Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

η δουλεια μου

νισυρος. μενω στα λουτρα. δυο χιλιομετρα μακρυα απο το μανδρακι, το λιμανι του νησιου. εδω τριγυρω δεν υπαρχουν μαγαζια. εχω αναγκη απο καφε κ το να παω με το ποδια μεχρι το χωριο, μες στο καταμεσημερο, δεν μου φαινεται κ πολυ καλη ιδεα. βρισκω καπου ενα φυλλαδιο για ντελιβερυ. παιρνω τηλεφωνο: "ναι.. φερνετε καφεδες στα λουτρα;" ντρεπομαι να τους ζητησω μονο εναν καφε, οποτε παραγγελνω δυο. εναν μετριο κ εναν σκετο.. ετσι για το ξεκαρφωμα. "κ ενα μεγαλο μπουκαλι νερο, παρακαλω." "ενταξει, αλλα θα αργησουμε λιγο, να ξερετε" "δεν πειραζει. δεν βιαζομαι." καθομαι στο τραπεζι του σαλονιου, που το εχω μετατρεψει σε γραφειο, κ αρχιζω να γραφω αυτην την ιστορια, χωρις να ξερω αν θα προκυψει καποια ανατροπη απο το γραψιμο ή απο την πραγματικοτητα την ιδια. ουτε δεκα λεπτα μετα φτανει η παραγγελια μου. "νομιζα οτι θα αργουσατε", λεω στο παιδι. "συγγνωμη, ηρθα γρηγορα, ε;", μου απανταει. μου αρεσει που ο κοσμος εδω απολογειται για την ταχυτητα του κ οχι για την ολιγωρια του. "ο μετριος ποιος ειναι;" τον ρωταω. "πιειτε τον σκετο πρωτα", μου απαντα, "αλλιως μετα θα σας φανει φαρμακι", μου λεει. "πώς το ηξερες οτι ειναι για μενα κ οι δυο;" "δεν το ηξερα.. το μαντεψα. αυτη ειναι η δουλεια μου." ενας μικρος φιλοσοφος πανω σε μηχανακι. του αφηνω ενα ευρω για φιλοδωρημα, αλλα κ παλι, δεν ξερω, νομιζω πως τον κλεβω

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

μια κουνημενη φωτογραφια

στο πλοιο για τη νισυρο. πενηνταρης, μαλλον δωδεκανησιος, καθεται στο καταστρωμα κ μιλαει μονος του. στην αρχη φαινεται σαν να μιλαει στο τηλεφωνο, αφου αναμεσα στα λογια του μεσολαβουν μεγαλες παυσεις. ο,τι λεει εχει εναν μακροσυρτο παραπονιαρικο ερωτηματικο τονο. σαν να ψαχνει απαντησεις που δεν προκειται να του δοθουν ποτε. επειτα, αρχιζει να φωναζει. ολοι γυριζουν κ τον κοιταζουν. βαραει το χερι του στο πλαστικο τραπεζι, βριζει κ καταριεται. οι ελληνες γελουν, οι αλλοδαποι τρομαζουν. γινεται η ατραξιον της διαδρομης. οι ταξιδιωτες αποσυρουν το ενδιαφερον τους απο τα βραχια κ τους γλαρους κ στρεφουν τα κινητα τους προς το μερος του. το οργισμενο παραληρημα του κινειται εναλλαξ, αλλοτε προς το πολιτικο προσωπικο της χωρας που "τον προδωσε" κ αλλοτε προς μιαν ελενη που "δεν τον πιστεψε ποτε" - στη συνεχεια, παραδοξως, το σχημα αυτο λειτουργει κ αντιστροφα. καποιος απο το πληρωμα τον πλησιαζει, του απευθυνεται σαν να ειναι φιλος του, δικος του ανθρωπος, κ του λεει να ηρεμησει. "ηρεμος ειμαι", του απανταει αυτος κ του δειχνει ποσο σταθερα ειναι τα χερια του, λες κ του ζητησαν να τραβηξει φωτογραφια κ αυτος υποσχεται οτι δεν θα βγει κουνημενη. "καλα, μην φωναζεις παντως.. ενοχλεις τον κοσμο", του λεει ο ενστολος κ απομακρυνεται. αυτος κοιταζει εκπληκτος τριγυρω του. λες κ μολις ανακαλυψε πως δεν ταξιδευει μονος. ντρεπεται. σταματαει τις φωνες κ αρχιζει το τραγουδι: "λε.. μωρε, λεμο.. νακι μυρωδατο.." τραγουδαει ομορφα, αν κ η φωνη του σπαει διαρκως. λιγο παρακατω, εκει οπου ο στιχος παρακαλαει το λεμονακι να "μην παραμυριζει τοσο", του βγαινει ενας λυγμος κ ξαφνικα, η ηρεμη ως τωρα θαλασσα, αρχιζει τους κυματισμους κ αυτη ετσι, για να τον σιγονταρει

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

το κουτακι

γυριζοντας, πριν λιγο, προς το σπιτι, σταματαω να παρω καπνο σε ενα περιπτερο. διπλα στο ψυγειο στεκεται ενας τυπος με μια μπυρα στο χερι, ο οποιος μοιαζει, οχι μονο σαν να θελει κατι να μου πει, αλλα σαν να με περιμενε εκει ολο το βραδυ για να μου κανει την ερωτηση του ενος εκατομμυριου. "ρε φιλαρακι, να σε ρωτησω κατι;" μου λεει. "μην του απαντας.. θα μπλεξεις", πεταγεται ο περιπτερας, που προφανως δεν ειναι φιλος μου στο φεϊσμπουκ. "πες μου, σε παρακαλω, ειναι σωστα πραγματα αυτα;" συνεχιζει ο αγνωστος, σχηματιζοντας με το χερι του κατι σαν κυκλο στον αερα. "ποια αυτα;" τον ρωταω, αν κ δεν ειμαι καθολου σιγουρος αν μπορει σταληθεια να γινει πιο συγκεκριμενος. "αυτα", μου ξαναλεει φωναζοντας αυτη τη φορα κ με το χερι του σχηματιζει εναν κυκλο ακομα μεγαλυτερο εντασσοντας μες στα "αυτα" τον δρομο, τη νυχτα, τη μπυρα, το περιπτερο, την πολη κ ολοκληρο το συμπαν. η φωνη του εχει κατι απο θυμο αλλα κ απο παραπονο. "ασε τον ανθρωπο ησυχο", φωναζει απο μεσα κ ο περιπτερας, με τον οποιον μαλλον ουτε στην κανονικη ζωη δεν προκειται να γινουμε μια μερα φιλοι. "οχι, δεν ειναι ωραια πραγματα αυτα", του απαντω για να παω με τα νερα του κ να απεμπλακω απο τον διαλογο. "οχι, ρε φιλαρακι.. οχι, λαθος κανεις", μου λεει πολυ πιο ηρεμα τωρα, "ωραια ειναι ολα αυτα τα πραγματα.. σωστα δεν ειναι. αυτο ειναι κ το προβλημα." κ αμεσως δινει μια κ βουταει μες στο κουτακι που κραταει στο χερι του κ εξαφανιζεται για παντα

