Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Prolaz za Balkansku/Пролаз за Балканску: Η Теразије/Terazije είναι η πιο κεντρική πλατεία του Βελιγραδίου, γύρω από την οποία βρίσκονται πολλά εντυπωσιακά κτήρια, ιστορικά μαγαζιά όπως το Biblioteka/Библиотека και πολυτελή ξενοδοχεία, όπως το εμβληματικό Москва/Moskva. Πλάι της αναπτύσσονται οι πιο εμπορικές λεωφόροι, όπως η Ulica Kralja Milana/Улица Краља Милана, όπου κάπου εκεί, ανάμεσα στα φανταχτερά της καταστήματα και τις πιο γκρίζες μάλλον δημόσιες υπηρεσίες, υπάρχει καλά κρυμμένο ένα από τα πιο όμορφα μυστικά της πόλης: Το Prolaz za Balkansku είναι ένα πέρασμα, το οποίο ξεκινάει ως στοά, συνεχίζεται ως ημιυπαίθρια πλατεία και καταλήγει, σε χαμηλότερο επίπεδο, στα στενά πιο χαμηλόφωνα δρομάκια που διακλαδίζονται στη σκιά της Terazije. Μέσα στο πέρασμα αυτό, που πιο πολύ μοιάζει με αστικό καταφύγιο, υπάρχουν καταρχάς τα πιο ευφάνταστα γκράφιτι του Βελιγραδίου, και ακόμα και αν δεν είστε φίλοι της τέχνης του δρόμου, σίγουρα θα σταθείτε για να τα χαζέψετε. Στα λιγοστά παγκάκια και τα σκαλοπάτια του θα δείτε τους εργαζόμενους της περιοχής να λουφάρουν από τις δουλειές τους καπνίζοντας, πίνοντας και μιλώντας έντονα –οι Σέρβοι σου δίνουν την εντύπωση ότι μαλώνουν ακόμα και όταν μιλάνε για το τι καιρό θα κάνει αύριο- ενώ κάπου στην άκρη κάποιο ζευγάρι θα βγάζει διακριτικά τα μάτια του δίπλα σε κάποιον από τους άπειρους τρελούς της πόλης, που θα αγορεύει κηρύσσοντας την επανάσταση κατά των Αψβούργων και των Αμερικανών ταυτόχρονα. Και γενικά θα σας έλεγα να μην είστε βιαστικοί, όταν βρεθείτε να περνάτε μέσα από αυτές τις χαραμάδες των πόλεων που επισκέπτεστε, υπάρχει κίνδυνος, πιστέψτε με, έτσι να προσπερνάτε ολόκληρες τις πόλεις.

Ракија/Rakija: Τα αλκοολούχα αποστάγματα, που στα Βαλκάνια συνηθίζουμε να ονομάζουμε συλλήβδην ρακές, είναι εξαιρετικά δημοφιλή στη Σερβία και στο Βελιγράδι θα τα συναντήσετε σε ένα σωρό διαφορετικές παραλλαγές, αναλόγως του φρούτου από το οποίο προέρχονται (šljivovica από δαμάσκηνα, jabukovaca από μήλα, lozova από σταφύλια κ.λπ.). Παρόλο, όμως, που οι Σέρβοι κατέχουν τα πρωτεία τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση των ρακοειδών στη χερσόνησο, φαίνεται πως oλοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια αυτά που τους βγάζουν ασπροπρόσωπους μεταφορικά και κοκκινοπρόσωπους κυριολεκτικά είναι τα κρασιά τους. Και επειδή ως λαός δεν χάνει την ευκαιρία να υπερηφανεύεται για αυτά που τον κάνουν να ξεχωρίζει, μια κουβέντα ακόμα και με τον τελευταίο ταβερνιάρη της γειτονιάς για το αν το Prokupac είναι καλύτερο από το Rskavac ή για το αν ισχύουν οι μεταφυσικές ιδιότητες που αποδίδονται στο Tamjanika αξίζει χωρίς αμφιβολία. Βέβαια οι περισσότεροι ντόπιοι, αλλά και οι νεότεροι των επισκεπτών, εξακολουθούν να καίγονται πίνοντας τις φτηνές σέρβικες μπύρες που κυκλοφορούν σε πλαστικά μπουκάλια του 1.5 λίτρου, από τις οποίες, πάντως, ξεχωρίζει η αξιοπρεπέστατη ξανθούλα Jelen. Πέρα από τις παραδοσιακές καφάνες, όπου μπορείτε να πιείτε και να απολαύσετε ταυτόχρονα το θέαμα που λέγεται σέρβικο μεθύσι, τα μπαρ της πόλης είναι τόσο πολλά και αξιόλογα που από μόνα τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής ταξιδιωτικής μελέτης. Ενδεικτικώς και μόνο αναφέρω και προτείνω τα κλασικά Idiott, Favela, Marshall αλλά και τα πιο ευφάνταστα Ana 4 pištolja (Η Άννα με τα 4 πιστόλια) και Ona, a ne neka druga (Αυτή, και καμιά άλλη). Живели!

