Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

το διαμαντενιο αηδονι

βγαινω, πριν λιγο, εξω απο το μαγαζι να κανω ενα τσιγαρο. δεν προλαβαινω να το αναψω κ με πλησιαζει ενας τυπος που μου ζηταει φωτια. του δινω τον αναπτηρα μου, αναβει, τον βαζει -κυριος- στην τσεπη του κ κανει να φυγει. "ε.. τον αναπτηρα", του λεω. "τι πραγμα;" με ρωταει, καπως ενοχλημενος. "τον αναπτηρα", του ξαναλεω κ του δειχνω την τσεπη του παλτου του. αυτος βαζει το χερι στην τσεπη, ψαχουλευει για λιγη ωρα κ υστερα βγαζει απο μεσα κατι κερματα μαλλον αρχαιολογικης αξιας, ενα ακυρωμενο εισιτηριο απο το παρισινο μετρο, ενα ταριχευμενο μανταρινι, το διαμαντενιο αηδονι του βασιλια της κινας κ.. τι εκπληξη.. τον αναπτηρα μου! ο τυπος ξαναριχνει βιαστικα τον μικρο του θησαυρο στην τσεπη κ κραταει απεξω μονο τον αναπτηρα, τον οποιον κ κοιταζει με δεος. "α.. κοιτα να δεις", μου λεει, "ειχα φωτια τελικα." "α.. κοιτα να δεις", του απανταω, "τωρα δεν εχω εγω." "ε καλα, ρε φιλαρακι", με καθησυχαζει, "κατσε να σε αναψω." μου αναβει το τσιγαρο, πεταει ανεμελα τον αναπτηρα στα εγκατα του παλτου του κ εγω μενω να τον κοιτω να χανεται στο τελος του δρομου

Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

κουτακια

ενας φιλος μου ειχε πει πριν χρονια μια ιστορια, πως ηταν στα μπουζουκια, λεει, κ στο διπλανο τραπεζι ηρθε καποια στιγμη κ καθισε μονος του ενας τυπος κ παρηγγειλε ενα μπουκαλι ουισκι, 24 πανερια με λουλουδια, ενα στυλο κ ενα κομματι χαρτι. ο φιλος, που ακουσε με τα αυτια του την παραγγελια, σκεφτηκε, για καποιον λογο, οτι ειχε διπλα του εναν ποιητη, που ειχε ερθει για να δημιουργησει καποιο μνημειο του γραπτου λογου που θα μεταφραζοταν σε ολες τις γλωσσες του ανθρωπων κ των αγγελων κ θα γινοταν σημειο αναφορας του παγκοσμιου πολιτισμου μεχρι να σταματησει ο πλανητης να γυριζει. ετσι, μετακινησε την καρεκλα του οσο γινοταν πιο κοντα στον μοναχικο του γειτονα για να μοιραστει τη μεθεξη της στιγμης μαζι με τις αναθυμιασεις του πουρου του.
η απογοητευση, ομως, δεν αργησε να ερθει. ο τυπος αντι να αρχισει να γραφει στιχους, τραβηξε μια καθετη γραμμη πανω στη σελιδα κ σχεδιασε απο τη μια πλευρα, το ενα κατω απο το αλλο, 24 συμμετρικα κουτακια. μετα αρπαξε το πρωτο πανερι, το πεταξε στην πιστα, κ αφου συμβουλευτηκε το ρολοϊ του, διεγραψε το πρωτο κουτακι κ διπλα του σημειωσε την ακριβη ωρα. υστερα αδειασε το ποτηρι του, το ξαναγεμισε κ αφου αφησε να περασει κανενα πενταλεπτο περιπου, πεταξε το δευτερο πανερι, διεγραψε το δευτερο κουτακι κ φυσικα κατεγραψε ξανα την ωρα στο φυλλο αγωνα. η διαδικασια αυτη συνεχιστηκε, μεχρι που στερεψε το οινοπνευμα στη φιαλη κ η ορχηστρα ειχε πια αρχισει να παιζει τραγουδια αποδεσμευσης για να διωξει οσο πιο ευγενικα μπορουσε τους πελατες. η παρεα του φιλου ζητησε το λογαριασμο, ενω καποιοι ειχαν ηδη σηκωθει κ εψαχναν να βρουν την εξοδο. ο φιλος, ομως, δεν μπορουσε με τιποτα να χωνεψει ολο αυτο το πραγμα που συνεβαινε τοσην ωρα διπλα του. ετσι, πηρε το θαρρος, πλησιασε κ αλλο τον στατιστικολογο της βραδιας, τον σκουντηξε, κ δειχνοντας του το χαρτι επανω στο τραπεζι, τον ρωτησε: "συγγνωμη, φιλε.. εσυ. δηλαδη, ετσι διασκεδαζεις;"
"γιατι; υπαρχει προβλημα;" του απαντησε καπως αγριεμενα ο αλλος. "οχι, κανενα.. αλλα να.." ξεκινησε να απολογειται ο φιλος. "με τα λεφτα μου ο,τι γουσταρω κανω", συνεχισε ο αλλος τις αγριαδες. "ναι, ρε συ ανθρωπε, δεν σε κατηγορω", συνεχισε την απολογια του κ ο φιλος, "απλως θελω να μαθω.. περνας καλα; σου αρεσει αυτο που κανεις;" "οχι", ο αλλος του απαντησε ουρλιαζοντας σχεδον για να υπερκαλυψει τη μουσικη των κλαμπατσιμπανων, "αλλα σημερα μολις εμαθα πως πεθαινω κ ειπα να κανω κατι μηπως κ συνηθισω σιγα σιγα αυτην τη γαμημενη την αντιστροφη τη μετρηση"

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

φευγεις;

παω στο αμαξι να παρω κατι που εχω ξεχασει. ανοιγω το πορτμπαγκαζ κ ψαχνω να το βρω. σταματαει διπλα μου με αλαρμ αλλο αμαξι. "συγγνωμη, φευγετε;" "οχι, δυστυχως". συνεχιζω να ψαχουλευω. σηκωνω κατι κουτες, τις ακουμπαω στο πεζοδρομιο κ κοιταζω απο κατω. τιποτα. δευτερο αυτοκινητο με αλαρμ στο πλαϊ μου. "συγγνωμη, φιλε.. φευγεις;" "οχι, οχι.. κατι ψαχνω." συνεχιζω την αναζητηση. βρισκω εναν σακο. τον ανοιγω. μαγιο, πετσετα θαλασσης, μισοδιαβασμενο βιβλιο. θυμαμαι πως το καλοκαιρι φετος τελειωσε λιγο αποτομα. ενας τριτος οδηγος σταματαει διπλα μου κ με ρωταει: "φευγετε;" "ενταξει, με πεισατε", του απαντω, "φευγω"

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

οι εκδρομεις

καθε φορα που εχω πολυ πρωινο ξυπνημα, αγχωνομαι τοσο στην προσπαθεια μου να με πεισω να πεσω απο νωρις για υπνο κ προκαλω στον εαυτο μου τετοια υπερδιεγερση, που οχι μοναχα δεν μπορω να κοιμηθω στην ωρα μου, αλλα αγχωνομαι ακομα περισσοτερο, μηπως, υστερα απο την ολονυχτια παλη με τα σεντονια, με παρει ο υπνος τελικα τα ξημερωματα κ δεν ακουσω καν το ξυπνητηρι. ετσι, καθε φορα που εχω πολυ πρωινο ξυπνημα -για αγρια χαραματα μιλαμε τωρα- το πιο πιθανο ειναι να μεινω αγρυπνος ως το πρωι κ αρα να σερνομαι μετα ολη τη μερα.
για να καταπολεμησω αυτο το -πιο σοβαρο απο οσο ακουγεται- προβληματακι, μου εχουν προτεινει κατα καιρους διαφορα τεχνασματα.
ενα απο αυτα ειναι των "τεχνητων χασμουρητων", που μου το ειχε εισηγηθει ενας παλιος συγκατοικος. εκεινος, οταν επρεπε να σηκωθει πολυ νωρις, αρχιζε, απο το απογευμα σχεδον της προηγουμενης μερας, να μπαινει σε μια διαδικασια αυθυποβολης, παριστανοντας τον νυσταγμενο, κ σκουντουφλωντας με τον πιο γελοιο τροπο μεσα στις παντοφλες του, εκανε στα ψεματα πως χασμουριεται πιστευοντας πως ετσι θα προκαλεσει εγκαιρως στον εαυτο του νυστα - ελεγε, μαλιστα, οτι το ιδιο κολπο πιανει κ στο ξεβουλωμα των αυτιων μετα την προσγειωση.
ενα αλλο κολπο, αρκετα πιο ανθυγιεινο, ειναι αυτο της "προγραμματισμενης μεθης", το οποιο εφαρμοζε πιστα ενας παλιος συμφοιτητης πριν απο καθε πρωινη εξεταση μαθηματος. επινε τα κερατα του αποβραδυς, μεχρι που ξεραινοτανε στον υπνο με το μπουκαλι αγκαλια κ το πρωι τον ξυπνουσε, παντα, οπως ισχυριζοταν, την καταλληλη στιγμη, η διψα του. οι προφανεις παρενεργειες, βεβαια, της αφυδατωσης τον συνοδευαν σε ολοκληρη την εξεταστικη περιοδο, κ τα δεκαξι χρονια που του πηρε συνολικα μεχρι να αποφοιτησει.
το καλυτερο, παντως, σχετικο τεχνασμα, που εχω μεχρι στιγμης ακουσει, ειναι αυτο της "φανταστικης εκδρομης". ενας επισης παλιος φιλος ειχε διαπιστωσει απο μικρος οτι ενω δυσκολευοταν αφανταστα να αφησει το κρεβατι του για να παει στο σχολειο, οποτε επροκειτο να πανε ημερησια εκδρομη, κοιμοταν σαν πουλακι κ το πρωι σηκωνοταν μονος του αξημερωτα, πολυ πριν τους γονεις τους. ετσι ακομα κ τωρα, σαραντα κ χρονων ανθρωπος, καθε φορα που πρεπει να ξυπνησει πολυ νωρις, ξαπλωνει στο κρεβατι κ αποκοιμιεται μονολογωντας το ιδιο παντα μυστικιστικο νανουρισμα: "αυριο θα παμε εκδρομη, αυριο θα παμε εκδρομη.."
κ τελος παντων, τοσο ωραια μερα σημερα, αληθεια τι κανουμε εδω; γιατι δεν παει καποιος, επιτελους, ως το γραφειο των καθηγητων για να ζητησει ημερησια;