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

η μαστιγα

πριν κατι χρονια ειχα παει με εναν φιλο μου μια βολτα με το αμαξι στο νοτιο πηλιο. ηταν κατακαλοκαιρο κ οι δρομοι γεματοι απο παραθεριστες που πηγαινοερχονταν απο τα ορεινα προς τα παραθαλασσια χωρια κ το αντιστροφο. καποια στιγμη, καπου εκει αναμεσα σε αργαλαστη κ λαυκο, βλεπει ο φιλος μια χελωνα να διασχιζει καθετα τον δρομο κ μου φωναζει εξαλλος σχεδον να σταματησω. εγω βγαζω φλασ, σταματαω καπου στην ακρια κ τον ρωταω τι επαθε. "δεν βλεπεις;" μου λεει, "μια χελωνα." "ε, την ειδα", του απανταω, "δεν θα την πατουσα." "εσυ ισως οχι", μου λεει, "αλλα μπορει καποιος μετα απο εμας να μην την προσεξει κ να τη συνθλιψει κατω απο τις ροδες του. τοσα αυτοκινητα κυκλοφορουν.. αντε, παμε να τη βοηθησουμε."
κατεβαινουμε απο το αμαξι κ παμε απο πανω της. η χελωνα, τρομαγμενη μαλλον απο το φρεναρισμα μου, εχει λουφαξει μεσα στο καβουκι της - μπορει κ να μην ακουν οι χελωνες κ να λεω βλακεια τωρα, αλλα τελος παντων, δεν ειναι αυτο το θεμα μας. την πιανουμε, λοιπον, τη σηκωνουμε κ την ακουμπαμε αναμεσα στις φτερες διπλα απο την ασφαλτο. ειδα κατι αλλους εκδρομεις, που περνουσαν την ωρα εκεινη απο εκει, να μας χαιρετουν, μαλλον επαινοντας την πραξη μας, αλλα δεν ειμαι κ σιγουρος.. μπορει κ να μας μουτζωναν. γυρναμε στο ανταμομπιλ, μπαινουμε μεσα σιγουροι πως εχουμε κανει την καλη πραξη της ημερας κ πριν προλαβω να βαλω παλι μπρος, βλεπουμε την χελωνα να ξεμυτιζει ξανα μεσα απο την πηλιορειτικη χλωριδα κ να αρχιζει να διασχιζει με τη χαρακτηριστικη της ταχυτητα το οδοστρωμα. προφανως, ετσι οπως ειχε κρυφτει μεσα στο καβουκι της κ δεν μπορουσαμε να δουμε το κεφαλι της, οταν τη μαζευαμε, δεν καταλαβαμε κ το προς τα πού πηγαινε. κοιταζομαστε, αναρωτιομαστε ποσο μεγαλη μαλακια εχουμε κανει, ποσο μεγαλη μαστιγα της φυσης ειναι ο ανθρωπος, ακομα κ οταν θελει να κανει το καλο, ποσο πολυ εχουμε αργησει στα τσιπουρα που μας περιμεναν κ φευγουμε οσο πιο γρηγορα μπορουμε, αποφευγοντας απο ντροπη να κοιταξουμε προς την πλευρα του ερπετου.
"ναι", μου λεει ο φιλος, αφου εχουμε ηδη λιγακι απομακρυνθει, "αλλα κριμα δεν ειναι η καημενη.. ειχε κανει ηδη τη μιση αποσταση κ εμεις τη γυρισαμε ξανα στην αφετηρια. κ αν την περιμενει κ αυτην καπου μεσα στο δασος η παρεα της; φαντασου εμας, μετα απο τοσο δρομο, να ερχοταν, λεει, ενα χερι να μας αρπαζε κ να μας γυριζε πισω στον βολο.." ειχε δικιο. δεν ηταν αργα για να αποκαταστησουμε τη ζημια που ειχαμε αθελα μας κανει στο οικοσυστημα. οποτε, σταματαω ξανα στην ακρια κ κανω στα γρηγορα αναστροφη για να προλαβουμε να διορθωσουμε το πρωτο λαθος με ενα αλλο γελοιοτερο.
οταν φτανουμε, ομως, εκει οπου την εχουμε αφησει, βλεπουμε ενα αλλο αμαξι σταματημενο με αλαρμ στη μεση του δρομου κ αλλα δυο απο πισω του να περιμενουνε. σταματαμε κ εμεις. διπλα τους, ενας τυπος κανει κατι σαν τροχονομια, ενω ενας αλλος σηκωνει τη χελωνα -τη δικια μας χελωνα- απο το εδαφος κ την πηγαινει ξανα εκει απο οπου ειχε ξεκινησει. "οχι, οχι, παιδια", τους φωναζουμε, "λαθος κανετε. απο την αλλη παει." "κ εσεις πού το ξερετε;" ρωτανε αυτοι. "τελειωνετε, ρε", τσιριζουν οι αλλοι οδηγοι. ερχεται κ το λεωφορειο απο την αλλη κατευθυνση κ αρχιζει να μας κορναρει δαιμονισμενα.
μεσημερι, καλοκαιρακι, καπου σαραντα υπο σκια, τα αλατια να βραζουν πανω στην επιδερμιδα κ ο γλυκανισος να ξεροψηνει τα εγκεφαλικα μας κυτταρα. μοιραια αρχιζουμε να τσακωνομαστε. ολοι εναντιον ολων. ακομα κ ο φιλος μου με μενα. ακομα κ εγω με τον εαυτο μου. μια ωραιοτατη πολυεπιπεδη συγκρουση, απο αυτες που τροφοδοτουν τη λογοτεχνια κ ρημαζουν τη βιοποικιλοτητα.
να πω την αληθεια, δεν θυμαμαι πώς τελειωσε αυτη η ιστορια, αλλα ενταξει.. 150 χρονια λενε πως ζουνε οι χελωνες. να ειναι καλα η συγκεκριμενη, θα εχει πολυ υλικο να αφηγειται, οταν γερασει, στα τετρασεγγονα της

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

τι γινεται στον κοσμο

καθε μεσημερι, γυριζοντας στο σπιτι, θα σταματησει στο περιπτερο, θα σταθει μπροστα στις κρεμασμενες εφημεριδες κ θα χαζεψει τα πρωτοσελιδα τους. οποιος περασει απο διπλα, θα τον ακουσει να μουρμουρα παντα τα ιδια λογια: "τσ, τσ.. τι γινεται στον κοσμο.." αν καποιος του απαντησει, μπορει κ να πιασει εκει, στα ορθια, μια συντομη κουβεντα, που θα πηγαινει συνηθως καπως ετσι:
"τσ, τσ.. τι γινεται στον κοσμο.."
"χαμος, ε;"
"ναι, ναι.. χαλασε ο κοσμος, χαλασε.."
"μα, δεν φταιει κανενας αλλος, κυριε μου.. εμεις φταιμε που.."
"ναι, ναι.. εμεις φταιμε. εγω κυριως, δηλαδη."
υστερα θα αφησει τον συνομιλητη του παρεα με τις αποριες του κ θα γυρισει σπιτι. θα φαει, θα πεσει λιγο για να κοιμηθει κ υστερα το απογευμα, τωρα που καλοκαιριασε, θα σηκωθει, θα φτιαξει εναν καφε, θα βγει εξω στο μπαλκονακι του κ θα απλωσει τον εαυτο του πρωτοσελιδο, μηπως κ τον προσεξει κανεις περαστικος κ ενδιαφερθει να δει τι γινεται κ στον δικο του κοσμο.