Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Καλώς τον κύριο Στάλιν!

Μόλις τρεις μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2004 είχαμε Ευρωεκλογές. Μια διαδικασία που κατά κοινή ομολογία θεωρείται εύκολη για τους δικαστικούς αντιπροσώπους. Ωστόσο, το όνομα μου δεν συμπεριλήφθη τελικά στους διορισμούς της δικαστικής αρχής κι αυτό με στεναχώρησε ιδιαίτερα, κυρίως επειδή οι εκλογές ήταν στις αρχές καλοκαιριού και ήδη έκανα σχέδια διακοπών υπολογίζοντας και στα λεφτά της ειδικής αποζημίωσης.

Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δύο χρόνια μέχρι να ξαναγίνουν εκλογές και να απολαύσω και εγώ τα παράπλευρα οφέλη τους. Οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές του 2006 διεξήχθησαν και επαναλήφθηκαν, όπου αυτό ήταν απαραίτητο, στις 15 και 22 Οκτωβρίου. Ο διορισμός μου ήταν αυτή τη φορά στο Δήμο Βόλου, σε τμήμα που στεγαζόταν στο 7ο Λύκειο της πόλης. Επειδή, όσο εγώ ήμουν μαθητής τα Γενικά Λύκεια του Βόλου ήταν μόλις πέντε, δεν ήξερα που ακριβώς βρισκόταν το σχολείο αυτό και ως εκ τούτου ρώτησα να μάθω. Το βρήκα τελικά κάπου ψηλά, πάνω από τον Περιφερειακό, δίπλα σχεδόν στις φυλακές, σε ένα πολύ καινούριο σχολικό συγκρότημα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα καν προσέξει.
Για γραμματέα και στις δύο Κυριακές της αναμέτρησης «προσέλαβα» το φίλο μου το Βαγγέλη, ο οποίος μόλις ένα μήνα πριν είχε χάσει τη δουλειά του και σε σχέση με άλλους υποψήφιους γραμματείς είχε πολύ σοβαρότερη ανάγκη από ένα-δύο μεροκάματα.
Ενδυματολογικά, στις εκλογές αυτές προτίμησα να αφήσω στη ντουλάπα τη στολή μου. Ούτως ή άλλως είχα ήδη αρχίσει να καθιερώνω την εμφάνιση σακάκι-παντελόνι τζιν-πουκάμισο απ’ έξω-αθλητικά παπούτσια για τις ώρες της δουλειάς. Και προφανώς δε φόρεσα γραβάτα.
Στ’ αλήθεια δυσκολεύομαι πολύ να θυμηθώ κάποιο ιδιαίτερο επεισόδιο που να σημάδεψε αυτές τις δύο Κυριακές. Η εφορευτική επιτροπή ήταν όλοι τους φιλότιμα καλά παιδιά, ο Βαγγέλης τυπικός κι ευγενικός και γενικά όλα κυλήσανε ομαλά και προβλεπόμενα. Αναμφισβήτητα, όμως, την παράσταση έκλεψε τελικά για ακόμα μια φορά ένας από τους ψηφοφόρους.
Την ώρα που ένας ηλικιωμένος κύριος έκανε τη δουλειά του μέσα από το παραβάν, ο γραμματέας μου με σκούντηξε διακριτικά και με ένα βλέμμα γεμάτο ενθουσιασμό μου έδειξε με τρόπο την ταυτότητα που είχε πάνω στο θρανίο του.
«Τι θες μωρέ;», τον ρώτησα εγώ βαριεστημένα.
«Το όνομά του! Κοίτα, μαλάκα! Κοίτα!», ούρλιαξε εκείνος ψιθυρίζοντας.
Σκύβω κι εγώ και τι να δω… Επώνυμο: Μεταξάς. Όνομα: Στέλιος – Στάλιν!!!
Ήταν πολύ πρωί, ευτυχώς, και χαλαρή ακόμα η προσέλευση του κόσμου. Έτσι μόλις ο ψηφοφόρος μας τελείωσε με το εκλογικό καθήκον του, αμέσως τον αρπάξαμε διψώντας να ακούσουμε την ιστορία που με δυσκολία κρυβόταν πίσω από το όνομά του.
«Ε! Οι γονείς μου ήτανε κομμουνιστές… Κι άμα σας πω πως με βαφτίσανε κανονικά μέσα σε εκκλησία… Ναι, ναι, με παπά, σας λέω, κανονικά… Και μάλιστα μέσα στη κατοχή… Ναι, ναι, στον Προφήτη Ηλία… Κι είχανε, λέει, μαζευτεί τριγύρω εκεί στις Αλυκές όλα τα Τάγματα Ασφαλείας… Αν ξέρατε τι ξύλο έχω φάει σε όλη μου τη ζωή για αυτό το γαμημένο όνομα… Αφήστε με τώρα, όμως, που ακόμα είναι νωρίς να πάω να ρίξω τη βάρκα μου κι άλλη φορά τα λέμε… »
Και κάπως έτσι ο πατερούλης έφυγε αφήνοντάς μας κάτι να ασχολούμαστε για το υπόλοιπο της μέρας. Την άλλη Κυριακή, στην επανάληψη των εκλογών, μόλις τον είδε ο Βαγγέλης να μπαίνει πάλι μες στο τμήμα μας, δεν άντεξε και φώναξε:
«Καλώς τον κύριο Στάλιν!»
Κι ύστερα, γυρνώντας προς το μέρος μου, συμπλήρωσε:
«Ποτέ μου δεν περίμενα στα σοβαρά να πω τέτοια κουβέντα.»

