Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

η αφιερωση

ειχα εναν φιλο καποτε που ειχε μεγαλο ταλεντο στο να γραφει αφιερωσεις στα βιβλια που δωριζε. ηταν ολες τους τοσο πετυχημενες, που θυμαμαι οτι στις γιορτες κ τα γενεθλια περιμεναμε πώς κ πώς να ξετυλιξουμε τα δωρα του για να τις διαβασουμε. το κολπο του ηταν απλο, αλλα πολυ πρωτοτυπο: εγραφε κ υπεγραφε τις αφιερωσεις, οχι ως ο ιδιος, οπως κανει ολος ο κοσμος, αλλα ως ο εκαστοτε συγγραφεας. εκανε δωρο, ασπουμε, σε καποιον τον "τελευταιο πειρασμο" κ εγραφε στην πρωτη του σελιδα: "στον αδερφικο μου φιλο τον βασιλη το θεριο, πνευμα λεφτερο, ψυχη αχορταγη, νικος καζαντζακης" ή εδινε σε καποιον αλλον τις "ερωτικες ιστοριες καθημερινης τρελας" κ εβαζε αφιερωση: "στον γιωργο το παλιοτομαρο, που κατεβαζει τα μπερμπον σαν νεροχυτης, με αγαπη τσαρλς μπουκοφσκι". χθες βραδυ εψαχνα κατι στη βιβλιοθηκη μου κ επεσα πανω στην "κυρια νταλαγουεϊ". αν κ εχουν περασει πολλα χρονια απο τοτε, θυμηθηκα οτι ηταν δωρο του εν λογω φιλου κ το ανοιξα για να δω ξανα την αφιερωση. διαβασα: "ευχαριστω για την υπεροχη βραδια.. παω να ριξω μια βουτια στο ποταμι.. κλεισε τον θερμοσιφωνα.. βιρτζινια."

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

η ρυθμιση

καποτε ειχα παει με την παρεα μου σε ενα χωριο του πηλιου για φαγητο. καθισαμε στην πλατεια κατω απο τον πλατανο, κ αφου φαγαμε κ ηπιαμε, το ριξαμε στους γνωστους μας πλατανικους διαλογους - απο τους οποιους προκυπτει συνηθως κ το υλικο των σχεδον αυθεντικων διαλογων που διαβαζετε εδω. αν κ γενικα, τοσο εγω οσο κ οι φιλοι μου, ειμαστε ολοι μας πολυ σοβαροι κ υπευθυνοι ανθρωποι, παραδοξως η κουβεντα καποια στιγμη καπως, ασπουμε, εκτροχιαστηκε κ αρχισαμε να λεμε τη μια βλακεια μετα την αλλη. μεχρι που καποιος ρωτησε αν εχουμε σκεφτει πώς θα περασουμε τη μερα της συντελειας. ηταν τοτε, το φθινοπωρο του 2012, λιγες βδομαδες πριν το τελος του κοσμου, οπως το ειχαν προφητευσει οι προκολομβιανοι πολιτισμοι, κ αυτου του ειδους οι συζητησεις ηταν πολυ δημοφιλεις ακομα κ μεταξυ υπευθυνων κ σοβαρων ανθρωπων, οπως εγω κ οι φιλοι μου. παρολα αυτα, ομως, η ερωτηση του φιλου μας, οσο ναναι, μας ταραξε λιγο, εξαιτιας κυριως του τροπου με τον οποιον ειχε διατυπωθει. λες κ η ημερα της αποκαλυψης θα ηταν κατι σαν την πρωτοχρονια ή σαν ενας συνδυασμος του αγιου βαλεντινου με του αγιου βαρθολομαιου, ανημερα παντα. αφου ξεπερασαμε, παντως, το αρχικο μας σαστισμα, αρχισαμε να πλειοδοτουμε σε χαζομαρα, λεγοντας ο καθενας τι θα εκανε, αν μαθαινε πως οντως ο κοσμος θα καταστρεφοταν μεσα σε λιγες εβδομαδες. αλλος ειπε οτι θα αγοραζε μετοχες, αλλος οτι θα μαθαινε μια ξενη γλωσσα, αλλος οτι θα πηγαινε να κανει ρυθμιση των οφειλων του προς το δημοσιο. τελικα, τον ατυπο αυτον διαγωνισμο τον κερδισε ενας απο την παρεα που ειπε με απολυτη σιγουρια οτι αυτο που θα εκανε, αν μαθαινε πως ερχεται η συντελεια, θα ηταν να εβαφε το σπιτι του. κ υστερα, ικανοποιημενοι που μπορουσαμε να βρουμε απαντηση ακομα κ στο πιο παραλογο ερωτημα, συνεχισαμε απτοητοι να πινουμε κ να κουβεντιαζουμε κατω απο τον πλατανο. η δε συντελεια εγινε ακριβως οπως ειχε προγραμματιστει, κανονικα, καπου στα μεσα δεκεμβριου, αλλα μας πετυχε πανω στο χανκοβερ κ δεν την πολυκαταλαβαμε..