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

αϊνσταϊν

ενας φιλος αποφασισε να κοψει το τσιγαρο, επειδη εμφανιστηκε στον υπνο του ο νεκρος παππους του κ του αποκαλυψε τις βλαβερες συνεπειες του καπνισματος. αυτο πριν απο κατι μηνες. σημερα ειδα τυχαια καπου τον φιλο να πινει καφε κ να καπνιζει οπως κ πριν. τον ρωτησα αν τον επισκεφτηκε παλι στο ονειρο του ο παππους κ τον συμβουλεψε να το ξαναρχισει.
"οχι ακριβως", μου απαντησε. "αλλα ειδα ενα αλλο ονειρο: ειχαμε, λεει, οικογενειακο τραπεζι κ ηρθε καποια στιγμη κ ο παππους με ενα τσιγαρο στο χερι κ μου ζητησε φωτια. εγω σκεφτηκα, μεσα στο ονειρο, οτι το εκανε για να με δοκιμασει κ του απαντησα οτι το εχω κοψει. μετα αρχισε να ρωταει τους υπολοιπους: τον πατερα μου, τη μανα μου, τα αδερφια μου, τον αϊνσταϊν.." "τον ποιον;" τον διεκοψα αποτομα. "τον αϊνσταϊν, μωρε.. τον επιστημονα." "κ τι δουλεια ειχε, ρε, ο αϊνσταϊν στο οικογενειακο τραπεζι σας; σοϊ σας ειναι;" "ελα, ρε συ.. ονειρο ηταν, να πουμε.. δεν εχει λογικη εξηγηση." "καλα, με συγχωρεις.. συνεχισε", του ειπα. "που λες.. κανεις δεν ειχε φωτια. κ γυρνουσε ο καημενος ο παππουλης μου κ τους παρακαλουσε να του αναψουν το τσιγαρο του. αλλα τιποτα.. ολοι ηταν σκυμμενοι πανω απο τα πιατα τους κ δεν του διναν σημασια. εγω, τοτε, το ξανασκεφτηκα, εκει μεσα στο ονειρο, κ ειπα οτι σιγουρα ο παππους το κανει αυτο για να μας δοκιμασει ολους. αλλα δεν μπορουσα να καταλαβω τι ακριβως δοκιμασια ηταν αυτη; τι ηθελε ο παππους να δει; εαν καπνιζουμε ή μηπως εαν ακομα τον σκεφτομαστε κ αν τον αγαπαμε. κ ετσι αρχισα να αγχωνομαι. κ απο το πολυ το αγχος στο τελος ξυπνησα, που λες, σηκωθηκα, εψαξα, βρηκα καπου ενα πακετο που ειχα παρατημενο, εβγαλα ενα τσιγαρο απο μεσα κ το αναψα. ε.. κ ετσι αρχισα παλι να καπνιζω.." "κ ο παππους;" τον ρωτησα με γνησιο πια ενδιαφερον. "ο παππους στο τελος βαρεθηκε, πηρε τον αϊνσταϊν κ βγηκαν στην αυλη να παιξουν ταβλι."
κανονικα, στο σημειο αυτο, επρεπε μαλλον να ρωτησω ποιος κερδισε στην τιτανομαχια αϊνσταϊν-παππους, αλλα αντι για αυτο ειπα: "ποια αυλη, ρε; αφου σε πολυκατοικια μενετε κ εσυ κ οι γονεις σου." "ε, δεν ξερω", μου απαντησε ο φιλος, "μπορει να τρωγαμε στο σπιτι του αϊνσταϊν. μας το χρωστουσε, αλλωστε. σε ολα τα οικογενειακα τραπεζια που βλεπω μια ζωη στον υπνο μου παντα αυτος μας κουβαλιεται.."