Τη δεύτερη Κυριακή, όπως και ήταν φυσικό, η συμμετοχή των ψηφοφόρων ήταν σημαντικά μικρότερη. Ήταν πολλοί εκείνοι που αρνήθηκαν να μπούνε καν στο δίλημμα να επιλέξουν ανάμεσα στους δύο πλειοψηφήσαντες. Έτσι και η δική μας η δουλειά υπήρξε αρκετά πιο εύκολη.
Κάποια στιγμή το απόγευμα στο τέλος βαρεθήκαμε. Τα μέλη της εφορευτικής μου ζήτησαν να τους αφήσω να πάνε να πάρουνε καφέ κι εγώ αποφάσισα να κάνουμε όλοι, ως τμήμα γενικά, δέκα λεπτά διάλειμμα. Άφησα μες στην αίθουσα το γραμματέα μου να ψάχνει τον κατάλογο των εγγεγραμμένων για άλλα πιο παράδοξα ονόματα και βγήκα κι εγώ μια βόλτα στο διάδρομο.
Αν και οι πιο πολλές από τις αίθουσες είχαν μετατραπεί σε ναούς ή έστω παρεκκλήσια του πολιτεύματος, ωστόσο υπήρχαν και δυο-τρεις μικρότερες που δεν χρησιμοποιούνταν και ανέπαφες από το πανηγύρι της λαϊκής μας βούλησης, επέμεναν να μαρτυρούν απλά τη σχολική τους καθημερινότητα. Έριξα μια ματιά στα χαραγμένα πάνω στα θρανία σύγχρονα συνθήματα και μελαγχόλησα, αφού δε μπόρεσα να καταλάβω τίποτα. Βρήκα και ένα-δυο ξεχασμένα βιβλία και τετράδια, που μου φανήκαν επίσης θλιβερά κι έτσι κι αυτά γρήγορα τα παράτησα. Θυμήθηκα πως όταν ήμουν μαθητής και βρίσκαμε μετά τις εκλογές να έχουν ξεμείνει μες στην τάξη μας τσαλακωμένα απομεινάρια της κυριακάτικης εισβολής, μας φαίνονταν παράδοξα, δείγματα ενός άγνωστου πολιτισμού και προϊόντα ενός σύμπαντος παράλληλου. Και ζωγραφίζοντας αστεράκια, αρχίδια και καρδιές πλάι στα ονόματα των υποψηφίων βουλευτών, γελοιοποιούσαμε μιμούμενοι τον κόσμο των μεγάλων.

Δυο βδομάδες μετά την ολοκλήρωση των εκλογών συνέβησαν –την ίδια μέρα ακριβώς- δυο πολύ σημαντικά για τη ζωή μου γεγονότα. Πρώτον, έχασα τον πατέρα μου, ο οποίος, αν δεν είχε το, μοιραίο τελικά, θέμα με την υγεία του, ενδεχομένως και να ήταν υποψήφιος στις εκλογές που μόλις είχαν γίνει. Νομίζω ότι αυτό υπήρξε πάντα απωθημένο του, αν και η αλήθεια είναι ότι άργησε πολύ να το εκδηλώσει. Δεύτερον, κυκλοφόρησαν οι «Πριγκιποδουλειές», το πρώτο μου βιβλίο.

Έπρεπε να περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια μέχρι να διοριστώ ξανά δικαστικός αντιπρόσωπος, αφού στις βουλευτικές του 2007 ο Άρειος Πάγος μάλλον αδιαφόρησε για τη συνεισφορά μου στην εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών και με άφησε να παρακολουθώ τις εκλογές από τον καναπέ μου. Μάλιστα, είχα θυμώσει τόσο με την απόφαση αυτή, που είχα απειλήσει (ποιον;) πως δε θα πάω να ψηφίσω τελικά ή πως θα πάω και θα ρίξω άκυρο ή πως θα κάνω ότι περνούσε από το χέρι μου να δυσκολέψω τη ζωή του αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής που θα βρισκότανε στο τμήμα μου. Τόσο πολύ με είχε τυφλώσει ο φθόνος μου.
Πάλι καλά που δεν υπάρχουν στη Δημοκρατία αδιέξοδα.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Τελειώσατε!

Δυόμιση χρόνια μετά έγιναν βουλευτικές εκλογές. Επειδή την περίοδο εκείνη ουσιαστικά ζούσα στην Αθήνα, επέλεξα στη δήλωση προτίμησης να σημειώσω πως επιθυμώ να διοριστώ σε μια από τις εκλογικές περιφέρειες του Λεκανοπεδίου. Τελικά διορίστηκα στη Β’ Πειραιώς, σε κάποιο εκλογικό τμήμα του Δήμου Κερατσινίου.
Αυτή τη φορά δεν είχα κοντά μου γνωστούς μου παλαιότερους συναδέλφους για να συμβουλευτώ, αλλά ευτυχώς κάποιος άλλος, σχεδόν συνομήλικός μου, δικηγόρος από το Βόλο είχε διοριστεί σε κάποιο κοντινό τμήμα και έτσι μοιραστήκαμε την ανασφάλειά μας κάνοντας μαζί όλες τις προκαταρκτικές πράξεις που πρέπει να κάνει ένας δικαστικός αντιπρόσωπος (παραλαβή εκλογικού σάκου, δήλωση ανάληψης καθηκόντων κ.λπ.). Με τον συνάδελφο αυτόν η τύχη τα έφερε μάλιστα να βρεθούμε αργότερα αντίπαλοι στις δημοτικές εκλογές του 2010, όπου, ευτυχώς για τη Δημοκρατία και το Δήμο μας, εκείνος εξελέγη, ενώ εγώ περιορίστηκα στην κατά τα άλλα τιμητική δωδέκατη θέση του συνδυασμού και μια βδομάδα μετά έφυγα τελικά για το Παρίσι.

Για γραμματέα μου στις εκλογές του 2004 διάλεξα τη Μαρίτα, που τότε ζούσε επίσης στην Αθήνα και δούλευε κάνοντας, νομίζω, φροντιστήρια. Μια μέρα πριν προετοιμάσαμε μαζί το υλικό των εκλογών στο σπίτι όπου έμενε και το οποίο βρισκόταν στα Πατήσια. Εγώ εκείνη τη χρονιά κοιμόμουν κυρίως στο Χαλάνδρι, αλλά το βράδυ πριν την Κυριακή προτίμησα να μείνω στα Εξάρχεια, στο παλιό φοιτητικό μου διαμέρισμα, προκειμένου το επόμενο πρωί να έχουμε να διανύσουμε όσο το δυνατόν μικρότερη απόσταση.
Θυμάμαι επίσης πως το βράδυ του Σαββάτου τσακώθηκα άγρια με την τότε σύντροφό μου, κάτι που άλλωστε συνέβαινε συχνά και φυσικά τις πιο πολλές φορές για λόγους μάλλον φαιδρούς και ακατανόητους. Ωστόσο, εκείνος ο προεκλογικός καυγάς με είχε πειράξει αρκετά και εξαιτίας του δεν κατάφερα να κοιμηθώ όσο θα ήθελα και την επόμενη σερνόμουν κυριολεκτικά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μου. Το μεσημέρι η φίλη μου ήρθε να με δει στο εκλογικό μου τμήμα και μου έφερε καφέ, νερό και μια τυρόπιτα. Η αλήθεια είναι πως δεν το περίμενα και μάλιστα μου έκανε εντύπωση που είχε καταφέρει να με βρει, αν και δεν είχα φροντίσει να της πω σε ποιο σχολείου θα βρισκόμουν. Την ευχαρίστησα και ύστερα δώσαμε ένα μικρό φιλί συμβιβασμού και συμφιλίωσης, προσφέροντας έτσι στην εφορευτική επιτροπή τροφή για αρκετό κουτσομπολιό μέχρι να κλείσει η κάλπη.

Γενικά, από τις εκλογές εκείνες δεν έλειψαν τα επεισόδια. Ένας παππούς, αν και δεν ήταν γραμμένος στους καταλόγους του τμήματός μας, ήρθε τρεις-τέσσερις φορές παρακαλώντας μας να τον αφήσουμε να ψηφίσει. Ο άνθρωπος θυμόταν προφανώς πως το εκλογικό του τμήμα βρισκόταν στις προηγούμενες αναμετρήσεις εκεί που τώρα ήμασταν εμείς και δε μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα πως αυτά τα πράγματα καμιά φορά αλλάζουν. Όσο μπορούσα πιο ευγενικά του υπέδειξα να αναζητήσει το οικείο τμήμα του στους καταλόγους που, όπως συνηθίζεται, βρίσκονταν αναρτημένοι στην είσοδο εκείνου του σχολείου. Φρόντισα, μάλιστα, να στείλω μαζί του και ένα από τα μέλη της εφορευτικής για να τον βοηθήσει. Ωστόσο κανένα μισάωρο μετά τον είδα να επιστρέφει – ήθελε λίγη ώρα αναγκαστικά για να κατέβει και να ανεβεί ξανά με το μπαστούνι του τη σκάλα και η αίθουσα μας ήταν δυστυχώς στο δεύτερο, σκέτη ταλαιπωρία. Την ώρα εκείνη είχε σχηματιστεί ουρά και ακόμα και οι πιο αναποφάσιστοι εκλογείς φαίνονταν ανυπόμονοι και αρκετά ενοχλημένοι.
«Σας είπα, κύριε, δεν είναι εδώ το τμήμα σας. Τι να σας κάνω;»
«Έλα, βρε αγόρι μου! Μη με βασανίζεις άλλο, σε παρακαλώ! Άσε με να ψηφίσω εδώ! Ποιος θα το καταλάβει;»
«Μα αυτό, σας λέω, δε γίνεται. Αν σας αφήσω, θα είναι σα να κάνουμε νοθεία!»
Αυτό το τελευταίο το είπα μήπως και τον τρομάξω περισσότερο, μα πιο πολύ εκείνο που κατάφερα ήταν να προκαλέσω την οργή του πλήθους.
«Αλλού ξέρετε και τις κάνετε τις νοθείες σας… Τώρα σας έπιασε ο πόνος;»
«Άσε τον ανθρωπάκο να ψηφίσει, ρε! Δε ντρέπεσαι; Αυτός θα μπορούσε να ήτανε παππούς σου!»
Μπροστά στα ακλόνητα αυτά επιχειρήματα φαντάζομαι ότι ακόμα κι ο Κλεισθένης μάλλον θα υποχωρούσε.
Δεν πρόλαβε να ηρεμήσει κάπως η κατάσταση –ήρθε ευτυχώς κάποιο από τα αληθινά εγγόνια του παππού που ήξερε που τελικά ψηφίζει και κάπως έτσι κόπασε προσωρινά η ένταση- και άρχισε ο δεύτερος ο γύρος. Αυτή τη φορά η αλήθεια είναι πως όλα ξεκινήσανε από ένα λάθος της επιτροπής, το πιο ασυγχώρητο από όσα μπορεί μια εφορευτική να κάνει. Ο νεαρός που χορηγούσε στους εκλογείς την ώρα εκείνη ψηφοδέλτια, παρέλειψε να συμπεριλάβει ένα σε αυτά, ενώ εξυπηρετούσε μια ήδη αγανακτισμένη ψηφοφόρο. Και προφανώς ξέχασε να της δώσει το ψηφοδέλτιο του κόμματος που αυτή επιθυμούσε να ψηφίσει.
«Τρέξτε! Βοήθεια! Φωνάξτε τα κανάλια τώρα να μάθουν όλοι τα αίσχη που γίνονται εδώ!», βγήκε από το παραβάν ουρλιάζοντας.
«Κυρία μου, μη φωνάζετε, σας παρακαλώ πολύ! Ένα λάθος έγινε, δε χάθηκε κι ο κόσμος!», προσπάθησα να υπερασπιστώ την αμφισβητούμενη φερεγγυότητα της εφορευτικής επιτροπής μου.
«Τι λάθος, ρε! Για βλάκες μας περνάς; Ξυπνήσαμε!»
«Για ηρεμήστε λίγο και αφήστε, σας παρακαλώ, τους χαρακτηρισμούς!»
«Γιατί, ρε; Τι νομίζεις; Θα σε φοβηθώ; Τελειώσατε!», συμπλήρωσε κάνοντας ένα μετριοπαθές προγνωστικό ως προς το αποτέλεσμα για να ξεσπάσει στη συνέχεια σε ένα γέλιο τόσο δαιμονικό που θα το ζήλευε και η πιο κακιά από τις κακές τις μάγισσες.
Εκείνη τη στιγμή μόλις συνειδητοποίησα πως κάποιοι έβλεπαν στο πρόσωπο του αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής την ίδια την απερχόμενη κυβέρνηση και όλα τα καθεστωτικά χαρακτηριστικά που η δεκαετής παρουσία της είχε αναπόφευκτα προσδώσει.

Λίγες μέρες μετά θα έπεφτα ξανά θύμα κάποιας παρόμοιας παρεξήγησης, λίγο ανεστραμμένης. Το επόμενο σαββατοκύριακο μετά τις εκλογές, ανέβηκα στο Βόλο και πήγα με κάποιους φίλους για καφέ στο Πήλιο. Καθίσαμε στις Μηλιές σε ένα πολύ ωραίο μαγαζί και εκεί έκανα το λάθος να ανάψω το τσιγάρο μου, την ώρα που περνούσε το προσωπικό από το τραπέζι μας. Είχα μαζί μου έναν μικρό γαλάζιο αναπτήρα διαφημιστικό πού έφερε το χαρακτηριστικά παλιομοδίτικο λογότυπο του κόμματος που μόλις είχε ανεβεί στην εξουσία. Ούτε και που θυμόμουν που τον είχα βρει και προφανώς μάλλον τον είχα κατά λάθος κλέψει σε κάποιο μπαρ την προηγούμενη βραδιά. Η σερβιτόρα, όμως, μόλις τον είδε αφηνίασε. «Εντάξει! Μπράβο! Κερδίσατε! Κρύψε τώρα τον κωλοαναπτήρα σου, να πούμε!»

Το βράδυ της Κυριακής των εκλογών, όταν τελειώσαμε την καταμέτρηση των ψήφων, τη συμπλήρωση των πρακτικών και την παράδοση των αποτελεσμάτων κι ύστερα από μια μακρά και επώδυνη περιπλάνηση στους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας, άφησα την εξουθενωμένη πια Μαρίτα στο σπίτι της και πήγα στο Χαλάνδρι. Η φίλη μου, όταν με είδε, το πρώτο που με ρώτησε ήταν, γιατί φοράω ακόμα τη γραβάτα μου. Κι ενώ εγώ την έλυνα, συμπλήρωσε κάτι που άργησα λίγο να καταλάβω:
«Είσαι πολύ όμορφος ντυμένος δικηγόρος, αλλά νομίζω πως μάλλον δε σου πάει.»

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

χορός με τη σκιά σου

Εγώ γενικά δε χορεύω. Δεν το έχω. Μου αρέσει να ακούω τη μουσική. Γουστάρω να βλέπω τους άλλους να κουνιούνται. Αλλά με το χορό, δεν ξέρω, φίλοι δεν ήμασταν ποτέ.
Κάθε φορά που κάποια μου λέει, «έλα, σήκω να χορέψουμε!», με φέρνει σε τρομερή αμηχανία. Παλιά απαντούσα συνήθως αγενώς. Τώρα ζητάω συγνώμη και λέω πως δυστυχώς το απαγορεύει η θρησκεία μου. «Μα δεν πιστεύεις. Είσαι άθεος, δε λες;» «Αυτό ακριβώς! Το βρήκες!»
Ίσως δεν έχω το ρυθμό. Ίσως να είναι η ντροπή. Μπορεί και κάτι άλλο. Πάντως, δεν είναι ότι δεν προσπάθησα ποτέ. Μα όποτε το έκανα, σχεδόν αμέσως με κυρίευε η αίσθηση της γελοιότητας. Και μαζευόμουν ξανά σε μια γωνιά, κοιτάζοντας τους άλλους να χορεύουν.
Κι όμως, δεν είναι μόνο ο χορός. Δεν είναι πως σε όλα τα άλλα είμαι καλός κι αυτό μόνο μου λείπει. Περίπου σε όλα αισθάνομαι ανεπαρκής, κι ας έχω διαπρέψει κατά καιρούς σε διάφορα –αμφιλεγόμενα, δε λέω- κατορθώματα. Μόνο όταν γράφω μπορώ να πω πως νιώθω αναγκαίος και ικανός. Αλλά και πάλι, αφού εγώ είμαι κυρίως ο αναγνώστης μου, πόσο αντικειμενικά μπορώ να κρίνω ο ίδιος τα γραπτά μου;
Κάθε φορά, ωστόσο, που μου δίνουν ένα κίνητρο, τολμάω και δοκιμάζω.
Και μόλις ανακάλυψα το κίνητρο μου στο χορό –μόνο του ήρθε, βασικά, εγώ στ’ αλήθεια ποτέ μου δε το γύρεψα- το έχασα και πάλι ξαφνικά, πριν καν τελειώσει το τραγούδι.
Είπα κι εγώ μια φορά να γίνω στη ζωή μου χορευτής. Και πάνω που έμαθα τα βήματα. Και πάνω που βρήκα έναν άναρχο ρυθμό, που να ταιριάζει με τους χτύπους της καρδιάς μου. Και πάνω που αναγνώρισα πως κάτι υπάρχει για να πιστέψω τελικά. Τότε η παρτενέρ μου πήγε μόνη κι έσπασε τα πόδια της και μου είπε, «όχι, τώρα δε μπορώ, τώρα θέλω να αράξω.»
Πείτε μου τώρα όλοι εσείς, του κόσμου οι χορευταράδες. Εσείς που ξέρετε από αυτά σε μένα που πάντα, απ’ ότι φαίνεται, τα κάνω λάθος όλα. Πως θα μπορούσα να πάψω, έτσι ξαφνικά να της ζητάω, «έλα, σήκω να χορέψουμε!»;
Και μάλιστα, ετούτη τη στιγμή, που ακόμα παίζει το τραγούδι μας.
Και μάλιστα, την ώρα που των σκιών μας οι σκιές χορεύουνε ακόμα.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

που είχαμε μείνει;

Που είχαμε μείνει;
Α, ναι! Στο ότι μου λείπεις... Πήγα να σου το πω, μα έγινε ξαφνικά σεισμός κι όλος ο κόσμος ισοπεδώθηκε. Γκρεμίστηκε ο κόσμος μας στα βάραθρα, που πάνω τους χόρευε ανέμελος τόσο καιρό, χωρίς να τα προσέξει. Άνοιξε η γη. Χαθήκαμε. Δεν πρόλαβα εγώ να σου το πω. Δεν πρόλαβες εσύ να το ακούσεις. Στο λέω τώρα. Πέρασε ο σεισμός. Εγώ είμαι ακόμα εδώ. Ο κόσμος δεν υπάρχει.

Που είχαμε μείνει;
Α, ναι! Στο σ’ αγαπώ… Κάτι ξεκίνησα να λέω, μα ήρθε ο μετεωρίτης ξαφνικά και έβγαλε εκτός τροχιάς τον πλανήτη μας. Χάθηκε η Γη μας. Εξορίστηκε στα βάθη του ουράνιου στερεώματος. Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πόσο ελάχιστα στερεό ήταν ετούτο το στερέωμα. Και τώρα ταξιδεύουμε ακυβέρνητοι στο γαλαξία της απόγνωσης. Κι όμως, εγώ ακόμα είμαι εδώ. Κι εγώ κι όλα τα «σ’ αγαπώ» μου.

Που είχαμε μείνει;
Α, ναι! Στο ότι σε θέλω ακόμα. «Σε θέλω ακόμα», μόλις που τόλμησα να πω και ξαφνικά όλος ο κόσμος πνίγηκε μες στον κατακλυσμό του πάθους μου του ανεκπλήρωτου. «Φίλε, σταμάτα να μιλάς! Χανόμαστε! Δε βλέπεις;», ούρλιαζε ο κόσμος μέσα στη περιδίνηση. «Καν’ τε ό,τι θέλετε», απάντησα. Εγώ ακόμα είμαι εδώ. Κι είμαι εγώ ακόμα. Κι ο κόσμος όλος να χαθεί, ο κόσμος μου θα μείνει.

Που είχαμε μείνει;
Α, ναι! Σε εμάς… εμείς και όλοι οι άλλοι.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

το τελευταίο ταξίδι του πρίγκιπα

Υπάρχουν πράγματα που δε μπορώ να θυμηθώ πώς άρχισαν. Ποιος πήρε την πρωτοβουλία; Ήταν μια αυθόρμητη ιδέα της στιγμής ή μήπως υπήρξε κάποιο είδος λανθάνουσας προσυνεννόησης;
Για παράδειγμα: Πως ήξερα πως της αρέσει πραγματικά τόσο πολύ να της δαγκώνω τις θηλές της; Πως μου ήρθε να το κάνω στην πρώτη μου κιόλας επαφή με τα βυζιά της; Πως μάντεψα ότι ο πόνος αυτός –όπως και άλλοι πόνοι πιο ηδονικοί- όχι μόνο δεν την ξενέρωναν, αλλά την καύλωναν ακόμα περισσότερο.
Όχι, δε μου το ζήτησε. Δεν το άφησε καν να εννοηθεί. Ήταν πολύ νωρίς. Τα σώματά μας δεν είχαν γνωριστεί ακόμα.
Μια-δυο φορές, η αλήθεια είναι, το παράκανα. Δε μου το είπε εκείνη τη στιγμή, μα την επόμενη μου έδειχνε με τρόπο, πως θα ήτανε καλύτερα να ασχοληθώ με άλλα μέρη του κορμιού της. Να αφήσω τις ταλαιπωρημένες της θηλές να ηρεμήσουν λίγο.
Τώρα που η απουσία της επιδερμίδας της και η έλλειψη της γεύσης της στοιχειώνουν τα όνειρά μου, αρχίζω ίσως να καταλαβαίνω κάποια πράγματα.
Όχι, δεν ήταν εκδρομή αυτό που τότε ξεκίνησα να κάνω στη επιφάνεια της ύλης της. Δεν ήταν ένα απλό ταξίδι αυτό που έκανα μες στη υγρή και ανάγλυφη χώρα της ύπαρξής της.
Την επισκέφτηκα ως εξερευνητής. Την γεύτηκα ως νέος κονκισταδόρας. Και τώρα την αναζητώ ξανά ως έκπτωτος πρίγκιπας αυτής της άγνωστης, μα τόσο γνώριμής μου γης, μακριά από τη μαύρη εξορία του μυαλού μου.
Πως κάποιος που να ξεχάσει δε μπορεί, μπορεί να πάψει στους άλλους να θυμίζει;

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

ο σφετεριστής

Κάθε φορά που φεύγω από την πόλη μου
και πάω σε μιαν άλλη.
Κάθε φορά που η άλλη πόλη που επισκέπτομαι
θυμίζει την δικιά μου.
Κάθε φορά που οι ομοιότητες
νοθεύουν το ταξίδι.
Αρχίζω να εξερευνώ τον πληθυσμό,
να μελετώ τον κόσμο.
Αναζητώ εκείνην την μοιραία σύμπτωση
που θα με κάνει να θέλω να επιστρέψω.
Καταζητώ τον επιτόπιο σφετεριστή
του εκάστοτε παράλληλού μου σύμπαντος.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

παραβολή β'


«Τι μου συμβαίνει;», ψιθυριστά αναρωτήθηκε την ώρα που άνοιγε τα μάτια. Έψαξε το ρολόι του, ψηλαφητά, κάτω από το κρεβάτι . Τέσσερις παρά δεκατέσσερα. Ούτε καν είκοσι λεπτά δεν κράτησε ο ύπνος και σε τρεις ώρες έπρεπε να βρίσκεται στο πόδι. Οι σκέψεις του, όμως, δεν τον άφηναν. Κάτι έπρεπε να κάνει.
Τα χάπια τα απέκλεισε. Άλλωστε, δεν τον ‘πιαναν. Οι άλλοι τρόποι, όταν δεν τον τρόμαζαν, απλώς τον απωθούσαν. Κι έτσι, αφού άλλη λύση πια δεν έβρισκε, το έριξε στην προσευχή. Κάλεσε το Θεό του.
«Τι θέλεις πάλι;», τον ρωτάει ο Θεός.
«Τι πάλι;», αυτός διαμαρτύρεται. «Πότε σε ενόχλησα ξανά;»
«Εχθές, προχθές το βράδυ... Η ίδια ιστορία διαρκώς. Άλλη δουλειά δεν έχω;»
«Συγχώρα με, θεούλη, αλλά δεν το θυμάμαι.»
«Το ξέχασες, αφού μου ζήτησες τη μνήμη να σου σβήσω. Αλλιώς δε θα κοιμόσουνα. Εμένα θα σκεφτόσουν.»
«Κάνε ακόμα μια φορά το θαύμα σου και θα σου το χρωστάω.»
«Ας μη μιλάμε για οφειλές. Μάλλον δε σε συμφέρει.»
«Κάνε το άλλη μια φορά κι ας είναι η τελευταία!»
«Έχε του νου σου τι ζητάς! Μπορεί να μετανιώσεις.»
«Κάνε με τότε, σε παρακαλώ, να μη το μετανιώσω! Ούτε για αυτό ούτε για άλλο τίποτα, ποτέ ξανά, Θεέ μου!»
«Αλήθεια; Είσαι σίγουρος;»
«Πότε ξανά δεν ήμουν.»
«Αυτό είναι και το πρόβλημα.»
«Τι θες να πεις; Τι εννοείς;»
«Τίποτα. Ξέχασέ το!»
Κι αμέσως, φυσικά, το ξέχασε. Κι αυτό και όλα τα άλλα. Πήρε από το κομοδίνο το ποτήρι του και έβρεξε τα χείλη. Ακούμπησε ξανά στο ιδρωμένο μαξιλάρι του, σχεδόν ευτυχισμένος. Τα μάτια του έκλεισε γλυκά. Κοιμήθηκε για πάντα.               

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

παραβολή α'

Στην αρχή κανείς δεν τον κατάλαβε. Καθώς αυτός πλησίαζε, κανείς δε φάνηκε να τον προσέχει. Και όταν βρέθηκε άξαφνα να στέκεται μπροστά τους, τότε τον είδαν μόνο και τρομάξανε. Μα για να φύγουν ήταν πια πολύ αργά. Και ο κόσμος είχε γίνει πια ελάχιστος για να μπορούν οι άνθρωποι κάπου αλλού να πάνε.
Δεν ήταν καθόλου σαν κι αυτούς. Τίποτα δεν τους θύμιζε. Ένα κοπάδι σφήκες χόρευε δαιμονικά γύρω από το πρόσωπό του. Με δυσκολία μπορούσε κανείς να πει με τι στ’ αλήθεια έμοιαζε. Κάποιοι είπανε μετά πως είχε μάτια πράσινα. Κάποιοι άλλοι είδαν μια βαθιά χαραγματιά να διαιρεί το μέτωπό του.
-Που είναι ο αρχηγός σας, τους ρώτησε με μια φωνή που ερχόταν από τα βάθη των πιο σιχαμερών ονείρων τους.
-Κοιμάται πάντα τα μεσημέρια ο αρχηγός. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε τον ύπνο του να διακόψει.
-Που είναι ο αρχηγός σας, τους ρώτησε ξανά, ενώ οι σφήκες ξεκίνησαν σιγά-σιγά να τους χαϊδεύουν τα ρουθούνια.
-Δεν έχουμε αρχηγό. Μόνοι τον τόπο μας ορίζουμε. Κι όταν τα μεσημέρια πέφτουμε και κοιμόμαστε, πάντα φροντίζουμε να αφήνουμε έναν από εμάς άγρυπνο των υπολοίπων τους ύπνους να φυλάει.
-Που είναι ο αρχηγός σας, ρώτησε ο απρόσκλητος για τρίτη και φαρμακερή φορά, την ώρα που οι σφήκες πια τρύπωναν μες στα αυτιά τους.
-Εσύ είσαι ο αρχηγός μας, φώναξαν τότε οι άνθρωποι κι αμέσως έστησαν γιορτή να τον καλωσορίσουν. Ξενύχτησαν γιορτάζοντας. Και το πρωί τους βρήκε όλους ο ήλιος μεθυσμένους. Οι σφήκες έφτιαχναν φωλιές στα αδειανά μπουκάλια τους κι ο ξένος είχε εξαφανιστεί χωρίς κανείς ξανά να το έχει καταλάβει.
Κανένας δεν τον είχε δει να έρχεται. Κι ας είχαν όλοι τόσο ενοχληθεί από το σαματά που έκανε ο φθόνος των εντόμων.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Κάποιο καλό παιδί ευγενικό

Από το 2002, οπότε και διορίστηκα ως δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Βόλου, μέχρι σήμερα έχω συμμετάσχει ως δικαστικός αντιπρόσωπος –ως αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής που είναι και το πιο σωστό- έξι φορές σε εκλογικές αναμετρήσεις. Έχω πάρει μέρος επίσης και ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στις εκλογές του 2010, αλλά αυτό, προφανώς, είναι μια άλλη ιστορία.
Η πρώτη φορά ήταν τον Οκτώβριο του 2002 σε δημοτικές-νομαρχιακές εκλογές. Είχα διοριστεί σε ένα εκλογικό τμήμα σε κάποιο σχολείο της Νέας Ιωνίας, πολύ κοντά στο σπίτι μου. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη μου «επαγγελματική» δραστηριότητα ως δικηγόρος και τα λεφτά της «ειδικής» αποζημίωσης ήταν και τα πρώτα μου σοβαρά έσοδα από τη δουλειά. Οι αναμνήσεις μου από αυτήν την τόσο μακρινή πλέον ιστορία, αν και ελάχιστες, είναι μάλλον θετικές και ευχάριστες. Αν και ήμουν αγχωμένος και φοβόμουν απίστευτα πως όλο και κάτι θα μου ξέφευγε και από μαλακία μου στο τέλος θα νοθευόταν το αποτέλεσμα, θα ακυρωνόταν ολόκληρη η διαδικασία και θα έμενε ολόκληρη η χώρα χωρίς τους εκλεγμένους τοπικούς της άρχοντες, εντούτοις με είχε καταλάβει ένας τρελός ενθουσιασμός, απόλυτα πιστεύω εξηγήσιμος, αν και –το ομολογώ- λίγο ανόητος και ίσως λίγο περισσότερο άνευ βαθύτερου νοήματος.
Επειδή, λοιπόν, ήμουν πρωτάρης και αφελής, φρόντισα να συμβουλευτώ άλλους παλιότερους συνάδελφους, και συγκεκριμένα εκείνους που μοιράζονταν το γραφείο με τον δικηγόρο στον οποίο έκανα μέχρι και μόλις τέσσερις μήνες πριν την άσκησή μου και ο οποίος ήταν μάλιστα και υποψήφιος με το συνδυασμό που κέρδισε τις εκλογές στο Δήμο όπου βρίσκονταν το σπίτι μου και το εκλογικό μου τμήμα. Το ξέρω, ακούγεται κάπως σαν διαπλοκή και σκάνδαλο, αλλά η πραγματικότητα είναι πως ο Γιώργος από εμένα δεν πήρε παρά μόνο δυο σταυρούς, πράγμα που μάλλον δεν έκρινε και τόσο το αποτέλεσμα. Ο ένας ο σταυρός ήταν στο ψηφοδέλτιο μου φυσικά, αφού ως δικαστικός αντιπρόσωπος είχα δικαίωμα να ψηφίσω στο τμήμα, όπου ασκούσα τα καθήκοντά μου. Ο δεύτερος ήταν στο ψηφοδέλτιο κάποιας αγράμματης γιαγιάς, με την οποία μπήκα μαζί πίσω από το παραβάν για να τη βοηθήσω.
«Τι θέλετε να ψηφίσετε για δήμαρχο;», τη ρώτησα.
«Το Φούσκη», μου απάντησε αυτή περήφανα.
«Μάλιστα. Θέλετε να σταυρώσουμε και κάποιον υποψήφιο;»
«Τι να σου πω, αγόρι μου; Αν ξέρεις κάποιο καλό παιδί ευγενικό, σαν και εσένα, βάλ’ του κι από εμένα ένα σταυρό!»
Αυτή δεν ήταν και η μοναδική φορά, στις πρώτες μου εκείνες εκλογές, που χρειάστηκε να βοηθήσω κάποιον ψηφοφόρο να ασκήσει τα εκλογικά του δικαιώματα. Λίγο πριν κλείσουμε την κάλπη εμφανίστηκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι πιασμένοι αγκαζέ. Ήταν κι οι δυο τους πολύ κομψοί σαν να πηγαίνανε επίσκεψη. Ωστόσο, υπήρχε κάτι στο βλέμμα και των δυο που από την αρχή με είχε λίγο προβληματίσει. Αφού ο σύζυγος έριξε την ψήφο του στην κάλπη, με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί:
«Συγνώμη, αλλά μήπως μπορώ να μπω μαζί με τη γυναίκα μου. Ξέρετε είναι άρρωστη και δε μπορεί μόνη της να ψηφίσει.»
«Λυπάμαι, κύριε, αλλά αυτού του είδους τη βοήθεια μόνον εγώ μπορώ να την προσφέρω.»
«Μα, κύριε αντιπρόσωπε…»
«Ο Νόμος, κύριε, λυπάμαι…»
Και έτσι αφού πήρα σχεδόν από το χέρι την κυρία, μπήκα για τρίτη φορά πίσω από το γαλάζιο παραβάν.
«Τι θέλετε να ψηφίσετε για δήμαρχο;», τη ρώτησα.
Όμως αυτή ούτε απάντηση μου έδωσε μα ούτε καν φάνηκε να νιώθει τι της λέω. Επανέλαβα την ερώτηση μου άλλες δυο φορές χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τα μάτια της με κοιτούσαν αφηρημένα και αδειανά χωρίς να μου υπόσχονται καμιάς μορφής αντίδραση. Τράβηξα την κουρτίνα και φώναξα κοντά το σύζυγό της. Αυτός με ένα ύφος μάλλον απολογητικό και φέρνοντας το δάχτυλο κοντά στο φαλακρό κεφάλι του, μου εξήγησε:
«Το μυαλό της, παιδί μου. Το μυαλό της…»
Έκλεισα το παραβάν ξανά κι αφού για λίγο κοιταχτήκαμε, σιωπηλοί και οι δυο μας ετούτη τη φορά, διάλεξα το λευκό, το δίπλωσα και το έβαλα στο φάκελο. Θα έπαιρνα όρκο πως για μια στιγμή την είδα να μου χαμογελάει επιδοκιμαστικά, αλλά μπορεί και να μου φάνηκε.
Οι εκλογές εκείνες, όπως άλλωστε συνηθίζεται, διεξήχθησαν σε δύο συνεχόμενες Κυριακές, στις 13 και 20 Οκτωβρίου. Δυο φίλοι μου, ο Κωστής και ο Σπύρος, δουλέψανε μαζί μου ως γραμματείς της εφορευτικής επιτροπής μοιράζοντας τις Κυριακές και τη συμβολική αμοιβή του γραμματέα. Ο ένας γκρίνιαξε λιγάκι, όταν συνειδητοποίησε πως πήρε με τον άλλον τα ίδια ακριβώς λεφτά, αν και η δουλειά της επαναληπτικής ήταν σαφώς πολύ λιγότερη. Πάντως κι οι δυο τους ήταν τυπικοί και αλάνθαστοι και τελικά με εκπλήξανε ευχάριστα με την εργατικότητά τους.
Στις πρώτες μου εκείνες εκλογές είχα φορέσει το μαύρο μου κουστούμι που είχα αγοράσει δύο χρόνια πριν για την ορκωμοσία μου.     

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Εκλογές υπό την επήρεια

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο αλλιώτικες θα ήταν οι εκλογές, εάν ψηφίζαμε στα σχολεία από όπου έχουμε αποφοιτήσει; Εάν το οικείο εκλογικό μας τμήμα ταυτιζόταν με την τελευταία σχολική μας αίθουσα; Εάν η ψηφοφορία για την ανάδειξη του οποιουδήποτε οργάνου της Δημοκρατίας μας συνοδευόταν υποχρεωτικά και από μια πανελλήνια συνάντηση όλων των παλαιών συμμαθητών της χώρας; Εντάξει, μάλλον κάτι περίπου τέτοιο θα συμβαίνει στα χωριά και ίσως συμπτωματικά και σε άλλες περιοχές της επικράτειας. Πως θα ήταν όμως, άραγε, τα πράγματα, αν ήταν ο κανόνας κι αν έπαιρνε μια τέτοια εξωφρενική ιδέα θεσμική μορφή που θα μας έκανε, έστω και για ελάχιστα λεπτά, να επιστρέψουμε στο παρελθόν και στην συνήθως προδομένη παιδική μας ηλικία;
Αν πράγματι συνέβαινε αυτό, τότε αναμφίβολα η εκάστοτε εκλογική διαδικασία θα αποκτούσε χαρακτήρα πολύ πιο πανηγυρικό και αναπόφευκτα αναμνησιακό και ως εκ τούτου ταυτόχρονα νοσταλγικό μα και πολύ ευχάριστο. Τα πηγαδάκια στο προαύλιο θα ζωντανεύανε άλλες εποχές, πειράγματα ίσως και κουτσομπολιά θα έδιναν και θα παίρνανε, ενώ όλες οι παλιοπαρέες θα κατέληγαν αργά το βράδυ να παρακολουθούν τα αποτελέσματα σε μπαρ και σε ταβέρνες. Ίσως και να αναγεννιόνταν κάποιοι έρωτες. Ίσως και κάποια πείσματα παλιά έτσι να ξεπερνιούνταν. Αυτό θα ήταν, όμως, η μια διάσταση μονάχα του ζητήματος, ας πούμε η ψυχαγωγική, αφού το δίχως άλλο θα προέκυπτε και κάποια άλλη πολύ πιο σοβαρή και ίσως και πιο κρίσιμη για τη στιγμή την ίδια.
Οι ψηφοφόροι, κάτω από την επήρεια της συναισθηματικής τους φόρτισης, θα ψήφιζαν ενδεχομένως πολύ πιο διαφορετικά από ότι συνηθίζουν. Η αφύπνιση του ένδοξου ή έστω πιο ανέμελου προσωπικού τους παρελθόντος, αργά ή γρήγορα, θα τους κατηύθυνε σε επιλογές, που αφενός θα αφορούσαν το παρόν και τα διλήμματά του, μα αφετέρου θα είχαν να κάνουν με τα όνειρα, τις σκέψεις και τις φιλοδοξίες ακόμα, που κάποτε το μυαλό τους πλημυρίζανε και τώρα πια έχουν μάλλον στερέψει. Κι έτσι, ακόμα και οι λιγότερο ευαίσθητοι, ακόμα και οι πιο αποφασισμένοι, θα προχωρούσαν σε άλλες πιο πολιτικές αναγωγές ως προς την κοινωνία και τη χώρα που κάποτε είχαν επιθυμήσει, σχεδιάσει ή φανταστεί και έπειτα μοιραία και αυτόματα με τη θλιβερή επικαιρότητα θα έκαναν συγκρίσεις.
Σίγουρα θα έχετε δει συχνά στις εκλογές γονείς να μπαίνουν στα εκλογικά τους τμήματα παρέα με τα ανήλικα παιδιά τους. Το θράσος των πιτσιρικιών, που θέλουνε εκείνα μόνα τους να ρίξουν μες στην κάλπη την ψήφο του μπαμπά τους, τις εφορευτικές επιτροπές πάντα διασκεδάζει. Και οι δικαστικοί αντιπρόσωποι ξεχνούν για μια στιγμή τους αυστηρούς κανονισμούς της μυστικότητας, κάθε φορά που μια μαμά περνάει πίσω από το παραβάν με το μωρό στην αγκαλιά της. Κάποτε θα έπρεπε οι δημοσκόποι το θέμα αυτό να το ερευνήσουν πολύ προσεχτικά, να δούμε πόσο διαφέρει, άραγε, η βούληση του εκλογικού μας σώματος, όταν το σώμα που πηγαίνει να ψηφίσει συνοδεύεται από εκείνη την ψυχή, προς την οποία τα αποτελέσματα της βούλησης αυτής εν τέλει καταλήγουν.          