Γιουγκοσταλγία: Ο Τίτο συνήθιζε να δίνει τον εξής ορισμό για την Γιουγκοσλαβία: Είναι ένα κράτος, με δυο αλφάβητα, τρεις θρησκείες, τέσσερις γλώσσες, πέντε εθνότητες και έξι ομόσπονδες δημοκρατίες. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού και τους εμφύλιους πολέμους της δεκαετίας του ’90 η χώρα αυτή δεν διαλύθηκε ακριβώς στα εξ ων συνετέθη (αγαπημένη έκφραση των μαλωμένων με την αναλυτική ικανότητα αναλυτών), αφού κράτος των Νοτιοσλάβων υπήρχε και πριν τον Τίτο, ενώ κάποια από τα παράγωγα της διάλυσης δεν προϋπήρξανε ποτέ, παρά μονάχα μες στο μυαλό του στρατάρχη της καρδιάς μας. Από τα νέα κράτη που προέκυψαν, όπως ήταν εξάλλου φυσικό, αυτό που αποδέχτηκε το μεγαλύτερο μέρος της πλούσιας, αν και βραχύβιας, γιουγκοσλαβικής ιστορικής κληρονομιάς είναι η Σερβία, η οποία και διατηρεί ακόμα ένα σημαντικό κομμάτι πληθυσμού που δηλώνει ως εθνική ταυτότητα αυτήν του Γιουγκοσλάβου. Οι εναπομείναντες Γιουγκοσλάβοι σήμερα, όταν δεν πρόκειται για αμετανόητους τιτοϊκούς, δεν είναι παρά τα τέκνα των μεικτών γάμων ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής εθνοτικής ή θρησκευτικής προέλευσης, που αρνούνται να δώσουν πολιτική διάσταση στο πιο ηλίθιο ερώτημα όλων των εποχών, ποιον αγαπάς περισσότερο, τον μπαμπά ή τη μαμά; Οι νέοι σήμερα στο Βελιγράδι, αυτοί που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την Γιουγκοσλαβία παρά μονάχα από τις εμπαθείς και προκατειλημμένες αφηγήσεις των γονιών τους, αν και πιστά προσηλωμένοι στην ευρωπαϊκή προοπτική, συχνά εκφράζουν μια απορία στην οποία δύσκολα μπορεί κανείς να απαντήσει: Δηλαδή, αυτό που είχαμε εμείς εδώ παλιά τι ήτανε; Δεν ήταν κατά κάποιον τρόπο μια ευρωπαϊκή ένωση; Και αν ήταν έτσι, τότε γιατί διαλυθήκαμε έτσι όπως διαλυθήκαμε και τώρα πάλι θέλουμε να ξαναενωθούμε;

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Underground: Μπορεί το Βελιγράδι να μην έχει ακόμα υπόγειο μητροπολιτικό σιδηρόδρομο (τα ανέκδοτα για το μετρό της Θεσσαλονίκης κυκλοφορούν και εδώ ελαφρώς παραλλαγμένα), αλλά γενικά από υπόγεια ζωή και κυκλοφορία άλλο τίποτα. Το βεβαρημένο σε πολεμικές επιχειρήσεις παρελθόν (εμείς θυμόμαστε την πρόσφατη επέμβαση του ΝΑΤΟ, αλλά η πόλη έχει συνολικά βομβαρδιστεί πάνω από 100 φορές!) ανάγκασε τις αρχές και τους κατοίκους της να κατασκευάσουν μέσα στα σπλάχνα της ίσως το πολυπλοκότερο σχέδιο καταφυγής και διαφυγής σε ολόκληρη την γηραιά μας ήπειρο. Άλλωστε, η Γιουγκοσλαβία πέρασε έναν ολόκληρο ψυχρό πόλεμο στη χαραμάδα του παραπετάσματος και με τον φόβο ή έστω την έμμονη της πυρηνικής επίθεσης από έναν τουλάχιστον από τους ψυχρούς αντιμαχόμενους. Και όπως συμβαίνει