Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

παραβολή γ'


Όλοι το ξέραν πως αυτό ήταν το τελευταίο καλοκαίρι.
Κάποιοι φροντίσαν από πριν να το περάσουν όμορφα με αυτούς που αγαπούσαν.
Άλλοι δοκίμασαν σε αυτούς για πρώτη κι ίσως για τελευταία τους φορά να δείξουν την αγάπη τους.
Και κάποιοι άλλοι λίγοι, έτσι για πλάκα, ζώντας -αν θα μπορούσε αυτό ζωή να ονομαστεί- τη φάση τους την ανεξήγητη -πως να τα εξηγήσουν στον εαυτό τους όλα αυτά την ώρα της συντέλειας;- εκεί στην τελευταία την πανσέληνο εκείνου του Αυγούστου, που ήδη ο κόσμος μετρούσε το χρόνο του ανάποδα και ήδη ο χρόνος τον κόσμο τον ανάποδο μετρούσε, εκείνη την κρίσιμη στιγμή τα πάντα απαρνήθηκαν.
Φιλεύσπλαχνος ο Αύγουστος για ακόμα μια φορά, κανόνισε από πριν στην τελευταία του παράσταση να παίξει δυο φεγγάρια, μα κάποιοι αυτό δεν τον κατάλαβαν.
Δεν την εκτίμησαν του μήνα την προνοητικότητα.
Δε θέλησαν να δούνε πέρα από τα μάτια τους.
Δε μπόρεσαν τα άλλα μάτια τα απέναντι ούτε να τα κοιτάξουν.
Μα κι αν τα μάτια συγχωρούν, οι μήνες εκδικιούνται.
Όχι αυτούς που δεν αγάπησαν, δεν είναι αυτή δουλειά τους, τους μήνες τέτοια θέματα δεν τους απασχολούνε, αλλά αυτούς τους άλλους, αυτούς που μέσα σε όλο αυτό το φως καθόλου δεν κοιτάξανε κι ακόμα περισσότερο εκείνους ειδικά που μέσα στο σκοτάδι τους νόμισαν πως είδαν.
Γιατί, είπαμε, καλός χρυσός ο Αύγουστος, μα η ρημάδα η συντέλεια θα γίνει το χειμώνα.

πολύ νουάρ, σχεδόν καθόλου ποίηση

σκηνή 1η, ημέρα, εσωτερικό (αστυνομικό τμήμα)
Ένας άντρας μεταξύ 35 και 40 κάθετα σε μια καρέκλα μπροστά σε ένα γραφείο. Χαμογελάει και κοιτάζει αδιάφορα έξω από το παράθυρο τα κλαδιά ενός δέντρου, που μοιάζει να έχει μόλις ανθίσει. Το παράθυρο είναι μισάνοιχτο. Μέσα από το γραφείο κάθεται ένας άλλο άντρας σχεδόν συνομήλικός του πρώτου. Μοιάζει εκνευρισμένος και κοιτάζει διαδοχικά τα χαρτιά που έχει μπροστά του, το παράθυρο και τον επισκέπτη του.

Υπαστυνόμος
Θα σου το πω ακόμα μια φορά:
Δεν πρόκειται να φύγεις από εδώ μέσα,
αν δε μου πεις όσα ξέρεις για την τύπισσα.

Γιάννης
Ότι ήξερα, σου το είπα. Μακάρι να γνώριζα κι εγώ περισσότερα, όργανο.

Υπαστυνόμος
Και μη με ξαναπείς «όργανο». Ακούς;

Γιάννης
Ακούω, ακούω…

Πάνω στο γραφείο του υπαστυνόμου ξεχωρίζει μια φωτογραφία. Μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 25. Μελαχρινή, με πράσινα μάτια. Φοράει ένα μαύρο παλτό και χαμογελάει στον ήλιο.
  
σκηνή 2η, ημέρα, εξωτερικό (παραλία)
Η γυναίκα της φωτογραφίας στέκεται μπροστά σε μια εγκαταλειμμένη καντίνα και ποζάρει. Ένας φωτογράφος την καθοδηγεί με τις κινήσεις των χεριών του. Αν και αυτός της ζητάει να κοιτάξει το φακό, αυτή μοιάζει σα να χαζεύει προς τη θάλασσα. Σκύβει, βγάζει τα παπούτσια της, ανεβάζει λίγο τα μπατζάκια του παντελονιού της και περπατάει πάνω στην άμμο. Ο φωτογράφος την ακολουθεί. Βουτάει τα πόδια της στο νερό και γυρίζει προς το μέρος του φωτογράφου και του χαμογελάει. Αυτός συνεχίζει να τη φωτογραφίζει διαρκώς. Για μια στιγμή το χαμόγελό της παγώνει. Σαν κάτι περίεργο να έχει τραβήξει την προσοχή της. Σκύβει και μαζεύει από την άμμο ένα τσαλακωμένο χαρτί. Ένα σημείωμα. Το ξεδιπλώνει και το διαβάζει. Γελάει δυνατά.
  
σκηνή 3η, ημέρα, εσωτερικό (διαμέρισμα)
Ο Γιάννης κάθεται στο τραπέζι του σπιτιού του. Πίνει καφέ, καπνίζει και έχει μπροστά του ένα κομμάτι χαρτί και γράφει. Στην άλλη άκρη του δωματίου, η γυναίκα των προηγούμενων σκηνών κοιμάται στο κρεβάτι του. Αν και σκεπασμένη με ένα πάπλωμα, τα μέρη του σώματός της που διακρίνονται μαρτυρούν πως είναι γυμνή. Ο Γιάννης σηκώνει το κεφάλι του από το χαρτί και την κοιτάζει. Συνεχίζει να γράφει: «Πρέπει να πάω λίγο στο γραφείο. Δε θα αργήσω. Θα μου λείψεις. Καλημέρα.». Σβήνει το τσιγάρο του και πάει προς το κρεβάτι. Ακουμπά το σημείωμα πλάι στο κεφάλι της.  Αυτή χαμογελάει μέσα στον ύπνο της. Ο Γιάννης σκύβει και φιλάει το χαμόγελό της.
  
σκηνή 4η (συνέχεια της 1ης), ημέρα, εσωτερικό (αστυνομικό τμήμα)
Ο υπαστυνόμος αρπάζει τη φωτογραφία πάνω από το γραφείο του, σηκώνεται, πλησιάζει τον Γιάννη και τη κολλάει σχεδόν στο πρόσωπό του.

Υπαστυνόμος
Θες να μου πεις ότι περάσατε δυο μέρες μαζί
και ύστερα, έτσι ξαφνικά εξαφανίστηκε;

Γιάννης
42 ώρες.

Υπαστυνόμος
Τι 42 ώρες;

Γιάννης
Τόσες περάσαμε μαζί.

Υπαστυνόμος
Και ήσασταν συνέχεια μαζί αυτές τις 42 ώρες,
εκτός από τη μια ώρα που εσύ την άφησες να κοιμάται
και πήγες στο γραφείο σου. Σωστά;

Γιάννης
Λάθος.

Υπαστυνόμος
Τι λάθος;

Γιάννης
Δεν έπρεπε να την αφήσω.

Ο Γιάννης γυρνάει το βλέμμα του ξανά προς τα κλαδιά του δέντρου έξω από το παράθυρο. Ένα ρεύμα αέρα κάνει το παράθυρο να κλείσει με δύναμη.
  
σκηνή 5η, (συνέχεια της 3ης), ημέρα, εσωτερικό (διαμέρισμα)
Ακούγεται το κλείσιμο μιας πόρτας. Η γυναίκα στο κρεβάτι ανοίγει τα μάτια της. Κοιτάζει το σημείωμα που ο Γιάννης της έχει αφήσει δίπλα στο μαξιλάρι της. Ανασηκώνεται και το διαβάζει. Το τσαλακώνει και το πετάει στο πάτωμα. Σηκώνεται. Είναι γυμνή. Πηγαίνει μέχρι το τραπέζι, παίρνει την κούπα με τον καφέ που έχει αφήσει ο Γιάννης και τον πίνει. Κοιτάζει τη βιβλιοθήκη του. Με το δάχτυλό της αγγίζει στη σειρά όλα τα βιβλία που βρίσκονται στο πρώτο ράφι. Όλα έχουν μαύρα εξώφυλλα. Μετά ξανακοιτάζει το τσαλακωμένο χαρτί στο πάτωμα. Αφήνει στο τραπέζι τον καφέ, πάει από πάνω του και το αγγίζει με το πόδι της.
  
σκηνή (συνέχεια τη 2ης), ημέρα, εξωτερικό (παραλία)
Ενώ εκείνη βαδίζει πλάι στα κύματα και χάνεται σιγά-σιγά στο βάθος της παραλίας, ο φωτογράφος έχει σκύψει πάνω από το τσαλακωμένο χαρτί στην άμμο και το φωτογραφίζει.





Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

ο αριθμός της τρέλας

Στο μεταξύ, και όσο εγώ απουσίαζα από την πόλη και τη χώρα, κάποιοι είχαν φροντίσει να ξεριζώσουν από τη μνήμη της ίδιας μου της γειτονιάς όλους τους ενοχικούς και εμπράγματους δεσμούς μου. Επέστρεψα τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς –η αλλαγή του χρόνου με είχε βρει να ταξιδεύω- και βρήκα σκισμένα τα βιβλία μου στους δρόμους χαρτοπόλεμο. Τα ακολούθησα και έφτασα στο σπίτι, μα αντί για σπίτι βρήκα ένα αχνιστό οικόπεδο και ότι είχε απομείνει από τη θλιβερή οικοσκευή να χάσκει ανάμεσα στα μπάζα. Χτύπησα τις πόρτες των γειτόνων μου, μα οι πιο πολλοί γλεντούσαν ύπνο μεθεόρτιο κι όσους κατάφερα να συναντήσω ξύπνιους, το παίζαν υπνοβάτες και μεθύστακες.
Έτσι αναγκάστηκα να εγκαταλείψω τα παλιά κι όλες τις μεσημεριανές φοβίες μου κι όλες τις μεταμεσονύχτιες μου ενοχές να μεταφέρω σε ένα μικρό διαμέρισμα, στο σπίτι κάποιας φίλης εξωγήινης. Εκεί στον τρίτο όροφο ενός παλιού, μα ευτυχώς καλά συντηρημένου, οικοδομήματος, στη δεξιά ασφυκτιούσα όχθη μιας από τους κεντρικότερες οδούς, που έφερε το όνομα κάποιου αρχαίου τυχοδιώκτη βασιλιά, μετέφερα το χάρτινο μου στρατηγείο. Στον ίδιο όροφο υπήρχε ακόμα ένα διαμέρισμα, όπου κάποιος αλλοδαπός πορνοβοσκός είχε μαντρώσει το κοπάδι του και από κάτω ακριβώς υπήρχε το γραφείο ενός πολιτευτή, που παριστάνοντας το πριγκιπόπουλο είχε κατορθώσει να γίνει μέλος της εθνοσυνέλευσης. Στα σκαλοπάτια και στο ασανσέρ, ανάμεσα στον τρίτο και τον δεύτερο στριμώχνονταν η ανυπομονούσα πελατεία των δύο εκλεκτών γειτόνων μου κι όλοι μαζί αντάλλαζαν φαντασιώσεις, εμπειρίες και παράπονα. Καμιά φορά άκουγα κι από δίπλα τις πουτάνες να δίνουν συμβουλές στον βουλευτή και αυτός να τους χαρίζει φθηνές και πρόστυχες υποσχέσεις.
Στο τέλος του Δεκέμβρη, για άλλους λόγους κατά τα φαινόμενα μα κατά βάθος για την ίδια αιτία ακριβώς, πολιορκήθηκαν για μέρες τόσο το διπλανό όσο και το από κάτω διαμέρισμα και τελικά λεηλατήθηκαν από αυτούς που επί ένα χρόνο φτιάχνανε παζλ με τις σχισμένες σελίδες των βιβλίων μου. Μάζεψα τότε και εγώ ότι μπορούσα μέσα στο σάκο και στις τσέπες μου να μεταφέρω, τα φώτα έσβησα, έκλεισα τα παράθυρα –η φίλη είχε ήδη επιστρέψει στον πλανήτη της- και το έσκασα από την πίσω πόρτας της διαφυγής, που μόνο οι πιο διεστραμμένοι επισκέπτες της πολυκατοικίας μας ως τότε είχαν την τύχη να γνωρίσουν.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

