Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Στην αρχή το αίμα είναι πηχτό και σκοτεινό. Χρειάζεσαι όλη σου τη δύναμη για να τρυπήσεις την επιφάνειά του. Μες στο κεφάλι σου φέρνεις τραγουδάκια παιδικά, βάζεις αινίγματα και ψάχνεις απαντήσεις. Μηχανικά σαν ξόρκι επαναλαμβάνεις την προπαίδεια. Κάνεις ό,τι μπορείς για να κρατήσεις το μυαλό σου. Δειλιάζει μέσα στης φρίκης τον πυθμένα η λογική και ψάχνει έξοδο για να ξεφύγει. Να σε αφήσει ολομόναχο με τα φαντάσματά σου να παλεύεις. Και έπειτα είναι που αραιώνει το λιμνάζον ζωτικό υγρό κι εσύ ανοίγεις τα μάτια επιτέλους. Βλέπεις κοπάδια από όργανα φονικά και σμήνη από κουβέντες ασυγχώρητες να κολυμπάν τριγύρω σου. Βλέπεις τα θύματά σου να σου χαμογελούν και από τα άδεια μάτια τους γλιστρούν όρκοι και υποσχέσεις. Βλέπεις γιορτές και επετείους κουλουριασμένες να σκουριάζουν στο βυθό. Βλέπεις στο κέντρο το πολλαπλό σου είδωλο να έχει στήσει το χορό αγκαλιασμένο. Με ένα του νεύμα κοντά του σε καλεί. Το ξέρεις αυτό το νεύμα - είναι δικό σου. Τους γνωρίζεις καλά αυτούς τους χορευτές - είσαι εσύ. Μόνο του χορού τα βήματα δεν ξέρεις. Τα έχασες τα βήματα αυτά. Σβήστηκε μέσα σου ο ρυθμός, τότε που σου είπανε πως είσαι επτάψυχος και εσύ βάλθηκες την ψυχή να σπαταλάς και τις ζωές σου να σκορπίζεις για να τους δικαιώσεις. Και ύστερα έχασες το μέτρημα. Και έκλεισε ο κύκλος του χορού και άφησε μόνο εσένα απ’ έξω.
Και τότε ανοίγει η σπηλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου