Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Νυρεμβέργη

Ταξίδευα από το Μόναχο. Σ’ ολόκληρο το τραίνο είχανε αφήσει στους καπνιστες μόνο μισό βαγόνι. Κι ήταν κι αυτό με καπνό και καπνιστές γεμάτο. Δίπλα μου καθόταν μια γυναίκα με το κεφάλι της βαθιά μέσα σε γκρίζο σκούφο σφηνωμένο. Το αριστερό μου δειλά στο δεξί της ακουμπούσε. Στου δρόμου τα μισά γύρισα και την είδα να κοιμάται. Κι είχε στο χέρι το τσιγάρο της ακόμα αναμμένο. Αισθάνθηκα τον κίνδυνο μα να της το τραβήξω δε κατάφερα. Κι είδα μετά το αναμμένο με χάρη πάνω στη μάλλινή της μπλούζα να γλυστρά. Άρπαξε αμέσως η μάλλινη. Είδα τις φλόγες ν’ αγκαλιάζουν τη γυναίκα στοργικά. Και κάψαν τη γυναίκα και το μισό βαγόνι καπνό και καπνιστές. Κι ύστερα ολόκληρο το τραίνο παραδόθηκε. Μα δε σταμάτησε να ταξιδεύει. Πιστό στο δρομολόγιο του.. Παράλογη συνέπεια μα έπρεπε κι αυτό σε κάτι πιστό να μείνει. Κι απ΄ τα παράθυρα είδα τη φωτιά μαζί κι αυτή να ταξιδεύει. Και να την καίει ολόκληρη την παλαιά μας ήπειρο. Κι έγινε η παλαιά στάχτες κι αποκαΐδια. Όμως, παρόλο το κακό, η γυναίκα με τον σκούφο συνέχιζε να κοιμάται. Μόνο όταν στη Νυρεμβέργη μπήκαμε, αναγκάστηκα να την ξυπνήσω. Δεν είχε παραπέρα. Και τότε εκείνη με κοίταξε χαρούμενη. Κι ο γκρίζος και η μάλλινη και όλα χαιρόντουσαν μαζί της. «Σ’ ευχαριστώ», με φίλησε από τον εφιάλτη που την τράβηξα. «Σ’ ευχαριστώ», μ’ αγκάλιασε, που τον μοιράστηκα μαζί της. Κι εγώ που πάλι από κάτι έφευγα να ξεχαστώ και να ξεχάσω. Που πάλι όλα για να τα ξαναβρώ ταξίδευα, τότε μονάχα το λάθος μου κατάλαβα. Πως με τον ταξιδιώτη παρέα και τα όνειρά του ταξιδεύουνε. Κι οι εφιάλτες κι αυτοί μαζί του ακόμα. Και μάλιστα πιο γρήγορα. Τον ξέρουνε το δρόμο. Το έχουν ξανακάνει το ταξίδι. Και είναι πάντα εκεί και περιμένουνε. Στον επόμενο σταθμό, στ’ απέναντι λιμάνι. Τον ταξιδιώτη να υποδεχτούν και τον φυγά να τον προλάβουν. Μ’ ένα φιλί στο μάγουλο, με μια αγκαλιά λουλούδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου