Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

μία νέα γεωμετρία

Κάποτε ανέλαβα μίαν αποστολή.
Να ταξιδέψω μέχρι την άκρια της πόλης.
Να βρω τι κρύβεται εκεί, στου ορίζοντά μου το τελείωμα.
Να ανακαλύψω μια νέα γεωμετρία.
Τα εμπόδια υπήρξανε πολλά.
Όχι, δεν ήταν μια εύκολη διαδρομή.
Ίσως και να έφταιξα εγώ, που διάλεξα την πιο ανασφαλή πορεία.
Οι πειρασμοί ατέλειωτοι.
Κι από όλους τους, ίσως ο πιο επικίνδυνος, εκείνος της απώλειας.
Όχι, δεν είναι που φοβήθηκα μήπως θελήσω τον δρόμο μου να χάσω.
Τον δρόμο αυτόν μόνος μου τον σχεδίασα.
Και είχα φροντίσει, ευτυχώς, το σχέδιο να το αποστηθίσω.
Και να ήθελα να τον απαρνηθώ, ήτανε πρακτικώς αδύνατο.
Και έτσι, κάποια στιγμή κατόρθωσα στον στόχο μου να φτάσω.
Μην με ρωτήσεις πόσος χρόνος χρειάστηκε για αυτό.
Έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε κοινές μονάδες μέτρησης - δεν θα με καταλάβεις.
Το θέμα είναι ότι έφτασα.
Έφτασα έξω από το σπίτι σου.
Ναι, εσύ είσαι το θέμα.
Μην μπεις στον κόπο να κατέβεις ως την είσοδο – δεν έχω κάτι να σου πω.
Και μόνο που έφτασα ως εδώ, και μόνο που σε ανακάλυψα, φτάνει και περισσεύει.
Δεν έχω να αποδείξω τίποτα – δεν ήρθα να σε πείσω.
Δεν έχω ανάγκη από επιχειρήματα.
Εγώ είμαι το επιχείρημα.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Кафе Амелие

-Ξέρεις κάτι; Νομίζω πως δεν τα χρειαζόμαστε τα χάπια σου εδώ. Για ποιο λόγο πρέπει να είμαστε αόρατοι; Αφού στην πόλη αυτή κανείς δεν μας γνωρίζει.
-Ναι, αλλά κανείς δεν θέλουμε και να μας μάθει. Το ξεχνάς;
-Καλά. Εσύ πιστεύεις ότι όλοι με εσένα ασχολούνται.
-Όχι, αλλά από τη στιγμή που οι όλοι, όπως λες, αποτελούν το θέμα μου, τότε αργά ή γρήγορα κάποιος από τους όλους, θα νιώσει και το βλέμμα μου και θα μου το επιστρέψει.
-Οι όλοι είναι το θέμα σου; Κι εγώ που νόμιζα πως ήμουνα εγώ…
-Ναι, πες μου ότι ζηλεύεις τώρα.
-Ναι, πες μου πως δεν το απολαμβάνεις.
-Απολαμβάνω την παρέα σου μαζί με το ταξίδι. Άλλωστε, ξέρεις, πρώτη φορά έχω συνέταιρο σε τέτοια ιστορία.
-Συνέταιρο; Περίεργη λέξη επέλεξες.
-Περίεργη είναι η επιλογή. Η λέξη όμως ταιριάζει.
-Δεν επιμένω. Εσύ ξέρεις καλύτερα από αυτά. Εγώ με τις λέξεις έχω από καιρό μαλώσει.
-Ναι, αλλά με τις ιστορίες μια χαρά τα πας.
-Μπορεί, αλλά δεν φτάνει.
-Πώς είσαι τόσο σίγουρη; Δοκίμασέ με! Πες μου μια!
-Τι ιστορία θέλεις να σου πω;
-Μια από αυτές που τριγυρίζουνε σε αυτήν εδώ την πόλη.
-Μα μόλις τρεις μέρες είμαστε εδώ. Ό,τι είδα, το είδαμε μαζί και ό,τι ξέρεις ξέρω.
-Διάλεξε τότε μια καλή, που ήδη να την γνωρίζω, και πες την με τον τρόπο σου. Κάνε με κάποτε να πω «είσαι το Βελιγράδι μου»!
-Είσαι τρελός, δεν πας καλά, μα έχεις ακόμα πλάκα. Καλά, λοιπόν. Τώρα θα δεις. Έτοιμος; Ξεκινάω…

Πριν λίγα χρόνια, τότε, με τον πόλεμο, θυμάσαι που βομβάρδιζαν ολόκληρη τη χώρα; Τότε, λοιπόν, άρχισαν να κυκλοφορούν κάτι ιστορίες αλλόκοτες για κάποιους τύπους που οι βόμβες δεν τους τρόμαζαν και αντί να τρέξουν να κρυφτούν μέσα στα καταφύγια, τρύπωναν μέσα στα σπίτια που οι άλλοι εγκατέλειπαν και ζούσαν τις ζωές τους. Έτρωγαν ό,τι υπήρχε στα ψυγεία τους, έπιναν τα κρασιά τους, καμιά φορά ξάπλωναν στα κρεβάτια τους και έκλεβαν τα όνειρά τους. Δεν έπαιρναν μαζί τους τίποτα. Ό,τι έβρισκαν το κατανάλωναν εκεί, σαν να ήτανε οι κύριοι του σπιτιού, χωρίς να βιάζονται και να ανησυχούν μην τύχει και τους πιάσουν, αφού είχαν τον αντιαεροπορικό συναγερμό να τους κρατάει τσίλιες και μόλις σήμαινε τη λήξη του κακού, τέλειωνε και το γλέντι. 
Εντάξει, ξέρεις, συμβαίνουνε αυτά στις άγριες τις εποχές. Ούτε μπορεί κανένας εύκολα να πει ότι οι άνθρωποι αυτοί ήτανε διαρρήκτες, ούτε και σκέφτηκαν ποτέ στα σοβαρά οι άλλοι να τους κυνηγήσουνε, αφού τι δίκιο να ψάξεις και να βρεις σε μια χώρα όπου το άδικο είχε πια πάρει διαστάσεις φυσικού και καθημερινότητας.  Και, κάποια στιγμή, πάει, τελείωσε ο πόλεμος και άρχισε πάλι η ζωή στους δρόμους να επιστρέφει. Έλα, όμως, που οι κακές συνήθειες δύσκολα ξεπερνιούνται. Βέβαια, οι πιο πολλοί από τους εισβολείς σταμάτησαν στα σπίτια των άλλων να συχνάζουν.
Όσοι από αυτούς ήταν τυχεροί περιορίστηκαν στα μικροσκοπικά τους διαμερίσματα και στις μικρές ζωές τους και πού και πού μαζεύονταν σε κάποια από τις πλατείες και αναπολούσαν τα παλαιά νυχτερινά τους κατορθώματα, σαν ναυτικοί που αφήσανε τις θάλασσες, μα βασανίζονται επειδή τους λείπουν τα λιμάνια. Οι άλλοι, οι πιο άτυχοι, που είχαν τα σπίτια τους καταστραφεί ή που τις Ιστορίας οι βίαιες οι αλλαγές τούς πέταξαν στο δρόμο, συνέχισαν να εξασκούν την τέχνη τους, μα οι νοικοκύρηδες, που τώρα είχαν τους συναγερμούς σε άλλους ρυθμούς να παίζουν, αργά ή γρήγορα τους έπιαναν και ύστερα αναλάμβαναν οι νόμοι της ειρήνης.  
Και ήτανε κι ένας που περίσσεψε και ο θρύλος τον ονόμασε ο «άνδρας με τα μαύρα». Αυτός, ο αμετανόητος, όχι μονάχα δεν σταμάτησε να μπαίνει έτσι, στα κρυφά, μέσα στα ξένα σπίτια, μα ούτε που πρόλαβε ποτέ να βγει στ’ αλήθεια από αυτά. Φταίει που η νύχτα του τελευταίου του βομβαρδισμού τον βρήκε στο σπίτι ενός συλλέκτη, που είχε δίσκους σπάνιους, με μουσικές που η πόλη ως τότε αγνοούσε. Κι αυτός –όχι, δεν τον κατηγορώ, κι εγώ το ίδιο θα έκανα- τους έβαλε να παίζουν δυνατά, τόσο, που όταν σήμανε η λήξη του συναγερμού, δεν μπόρεσε ο ήχος της να φτάσει ως τα αυτιά του. Και δεν κατάλαβε πως τέλειωσε ο πόλεμος, παρά μονάχα όταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βρέθηκε στο κατώφλι. Έτρεξε, τελευταία στιγμή και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι του και από τότε λένε πως ζει διαρκώς μετακινούμενος από το ένα στο άλλο διαμέρισμα, γλιστρώντας μέσα από φωταγωγούς, πηδώντας στις ταράτσες.
Κανένας δεν τον έχει δει, αλλά τα ίχνη που αφήνει πίσω του κοντεύουν να τρελάνουνε ολόκληρη την πόλη.            
Για κάποιους κάποιοι πόλεμοι ποτέ δεν τελειώνουν. Όπως για άλλους κάποια παιχνίδια δεν λήγουνε ποτέ, γιατί πριν ξεκινήσουν δεν φρόντισαν να μάθουν τους κανονισμούς, τους όρους να διαβάσουν. Σκέψου τώρα τι γίνεται με αυτούς που έχουνε συνηθίσει να παίζουν με τον πόλεμο και άλλο παιχνίδι από αυτό δεν γνώρισαν ποτέ τους.