και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, τα έργα του πολέμου έχουν μετατραπεί τώρα στην εποχή της ειρήνης σε τουριστική ατραξιόν και σε bizarre αξιοθέατα. Σήμερα, το οργανωμένο πλέον Belgrade Underground Tour αποτελεί την απόλυτη πρόκληση για κάθε επισκέπτη που πάει γυρεύοντας και όπου κι αν ταξιδέψει φροντίζει να ανανεώνει διαρκώς τη συλλογή των αλλόκοτων εμπειριών του. Η όλη βόλτα κρατάει κανένα δίωρο και περιλαμβάνει από κέλτικες και ρωμαϊκές αρχαιότητες μέχρι οθωμανικές φυλακές και αυστριακά μπούνκερ, ενώ όσο πιο βαθιά προχωράς, δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τους φυσικούς γεωλογικούς σχηματισμούς από τα ανθρώπινα κατασκευάσματα. Πάντως, ανάμεσα στα αποτρόπαια μνημεία δεν λείπουν και οι ευχάριστες αλκοολούχες εκπλήξεις, αφού είναι γνωστό ότι οι Σέρβοι ξέρουν καλά να το γλεντούν ακόμα και εν τάφω.

Грци/Grci: Οι ιστορία του Βελιγραδίου υπήρξε πάντοτε συνδεδεμένη με την ελληνική διασπορά και από την εποχή που οι Βλάχοι κινούσαν το εμπόριο της πόλης μέχρι τα χρόνια που οι εξαγώγιμοι μας φοιτητές άρχισαν να συμμετέχουν ζωηρά στη νυχτερινή ζωή της χτίζεται διαρκώς ο μύθος της ελληνοσερβικής φιλίας. Το κακό με τους μύθους είναι ότι πολύ συχνά γεννούν απογοητεύσεις και όσο κι αν θέλουν κάποιοι στη χώρα μας να υποστηρίζουν πως αν και ως έθνος είμαστε ανάδελφοι, έχουμε κάπου στον βορρά έναν χαμένο αδερφό με τον οποίο λόγω κάποιας παρεξήγησης χαθήκαμε κάπου στο μαιευτήριο, η πραγματικότητα μάλλον τους διαψεύδει. Ως εκ τούτου, αν περιμένετε να σας στρώσουν κόκκινα χαλιά στην Κνέζα Μιχαήλοβα, επειδή κάποτε κάποιοι στην Ελλάδα έβλεπαν με συμπάθεια τον Κάραζιτς, τον Μλάντιτς, τον Αρκάν και τα άλλα παλικάρια, μάλλον είστε πολύ ξεγελασμένοι. Πιο πιθανό είναι να φανείτε συμπαθείς αν έχετε κάποιο εξοχικό στη Χαλκιδική ή έστω στον Πλαταμώνα. Οπότε, αφήστε καλύτερα στην άκρη τα πατριωτικά και φερθείτε σαν πραγματικοί κοσμοπολίτες, αφού βρίσκεστε στην πιο εξωστρεφή πρωτεύουσα της ανατολικής Ευρώπης, η θέση και η αντίληψη της οποίας για το τι συμβαίνει στον πλανήτη θα έκαναν την Αθήνα μας να μοιάζει με επαρχιακή κωμόπολη. Παρόλα αυτά, το ελληνικό στοιχείο παραμένει ζωηρό και τα ελληνικά ακούγονται ακόμα και εκεί όπου δεν το περιμένεις. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην φοιτητική κοινότητα, η οποία, αν και οι ένδοξες τις μέρες έχουν περάσει προ πολλού, ακόμα είναι πολυπληθής και εξαιρετικά δραστήρια. Ενδεικτικώς, κάντε μια βόλτα στη γειτονιά όπου βρίσκεται η πρεσβεία μας (Francuska Ulica/Француска Улица 33 - έχει και μια ωραία πιτσαρία κάπου εκεί απέναντι) και δείτε τα συνθήματα με τα οποία έχουν διακοσμήσει τα παλιόπαιδα σχεδόν κάθε γωνία.