το βιβλίο και το μαχαίρι

Μου έδωσε ένα βιβλίο και ένα μαχαίρι και μου είπε να κάνω γρήγορα. Μέχρι να λούσει τα μαλλιά της να έχω κι εγώ τελειώσει. Σκέφτηκα πως είχα πολύ καιρό να τη δω με τα μαλλιά βρεγμένα. Με τη σκέψη αυτή ξεκίνησα να ξεκολλάω με όρεξη τις σελίδες.
Το μπάνιο ήταν ακριβώς δίπλα. Άκουγα το νερό να τρέχει. Κάποια στιγμή μάλιστα μου φάνηκε πως την άκουσα κάτι να τραγουδάει.
Τέλειωσα πριν από εκείνη. Άφησα στο πλάι το βιβλίο. Το μαχαίρι όμως το κράτησα. Σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα του μπάνιου. Ήταν σκυμμένη πάνω από τον νιπτήρα. Δεν με κατάλαβε. Θέλησα να τη φιλήσω για μια τελευταία φορά. Χαμηλά στη ραχοκοκαλιά της. Κάπου εκεί υπήρχε παλιά μια ανεξερεύνητη περιοχή όπου, τον καιρό που χαρτογραφούσα ακόμα το κορμί της, είχα πολλές φορές χαθεί. Κάποτε, θυμάμαι, αναγκάστηκα να περάσω μια ολόκληρη νύχτα εκεί περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας. Αφού άλλος τρόπος να γυρίσω πίσω δεν υπήρχε. Ήθελα πολύ να τη φιλήσω, μα δεν προλάβαινα. Το μαχαίρι ήταν κοντό και ελάχιστα κοφτερό. Αναγκάστηκα να βάλω πολλή δύναμη για να το βυθίσω στον λαιμό της. Ξέπλυνα τα χέρια μου και γύρισα στο κρεβάτι.
Έπιασα ξανά το βιβλίο και έκπληκτος ανακάλυψα πως δεν είχα κόψει τελικά όλες τις σελίδες. Ούτε στα μισά δεν είχα φτάσει.
Και τότε η πόρτα άνοιξε και μπήκε εκείνη στο δωμάτιο. Και την είδα επιτέλους ξανά με τα μαλλιά βρεγμένα. Κι εκείνη θύμωσε που δεν είχα ακόμα με το βιβλίο και το μαχαίρι τελειώσει. «Τι έκανες τόση ώρα;» Τι έκανα; Τι; Για να την ηρεμήσω, της διάβασα κάτι από τις σελίδες που είχα ήδη μαχαιρώσει.
«Δεν θρηνεί κανείς από αγάπη όποιον τον πρόδωσε, αλλά από εξευτελισμό επειδή δεν κέρδισε την πίστη του».

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Fast Food

θα τα ξεχάσεις όλα

σκηνή 1η, μέρα, εξωτερικό (αυλή μονοκατοικίας) 

Δυο άντρες, ένας ηλικιωμένος και ένας νεαρός κάθονται και πίνουν καφέ. Ο νεαρός φοράει κοντομάνικο μπλουζάκι και βερμούδα. Ο ηλικιωμένος είναι επίσης ντυμένος ελαφρά, αλλά έχει ριγμένη και μια ζακέτα στους ώμους του. Η αυλή είναι στρωμένη από πεσμένη φύλλα. Ησυχία πρωινού Κυριακής. Φυσάει λίγο. Οι δύο άντρες κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο και κοιτάζουν το σκυλί που είναι ξαπλωμένο στη σκιά απέναντί τους. Ο ηλικιωμένος είναι ήρεμος και οι κινήσεις του αργές. Ο νεαρός μοιάζει ιδιαίτερα ανήσυχος. Κοιτάζει διαρκώς το κινητό του. Χτυπάει νευρικά τα πόδια του. Σβήνει το τσιγάρο του και αμέσως ανάβει ένα άλλο. Ο ηλικιωμένος του ρίχνει κλεφτές ματιές. Ένα έντομο κάθεται πάνω στη μύτη του σκυλιού και το αναστατώνει. Σηκώνεται και γαυγίζει στον αέρα. Ξαναξαπλώνει. Ο παππούς χαμογελάει. Γυρίζει και βλέπει τον εγγονό να κοιτάζει για ακόμα μια φορά το κινητό του και να σβήνει θυμωμένα το τσιγάρο του. Απλώνει το χέρι και τον ακουμπάει στον ώμο. Εκείνος φαίνεται σα να τρομάζει.

εγγονός 
Τι είναι ρε παππού; 

παππούς 
Θα κάνεις οικογένεια. Θα κάνεις παιδιά. Και θα τα ξεχάσεις όλα. 

Ο εγγονός κοιτάζει τον χαμογελαστό παππού του με απορία. Το σκυλί γυρίζει πλευρό. Ο αέρας ρίχνει και άλλα φύλλα πάνω στις πλάκες τις αυλής.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

το σπίρτο

Ήμουν πολύ μικρός. Νομίζω πως ούτε σχολείο δεν πήγαινα ακόμα. Δεν το λέω για να δικαιολογηθώ. Και λίγο μεγαλύτερος να ήμουν, μάλλον ως βουβός και αποσβολωμένος θεατής και πάλι θα το παρακολουθούσα. Μπορεί να μην ήτανε δικιά μου η ιδέα. Μπορεί και να ψιθύρισα, κάποια στιγμή, ένα, «όχι, ρε παιδιά, κρίμα είναι το καημένο», έτσι δειλά, αθόρυβα. Ίσα-ίσα να το ακούσω μόνο εγώ. Να έχω μετά να το θυμάμαι, όταν θα έπεφτα τη νύχτα στο κρεβάτι μου και η εικόνα του παραναλώματος θα τρύπωνε εφιαλτικά κάτω από τα σεντόνια.
Τα περισσότερα από εκείνα τα παιδιά, τα μέλη εκείνης της εγκληματικής παρέας, ζούνε ακόμα στην παλιά μου γειτονιά. Τους βλέπω. Με κάποιους ακόμα λέμε ένα «γεια». Οι πιο πολλοί έχουν παιδιά στην ηλικία που τότε ήμασταν εμείς – αναρωτιέμαι, στ’ αλήθεια με τι είδους ιστορίες τα ταΐζουν. Είμαι απολύτως σίγουρος, πως αν τους έπιανα ποτέ και τους ρωτούσα, «θυμάστε, ρε, τι κάναμε, τότε, εκεί, στο πάρκο», θα σήκωναν τους ώμους τους, αλλού θα γύριζαν το βλέμμα. Ίσως και να βρισκόταν κάποιος λίγο πιο θρασύς, λίγο πιο τολμηρός από όλους μας στην καθημερινή τη μάχη με τη μνήμη, που να μου απαντούσε: «Έλα μωρέ! Αφού ήμασταν μικρά παιδιά. Παιχνίδι ήταν όλα. Πάει τώρα. Μεγαλώσαμε. Τώρα είμαστε άλλοι.»
Και πάλι δεν ξέρω αν θα μπορέσω να του φέρω αντίρρηση. Ίσως ξανά κάτι να ψιθυρίσω. Όχι από φόβο ετούτη τη φορά. Όχι, καμία σχέση. Μα πιο πολύ από δισταγμό. Δεν λέω, ίσως να έχει δίκιο. Αναγνωρίζω του παιχνιδιού το κίνητρο την ώρα που κάποιος επιτήδειος άρπαξε από τα πόδια ένα γατί και το έδεσε στο δέντρο. Το ξέρω, ήμασταν μικροί και τώρα πάει, μεγαλώσαμε. Τώρα ποιος θα σηκωνόταν να τρέξει ως το σπίτι του, να φέρει το μπουκάλι με το οινόπνευμα, να λούσει ένα άμοιρο τετράποδο, την ώρα που θα παλεύει να απελευθερωθεί από τα δεσμά της τρυφερής κακίας μας; Πραγματικά, μπορεί και να είμαστε άλλοι.
Μόνο το σπίρτο εκείνο -δεν θυμάμαι ποιος από όλους μας το πέταξε- που, αντί να κάψει, πάγωσε για πάντα τα όνειρά μας, δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως το έχω ξαναδεί. Πρέπει να είναι το ίδιο σπίρτο ακριβώς, που χθες το βράδυ έκαιγε πλάι στο παράθυρό μου. Αυτό που τώρα, ετούτη τη στιγμή, εδώ ακριβώς, κάτω από τα μάτια μου, τα βλέφαρά μου ακόμα τσουρουφλίζει.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

από το πουθενά

από το πουθενά

σκηνή 1η: νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος, 28 χρονών, μαζεύει τα άδεια πιάτα από ένα τραπέζι. Είναι αργά και έχουν απομείνει ελάχιστοι πελάτες. Από το εσωτερικό της ταβέρνας ακούγονται λαϊκά τραγούδια. Το κινητό του Γιώργου χτυπάει κι εκείνος αφήνει το δίσκο πάνω στο τραπέζι για να απαντήσει.

Γιώργος
Έλα, ρε! Δε σ΄ ακούω… Γυρίσατε;

σκηνή 2η: νύχτα, εξωτερικό - μπητσόμπαρο
Δυνατή χορευτική μουσική. Παρέα νέων. Κάποιος προσπαθεί να μιλήσει στο τηλέφωνο. 

Φίλος του Γιώργου
Με ακούς; Εδώ είμαστε ακόμα. Θα μείνουμε άλλες 2-3 μέρες. Μαλάκα, είναι γαμάτα! Έπρεπε να έρθεις κι εσύ… γαμώ την Αγγλία σου!

σκηνή 3η (συνέχεια της 1ης): νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος κλείνει το κινητό ενώ ακούγεται ο φίλος του να του μιλάει ακόμα. Ξαναπαίρνει το δίσκο.


Πελάτης
Φιλαράκι, έρχεσαι να σε πληρώσουμε;

σκηνή 4η: νύχτα, εσωτερικό - ταβέρνας
Ο Γιώργος μπαίνει στην ταβέρνα κρατώντας το βαρυφορτωμένο δίσκο. Μια τηλεόραση σε κάποιο ράφι ψηλά παίζει χωρίς ήχο ξένα βιντεοκλίπ. Όλες οι καρέκλες μέσα στο μαγαζί είναι ανεβασμένες πάνω στα τραπέζια. Ο Γιώργος ακουμπάει το δίσκο πάνω στο πάγκο που χωρίζει την κουζίνα από το υπόλοιπο μαγαζί. Μέσα από τον πάγκο δύο άντρες με άσπρες λερωμένες ποδιές κάνουν την λάντζα.

Γιώργος
Ε! Βασίλη! (πιο δυνατά) Μάγειρα!

Ο πιο μεγάλος από τους δύο με τις άσπρες ποδιές γυρίζει, κοιτάζει τον Γιώργο και του χαμογελάει:

Μάγειρας
Τι έγινε, ρε; Τελειώσαμε;

Γιώργος
Πάμε να πιούμε καμιά μπύρα;

Μάγειρας
Που να πάμε ρε Γιώργο; Άσε!
(του δείχνει με το κεφάλι το ψυγείο)
Έχουμε κι εδώ μπύρες...

σκηνή 5η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Ο Γιώργος γυρίζει με τα πόδια σπίτι του. 2-3 στενά πιο κάτω από την ταβέρνα όπου δουλεύει. Κρατάει μια σακούλα με μπύρες. Οι δρόμοι είναι έρημοι. Διαβάζει ένα σύνθημα σε ένα τοίχο: «όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι». Ξεκλειδώνει την εξώπορτα.

σκηνή 6η: νύχτα, εσωτερικό - διάδρομος πολυκατοικίας
Ο Γιώργος κατεβαίνει λίγα σκαλιά, περπάτα στον διάδρομο και κατευθύνεται προς μια πόρτα. Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα αλλά δεν μπορεί. Χτυπάει το κουδούνι. Το φως του διαδρόμου σβήνει και ο Γιώργος το ξανανάβει. Η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται ο Αλέξανδρος, ο συγκάτοικος του Γιώργου. Φαίνεται αναστατωμένος και φοράει μόνο το σώβρακο του. Ο Γιώργος του δείχνει τις μπύρες χαμογελώντας.

Αλέξανδρος
Ωχ… Καλώς τον! Τι νέα; Να σου πω... είσαι κουρασμένος, ε; Θέλεις να κάνεις καμιά βόλτα και να ξανάρθεις... πιο μετά;
 
Ο Γιώργος κάνει να κοιτάξει από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Γιώργος
Τι έγινε, ρε;

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει λίγο μέσα ενώ κλείνει περισσότερο την πόρτα.

Αλέξανδρος
Είναι η...

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει τις μπύρες, τεντώνεται και τραβάει μια από τη σακούλα.

Αλέξανδρος
...έλα! Μέχρι να τις πιεις θα έχουμε τελειώσει...
Καλή βόλτα!

Ο Αλέξανδρος κλείνει την πόρτα και το φως στο διάδρομο σβήνει ξανά.

σκηνή 7η: νύχτα, εξωτερικό - έρημοι δρόμοι
Ο Γιώργος περιπλανιέται στα στενά των Εξαρχείων. Κρατάει ακόμα τη σακούλα με τις μπύρες ενώ έχει ανοίξει μια και πίνει. Ακούγονται τα βήματά του και θόρυβος από κάποια μηχανή που περνάει από κάποιο κεντρικό δρόμο εκεί κοντά. Σταματά έξω από ένα θερινό σινεμά και κοιτάζει τις φωτογραφίες.

σκηνή 8η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στα σκαλάκια στο Στρέφη. Βγάζει από το τζιν μπουφάν του τα ακουστικά και τα τσιγάρα του. Ανάβει τσιγάρο, βάζει τα ακουστικά και αρχίζει να κάνει κυκλάκια με τον καπνό ενώ χαζεύει τα φώτα της πόλης. Ξαφνικά γυρίζει το κεφάλι του απότομα και βλέπει πίσω του μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 24. Φοράει ένα λευκό φόρεμα που μοιάζει λίγο με νυφικό. Σηκώνεται απότομα όρθιος και τραβάει τα ακουστικά από τα αυτιά του.