-Μα αυτός ο τύπος είναι σαν κι εμάς. Μας μοιάζει, δεν νομίζεις;
-Τι λες; Εμείς δεν είμαστε σε πόλεμο. 
-Αλήθεια; Και αυτό εδώ τι είναι;
-Δεν ξέρω. Πάντως, σίγουρα σε παιχνίδι είμαστε. Κοίτα! Νομίζω μας κοιτάζουν.
-Φταίει που τους κοιτάμε τόσην ώρα εμείς. Ξέρεις, οι Σέρβοι κάποια πράγματα ποτέ δεν συγχωρούνε.
-Πάμε να φύγουμε από εδώ, όσο η δράση του αόρατου μας προστατεύει ακόμα.
-Να φύγουμε, να πάμε που; Τι λες συνεταιράκι;
-Δεν έχω ιδέα. Βλέπεις, και εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ρίξω μια ματιά στου παιχνιδιού τους όρους.
-Ναι, ούτε εγώ. Το ξέχασα. Αλλά τουλάχιστον βρισκόμαστε ακόμα στο παιχνίδι.
-Οπότε;
-Οπότε, ας συνεχίσουμε.

-Ας παίξουμε. Σειρά σου!

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

από την αρχή

Διαβάζεις ένα βιβλίο.
Το βιβλίο αφηγείται μίαν ιστορία.
Η ιστορία αυτή είναι -και- δική σου.

Κάποτε λες, "όχι δεν είμαι εγώ αυτό", το παρατάς και φεύγεις.
Φεύγεις, αλλά ξεχνάς το βιβλίο ανοιχτό.
Φεύγεις, μα δεν φροντίζεις καν να σκίσεις, να κάψεις, τις σελίδες.

Κάποια στιγμή -πάντα θα υπάρχει η στιγμή- έρχεσαι πάλι πίσω.
Πίσω, η ιστορία, τόσο καιρό, ερήμην σου εξελίσσεται.
Η εξέλιξη αυτή σε αφορά, μα τώρα πια, όχι, δεν προλαβαίνεις.

Πας κατευθείαν στο τελευταίο το κεφάλαιο, διαβάζεις πώς τελειώνει.
Το τέλος αυτό ταυτίζεται με το δικό σου τέλος.
Στο τέλος λες, "κοίτα να δεις, εγώ ήμουν τελικά αυτό".

Πας να το ξαναπιάσεις από την αρχή.
Πας να το ξαναπιάσεις από την αρχή..
Πας να το ξαναπιάσεις από την αρχή...

επειδή

Επειδή,
όπως θα έχεις ήδη καταλάβει,
με τα λόγια άκρη δεν φαίνεται να βγάζουμε,
επειδή η γλώσσα μου,
άλλη γλώσσα από αυτήν εδώ δεν ξέρει να μιλάει
ή και που ξέρει,
να την ακούσεις
-την άλλη γλώσσα εννοώ-
δεν γίνεται υπό αυτές τις τόσο θλιβερές συνθήκες,
επειδή εγώ,
επειδή εδώ,
άκουσε τώρα την σιωπή και βγάλε,
όσο ακόμα είναι νωρίς,
κανένα από αυτά
-τα πώς τα λένε;-
α, ναι...
τα συμπεράσματα!

