έχει πια ξεφύγει. Ο άντρας έχει χουφτώσει το στήθος της γυναίκας κάτω από τη μπλούζα της, ενώ αυτή του γλύφει επίμονα το αυτί και ύστερα το δαγκώνει. Και οι δυο τους είναι ήδη κάτι πιο πολύ από μεσήλικες – η τρέλα τους τις εκτιμήσεις ξεγελάει. Έχουνε σίγουρα και οι δυο παιδιά, ίσως ακόμα και εγγόνια, τα οποία βάζω στοίχημα πως σπάνια τους επισκέπτονται. Αναρωτιέμαι αν είναι παντρεμένοι και ο νοσοκόμος, διαβάζοντας τη σκέψη μου, σπεύδει να απαντήσει. «Δυο χρόνια τώρα νομίζουν και οι δυο πως είναι ο ένας του άλλου το επισκεπτήριο. Μέσα στην κλινική δε θα τους δεις να κουβεντιάζουνε ποτέ. Βλέμμα δεν ανταλλάσσουν. Θα έλεγες πως ούτε καν αναγνωρίζονται. Μα όταν βγαίνουν στην αυλή, αμέσως φιλιούνται, αγκαλιάζονται, σα να έχουν μήνες να βρεθούν, και ύστερα αποσύρονται εκεί, στο πιο απόμερο παγκάκι και βγάζουνε τα μάτια τους.» Αλήθεια, πως γνωρίστηκαν; Ήτανε ήδη στη ζωή μαζί, πριν η αρρώστια του μυαλού τους στείλει εδώ πέρα; Και άραγε, ο παντογνώστης ο γιατρός για όλα αυτά τι λέει; Μα ο νοσοκόμος προτιμά, ετούτη τη φορά, στις σκέψεις μου να απαντήσει με ερώτηση. «Όμως εσύ, γιατί είσαι εδώ; Έχεις κάποιον δικό σου μέσα;» Για μια στιγμή φλερτάρω με την ιδέα να του πω πως ο «δικός μου μέσα» είναι αυτός και πως εγώ είμαι το επισκεπτήριό του. Τελικά, δεν απαντάω τίποτα. Πετάω το τσιγάρο μου στα πόδια του κι εγκαταλείποντας το ίδρυμα τρέχω το καλοκαίρι να προλάβω.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

café de la luz

«Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ασφαλής», έλεγε δείχνοντας με τον αντίχειρά του το παράθυρο. «Σκέψου, τώρα είναι σαν να είμαστε στην Ευριπίδου στην Αθήνα. Θα κυκλοφορούσες εσύ έτσι στην Ευρυπίδου;» Πως έτσι, δηλαδή; Συνέχισε με τις αναγωγές του απτόητος, αδιαφορώντας για την εύλογη, πιστεύω, απορία μου, «Η Σολ, σκέψου, είναι σαν την Ομόνοια. Υπάρχει περίπτωση να κατέβεις εσύ έτσι βόλτα στην Ομόνοια βραδιάτικα;» Κι εκεί που μένουν τα κορίτσια; «Η Πλάθα ντ’ Εσπάνια; Ομόνοια κι αυτή.» Τόση πολύ ομόνοια σε μια και μόνη πόλη; Μα τα κορίτσια μου είπαν να προσέχω, πως κλέβουν, λένε, στο μετρό. «Ε, άμα δεν προσέχεις, θα σε κλέψουνε. Αυτό παντού συμβαίνει. Τι φταίνε τα κλεφτρόνια, αν είσαι εσύ απρόσεχτος; Σου λέω, γενικά, η πόλη είναι από τις πλέον ασφαλείς πρωτεύουσες. Μα, αν ψάχνεις στ’ αλήθεια