Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

και τώρα;

Ενώ εγώ
μετρούσα
σε χιλιόμετρα
σε στίχους
σε ποτήρια
σε ανεπανάληπτα καρέ
σε ερωτοβόλους μύθους,
εσείς (ενώ εγώ)  μετρούσατε
-κανένας σας δε φρόντισε
να μου το πει εγκαίρως-
σε ώρες και
σε χρόνια;

Και τώρα πρέπει, δηλαδή,
να τρέξω για να σας προλάβω;

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

η δικαιωση

καθε φορα που ακουω τη φραση "θα τον δικαιωσει η ιστορια", θυμαμαι εναν παλιο συμμαθητη, που στο σχολειο ολοι τον πειραζαν -ενταξει, πηγαινε κ αυτος γυρευοντας- κ επειδη με εκνευριζε λιγο η στωικοτητα του, οταν τα παλιοπαιδα στην αυλη καμια φορα το παρακανανε, του ελεγα: "πώς τους ανεχεσαι, ρε; γιατι δεν τους λες τιποτα;" κ αυτος παντα μου απαντουσε: "δεν πειραζει.. αστους, μωρε.. στη ζωη θα φανουνε ολα." ειλικρινα, δεν ξερω τι φανηκε τελικα στη δικη του τη ζωη. πώς τον δικαιωσε η δικη του ιστορια. στη δικη μου τη μυθολογια, παντως, τον εχω καταταξει σε μια θεση εξαιρετικα περιοπτη. τον φανταζομαι να ειναι τωρα σπουδαιος κ πετυχημενος "στη ζωη", να καθεται πισω απο ενα τεραστιο γραφειο κ εξω απο την πορτα του να περιμενουν στοιχισμενοι αλλοι παλιοι συμμαθητες να ερθει η σειρα τους, να μπουν να του ζητησουν δανεικα, βοηθεια κ χαρες. κ αυτος εναν-εναν να τους υποδεχεται, να ακουει τα αιτηματα τους κ υστερα να τους λεει: "θυμασαι που με ειχες πει βλακα μπροστα στα κοριτσια στο τεταρτο διαλειμμα; εσυ θυμασαι που στη γυμναστικη μού ειχες κρυψει πισω απο το καλοριφερ τη φορμα;" δεν ξερω τι ακριβως δικαιωση μπορει να φερει η φαντασιωση πως το ονομα σου ισως καποτε να στριμωχτει μεσα σε μια υποσημειωση στη ζωη ή σε καποιο βιβλιο ιστοριας. μπορω, ομως, να πω με σιγουρια οτι, αν ψαχνεις τετοιες απολαυσεις, πιο ευκολο ειναι, εστω κ προσωρινα, να σε δικαιωσει η χημεια

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

αυτο ειναι δικο μου

παρακολουθω δυο παιδακια στο απεναντι μπαλκονι να μαλωνουνε. κρατανε κ τα δυο απο μια ακρια ενα πολυχρωμο κουτι, μαλλον με καποιο επιτραπεζιο παιχνιδι, κ αλληλοτσιριζουνε: "αστο! ειναι δικο μου!". γεννιομαστε, λεει, αγρια θηρια κ ερχονται υστερα ο πολιτισμος, οι νομοι κ η εκπαιδευση για να μας κανουνε ανθρωπους. τα πιτσιρικια, στο μεταξυ, απεναντι, βλεποντας πως οι τσιριδες δεν αρκουν, εχουν αρχισει το μπουνιδι. παλι καλα που μας διδασκουν απο νωρις την εννοια της ιδιοκτησιας κ εξημερωνομαστε

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

το φάρμακο

Η μεγάλη λογοτεχνία είναι το φάρμακο για την ασθένεια της μικρής ζωής. Μπορούμε μια χαρά να επιβιώσουμε χωρίς να ανοίξουμε ποτέ βιβλίο στη ζωή μας. Μπορούμε όμως, εξίσου καλά, και να αναβιώσουμε άλλες πολλές φανταστικές ζωές, έτσι και κατορθώσουμε να αφήσουμε να μας ανοίξουν τα ίδια τα βιβλία. Ας πούμε πως αυτό είναι το υποκατάστατο, που ο υπερεκτιμημένος μας πολιτισμός μάς επιφύλαξε, αντί της ακριβής ιδέας της αθανασίας. Αυτά και πάω να συνεχίσω τον Τζον Ντος Πάσος μου.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

οι ακριβείς στιγμές

Ό,τι διαβάζουμε γίνεται μέρος της ταυτότητάς μας. Είμαστε, μεταξύ άλλων, οι ιστορίες, οι καταστάσεις, οι ιδέες που τα βιβλία σωρεύουν μέσα στο κεφάλι μας και διαμορφώνουν τις δράσεις και τις πεποιθήσεις μας. Μα πάνω από όλα, είμαστε οι ακριβείς στιγμές που επιλέγουμε ή αναγκαζόμαστε να ενσωματώσουμε στην ταυτότητα αυτή ένα οποιοδήποτε βιβλίο. Πριν από λίγο, εγώ που διάβασα τον «Ξένο» του Καμύ στα δεκαοκτώ για πρώτη μου φορά, έπινα καφέ με κάποιον που άρχισε να διαβάζει στα τριάντα του και σχολιάζαμε μια όμορφη γυναίκα που πέρασε μπροστά από το τραπέζι μας, και που ενδεχομένως δεν πρόκειται ποτέ να τον διαβάσει. Μια φίλη, που διάβασε τον «Παίκτη» του Ντοστογέφσκυ στα εικοσιεπτά, μπήκε εχθές σε ένα ταξί, ο οδηγός του οποίου διάβασε, πριν λίγες μέρες, το πρώτο του κεφάλαιο, όταν ανακάλυψε πως κάποιος άλλος επιβάτης είχε ξεχάσει το βιβλίο αυτό στο πίσω κάθισμα του. Δυο τύποι σχεδιάζουν να ληστέψουνε μια τράπεζα. Ο ένας, όταν ήτανε μικρός, είχε διαβάσει τρεις φορές του Ντίκενς τις «Μεγάλες Προσδοκίες», ο άλλος προτίμησε να δει κάποια από τις κινηματογραφικές διασκευές. Κι όμως, κι οι δυο τους τις ίδιες φράσεις ακριβώς έχουνε συγκρατήσει. Εσείς, διαβάζετε κάτι αυτόν τον καιρό, αλήθεια;

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

μια ζωή δε φτάνει

Η μεγάλη λογοτεχνία μπορεί να δίνει άλλες διαστάσεις στο πεπερασμένο της συμβατικής ανθρώπινης ζωής, ωστόσο όσο περισσότερα καλά βιβλία διαβάζει κανείς τόσο φλερτάρει με το καταθλιπτικό συμπέρασμα πως μια ζωή δε φτάνει για να προλάβει να ξεφυλλίσει έστω όλα αυτά που αξίζουνε να διαβαστούνε. Ακόμα, όμως, και αν η μεταθανάτιος καριέρα μας ως αναγνώστες συνεχιστεί σε κάποιον παράδεισο, ή κάποια κόλαση, που θα μοιάζει με βιβλιοθήκη, όπως ο Μπόρχες σχετικά οραματίστηκε, φαντάζομαι πως θα δεσμευόμαστε εις την αιωνιότητα από τις προσλαμβάνουσες των ταπεινών θνητών αναγνωσμάτων μας, Με τον ίδιο περίπου τρόπο που οι μέρες μας τροφοδοτούν με υλικό τις βραδινές ονειρικές μας περιπέτειες.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

το οινόπνευμα των Χριστουγέννων

Δεκέμβρης 2004. Αλλά καλύτερα, πριν συνεχίσω τις λογοτεχνικές ανασκαφές, νομίζω επιβάλλεται λίγη αρχαιολογία:

Στα δέκα χρόνια αυτά που προηγήθηκαν, συνέβησαν πολλά στη συναρπαστικά αδιάφορη ζωή μου. Είμαι περίπου σίγουρος πώς αν με κάποιον τρόπο, λέει, μαγικό μπορούσαν να συναντηθούν ο τωρινός μου εαυτός με εκείνον τον προ δεκαετίας, όχι μονάχα θα δυσκολεύονταν να αναγνωριστούν, μα ενδεχομένως να μισιόντουσαν παράφορα και ίσως και να πλακώνονταν στο ξύλο. Τα δέκα χρόνια αυτά όχι, δεν ήταν μία ειρηνική περίοδος. Υπήρξαν σίγουρα ξέγνοιαστες, χαζοχαρούμενες στιγμές, αλλά δεν ήταν παρά μικρές ανακωχές ανάμεσα σε παρατεταμένες μάχες. Σχηματικά μπορώ να πω πως έγιναν δύο μεγάλοι πόλεμοι, που άνετα μπορούν να χαρακτηριστούν παγκόσμιοι, αφού ολόκληρο τον κόσμο τον δικό μου συνταράξανε, όσο κι άφησαν τον κόσμο τον πραγματικό σώο κι ανεπηρέαστο. Ο Πρώτος Παγκόσμιός μου πόλεμος, λοιπόν, ξεκίνησε Σεπτέμβριο του 2004 και ολοκληρώθηκε τις πρώτες εβδομάδες του 2006. Θα μπορούσα για αυτόν να πω πολλά, που η ιστορία αυτή εδώ τώρα δεν επιτρέπει. Πάντως, θα έλεγα πως μοιάζει αρκετά με τον Παγκόσμιο τον Πρώτο τον κανονικό, κυρίως διότι εξελίχθηκε σε πόλεμο χαρακωμάτων και οδήγησε στην κατάρρευση μεγάλων αυτοκρατοριών. Ο Δεύτερος Παγκόσμιός μου πόλεμος κράτησε από το καλοκαίρι του 2012 μέχρι περίπου το Πάσχα του 2013. Κι αυτός έχει αρκετά κοινά με τον αντίστοιχο ιστορικό, αφού ξεκίνησε ως αστραπή, συμπεριέλαβε ένα ολόκληρο ολοκαύτωμα και έληξε με μία Χιροσίμα. Τα πεδία όπου έλαβαν χώρα αυτοί οι δυο μεγάλοι πόλεμοι ήταν πολλά και διάφορα, αλλά το βασικό σκέλος των επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκε στη μείζονα περιοχή του Posh, όπου και ασφαλώς εν τέλει υπογράφτηκαν και οι δυο αντίστοιχες συνθήκες της ειρήνης. Αυτά, και επιφυλάσσομαι κάποια στιγμή να αναλύσω και να αναλυθώ για όσα ακατανόητα έγραψα παραπάνω. Οπότε, ας γυρίσουμε ξανά στον ενεστώτα τον ιστορικό της βασικής αφήγησης.

Δεκέμβριος του 2004. Ένα μόλις χρόνο μετά την έναρξη της λειτουργίας του και ήδη το Posh είναι σημείο αναφοράς όχι μονάχα για τη νυχτερινή ζωή της πόλης, αλλά και για ένα σωρό άλλα πράγματα που έχουνε να κάνουν με όλα αυτά που πάντα οι εγκλωβισμένοι της μίζερης –και εν προκειμένου ξιπασμένης- επαρχιώτικης ζωής επιχειρούν κάπως για να ξεφύγουν. Επειδή μαζί με μένα τους πρώτους μήνες από τους ντόπιους το σνόμπαραν πολλοί, ακόμα και αυτοί που κατά βάθος ίσως το επιθυμούσαν, οι ξένοι, εν προκειμένου οι φοιτητές, που το εκτίμησαν από την πρώτη ίσως στιγμή, απέκτησαν προβάδισμα και σύντομα το καθιέρωσαν ως στέκι τους. Οι φίλοι των ηλεκτρονικής σκηνής επίσης έσπευσαν να το συμπεριλάβουνε στις προτιμήσεις τους, αφού ακόμα, εκείνη την μακρινή την εποχή, τα μπαρ της πόλης διακρίνονταν κυρίως είτε σε καταθλιπτικά έντεχνα σκοτεινάδικα είτε σε χαρωπά ιλουστρασιόν βλαχομπαρόκ. Επίσης ήταν κι εκείνοι, της πόλης οι «μειονοτικοί», που επειδή ενδεχομένως αισθάνονταν παρείσακτοι στα μαγαζιά των άλλων, βρήκαν εκεί ένα φιλόξενο τοπίο, όπου μπορούσαν να αφομοιωθούν χωρίς να πρέπει να κρυφτούνε. Κοντά σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και όλοι αυτοί, που αν και δεν εμπνέονταν ούτε από τις μουσικές επιλογές ούτε από το παρακμιακό του σκηνικό, άρχισαν να πηγαίνουνε στο Posh, απλώς γιατί γουστάραν. Τέλος, κοντά σε όλους αυτούς, δεν άργησαν να προστεθεί σχεδόν το σύνολο των παλαβών ή έστω των εκκεντρικών της πόλης. Που και που, σκάνε και άλλοι ξέμπαρκοι που έχουν ακόμα την εντύπωση ότι μπορούν εδώ να βρουν κορίτσια για κονσομασιόν, μα πριν προλάβουν να απογοητευτούν από την αλλαγή διεύθυνσης, όλο και κάποια ανυπολόγιστη ζημιά θα κάνουν ή θα πάθουν.