Αγγελική
Σε τρόμαξα;

Γιώργος
Όχι…
Εντάξει, λίγο.

Αγγελική
Να μείνω λίγο μαζί σου;

Γιώργος
Που;
Αγγελική
Εδώ, στα σκαλάκια... (κάθεται) Είμαι η Αγγελική.

Γιώργος
Γεια σου, Αγγελική!

Αγγελική
Θα μου δώσεις κι ένα τσιγάρο;

Γιώργος
Ένα τσιγάρο... ναι!

Ο Γιώργος βάζει ένα τσιγάρο βιαστικά στα χείλη του και το ανάβει.

Αγγελική
(γελάει) Θα μου δώσεις κι εμένα ένα;

Γιώργος
Ωχ, ναι…

Ο Γιώργος της δίνει ένα τσιγάρο και της ανάβει προσπαθώντας να μην την κοιτάει στα μάτια, ενώ η Αγγελική τον κοιτάει συνέχεια.

Αγγελική
 Μάλλον σε τρόμαξα πολύ, ε;

Γιώργος
Δεν σε άκουσα… Από πού…

Αγγελική
Δεν με περίμενες. (γελάει) Γιατί δεν κάθεσαι;

Ο Γιώργος κάθεται. Η Αγγελική έρχεται πιο κοντά του.

Αγγελική
Λοιπόν, τι νέα;

σκηνή 9η :νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Η ταβέρνα έχει κλείσει. Τα φώτα είναι σβησμένα. Στο τζάμι της πόρτας μέσα στο ημίφως φαίνεται ο μάγειρας. Πίνει μία μπύρα από το μπουκάλι και φαίνεται να κοιτάζει με ενδιαφέρον κάπου απέναντι.

σκηνή 10η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Στον τοίχο, όπου υπήρχε το σύνθημα όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι κάποιος με σπρέι συμπληρώνει από κάτω: «Άρα είσαι καθ…»  Ακούγεται ο ήχος μιας μηχανής κάπου εκεί κοντά, το τρίξιμο των φρένων της και μετά ο ήχος μιας σφοδρής σύγκρουσης. Ο τύπος με το σπρέι σταματά και τρέχει προς το σημείο, απ’ όπου ακούστηκε ο θόρυβος. Τρέχει μπροστά από ένα ανοιγμένο παράθυρο ημιυπόγειου διαμερίσματος στην πολυκατοικία του Γιώργου. Από μέσα ακούγεται μια λαχανιασμένη φωνή:

Γυναικεία φωνή
Α… Αλέξανδρε; …τι …τι ήταν αυτό;

σκηνή 11η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι

Έξω από το θερινό σινεμά κάποιος προσπαθεί να κλέψει μια φωτογραφία από τα προσεχώς. Ακούγονται σειρήνες από κάπου εκεί κοντά. Τελικά τα καταφέρνει, βάζει τη φωτογραφία κάτω από το μπλουζάκι του και φεύγει τρέχοντας.

σκηνή 12η
νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη (2 ώρες μετά στο ίδιο μέρος με την 8η σκηνή)
Ο Γιώργος και η Αγγελική είναι ακόμα στα σκαλάκια. Μπροστά τους έχουν τα άδεια μπουκάλια από τις μπύρες. Στο βάθος φαίνεται να χαράζει. Η Αγγελική προσπαθεί να κάνει κυκλάκια με τον καπνό. Γελάνε. Η Αγγελική χαϊδεύει τους ώμους της. Ο Γιώργος ρίχνει το τζιν μπουφάν του στην πλάτη της.

Γιώργος
Χα! Κάτι ήξερα που το πήρα μαζί μου.
Μάλλον σε περίμενα λίγο... τελικά

Αγγελική
Ποιος ξέρει…

Γιώργος
Δεν μου είπες όμως, εσύ πως και ξέμεινες εδώ καλοκαιριάτικα; Καλά εγώ. Έπρεπε να δουλέψω…
Εσύ γιατί δεν έφυγες;

Αγγελική
Έφυγα…

Γιώργος
Αλήθεια;

Αγγελική
(σοβαρεύεται απότομα) Γιώργο, γιατί μαζεύεις λεφτά για να πας στην Αγγλία;

Γιώργος
(γελάει ακόμα) Γιατί δεν έχω!

Αγγελική
Όχι! Εννοώ τι θα πας να κάνεις εκεί;
Η Αγγελική ανάβει ένα ακόμα τσιγάρο και τσαλακώνει το πακέτο.
Γιώργος
Ε... δε ξέρω ακόμα.
Θα μείνω στην αρχή σε κάτι φίλους στο Λονδίνο και μετά... αν βρεθεί κάτι καλό... καμιά δουλειά...

Αγγελική
Κι αν δε βρεθεί;

Γιώργος
Αν δε βρεθεί... δεν ξέρω. Μάλλον θα γυρίσω πίσω.

Αγγελική
Στην ταβέρνα;

Γιώργος
...στην ταβέρνα. Δεν ξέρω.
Χρωστάω και κάτι μαθήματα ακόμα...
είναι και οι δικοί μου στο Ναύπλιο...

Αγγελική
Στο Ναύπλιο;

Γιώργος
Έχεις πάει;

Αγγελική
Ναι, νομίζω… με το σχολείο

Γιώργος
Στην Αγγλία;

Αγγελική
Όχι, δεν πρόλαβα

Γιώργος
Δεν… τι;

Η Αγγελική σβήνει το τσιγάρο και σηκώνεται απότομα.
Αγγελική
Πρέπει να φύγω.
Γιώργος
Μείνε λίγο ακόμα!
Αγγελική
Ξημερώνει... πρέπει να γυρίσω.
Η Αγγελική κάνει να βγάλει το μπουφάν. Ο Γιώργος της πιάνει το χέρι και τη σταματάει.
Γιώργος
 Μα εσύ είσαι παγωμένη…
Σε παρακαλώ, κράτησε το!

Αγγελική
Να το κρατήσω;

Γιώργος
Αγγελική, θέλω πολύ να σε ξαναδώ!

Αγγελική
Γιατί;

Γιώργος
Γιατί… ε… θέλω

Αγγελική
Γιατί όλα αυτά Γιώργο;

Γιώργος
Φεύγω την άλλη Παρασκευή… Θέλω να…

Η Αγγελική σκύβει, πιάνει το κεφάλι του και τον φιλάει στα χείλη στιγμιαία.