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ο τραμπούκος

περπαταω το απογευμα στην παραλια. με σταματαει μια γυναικα κ μου ζηταει τσιγαρο. της λεω οτι εχω καπνο κ με ρωταει αν μπορω να της δωσω λιγο. της δινω. παω να της δωσω κ χαρτακι για να στριψει, αλλα αυτη δεν θελει. "θα παρω απο αλλον", μου λεει, "..ευκαιρια να μιλησω με ακομα εναν ανθρωπο." δεν την παρεξηγω.. δυσκολο πραγμα η μοναξια αυτην την εποχη. κ μπορει ο απριλης να ειναι ο μηνας ο σκληρος, που λεει κ ο ποιητης, αλλα ο πραγματικος τραμπουκος της παρεας νομιζω πως ειναι ο σεπτεμβριος

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

ο πύργος

Είδα σήμερα έναν νεαρό στον δρόμο να περπατά κρατώντας έναν χάρτη και μια εφημερίδα. Σκέφτηκα ότι θα πέρασε σε κάποια από τις σχολές της πόλης μας και ότι θα ψάχνει τώρα για διαμέρισμα. Μετά αναρωτήθηκα πόσα από τα παιδιά της ηλικίας του χρησιμοποιούν πλέον χάρτινους χάρτες και εφημερίδες.
Ο νεαρός, που φαινότανε λίγο πελαγωμένος, είδε που τον κοιτούσα και πήρε το θάρρος, με πλησίασε και με ρώτησε: «Σύγγνωμη, μήπως μπορώ να χρησιμοποιήσω λίγο το τηλέφωνο σας; Είναι ανάγκη.» «Έλα, ρε φίλε», αντέδρασα σχεδόν με θαυμασμό, «δεν έχεις καν κινητό; Ποιος είσαι; Ο Χριστός;» «Έχω», μου απάντησε γελώντας ντροπαλά, «αλλά το έχει τώρα ο πατέρας μου. Ψάχνουμε από το πρωί για διαμέρισμα. Εκείνος με τη βοήθεια της τεχνολογίας κι εγώ με τον παραδοσιακό τρόπο. Αλλά τώρα τον έχασα και πρέπει να στείλω επειγόντως ένα μήνυμα.» Του έδωσα το τηλέφωνό μου κι ενώ έγραφε σε αυτό από το ύφος του, για κάποιο λόγο, συμπέρανα ότι το μήνυμα προοριζόταν για το κορίτσι του. Σκέφτηκα ότι της έγραφε κάτι του τύπου: «Μην με πάρεις τηλ. Το έχει ο μπαμπάς. Θα σε πάρω εγώ μετά» και τότε μου ήρθε μια απρόσκλητη ανάμνηση.
Θυμήθηκα τότε, στα βάθη του προηγούμενου αιώνα, όταν δεν είχαμε ακόμα κινητά τηλέφωνα, που ο δικός μου ο πατέρας καμιά φορά, έτσι για πλάκα, εκμεταλλευόταν την ομοιότητα που είχαν οι φωνές μας και απαντούσε στα σταθερά τηλεφωνήματα των φιλενάδων μου παριστάνοντας εμάνα. Κατά βάθος πάντα πίστευα ότι οι μισές, τουλάχιστον, εφηβικές μου απογοητεύσεις σε εκείνο το αστείο οφείλονταν. Κι ας ήταν συνήθως καταφανώς άλλη η πραγματικότητα.
«Σε ποια σχολή πέρασες;» τον ρώτησα όταν μου επέστρεψε τη συσκευή. «Σε καμία», μου απάντησε. Δεν ψάχνουμε για μένα. Χωρίζουν οι γονείς μου και τον βοηθάω να βρει σπίτι τώρα που πρέπει να μετακομίσει.» Το παιδί συνέχισε να μου μιλάει, αλλά δεν τον άκουγα πια. Τη φωνη του την είχε πια υπερκαλύψει ο πάταγος που έκανε ο πύργος των βιαστικών συμπερασμάτων μου καθώς κατέρρεε.