Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

το κουτακι

γυριζοντας, πριν λιγο, προς το σπιτι, σταματαω να παρω καπνο σε ενα περιπτερο. διπλα στο ψυγειο στεκεται ενας τυπος με μια μπυρα στο χερι, ο οποιος μοιαζει, οχι μονο σαν να θελει κατι να μου πει, αλλα σαν να με περιμενε εκει ολο το βραδυ για να μου κανει την ερωτηση του ενος εκατομμυριου. "ρε φιλαρακι, να σε ρωτησω κατι;" μου λεει. "μην του απαντας.. θα μπλεξεις", πεταγεται ο περιπτερας, που προφανως δεν ειναι φιλος μου στο φεϊσμπουκ. "πες μου, σε παρακαλω, ειναι σωστα πραγματα αυτα;" συνεχιζει ο αγνωστος, σχηματιζοντας με το χερι του κατι σαν κυκλο στον αερα. "ποια αυτα;" τον ρωταω, αν κ δεν ειμαι καθολου σιγουρος αν μπορει σταληθεια να γινει πιο συγκεκριμενος. "αυτα", μου ξαναλεει φωναζοντας αυτη τη φορα κ με το χερι του σχηματιζει εναν κυκλο ακομα μεγαλυτερο εντασσοντας μες στα "αυτα" τον δρομο, τη νυχτα, τη μπυρα, το περιπτερο, την πολη κ ολοκληρο το συμπαν. η φωνη του εχει κατι απο θυμο αλλα κ απο παραπονο. "ασε τον ανθρωπο ησυχο", φωναζει απο μεσα κ ο περιπτερας, με τον οποιον μαλλον ουτε στην κανονικη ζωη δεν προκειται να γινουμε μια μερα φιλοι. "οχι, δεν ειναι ωραια πραγματα αυτα", του απαντω για να παω με τα νερα του κ να απεμπλακω απο τον διαλογο. "οχι, ρε φιλαρακι.. οχι, λαθος κανεις", μου λεει πολυ πιο ηρεμα τωρα, "ωραια ειναι ολα αυτα τα πραγματα.. σωστα δεν ειναι. αυτο ειναι κ το προβλημα." κ αμεσως δινει μια κ βουταει μες στο κουτακι που κραταει στο χερι του κ εξαφανιζεται για παντα