Αγγελική
Πέρνα να το πάρεις το απόγευμα.
Ορφέως 2, στο Χαλάνδρι. Όχι όμως μετά τις 7!
(χαμογελάει παιχνιδιάρικα) Γεια σου τώρα!

Ο Γιώργος παγωμένος μένει να την κοιτάζει να κατεβαίνει τα σκαλιά και να χάνεται.

σκηνή 13η: μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος ακουμπάει δύο μπουκάλια μπύρες σε ένα τραπέζι όπου κάθονται δύο γυναίκες. Όλα τα τραπέζια έξω είναι γεμάτα και ακούγεται φασαρία από τις φωνές των πελατών. Είναι τρεις περίπου το μεσημέρι. Ο Γιώργος προχωράει λίγα μέτρα μπροστά από το μαγαζί βάζει το ανοιχτήρι στη μία κωλότσεπη και βγάζει από την άλλη το κινητό του. Κάποιος πελάτης τού φωνάζει αλλά ο Γιώργος κάνει ότι δεν τον ακούει. Αρχίζει να μιλάει στο κινητό.

Γιώργος
Έλα! Μ' ακούς;


σκηνή 14η: μέρα, εσωτερικό - ρεσεψιόν ξενοδοχείου
Ο Αλέξανδρος είναι καθισμένος πίσω από την ρεσεψιόν.  

Αλέξανδρος
Που είσαι, ρε μαλάκα; Τι ώρα γύρισες σπίτι;

σκηνή 15η (συνέχεια της 13ης): μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα

Γιώργος
Καλά είμαι. Θα σου πω... Τι ώρα τελειώνεις;
Θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη...

σκηνή 16η: μέρα, εσωτερικό - στο αυτοκίνητο του Αλέξανδρου
Ο Αλέξανδρος οδηγάει φορώντας ακόμα τα ρούχα της δουλειάς. Στο ράδιο ακούγονται αθλητικά. Έχει πολύ κίνηση στο δρόμο και έχουνε κολλήσει κάπου στην Κηφισίας. Ο Γιώργος κοιτάζει το ρολόι του αυτοκινήτου. Είναι 18:29.

Αλέξανδρος
Επέστρεψαν όλοι οι καριόληδες!
Μια χαρά ήμασταν τόσες μέρες…

Γιώργος
Δεν θα προλάβουμε…

Αλέξανδρος
Θα προλάβουμε, μωρέ μαλάκα! Μην αγχώνεσαι!
Δηλαδή αν είσαι εκεί 7:30 τι έγινε;
Δεν θα σε αφήσει να μπεις; Αλλά μάλλον ναι!
Θα έχει κανονίσει με άλλον πελάτη για μετά… (γελάει)

Γιώργος
Όχι, ρε… δεν είναι έτσι!

Αλέξανδρος
Τι δεν είναι έτσι, ρε χαζέ;
Επαγγελματίας είναι η γκόμενα.
Απ’ αυτές που δέχονται στον χώρο τους και τέτοια!
Τι νομίζεις; Έτσι, από το πουθενά, έρχονται οι γυναίκες; 3 τη νύχτα τριγυρνάν στο Στρέφη ντυμένες νυφούλες;

Γιώργος
Δεν είναι έτσι, σου λέω!

Αλέξανδρος
Ναι καλά… Λεφτά έχεις μαζί σου;

σκηνή 17η: μέρα, εξωτερικό - στην αρχή κάποιου δρόμου
Ο Γιώργος έχει βγει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει τριγύρω. Είναι στην οδό Ορφέως. Στην αρχή του δρόμου υπάρχει ένα νεκροταφείο και μετά πολυκατοικίες και λίγες μονοκατοικίες. Ο Αλέξανδρος με ειρωνικό ύφος τον κοιτάζει μέσα από το αυτοκίνητο.

Αλέξανδρος
Να σε περιμένω;

Γιώργος
Όχι, σου είπα… Φύγε!

Αλέξανδρος
Καλά… Το νου σου, ε;

Ο Γιώργος αρχίζει να ψάχνει τα κουδούνια στα πρώτα σπίτια δίπλα στο νεκροταφείο. Πηγαίνει από τη μία πλευρά του δρόμου στην άλλη. Κοιτάζει τα νούμερα και δεν βλέπει το 2 πουθενά. Φαίνεται αγχωμένος και σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Επιστρέφει βιαστικά στην αρχή του δρόμου προς την είσοδο του νεκροταφείου, όπου στέκεται κάποιος φύλακας. Βλέπει τον αριθμό 2 στην πύλη του νεκροταφείου.

Γιώργος
Με συγχωρείτε…

Ο Γιώργος σταματάει απότομα μόλις βλέπει μέσα από τα κάγκελα της περίφραξης ένα μπουφάν όμοιο με το δικό του κρεμασμένο πάνω σε ένα σταυρό.  Περνάει την πύλη του νεκροταφείου με βήμα διστακτικό.

Φύλακας
Νεαρέ, 7 η ώρα κλείνουμε… Κάνε γρήγορα!

σκηνή 18η: μέρα, εξωτερικό - νεκροταφείο
Ο Γιώργος πλησιάζει τον τάφο με το μπουφάν. Δεν ακούγεται τίποτα και είναι σαν να έχει σκοτεινιάσει απότομα. Το βλέμμα του τώρα είναι πολύ ανήσυχο. Φτάνει δίπλα στον τάφο. Αναγνωρίζει το μπουφάν του αγγίζοντας ένα σκίσιμο στο μανίκι. Το τραβάει απότομα από το σταυρό. Έκπληξη και τρόμος ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του. Κάνει ένα βήμα πίσω. Το όνομα Αγγελική είναι χαραγμένο πάνω στο σταυρό και στη βάση του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της Αγγελικής τού χαμογελά.

σκηνή 19η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στο ίδιο μέρος, στα σκαλάκια και καπνίζει. Το βλέμμα του είναι ανέκφραστο. Ακούγονται βήματα πίσω του. Γυρίζει και βλέπει τον Αλέξανδρο να κρατάει μια σακούλα μπύρες. Ο Αλέξανδρος κάθεται δίπλα του. Του χαμογελάει φιλικά και ο Γιώργος κουνάει το κεφάλι του σαν να λέει: Ναι, ξέρω. Ακούγεται μόνο ο θόρυβος της πόλης. Ανοίγουνε δύο μπύρες. Ο Γιώργος ακουμπάει το μπουκάλι στα χείλη του, αλλά ο Αλέξανδρος τον σταματάει. Κοιτάζονται. 

Αλέξανδρος
(Τσουγκρίζοντας τα μπουκάλια) Καλό ταξίδι, ρε φίλε!