μια αφορμή για να ‘χεις να φοβάσαι, σου έχω κάτι εξαιρετικό.» Μάλιστα! Εδώ είμαστε. Άναψα το τσιγάρο, που τόση ώρα μέσα στα δάχτυλά μου στριφογύριζα, και ήρθα πιο κοντά του. «Τι κάνεις; Ξέχασες; Το κάπνισμα εδώ απαγορεύεται;» Μάλλον εσύ ξεχνάς πως είμαστε αόρατοι. «Ναι, αλλά όλοι βλέπουν τον καπνό που βγάζει το τσιγάρο σου.» Ε, τότε, αν θέλουν, ας πετάξουν έξω τον καπνό! Εμάς δε μας πειράζουν. Λέγε επιτέλους, όμως, τι είναι αυτό που πρέπει να φοβάμαι; Κοίταξε δυο φορές αριστερά και δεξιά καχύποπτα, λες και υπήρχε έστω και μια ελάχιστη περίπτωση, ακόμα και ορατοί να ήμασταν, κάποιος εμάς, από όλους τους θαμώνες του καφέ, να μας κατασκοπεύει, και ύστερα το ξεστόμισε: «Οι άνθρωποι-αγάλματα!» Οι ποιοι; «Αυτοί, μωρέ, που παριστάνουν στις πλατείες τα αγάλματα.» Τι θες να πεις; Δεν είναι αγάλματα στ’ αλήθεια; «Άσε τις χαζομάρες! Μιλάω σοβαρά. Το μόνο πράγμα μες στην πόλη αυτή που πρέπει να φοβάσαι είναι όλα αυτά τα αγάλματα που κάνουν τους ανθρώπους» Ήπιες πολύ και άρχισες τα λόγια να μπερδεύεις; «Καμία σχέση κι ούτε καν. Κι αν δεν πιστεύεις, σου έχω για απόδειξη έτοιμη μια ιστορία.» Το πράγμα τότε αλλάζει. Για λέγε, σε παρακαλώ!
«Πριν από ένα χρόνο στη Πλάθα Μαγιόρ είχε εμφανιστεί ένας από ετούτους τους απρόσκλητους, τους καλλιτέχνες δρόμου. Κανείς δεν ήξερε από πού μας είχε ‘ρθει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ ποιο ήταν το όνομά του. Έτσι μας ήρθε ξαφνικά, στήθηκε δίπλα στα σκαλοπάτια του μετρό και άρχισε υποδειγματικά να παριστάνει τη μπρούτζινη φιγούρα ενός άγνωστου Καστιλιάνου ποιητή, που είχε πεθάνει νέος και ο οποίος κατοικούσε μάλιστα, όσο τουλάχιστον ήταν εν ζωή, σε κάποιο από τα παράθυρα που έβλεπαν στην πλατεία. Η αλήθεια είναι πως την πρώτη μέρα ο κόσμος λίγη του είχε δώσει προσοχή. Οι πιο πολλοί περνούσαν από δίπλα του αδιάφοροι κοιτώντας τη δουλειά τους και οι ελάχιστοι αργόσχολοι, αφού του έριχναν μια βιαστική ματιά, γρήγορα έστρεφαν το ενδιαφέρον τους σε άλλους αγαλμανθρώπους. Κάποια στιγμή, έπεσε η νύχτα στου βασιλείου μας την ένδοξη πρωτεύουσα και όλοι εκείνοι, οι υπαίθριοι ηθοποιοί, κατέβηκαν από τα βάθρα τους τα αυτοσχέδια, κατάκοποι από την έντεχνη μακρά ακινησία. Τεντώθηκαν, ξεμουδιάσανε τα αγκυλωμένα σώματά τους και διακριτικά απομακρύνθηκαν από την πλακόστρωτη δημόσια σκηνή, για να