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Οι πρώτες μας φορές (μέρος δ')

Από τις πρώτες μας φορές, ίσως από όλες η πιο πρώτη τελικά, να ήταν εκείνη η νύχτα στους Παξούς. Ήταν το πρώτο μας καλοκαίρι και ουσιαστικά οι πρώτες μας κοινές διακοπές. Θέλαμε πολύ να πάμε σε νησί, αλλά ταυτόχρονα γουστάραμε να κάνουμε και το road trip μας. Άλλωστε, η πρόσφατη, τότε ακόμα, «εκστρατεία» μας με το αυτοκίνητό μου στην Ευρώπη είχε αναδείξει εκείνη σε ιδανική συνοδηγό και την αενάως μετακινούμενη μας σχέση σε μια γενναία εκδρομή στο όνειρο, μακριά από των χιλιομέτρων τις τυπικές συμβάσεις.
Διασχίσαμε τη χώρα, απολαμβάνοντας το ακαταμάχητα εξωφρενικό τοπίο της και φτάσαμε για ακόμα μια φορά στο πλέον εμβληματικό για εμάς τους δυο λιμάνι της Ηγουμενίτσας.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο σε κάποιο μέρος που μας φάνηκε πως ήταν ασφαλές –τι νόημα έχει να ψάχνεις για ασφάλεια σε τέτοιες καταστάσεις- πήραμε το πλοίο και περάσαμε απέναντι, στους αναντικατάστατους Παξούς μας.
Μείναμε σε έναν παλιό ξενώνα, νομίζω στο πιο όμορφο δωμάτιο. Φαντάζομαι πως όταν έμεναν σε αυτό το αρχοντικό οι πρόγονοι της οικογένειας, που τώρα πιο το εκμεταλλεύεται ως κατάλυμα για άγνωστους τουρίστες, μέσα σε εκείνο το δωμάτιο ήταν που διαιώνιζε το είδος της.
Μείναμε τρία βράδια. Το δεύτερο ήταν νομίζω και το πιο σημαντικό από όλα τα βράδια τελικά αυτού του συναρπαστικού μα τόσο μάταιου κόσμου.
Συνήθως, όταν ερωτοτροπούσαμε, το κάναμε στα σκοτεινά. Αν όχι στο ημίφως του δρόμου ή του ουρανού, που εισέβαλε ανάμεσά μας αδιάκριτα, στο απόλυτο σκοτάδι. Όχι πως αποφεύγαμε να κοιταχτούμε τη στιγμή αυτή. Όχι πως θέλαμε σε άλλα ερωτικά τοπία να αφήσουμε τη σκέψη μας μακριά να ταξιδέψει. Θέλαμε μόνο να απομονώσουμε την όραση, την αίσθηση αυτή την παντοδύναμη που δυναστεύει αλύπητα τις άλλες τις αισθήσεις. Θέλαμε να δούμε πέρα από τα μάτια μας. Να αισθανθούμε όλα αυτά που πάντα τα μάτια των ανθρώπων κρύβουν.
Όμως, όλο εκείνο το αβάσταχτα ελκυστικό σκηνικό του δωματίου μας -το αχόρταγο μεταλλικό κρεβάτι, η κουνουπιέρα, ο ολόσωμος καθρέφτης ακριβώς απέναντι, όλες εκείνες οι έντεχνες ρωγμές στο χρόνο κ στους τοίχους- άφησε ανοιχτό το φως του δωματίου από μόνο του, σχεδόν χωρίς να μας ρωτήσει.
Μόλις την είδα κάτω από το τούλια του ουρανού του κρεβατιού, το σώμα της, το βλέμμα, το χαμόγελο, πήρανε όλα αναπόφευκτα μέσα στο τρικυμισμένο μου μυαλό ονειρικές διαστάσεις. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς ήτανε που θυμήθηκα. Θυμήθηκα που ακριβώς την είχα ξαναδεί. Θυμήθηκα γιατί μου είχε φανεί από την αρχή τόσο στ’ αλήθεια γνώριμη. Θυμήθηκα τα πάντα.
Τράβηξα τη νοητή κουρτίνα του ουρανού. Διέρρηξα σχεδόν την κουνουπιέρα. Και μπήκα μέσα στο όνειρο με ορθάνοιχτα τα μάτια.
Τη νύχτα εκείνη για πρώτη μας φορά τελειώσαμε ταυτόχρονα. Δε θέλω να ανακαλέσω άλλες περιττές περιγραφές. Δεν έχουν σημασία. Ούτως ή άλλως, ο καθένας, από όσα βλέπει μες στα όνειρα, θυμάται ότι θέλει.
Όμως, εκεί ακριβώς στα όνειρα είναι που εκείνο το σπαρακτικό της βλέμμα, της ολοκληρωμένης ηδονής, της άγριας χαράς, της ύψιστης ικανοποίησης είναι που ακόμα μπαινοβγαίνει.
Το βλέμμα, που το φως εκείνου του δωματίου μου επέτρεψε να δω. Το βλέμμα που έριξε για πάντα τη σκιά σε όλα τα άλλα φώτα.