Δευτέρα βράδυ. Παραμονές Χριστούγεννα. Η μίνιμαλ εορταστική διακόσμηση τα λέει, νομίζω, όλα. Άλλοι στολίζουν έλατο. Καράβι οι πιο παραδοσιακοί. Μόνο ο Χρήστος σκέφτηκε να κρεμάσει στη θαλασσία νάρκη του πολύχρωμα φωτάκια.

-Να σου πω, ρε. Αυτό το πράγμα εκεί πάνω σίγουρα είναι ακίνδυνο;
-Ναι ρε! Αφού, σου λέω, είναι παλιά. Από τους Περσικούς Πολέμους.
-Α, μάλιστα! Δεν το ήξερα. Είχαν οι Πέρσες νάρκες;
-Όχι οι Πέρσες, ρε χαζέ! Οι άλλοι, οι δικοί μας.

Δευτέρα βράδυ. Εγώ, όπως είπαμε, σε εμπόλεμη κατάσταση. Γύρω μου άμαχος, μα όχι και τόσο αθώος πληθυσμός, γλεντάει, διασκεδάζει. Αύριο φεύγω πάλι στο εξωτερικό. Και τόσο που έμεινα εδώ, πάλι καλά να λέτε. Τώρα όμως φεύγω και ξέρω ότι πίσω μου κάτι ίσως υπάρχει. Χρήστο, το νου σου, σε παρακαλώ, μην κλείσεις πριν γυρίσω.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

η νάρκη

Απρίλιος 2004. Κι ενώ ήδη σχεδιάζω το επόμενο ταξίδι μου. Κι ενώ ούτε τις βαλίτσες μου ακόμα δε λέω να αδειάσω. Κι ενώ όλες οι απόπειρές μου να ανακαλύψω κάποιον τρόπο ασφαλή να χρηματοδοτήσω τις παλαβομάρες μου πέφτουν συνέχεια στο κενό και παρασέρνουνε μαζί απωθημένα και αποθέματα. Κι ενώ οι νυχτερινές μου επισκέψεις στο δικηγορικό γραφείο μου γίνονται όλο και περισσότερες από τις ούτως ή άλλως σπάνιες ημερήσιες. Κι ενώ υπάρχουν όλα αυτά για τα οποία θέλω να πιστεύω πως διατηρώ τον έλεγχο κι άλλα πολλά διάφορα που ασφαλώς συμβαίνουνε ερήμην μου, όλη η πόλη πια μιλά για κάποιο μπαρ που έχει ανοίξει στα Παλιά. Στη θέση κάποιο ιστορικού κωλάδικου. Ανάμεσα σε μαγαζιά με ζωοτροφές, κτηνιατρεία, συνεργεία και ημερόβια τσιπουράδικα, τα οποία τη νύχτα ούτε τα πιο απελπισμένα και αυτοκτονικά γατιά δε θέλουνε να πλησιάσουν. Όλη η πόλη μιλάει για το Posh, μόνο που ελάχιστοι μπορούν να πουν με σιγουριά πως ξέρουνε πώς είναι. Οι πιο πολλοί θέλουν να το ταυτίζουν με τη γειτονιά και ως εκ τούτου το θεωρούν κακόφημο και σκοτεινό, βρώμικο, επικίνδυνο. Η γειτνίασή του με τις πολυτεχνικές σχολές του Πανεπιστημίου μας το έχει καταστήσει στέκι φοιτητών, αλλά ακόμα και αυτοί οι φοιτητές αρνούνται να παραδεχτούν πως πάνε εκεί τα βράδια. Οι φίλοι μου το επισκέπτονται όλο και πιο συχνά –για διαφορετικούς, είναι η αλήθεια, λόγους ο καθένας- μα επειδή γνωρίζουν πως το μίσησα από την πρώτη ίσως ματιά, μαζί τους να με πάρουν αποφεύγουν. Κι όποτε τύχει και σε αυτό αναφερθούν, αρχίζουν να διηγούνται τέρατα και σημεία, που έχω αρχίσει λίγο να ανησυχώ για την πνευματική υγεία τους. Όπως, επίσης, έχω αρχίσει μοιραία να επιθυμώ να εξακριβώσω από κοντά όλες αυτές τις φήμες. Στο μεταξύ, και για όλο αυτό το κρίσιμο διάστημα του «μένω-ξαναφεύγω», έχω ήδη μπει στον πειρασμό να κάνω μια αυτοψία στον τόπο του ακόμα μελλοντικού εγκλήματος, αλλά κάθε φορά που πάω προς τα εκεί, πάντα στο δρόμο μου προκύπτει κάποιο εμπόδιο ανυπέρβλητο και με γυρίζει πίσω. Επισήμως πάντως εξακολουθώ να το σνομπάρω επιδεικτικά μέχρι που ένα βράδυ…