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

θεσσαλία

Στην Ισπανία, και στη Μαδρίτη πιο συγκεκριμένα, πέρασα μια από τους πιο όμορφες και δημιουργικές περιόδους της ζωής μου. Εκεί ουσιαστικά γεννήθηκαν οι Dreamtigers και εκεί ξεκίνησα και να ασχολούμαι με το αγαπημένο μου είδος των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, γράφοντας το «Ανακάλυψε Περιπλανώμενος» (dreamtigers002), αλλά και με τη φωτογραφία δρόμου, κάνοντας την καλύτερή μου ως τώρα έκθεση («Callegraficas, Café Galdos, Ιούνιος 2012). Η Μαδρίτη παραμένει η μια από τις δυο αγαπημένες μου ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – η άλλη είναι οι Βρυξέλλες.

Το μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας υπήρξε πολύ σημαντικός σταθμός τόσο για το γράψιμό μου όσο και για εμένα τον ίδιο. Πέρα από το ότι μπόρεσα να ξαναζήσω κάτι σαν φοιτητική ζωή και να γνωρίσω πολλούς ωραίους και ενδιαφέροντες ανθρώπους, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από μια άλλη οπτική την περιπέτεια της συγγραφής και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Το έργο που γίνεται στη Φλώρινα, για τα ελληνικά δεδομένα, είναι στ’ αλήθεια πρωτοποριακό. Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι επιβεβλημένη η ίδρυση ενός πλήρους φοίτησης πανεπιστημιακού τμήματος των Τεχνών και των Επιστημών του Λόγου. Για περισσότερα σχετικά, σας παραπέμπω στο βιβλίο μου «Για Αύριο» (dreamtigers013).

Η Νομική και η δικηγορία, ίσως η πιο ανθρωπιστική επιστήμη και σίγουρα το πιο παρεξηγημένο επάγγελμα, όχι ερήμην αυτών που το ασκούνε, δυστυχώς. Σπούδασα στη Νομική Αθηνών και εργάζομαι ως δικηγόρος στο Βόλο από το 2002. Πέραν όλων των άλλων, οι σπουδές και το επάγγελμα προσφέρουν σε αυτούς που επιθυμούν να ασχοληθούνε με το γράψιμο δύο πολύ σημαντικά εφόδια: λιτότητα στη χρήση των εκφραστικών μέσων και μια τεράστια δεξαμενή ιστοριών, οι οποίες αγγίζουν όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Α, ναι! Και προϋπηρεσία στην τάση για επιτηδευμένη μυθοπλασία – εξ ου ίσως και το παρεξηγήσιμο του θέματος που λέγαμε.

Το dreamtigers.gr αποτελεί τον προσωπικό μου ηλεκτρονικό εκδοτικό οίκο. Εκεί δημοσιεύω –και διαθέτω δωρεάν- τα βιβλία μου από τον Ιούνιο του 2012, και βάσει του «συμβολαίου» που έχω υπογράψει με τις ίδιες τις ονειροτίγρεις, συνεχίζω να ανεβάζω κι από ένα κάθε δυο μήνες, μέχρι που να συμπληρωθεί ο μαγικός αριθμός 111. Φυσικά η φιλοσοφία και η στρατηγική των Dreamtigers έχουνε πιο πολύ να κάνουν με τον κόσμο του ίντερνετ και του μπλόγκινγκ, παρά με τις συμβατικές χάρτινες εκδόσεις, όπου έχουν ήδη κυκλοφορήσει τρία «κανονικά» βιβλία μου («Πριγκιποδουλειές», «Σχέδιο Τρόμου», από τις Εκδόσεις Οξύ και «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού», από τις Εκδόσεις Τόπος) και όπου θα ήθελα πολύ κάποια στιγμή να επιστρέψω.

Τα ηλεκτρονικά μου βιβλία είναι μέχρι τώρα 15 και σε λίγες μέρες θα δημοσιεύσω το δέκατο έκτο, που θα λέγεται «Geometropolis». Τα περισσότερα από αυτά είναι μάλλον λογοτεχνικά, ενώ σε κάποια άλλα επιχειρώ, ας πούμε, στον δοκιμιακό λόγο. Προσπαθώ να εκμεταλλευτώ την άνεση που μου προσφέρει το διαδίκτυο και να δοκιμάζομαι σε διάφορα είδη και στυλ γραφής. Σε κάθε περίπτωση όλα τα ηλεκτρονικά βιβλία μου (αναγνωρίζω πως ενδεχομένως να θεωρηθεί καταχρηστική η χρήση του όρου «βιβλίου» για τα αφηγηματικά σύνολα που δημοσιεύω) φέρουν τον υπότιτλο «αποσπάσματα», όπως και ένα από τα χάρτινα που έχω εκδώσει, γιατί αυτός ο τρόπος, της αποσπασματικότητας, με εκφράζει και μέσα από αυτόν μόνο μπορώ, προς παρόν τουλάχιστον, να πω αυτά που θέλω.