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

η μαστιγα

πριν κατι χρονια ειχα παει με εναν φιλο μου μια βολτα με το αμαξι στο νοτιο πηλιο. ηταν κατακαλοκαιρο κ οι δρομοι γεματοι απο παραθεριστες που πηγαινοερχονταν απο τα ορεινα προς τα παραθαλασσια χωρια κ το αντιστροφο. καποια στιγμη, καπου εκει αναμεσα σε αργαλαστη κ λαυκο, βλεπει ο φιλος μια χελωνα να διασχιζει καθετα τον δρομο κ μου φωναζει εξαλλος σχεδον να σταματησω. εγω βγαζω φλασ, σταματαω καπου στην ακρια κ τον ρωταω τι επαθε. "δεν βλεπεις;" μου λεει, "μια χελωνα." "ε, την ειδα", του απανταω, "δεν θα την πατουσα." "εσυ ισως οχι", μου λεει, "αλλα μπορει καποιος μετα απο εμας να μην την προσεξει κ να τη συνθλιψει κατω απο τις ροδες του. τοσα αυτοκινητα κυκλοφορουν.. αντε, παμε να τη βοηθησουμε."
κατεβαινουμε απο το αμαξι κ παμε απο πανω της. η χελωνα, τρομαγμενη μαλλον απο το φρεναρισμα μου, εχει λουφαξει μεσα στο καβουκι της - μπορει κ να μην ακουν οι χελωνες κ να λεω βλακεια τωρα, αλλα τελος παντων, δεν ειναι αυτο το θεμα μας. την πιανουμε, λοιπον, τη σηκωνουμε κ την ακουμπαμε αναμεσα στις φτερες διπλα απο την ασφαλτο. ειδα κατι αλλους εκδρομεις, που περνουσαν την ωρα εκεινη απο εκει, να μας χαιρετουν, μαλλον επαινοντας την πραξη μας, αλλα δεν ειμαι κ σιγουρος.. μπορει κ να μας μουτζωναν. γυρναμε στο ανταμομπιλ, μπαινουμε μεσα σιγουροι πως εχουμε κανει την καλη πραξη της ημερας κ πριν προλαβω να βαλω παλι μπρος, βλεπουμε την χελωνα να ξεμυτιζει ξανα μεσα απο την πηλιορειτικη χλωριδα κ να αρχιζει να διασχιζει με τη χαρακτηριστικη της ταχυτητα το οδοστρωμα. προφανως, ετσι οπως ειχε κρυφτει μεσα στο καβουκι της κ δεν μπορουσαμε να δουμε το κεφαλι της, οταν τη μαζευαμε, δεν καταλαβαμε κ το προς τα πού πηγαινε. κοιταζομαστε, αναρωτιομαστε ποσο μεγαλη μαλακια εχουμε κανει, ποσο μεγαλη μαστιγα της φυσης ειναι ο ανθρωπος, ακομα κ οταν θελει να κανει το καλο, ποσο πολυ εχουμε αργησει στα τσιπουρα που μας περιμεναν κ φευγουμε οσο πιο γρηγορα μπορουμε, αποφευγοντας απο ντροπη να κοιταξουμε προς την πλευρα του ερπετου.
"ναι", μου λεει ο φιλος, αφου εχουμε ηδη λιγακι απομακρυνθει, "αλλα κριμα δεν ειναι η καημενη.. ειχε κανει ηδη τη μιση αποσταση κ εμεις τη γυρισαμε ξανα στην αφετηρια. κ αν την περιμενει κ αυτην καπου μεσα στο δασος η παρεα της; φαντασου εμας, μετα απο τοσο δρομο, να ερχοταν, λεει, ενα χερι να μας αρπαζε κ να μας γυριζε πισω στον βολο.." ειχε δικιο. δεν ηταν αργα για να αποκαταστησουμε τη ζημια που ειχαμε αθελα μας κανει στο οικοσυστημα. οποτε, σταματαω ξανα στην ακρια κ κανω στα γρηγορα αναστροφη για να προλαβουμε να διορθωσουμε το πρωτο λαθος με ενα αλλο γελοιοτερο.
οταν φτανουμε, ομως, εκει οπου την εχουμε αφησει, βλεπουμε ενα αλλο αμαξι σταματημενο με αλαρμ στη μεση του δρομου κ αλλα δυο απο πισω του να περιμενουνε. σταματαμε κ εμεις. διπλα τους, ενας τυπος κανει κατι σαν τροχονομια, ενω ενας αλλος σηκωνει τη χελωνα -τη δικια μας χελωνα- απο το εδαφος κ την πηγαινει ξανα εκει απο οπου ειχε ξεκινησει. "οχι, οχι, παιδια", τους φωναζουμε, "λαθος κανετε. απο την αλλη παει." "κ εσεις πού το ξερετε;" ρωτανε αυτοι. "τελειωνετε, ρε", τσιριζουν οι αλλοι οδηγοι. ερχεται κ το λεωφορειο απο την αλλη κατευθυνση κ αρχιζει να μας κορναρει δαιμονισμενα.
μεσημερι, καλοκαιρακι, καπου σαραντα υπο σκια, τα αλατια να βραζουν πανω στην επιδερμιδα κ ο γλυκανισος να ξεροψηνει τα εγκεφαλικα μας κυτταρα. μοιραια αρχιζουμε να τσακωνομαστε. ολοι εναντιον ολων. ακομα κ ο φιλος μου με μενα. ακομα κ εγω με τον εαυτο μου. μια ωραιοτατη πολυεπιπεδη συγκρουση, απο αυτες που τροφοδοτουν τη λογοτεχνια κ ρημαζουν τη βιοποικιλοτητα.
να πω την αληθεια, δεν θυμαμαι πώς τελειωσε αυτη η ιστορια, αλλα ενταξει.. 150 χρονια λενε πως ζουνε οι χελωνες. να ειναι καλα η συγκεκριμενη, θα εχει πολυ υλικο να αφηγειται, οταν γερασει, στα τετρασεγγονα της