Τετάρτη βράδυ. Βρίσκομαι στο γραφείο μου και κάνω τα «δικά» μου. Χτυπάει το τηλέφωνο. Παρακαλώ, ποιος είναι; «Τι κάνεις τέτοια ώρα, ρε συνάδελφε; Πες μας ότι δουλεύεις.» Γαμώτο! Έπρεπε να νοικιάσω το άλλο που κοιτάει στον ακάλυπτο. Σε αυτό, όποιος περνάει από κάτω ξέμπαρκος, βλέπει το φως και μπαίνει. Ναι μωρέ, κάτι έγραφα. Εσύ; Τι άλλα νέα; «Κλείσε, κατέβα, ρε παιδάκι μου! Άντε, πάμε να πιούμε!» Να πιούμε, να πάμε, άλλα που; Τι παίζει τέτοια ώρα; «Πάμε στο Posh! Το ξέρεις; Εκείνο το καινούριο στα Παλιά. Γιατί μιλάμε ακόμα στο τηλέφωνο; Βγες έστω στο μπαλκόνι!» Δεν ήξερα ότι συχνάζουνε εκεί άνθρωποι δικηγόροι. «Πλάκα μου κάνεις; Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο μαγαζί. Εκεί βρίσκω πελάτες.»

Βράδυ Τετάρτης. Βρίσκομαι στο posh. Ο φίλος, με τον οποίον ήρθα, παρήγγειλε μαζί μου ένα ποτό, μετά μου είπε πώς να πάει να πάρει κάτι από το περίπτερο, και από τότε η τύχη του στ’ αλήθεια αγνοείται. Οπότε είμαι μόνος μου στο μπαρ μπροστά σε δυο ποτήρια. Το μαγαζί είναι σχεδόν γεμάτο, αλλά μου είναι όλοι άγνωστοι, πράγμα τουλάχιστον παράδοξο για αυτής της τα προβλέψιμα νυχτερινά της δεδομένα. Η μόνη φάτσα γνώριμη είναι του σαχλαμάρα που έχει και το μπαρ, ο οποίος βάζει μουσική και μάλλον δε φαίνεται να με θυμάται. Αδειάζω το ποτήρι μου προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβολίζει το έργο τέχνης στον τοίχο που έχω απέναντι. Μια μαύρη μεταλλική κατασκευή που δείχνει να αναπαριστά κάτι σαν ανθρωπάκια. Ο καλλιτέχνης τα έχει βάλει χωριστά να σχηματίζουν δυο άνισες ομάδες. Τα μετράω και έκτοτε θα τα ξαναμετρήσω άπειρες φορές και πάντα . Αλλάζω θέση κι αρχίζω να πίνω του εξαφανισμένου το ποτό. Κοιτάζω πάνω από το κεφάλι μου. Μια άλλη σκουριασμένη πια και όχι και τόσο καλλιτεχνική κατασκευή κρέμεται από το ξύλινη οροφή. Αυτή είναι ακόμα πιο ακατανόητη. Αναρωτιέμαι μασώντας τα παγάκια. «Θαλάσσια νάρκη», μου απαντάει δίπλα μια φωνή. «Την ψάρεψε ο Χρήστος στο Μικρό. Ταιριάζει με τον χώρο.» Δεν τον γνωρίζω, αλλά κάτι μου λέει ότι αργά ή γρήγορα θα παραγνωριστούμε. «Γιάννης», μου λέει και μου συστήνεται. Κι εγώ, του απαντάω. Μια γκόμενα μας πλησιάζει και μας ζητάει φωτιά. Βγάζω αναπτήρα πρώτος. Στα μάτια με κοιτάζει την ώρα που ανάβω το τσιγάρο της. Ξέρει πως μου αρέσει. «Πότε θα παίξουμε ξανά;» ρωτάει τον συνονόματο. Σκέφτομαι τι παιχνίδι εννοεί. Φαντάζομαι διάφορα. Θέλω να της προτείνω να παίξουμε μαζί. Αλλά όχι. Όχι, ακόμα είναι νωρίς. Ακόμα είμαστε στην άνοιξη του 2004. Έχουν ακόμα να γίνουνε πολλά. Πληρώνω για να φύγω. Ο μπάρμαν μαζί με τα ρέστα μου δίνει ένα σφηνάκι και μου δείχνει με τρόπο προς τα ντεκς. Ξέρω, από το Χρήστο…