Η ποίηση για μένα είναι μια άγνωστη ακόμα χώρα, την οποία επισκέπτομαι συνήθως σαν τον κλέφτη. Έχω γράψει και έχω δημοσιεύσει κάποια κάτι-σαν-ποιήματα, αλλά και αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο των αποσπασμάτων μου και σίγουρα δεν σχηματίζουν κάποιου είδους ποιητική για την οποία θα μπορούσα να μιλήσω. Είχα την τύχη να έχω καθηγητή στη Φλώρινα, στο μάθημα της Ποίησης, τον σημαντικότερο ίσως εν ζωή Έλληνα ποιητή, τον Τίτο Πατρίκιο και σίγουρα το σημαντικότερο που αποκόμισα από αυτόν είναι πως η ποίηση είναι μια γλώσσα με την οποία μπορείς να πεις πράγματα που δεν μπορείς να τα πεις με άλλον τρόπο. Ειδικά στη χώρα μας, η ποίηση πάντοτε υπήρξε καθρέφτης των ιστορικών και κοινωνικών εξελίξεων, αλλά και τρόπος έκφρασης κάθε φορά που οι άλλοι τρόποι αποδεικνύονταν αναποτελεσματικοί και λίγοι. Η νέα άνθιση που γνωρίζει η ποίηση στις μέρες μας αυτό ακριβώς νομίζω πως αποδεικνύει. 

«Ταξιδεύοντας θεραπεύεται ο ρατσισμός και διαβάζοντας ο φασισμός», είχε πει ο ισπανός φιλόσοφος Miguel de Unamuno. Πιστεύω πως η επαρχιώτικη ματιά μας πάνω σε αυτά που συμβαίνουνε στον πλανήτη είναι αιτία πολλών δεινών μας. Όσο πιο πολύ ερχόμαστε σε επαφή και γνωρίζουμε άλλους πολιτισμούς, τόσο πιο κερδισμένοι μπορούμε να βγούμε και να εκτιμήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας και τις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνουν τον κόσμο μας και τις ζωές μας. Φτάνει η ματιά αυτή να μην είναι απλώς τουριστική, ούτε ο κόσμος αποτελείται από καρτ ποστάλ ούτε οι ζωές μας από εξωραϊσμένα φωτογραφικά άλμπουμ. Προσωπικά, τελευταία, ταξιδεύω διαρκώς, και λόγω των μαθημάτων μου (διδάσκω μες στη βδομάδα σε τρεις διαφορετικές πόλεις) και λόγω της ενασχόλησής μου με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς (τώρα ετοιμάζω αυτόν της πόλης του Βελιγραδίου). Βασικά, κατά κάποιον τρόπο, κατοικώ στην εθνική οδό.

«Ψέματα λένε» είναι ο τίτλος ενός από τα βιβλία (dreamtigers009) που έχω δημοσιεύσει στο ίντερνετ και το οποίο βασίζεται κυρίως στην εισήγηση που έκανα τον Σεπτέμβριο του 2013 στο Διεθνές Συνέδριο Δημιουργικής Γραφής στην Αθήνα. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζω σε γενικές γραμμές τις απόψεις μου γύρω από το επίμαχο -πλέον- ζήτημα της Δημιουργικής Γραφής, που δυστυχώς, λόγω μόδας και παραπληροφόρησης, που γεννάται από το πλήθος των αμφιλεγόμενων εργαστηρίων –κάποια από αυτά τα έχουμε δει τελευταία και στην πόλη μας- βρίσκεται ακόμα χαμένο μέσα στην ομίχλη της επικρατούσας κραυγαλέας ημιμάθειας. Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα, αν είχαμε τη δυνατότητα κάποια στιγμή να αναφερθούμε περαιτέρω πάνω στο ζήτημα αυτό από τις σελίδες σας. Προς το παρόν, πάντως, σας λέω πως όποιος σας υπόσχεται πως θα σας κάνει συγγραφείς, σας λέει ψέματα.