ικανοποιήσουν πολύ ιδιωτικά τις βιολογικές ανάγκες τους. Όμως ο άγνωστος, που έφτασε από το πουθενά, παρέμεινε στη θέση του, πεισματικά επιμένοντας σ το ακλόνητό του θέαμα μέχρι το επόμενο πρωί, όπου η πόλη έκπληκτη τον βρήκε έτσι ακριβώς, όπως τον είχε αφήσει. Αυτό επαναλήφθηκε σχεδόν για μια βδομάδα, μέχρι που άρχισαν να ανησυχούνε οι περαστικοί για την υγεία του και οι συνάδελφοί του να νιώθουν πως τα συμφέροντα τους απειλούνται. Περνούσανε οι μέρες και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται τριγύρω του και πλέον με κόπο δυσκολεύονταν να κρύψουνε το θαυμασμό τους ακόμα και οι πιο δύσπιστοι, ακόμα και αυτοί που μέχρι χθες δεν ξεχωρίζανε αγάλματα και αλήτες. Τα ζευγαράκια άρχισαν να φωτογραφίζονται στο πλάι του, τα πιτσιρίκια παίζανε κρυφτό γύρω από τη σκιά του και μέσα σε ένα μήνα ακόμα και οι τουρίστες τον περιλαμβάνανε στης πόλης τα μνημεία και τα αξιοπερίεργα. Τους άλλους τους ανθρώπους που παραστάνανε τα αγάλματα πλέον τους αγνοούσαν κι αυτό, όπως καλά γνωρίζεις και εσύ, οι καλλιτέχνες –κι αυτοί του δρόμου ακόμα- σπάνια συγχωρούνε. Οπότε μάλλον μπορείς να τη μαντέψεις τη συνέχεια. Μαζεύτηκαν μια Κυριακή απόγευμα στο κέντρο της πλατείας και έκαναν συμβούλιο. Ήταν πολύ αστείο στ’ αλήθεια και τρομακτικό να τους παρατηρείς όλους αυτούς τους πέτρινους και τους επίχρυσους ηθοποιούς να κουβεντιάζουν και να επιχειρηματολογούν αναζητώντας λύση. Στο τέλος καταλήξανε σε μυστική απόφαση και αμίλητοι σκορπίσανε σε όλους τους γύρω δρόμους. Ο κόσμος πίστεψε πως είχαν όλοι τους πια παραιτηθεί μπροστά στου ξένου την εξωπραγματική ανωτερότητα. Κι όμως, για ακόμα μια φορά πίστεψε ο κόσμος λάθος. Μέσα στη νύχτα όλοι μαζί επέστρεψαν στον τόπο του μέλλοντος εγκλήματος, μαζεύτηκαν γύρω από τον παρείσακτο με γάντζους και σχοινιά κι αφού τον έδεσαν σφιχτά, αθροίσανε όλη τη δύναμη του δρόμου, τον τράβηξαν κοντά τους και τον γκρέμισαν. Αυτός, πέφτοντας πάνω στο πλακόστρωτο, έσπασε μονομιάς σε εκατό κομμάτια, τα οποία οι άλλοι τα μάζεψαν πολύ προσεχτικά, να μην τυχόν τα βρει ο κόσμος το πρωί και -όπως το έχει για συνήθεια- δώσει στα θρύψαλα της απειλής ακόμα μεγαλύτερη αξία. Έτσι, την άλλη μέρα ολόκληρη η πόλη επέστρεψε στους γνώριμους ρυθμούς και ως το τέλος της βδομάδας κανένας δε θυμόταν τη μικρή αυτή παρεκτροπή και όλα ξεχαστήκαν.»
Ταυτόχρονα σχεδόν με την αφήγηση τελείωσε και η μπύρα μέσα στο ποτήρι μου. Τέντωσα το χέρι πίσω από το μπαρ να το ξαναγεμίσω και τότε άκουσα μια έντρομη στριγκλιά κι αμέσως είδα στο καθρέφτη απέναντι το είδωλό μου σιγά-σιγά να επιστρέφει. Δυο τρία δάχτυλα, το ένα μάτι, λίγο από το λαιμό, όχι σπουδαία πράγματα, μα ικανά να σπείρουνε τον τρόμο. Η επίδραση μάλλον των χαπιών είχε εξασθενήσει. Ο φίλος ήδη φορούσε το παλτό. Σηκώθηκα κι εγώ. Ανοίξαμε την πόρτα κι αφήνοντάς πίσω από την πλάτη μας κατάρες και βρισιές, χαθήκαμε στου Κάγιε Μπάρκο το ημίφως.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Toute Maîtrise Jette Le Froid

μια χρισταπριλιάτικη ιστορία που θα άρχιζε κάπως έτσι:

Ύστερα από αυτά, ο κόσμος που μέχρι τότε είχε παραμείνει για αιώνες αδρανής και αμετανόητος, άρχισε ξαφνικά να αλλάζει. Και ο ρυθμός της αλλαγής με την φρενίτιδα της κίνησης των ουρανίων σωμάτων μπορούσε να συγκριθεί μονάχα. Οι ανατροπές αυτές, όμως, που ο κόσμος με πάθος και μανία κυνηγούσε, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά αντικαταστάσεις των τόσο μισητών εκείνη τη στιγμή, μα κάποτε τόσο στ’ αλήθεια λατρεμένων, δεδομένων του. Έτσι, αντί της αφοσίωσης επέλεξαν την υπακοή, αντί της δέσμευσης τη συναλλαγή, τη σύμβαση αντί της συμφωνίας και την αντιπαροχή αντί της ανταπόκρισης. Οι ψαλμοί παραχώρησαν τη θέση τους στις προβλέψεις και οι όρκοι στις στατιστικές. Χάθηκε η υπομονή, εξαφανίστηκε η εμπιστοσύνη και στο τέλος, μοιραία, έπαψε και η πίστη να υπάρχει. Οι ναοί άδειασαν αιφνιδιαστικά από των πιστών τις προσευχές και οι θεοί τους άλλαξαν διευθύνσεις και επαγγέλματα. Κάποιοι από αυτούς τους βρήκε το αναποδογύρισμα του κόσμου σωστά προετοιμασμένους και έστειλαν τους ιερείς και τους αγγέλους τους στις γειτονιές να διαλαλήσουν την τροποποίηση των μυστικών αποκαλύψεων. Και οι άνθρωποι βολεύτηκαν πολύ με αυτήν την θεία ευελιξία και άρχισαν να αναζητούν διευθυντές και τεχνοκράτες σε αυτούς που μέχρι χθες αφήναν να τους επισκεφτούν στα προσκεφάλια τους για να ανταλλάξουν τα όνειρά τους με των σκιών τις προφητείες. Απαλλαγμένος από το αβάσταχτο φορτίο των περιττών και αμετάφραστων πραγμάτων, ο κόσμος κράτησε από το μεταφυσικό του παρελθόν μόνο όσα μπορούσαν να κινήσουνε την αγορά και να οδηγήσουν στην παραγωγή νέων ειδών και προϊόντων. Είπε ο κόσμος, «γιατί να πιστέψω στο Θεό, αφού εκείνος σε εμένα δε πιστεύει;» και ούτε στιγμή δε σκέφτηκε την πίστη του στον εαυτό του να την στρέψει. Είπαν οι άνθρωποι, «γιατί να έχουμε τόσους αγίους πάνω από τα κεφάλια μας, αφού κανένας από αυτούς ως σήμερα τις θυσίες μας δεν ήρθε να ανταμείψει» και ούτε που τόλμησαν ποτέ να φανταστούν πως είναι δυνατό να ζήσουν χωρίς να συνεχίζουν της ζωής τους τις στιγμές για πάντα να θυσιάζουν. Και έτσι, αφού το σκέφτηκαν καλά, το αποφάσισαν να διαγράψουν όλους εκείνους τους κοκαλιάρηδες και τους γενειοφόρους μάρτυρες και θαυματοποιούς και να κρατήσουν μόνο τους πιο ανοιχτοχέρηδες. Και κάπως έτσι διάλεξαν τον πιο γελοίο και καραγκιόζη άγιο και όχι μόνο τον αναβαθμίσανε, αλλά τον βάλανε και να τους επισκέπτεται έξι φορές το χρόνο, για να μοιράζει στα παιδάκια τους όλα εκείνα που οι ίδιοι ποτέ δε θα ήταν ικανοί για να τους τα προσφέρουν.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