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

τι γινεται στον κοσμο

καθε μεσημερι, γυριζοντας στο σπιτι, θα σταματησει στο περιπτερο, θα σταθει μπροστα στις κρεμασμενες εφημεριδες κ θα χαζεψει τα πρωτοσελιδα τους. οποιος περασει απο διπλα, θα τον ακουσει να μουρμουρα παντα τα ιδια λογια: "τσ, τσ.. τι γινεται στον κοσμο.." αν καποιος του απαντησει, μπορει κ να πιασει εκει, στα ορθια, μια συντομη κουβεντα, που θα πηγαινει συνηθως καπως ετσι:
"τσ, τσ.. τι γινεται στον κοσμο.."
"χαμος, ε;"
"ναι, ναι.. χαλασε ο κοσμος, χαλασε.."
"μα, δεν φταιει κανενας αλλος, κυριε μου.. εμεις φταιμε που.."
"ναι, ναι.. εμεις φταιμε. εγω κυριως, δηλαδη."
υστερα θα αφησει τον συνομιλητη του παρεα με τις αποριες του κ θα γυρισει σπιτι. θα φαει, θα πεσει λιγο για να κοιμηθει κ υστερα το απογευμα, τωρα που καλοκαιριασε, θα σηκωθει, θα φτιαξει εναν καφε, θα βγει εξω στο μπαλκονακι του κ θα απλωσει τον εαυτο του πρωτοσελιδο, μηπως κ τον προσεξει κανεις περαστικος κ ενδιαφερθει να δει τι γινεται κ στον δικο του κοσμο.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