Η διαφορετικότητα στην κοινωνία είναι ευλογία. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο βαρετό και αυτοκαταστροφικό από μια πόλη ή μια χώρα που να κατοικείται αποκλειστικά από ανθρώπους της ίδιας πολιτιστικής προέλευσης. Φοβάμαι πως ως έθνος έχουμε ξεχάσει τον κοσμοπολιτισμό μας και ότι ιστορικά μονάχα ως μέλη τέτοιων πολυσυλλεκτικών κοινωνιών έχουμε διακριθεί και έχουμε κάτι στον κόσμο αυτόν προσφέρει. Η συστηματική καλλιέργεια του φόβου για τον άλλον έχει δυστυχώς αποδώσει τους βλαβερούς καρπούς της, για αυτό και όλη αυτή η τόσο κακογραμμένη και κακοαφηγημένη ιστορία της κρίσης έχει αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις ηθικές και ψυχολογικές. Η διαφορετικότητα από την άλλη στην δημιουργία μπορεί να αποδειχτεί κατάρα. Η τάση του να γράψω, σώνει και καλά, κάτι το διαφορετικό από αυτό που έχουνε γράψει οι άλλοι έχει οδηγήσει στα μεγαλύτερα συγγραφικά εκτρώματα.

«Ονειρεύομαι ότι κοιμάμαι, ονειρεύομαι ότι ονειρεύομαι», όπως λέει και ο ποιητής (Paul Éluard). Θεωρώ πως είναι λάθος να αναζητούμε στα όνειρα το υλικό με το οποίο θα χτίσουμε τις ιστορίες μας. Οι ιστορίες δομούνται βάσει σχεδίου, το υποσυνείδητο απλώς παίζει καμιά φορά το ρόλο του κριτή, του πρώτου αναγνώστη. Οι ψευδαισθήσεις που δημιουργούνται, όταν ονειρευόμαστε, ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια είναι τόσο επικίνδυνες που η μνήμη, ο πιο πιστός μας εσωτερικός σύμμαχος, σπεύδει αμέσως να τις διαγράψει, μόλις σηκωθούμε από το κρεβάτι μας ή μόλις η πραγματικότητα μας συνεφέρει. Προσωπικά απολαμβάνω το σύμπαν των ονείρων μου, αλλά μου λείπει ύπνος.

Αγαπάω να παρακολουθώ την επικαιρότητα και ύστερα να την προσαρμόζω στις δικές μου διαστάσεις ή να της δίνω άλλες, πιο δικές μου εκδοχές και ερμηνείες. Προχθές, ας πούμε, που διάβαζα κάπου κάτι σχετικό με αυτήν την ιστορία της Αμφίπολης, έγραψα αυτό: «Γιατί τα κόκκαλα κάπου νεκρού επιφανούς και όχι το διάφανο το δέρμα το δικό σου;». Γενικά, ό,τι και να γράψουμε, για αυτό το θέμα, της αγάπης, θα μιλάει. Η δημιουργία, ας μην ξεχνάμε, είναι όρος και θεολογικός και ο δημιουργός ως κίνητρό του δεν μπορεί παρά να έχει την αγάπη. Αγάπη προς τους αναγνώστες του, προς τους ήρωές του και τελικά προς το ίδιο το δημιούργημά του.

Τα 5 πιο αγαπημένα μου βιβλία, αυτή τη στιγμή που με ρωτάτε, νομίζω πως είναι το «Καλημέρα μεσάνυχτα» της Jean Rhys, η «Άβυσσος» της Carmen Laforet, τα «Δημοτικά τραγούδια» του Νικόλαου Πολίτη, η «Μεταμόρφωση του αστού» του Jacques Ellul και τα «Αποσπάσματα ερωτικού λόγου» του Roland Barthes. Αν με ρωτούσατε το καλοκαίρι, θα σας έλεγα το «Υπέροχοι απόκληροι» του Leonard Cohen, ο «Πόλεμος του Ποδοσφαίρου» του Ryszard Kapuściński, τα «Κείμενα από την Ιαπωνία» του Λευκάδιου Χερν, ο «Επαναστατημένος Άνθρωπος» του Albert Camus και το «Από το στόμα της παλιάς Remington» του Γιάννη Πάνου. Και αν μου κάνατε την ίδια ερώτηση πριν από ένα χρόνο, θα σας απαντούσα το «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν» του George Simenon, το «Κουτσό» του Julio Cortázar, το «Όνειρο της Κλάρας» του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, η «Γραμμή του Ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου και το «Κεντρί της ύπαρξης» του Søren Kierkegaard.