Γιώργος

Καλό ταξίδι

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

με τα πόδια (β΄)

Πριν από πέντε χρόνια πέθανε ο πατέρας μου. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν μόλις εξήντα ενός ετών και μια από αυτές τις μέρες θα είχε τα γενέθλια του. Θυμάμαι ένα βράδυ, πρέπει να ήμουν ακόμα φοιτητής, που είχα γυρίσει αργά στο πατρικό μου και βρήκα πάνω στο γραφείο μου ένα σημείωμά του. Έγραφε, «Παιδιά, να με χαιρόσαστε! Έγινα πενηντάρης». Την άλλη μέρα τον πειράζαμε, πως βιάζεται μάλλον λιγάκι να γεράσει, αφού πενήντα θα γινόταν την επόμενη χρονιά.
Αυτό για τον πατέρα μου ήτανε κάτι το ανεπίτρεπτο, αφού η αλήθεια είναι πως με του αριθμούς τα πήγαινε καλά και σπάνια έπεφτε στους υπολογισμούς του έξω. Στο μαγαζί ήξερε απ’ έξω όλες τις τιμές στα φάρμακα και μπορούσε με τρομακτική ευκολία μόνος του να θυμηθεί τηλέφωνα που είχε χρόνια να καλέσει. Δυστυχώς ελάχιστα μου κληροδότησε αυτήν την τόσο σπάνια αριθμομνημοσύνη.
Όταν τον χάσαμε, το Νοέμβριου του 2006, αποφασίσαμε να τον κηδέψουμε στο μικρό νεκροταφείου του χωριού του, προάστιο τώρα πια της πόλης. Αργότερα στο ίδιο μέρος ήρθε να προστεθεί και ο τάφος του παππού μου, αν και εκείνος, πατέρας της μητέρας μου, καμία σχέση με την Ανακασιά δεν είχε. Τα τελευταία χρόνια, όποτε επισκέπτομαι τα οικογενειακά μας μνήματα, διαλέγω συνήθως να το κάνω με το πόδια. Αν και τις περισσότερες φορές, το ομολογώ, πηγαίνω με ταξί και ύστερα κατηφορίζω προς την πόλη περπατώντας. Η βόλτα αυτή είναι για μένα εξαιρετικά λυτρωτική και έτσι κι αλλιώς είναι μια όμορφη πολύ διαδρομή για να κατέβει κάποιος από του βουνού τις παρυφές ως το λιμάνι και το κέντρο. Αν επιλέξει να την ξεκινήσει, μάλιστα, την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει, η θέα από το λόφο του κοιμητηρίου θα τον μαγέψει ανεπανόρθωτα.
Δυστυχώς, με τον πατέρα μου δεν πρόλαβα να περπατήσουμε παρέα, κι αν τυχόν το έκανα, ήμουνα μάλλον τόσο πολύ μικρός που πια δεν το θυμάμαι. Ήμουν μόλις έξι ετών, όταν λόγω ενός τροχαίου δυστυχήματος, έμεινε παραπληγικός και πέρασε την υπόλοιπη ζωή σε αναπηρική καρέκλα. Ο παππούς, από την άλλη, ήτανε αναμφίβολα μεγάλος περιπατητής και πάντα μου υπενθύμιζε πως, όταν ήμουν βρέφος, με έπαιρνε στο καροτσάκι και γυρίζαμε σχεδόν όλη την πόλη. Αυτή, μαζί με άλλες παρόμοιες ιστορίες από τα άγνωστα μου χρόνια, μου έχουν σχηματίσει μέσα στο μυαλό αυτό που ονομάζω αφηγηματική ανάμνηση, αφού η ίδια η μνήμη μου δεν είχε ακόμα τότε ενεργοποιηθεί για να τις καταγράψει. Θυμάμαι όμως αμυδρά τον ίδιο τον παππού μου, που ήτανε συνταξιούχος ναυτικός, να μου διδάσκει τους αστερισμούς στο χάρτη του ουράνιου στερεώματος.
Λίγα, ωστόσο, από εκείνα τα μαθήματα κατόρθωσα να συγκρατήσω. Αυτό που μου έμεινε ήτανε πιο πολύ η αίσθηση της καλοκαιρινής αυλής, όπου καθόμασταν οι δυο μας τα βράδια μέχρι αργά τρώγοντας φέτα και καρπούζι. Όταν καμιά φορά του έδειχνα να πέφτει ένα αστέρι, εκείνος, κατανοώντας πως τα επιστημονικά ελάχιστα με ενδιέφεραν, μου έλεγε να κάνω μια ευχή, αλλά να μη την μαρτυρήσω.
Τουλάχιστον για δυο δεκαετίες ευχόμουν πάντα από μέσα μου να γίνει κάποιο θαύμα, να περπατήσει και πάλι ο πατέρας μου – δεν έχει πλέον νόημα να το κρατάω μυστικό. Από τότε, όμως, που έφυγε, εδώ και πέντε χρόνια, κάθε φορά που βλέπω ουράνια εκτροχιασμένα σώματα να εισβάλουν μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα πλέον δε βρίσκω μέσα μου τίποτα για να ευχηθώ και ντρέπομαι γι’ αυτό αβάσταχτα ακόμα και ετούτη τη στιγμή που σας το μαρτυράω.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

διάφορα

Είναι ένα σημείο,
λίγο έξω από πόλη μου,
πάνω σε ένα ύψωμα,
κάτι σαν λόφος τεχνητός -η επιτηδευμένη φύση
και το παρακείμενο εργοστάσιο τέτοιον
τον κάνουνε να φαίνεται- όπου πάω καμιά φορά,
άλλοτε με το αμάξι μου
άλλοτε περπατώντας,
και από εκεί,
στην κορυφή του λόφου αυτού
του κατασκευασμένου -μόλις σε υψόμετρο
διακόσια ενήντα μέτρα- ακούω το θόρυβο της πόλης μου
κι αφήνομαι
να φανταστώ διάφορα.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

το πραξικόπημα

Αθήνα, Καλοκαίρι του 2011. Την ώρα που ένα λαμπρό επιτελείο από λογιστές, υπολογιστές και ανθυπολογιστές επεξεργάζεται το νέο σχέδιο οριστικής διάσωσης της χώρας, ο ανοικονόμητος λαός αυτής –ή έστω μια εκλεκτή αντιπροσωπευτική μερίδα του- διαδηλώνει σε δρόμους και πλατείες την αντίθεσή του γενικά. Μέσα σε αυτό το σκηνικό κάποιος λίγο πιο σοβαρός στρατός θα είχε ήδη κάνει πραξικόπημα, μέσα σε αυτόν τον πανικό κάποιος λίγο πιο αξιοπρεπής λαός θα είχε επαναστατήσει.

Ο ήρωάς μας, φοιτητής από την Πάτρα, έρχεται στην Αθήνα νομίζοντας πως θα ζήσει κάτι πολύ ιστορικό –κάτι σαν την πτώση του τείχους του Βερολίνου ή έστω κάτι σαν την ανέγερσή του- μα τελικά παρασύρεται από τη γοητεία του κλεφτοκυνηγητού και του πετροπολέμου. Πριν, ευτυχώς, προλάβει να απογοητευτεί γνωρίζει την ηρωίδα μας μέσα σε ένα ροζ συννεφάκι χημικών και δακρυγόνων και ασφαλώς την ερωτεύεται.
Η νύχτα πέφτει και οι δύο νέοι αφήνουν προσωρινά το πεδίο της μάχης για να μεταφερθούν ελάχιστα μέτρα μακριά, στο παράλληλο σύμπαν κάποιου από τα αντιστασιακά μπαράκια της περιοχής. Εκεί, αφού ανταλλάξουν απόψεις περίπου για τα πάντα, η κουβέντα τους φτάνει μοιραία και σε θέματα πολύ προσωπικά, ώσπου έκπληκτοι κάποια στιγμή διαπιστώνουν πως δεν είναι μόνο οι ιδέες τους μοναχικές αλλά και οι ίδιοι. Ο ήρωας της ιστορίας μας προτείνει στην ηρωίδα της βραδιάς του να τη συνοδεύσει με τα πόδια ως το σπίτι της, γιατί οι καιροί είναι παράξενοι και με όλον αυτό τον περιρρέοντα χαμό ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Εκείνη, κανονικά και προκειμένου να μη του δώσει θάρρος, εδώ θα έλεγε, «όχι, μωρέ! σ’ ευχαριστώ, μα δεν πειράζει», αλλά χάριν οικονομίας της αφήγησης δέχεται κι έτσι πληρώνουνε, σηκώνονται και φεύγουν.
Έξω στο δρόμο σαρακηνοί και σταυροφόροι μετρούν απώλειες και θύματα, την ώρα που το λίκνο της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού τραντάζεται από τις ερπύστριες των απορριμματοφόρων. Οι δύο νέοι, αγκαζέ και δήθεν παραπατώντας ελαφρά, διασχίζουν τους αχνιστούς δρόμους της πρωτεύουσας με κατεύθυνση το Θησείο, όπου κατοικοεδρεύει εκείνη.
Σε όλο το δρόμο εκείνος, εν μέρει για να αστειευτεί εν μέρει για να την τρομοκρατήσει, ώστε μόνη της να μη μπορεί μετά να κοιμηθεί, επιλέγει να της μιλήσει για το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικού νόμου ή κάτι τέτοιο παρόμοιο. Εκείνη μοιάζει μάλλον να διασκεδάζει με τη ζοφερή αυτή προοπτική, «ποια δικτατορία, ρε συ; πλάκα μου κάνεις; γιατί τώρα, δηλαδή, τι έχουμε;». Ο τρομοκράτης εραστής πεισμώνει κι εκνευρίζεται, «καλά, αλλά άμα γίνει, όμως, μετά μη λες πως δε σε προειδοποίησα». Απτόητη η ελληνίδα Πασιονάρια, «ε, κι άμα γίνει, εσένα τι σε νοιάζει;».
Και τότε κάνει επαφή η λάμπα πάνω από το κεφάλι του κι ανάβει επιτέλους, «κανονικά μάλλον εσένα θα έπρεπε να νοιάζει». «Τι εννοείς;» Τι εννοεί, αλήθεια; «Αν αύριο πρωί μας ξημερώσει πραξικόπημα, δε θα μπορώ στην Πάτρα να γυρίσω και τότε θα πρέπει μάλλον να με φιλοξενήσεις σπίτι σου.» Τώρα πως και γιατί η χούντα –λέμε τώρα- θα γούσταρε αύριο το πρωί, εκτός από την ισχύ πέντε-έξι άρθρων του Συντάγματος, να αναστείλει και τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την οποία εκείνη, εκείνη την τόσο δραματική στιγμή, στ’ αλήθεια δυσκολεύεται σαφώς να διακρίνει. Οπότε, δε βαριέσαι και που να τρέχει τέτοια ώρα το μυαλό, «αν γίνει και τότε στην Αθήνα εγκλωβιστείς, έλα αύριο να κοιμηθείς στον καναπέ μου!».
Και κάπως έτσι το ζευγάρι της βραδιάς φτάνει μπροστά στου κοριτσιού την πόρτα. Φιλιούνται. Ανταλλάσουνε τηλέφωνα. «Τα λέμε…» «Καληνύχτα!»

Και ξαφνικά, την άλλη μέρα δε γίνεται απολύτως τίποτα. Ένας μονάχα βιαστικός ανασχηματισμός κι αυτός για να ‘χουμε να λέμε. Την ώρα που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάνει από τηλεοράσεως τις σχετικές ανακοινώσεις, στην άρτια κλιματιζόμενη αίθουσα αναμονής στον Κηφισό, ένας μικρούλης Μεταξάς γεννιέται μέσα στου ήρωά μας το κεφάλι.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

τι θα κάνουμε

-Και τώρα, τι θα κάνουμε;
-Τι θα ‘θελες να κάνουμε;
-Δεν ξέρω. Κάτι, όμως.
-Κάτι άλλο μήπως εννοείς;
-Ναι, κάτι όχι ίδιο με αυτό.
-Τι θα ‘λεγες να ζήσουμε;
-Γιατί; Τώρα δε ζούμε;
-Ναι, μα μπορούμε και αλλιώς.
-Πως, δηλαδή; Για πες μου!
-Ως τώρα ζούμε σαν εμάς. Ας ζήσουμε σαν άλλοι.
-Τι εννοείς; Να αλλάξουμε;
-Να αλλάξει η ζωή μας.
-Γιατί; Αλλάζει η ζωή;
-Αφού όλα αλλάζουν.
-Τότε, γιατί δεν άλλαξε από πριν;
-Άλλαξε. Δεν το είδες;
-Και γίνεται έτσι απλά πάλι η ζωή μας να αλλάξει;
-Αφού θα αλλάξουμε εμείς, θα αλλάξει κι η ζωή μας.
-Θα αλλάξει και θα γίνει πως;
-Εσύ, πως θες να γίνει;
-Θέλω να γίνει σαν κι εμάς.
-Σαν και εμάς όπως και πριν ή σαν κι εμείς σαν τώρα;
-Όπως θα γίνουμε μετά.
-Μετά από τι; Πότε μετά;
-Μετά την αλλαγή μας.
-Ε, τότε ας αλλάξουμε!
-Ας ζήσουμε!
-Μα, ζούμε…