ο φίλος

Την περασμένη άνοιξη, περπατώντας βαθιά στις γειτονιές μιας κοιμισμένης επαρχίας, συνάντησα έναν γέρο που μιλούσε με τον άνεμο, ενώ κλάδευε τις τριανταφυλλιές της όμορφης αυλής του. Τόσο ο ρυθμός του λόγου του όσο και οι αποχρώσεις της φωνής του πρόδιδαν έναν συντεταγμένο, μα αλλόκοτο, διάλογο με κάποια ύπαρξη αόρατη. Στάθηκα έξω από τα κάγκελα προσπαθώντας μήπως και καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, μέχρι που ο παππούς κάποια στιγμή με πρόσεξε, διέκοψε τη απόκοσμη συζήτησή του με το τίποτα και μου είπε καλημέρα, χωρίς να κρύψει, όμως, την αμηχανία του. Για να μην τον απαλλάξω από περιττές απολογίες της ντροπής, έδειξα δήθεν πως είχε γοητευτεί από την πλούσια αυλή και τα λουλούδια της. Με ρώτησε αν θέλω ένα τριαντάφυλλο και ενώ εγώ διστακτικά αναζητούσα τη σωστή απάντηση, εκείνος έκοψε ένα στα γρήγορα και με πλησίασε προσφέροντάς το μου ανάμεσα από τα κάγκελα. Σκέφτηκα πως πιο πολύ το έκανε για να με διώξει μια ώρα αρχύτερα από μπροστά του, παρά από ευγένεια και γενναιοδωρία, μα η επόμενη κουβέντα του αμέσως μου απέδειξε πόσο λάθος είχα στ’ αλήθεια κάνει. «Αν δεν υπάρχει όμορφη, ας το κρατήσει ο ίδιος!», είπε κοιτάζοντας κάπως ενοχλημένος κάπου πίσω από την πλάτη του, κάνοντας μηχανικά το βλέμμα μου να ακολουθήσει το δικό του. Ο αόρατος ήταν ακόμα δίπλα του, εκεί και επέμενε να μην εγκαταλείπει τη σκηνή και το διάλογο. «Είναι φορές που του αρέσει να γκρινιάζει, μα κατά βάθος είναι καλό παιδί», απολογήθηκε ο γέρος δείχνοντας με το σκουριασμένο ψαλίδι του το κενό. «Δε πειράζει! Μπορεί, μέχρι να μαραθεί, να βρω κι εγώ μια όμορφη και να της το χαρίσω», είπα κάνοντας μάλλον και τους δυο τους να γελάσουν, ενώ έσφιγγα τα αγκάθια μέσα στην παλάμη μου, μήπως και ο πόνος με κρατήσει σε απόσταση από τα σύνορα της τρέλας. Είπα ευχαριστώ, χαιρέτησα και άρχισα να απομακρύνομαι, ενώ πίσω μου, μέσα στη μαγική αυλή, έμοιαζε η κουβέντα και πάλι να ανάβει.
Η ικανότητα και η τάση των μικρών παιδιών να κατασκευάζουν υπάρξεις με τη φαντασία τους οφείλεται σε μία από τις έμφυτες υπερδυνάμεις, που ο ανθρώπινος οργανισμός, στη συνέχεια και κατά τη διαδικασία της ωρίμανσης και της προσαρμογής του στα κεκτημένα του πολιτισμού, επιλέγει έστω και ασυνείδητα να αποβάλει. Η αναγέννηση της τάσης και της ικανότητας αυτής κατά τα στάδια της γήρανσης ίσως και να έχει να κάνει τελικά με τη σταδιακή κατάργηση όλων εκείνων των δεσμών που συνδέουν των ανθρώπων τις συμπεριφορές με τις συμβάσεις της ζωής και της οργανωμένης κοινωνίας. Ο παππούς της παραπάνω ιστορίας, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, λίγο πριν από τη δύση της ζωής, φαίνεται πως επέλεξε να ξαναβρεί τον χαμένο φανταστικό του φίλο, που είχε εγκαταλείψει πριν από ολόκληρες επτά δεκαετίες. Και σίγουρα, ύστερα από τόσο πολύ καιρό, είχαν τόσα πολλά να πουν οι δυο τους.

Quibus Non Est Intellectus