η αναπτυξη

ειμαι στην τραπεζα κ περιμενω να εξυπηρετηθω. το νουμερο στον φωτεινο πινακα απεχει πολυ ακομα απο αυτο που γραφει το χαρτακι μου. ευτυχως, εχω μαζι μου κατι να διαβασω. ακουω να χτυπαει το τηλεφωνο μου -ετσι νομιζω, δηλαδη- κανω σελιδοδεικτη το χαρτακι με το αριθμο προτεραιοτητας κ βγαζω το κινητο να δω ποιος ειναι. "παρακαλω", ακουω τον διπλανο μου να λεει στο δικο του τηλεφωνο. κοιταζω την οθονη του δικου μου: κανεις. το ξαναριχνω στην τσεπη κ ανοιγω παλι το βιβλιο μου. λιγο μετα ακουγεται ο ιδιος ηχος κλησης. ειναι το δικο μου αυτη τη φορα. απανταω, ενω βλεπω τον διπλανο να τσεκαρει τωρα τη δικη του συσκευη κ υστερα να μου χαμογελαει.
"εχουμε τον ιδιο ηχο", μου λεει, οταν το κλεινω, σαν να προκειται για την πιο εξωφρενικη συμπτωση στον κοσμο. "ναι, κοιτα να δεις..", του απανταω. "εμενα μου εχει μεινει απο την πρωην μου", μου λεει, "ητανε το τραγουδι μας. απο τοτε που χωρισαμε, ολο λεω να τον αλλαξω κ ολο το αναβαλλω." "αλλαξε τον τωρα", του λεω, "προλαβαινεις". "καλα λες", μου απανταει κ αρχιζει να ψαχουλευει τους αποθηκευμενους ηχους για να βρει τον πιο καταλληλο. δεν προλαβαινει ομως τελικα, γιατι το τραγουδι μας -τωρα που εχουμε γινει ολοι μια παρεα- αρχιζει παλι να βαραει. "ωχ", αναφωνει αυτος. "τι εγινε;" τον ρωταω. "αυτη ειναι", μου λεει κ με κοιταει σαν να περιμενει απο εμενα να του πω, οχι μοναχα αν πρεπει να της απαντησει, αλλα κ αν πρεπει να τα ξαναφτιαξουνε. "ε, απαντησε ή κλειστο, τελος παντων, ξερωγω", του λεω αποφευγοντας να παρω ξεκαθαρη θεση στα προσωπικα του. αυτος ξεπερνα τον αρχικο του δισταγμο, σηκωνεται αποτομα κ τρεχει εξω απο την τραπεζα για να απαντησει χωρις να τον ακουει καποιος αδιακριτος που ζει για να διηγειται τετοιες ιστοριες.
μενω μονος να φανταζομαι τη συνεχεια, ενω τον βλεπω μεσα απο το τζαμι να λιωνει μιλωντας εξω στο πεζοδρομιο. κοιταω ξανα το νουμερο στον φωτεινο πινακα. ολα προχωρανε τοσο αργα που ο τυπος προλαβαινει, οχι μονο να τα ξαναβρει με την πρωην του, αλλα κ να της κανει προταση γαμου, κ οταν ερθει η σειρα του επιτελους, να ζητησει κ στεγαστικο δανειο απο την τραπεζα για αυτους κ τα παιδια τους. βεβαια, τα δανεια δεν δινονται κ τοσο ευκολα σημερα. αλλα, ποιος ξερει, ετσι οπως παει το πραγμα, μπορει κ την αναπτυξη ακομα να προλαβει

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

μηδεν-ολα

οι τηλεορασεις στις καφετεριες της πλατειας δειχνουν μπαλα. τα τραπεζια ειναι γεματα. πισω τους καποιοι περαστικοι εχουν σταματησει κ χαζευουν στα ορθια τα τελευταια λεπτα του αγωνα. ενας τυπος πλησιαζει κ τους ρωτα: "ποσο-ποσο ειναι, ρε παιδια;" "μηδεν-μηδεν", του απανταει καποιος χωρις να ξεκολλησει το βλεμμα του απο την οθονη. "κ ποσο θελει ακομα για να τελειωσει;" ξαναρωταει ο τυπος. "τρια λεπτα", του λεει καποιος αλλος. στο μεταξυ τοσο το σκορ οσο κ ο χρονος που απομενει φαινονται στο πανω μερος της οθονης. εαν ο τυπος δεν εχει καποιο προβλημα ορασης, τοτε ψαχνεται μοναχα για κουβεντα, πραγμα που μαλλον φανερωνει η τριτη ερωτηση του: "κ ποιοι παιζουν, ρε παιδια;" τωρα κανενας δεν του απαντα. καποιοι απλως γυριζουν κ τον κοιτουν ενοχλημενοι. "ε, ποιοι παιζουν;" επιμενει απτοητος αυτος, αλλα τα λογια του χανονται μεσα στις φωνες των παρευρισκομενων, καθως στις καθυστερησεις μπαινει επιτελους το γκολ που τοσο προσδοκουσαν ή απευχονταν. "ρε σεις, ποιοι παιζουν;" ο τυπος κανει μια τελευταια απελπιδα προσπαθεια. το ματσ ληγει. οι θεατες μεσα σε πανηγυρια κ βρισιες αρχιζουνε να φευγουν. ο τυπος απομακρυνεται κ αυτος παρεα με το για παντα αναπαντητο χαζο ερωτημα του. οποιοι κ να επαιζαν τελικα, αυτον αποψε κανενας δεν τον παιζει