Пекара/Pekara: Η σέρβικη κουζίνα, σε γενικές γραμμές, δεν νομίζω να διαφέρει και πολύ από αυτές των άλλων βαλκανικών χωρών, καθώς κινείται και αυτή στη γνωστή ενδιαφέρουσα διαλεκτική ανάμεσα στην τούρκικη και στην μεσευρωπαϊκή γαστριμαργία. Η πρώτη εντύπωση που δημιουργείται στον επισκέπτη είναι πως οι Σέρβοι είναι φανατικοί κρεατοφάγοι, ενώ και η φαντασία τους στη σύνθεση μεζέδων ως συνοδευτικών των διάφανων αποσταγμάτων τους δεν πάει πίσω. Αν θα επέλεγα δυο μέρη στο κέντρο της πόλης για να σας υποδείξω, όπου θα μπορούσατε, χωρίς να ξοδέψετε πολλά, να αποκτήσετε μια σαφή εικόνα του τι είναι η pljeskavica και το ćevapčići, αυτά θα ήταν το Vuk/Вук -το παλιό εστιατόριο όπου γευμάτιζε η γιουγκοσλαβική νομενκλατούρα- και το ακόμα παλιότερο ? - το ερωτηματικό, δηλαδή, το οποίο αν και υπερτουριστικό, τα έχει όλα και συμφέρει. Αν τώρα θέλετε να συνδυάσετε το φαγητό με την ατμόσφαιρα, προτιμήστε κάποια από τις παραδοσιακές кафанас/kafanas, όπου βέβαια πας κυρίως για να πιεις, ή αναζητείστε κάτι ακόμα πιο αυθεντικό στα προάστια, όπως το αγαπημένο Na Kraju Sveta (Στο Τέλος του Κόσμου) στη Višnjica, επί των κυμάτων του Δουνάβεως. Προσωπικά, ωστόσο, αυτό που απόλαυσα πιο πολύ στο Βελιγράδι, είναι οι πολυμορφικοί του φούρνοι. Σε κάθε γειτονιά υπάρχει τουλάχιστον μια Pekara, όπου με μια χούφτα δηνάρια μπορείς να ξεσηκώσεις ένα σωρό πιτοειδείς πειρασμούς και με τη συνοδεία ενός φρέσκου και πανταχού παρόντος στα βαλκάνια ayran να φτιάξεις ένα κανονικό πρωινό των πρωταθλητών.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Савамала/Savamala: Το σκηνικό είναι κάτι παραπάνω από γνώριμο: Έχουμε μια γειτονιά βρώμικη και υποβαθμισμένη, συνδεδεμένη με την ανομία και το περιθώριο, και άξαφνα μια φωτισμένη δημοτική αρχή ή τρεις-τέσσερεις επιτήδειοι επιχειρηματίες την παίρνουν, στέλνουν τους ελάχιστους αντικοινωνικούς κατοίκους της να πάνε να περιθωριοποιηθούνε παρακάτω και την γεμίζουν με μοδάτα καφέ και εστιατόρια πουλώντας ιντάστριαλ αισθητική και κουλ φιλοσοφία. Ο μαχαλάς του Σάβα (λίγα τούρκικα να ξέρεις και γίνεσαι μάγκας στην ετυμολογία των βαλκανικών τοπωνυμίων) σήμερα αποτελεί τη νυχτερινή καρδιά της πόλης, αφού κάθε αξιοπρεπής μπαρότσαρκα περνάει σχεδόν υποχρεωτικά από την Karađorđeva Ulica/Карађорђева Улица και τα κάθετα σε αυτήν στενά που καταλήγουν στο ποτάμι. Πέρα από την διασκέδαση, όμως, η περιοχή έχει και κάτι άλλο για το οποίο φημίζεται: Αν σας αρέσουνε τα γκράφιτι και η τέχνη του δρόμου γενικότερα, εδώ θα βρείτε τα ωραιότερα αλλά και τα πιο κραυγαλέα έργα Σέρβων και όχι μόνο υπαίθριων καλλιτεχνών να ξεχειλίζουν τα ντουβάρια τόσο του παρόχθιου μετώπου όσο και της πολυσύχναστης Браће Крсмановић Улица/Braće Krsmanović Ulica. Τα μαγαζιά της Σαβαμάλας μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα, αλλά η αλήθεια είναι πως τα περισσότερα από αυτά απευθύνονται στο πολύ νεανικό crawling κοινό. Αν και λίγο-πολύ όλα έχουν την πλάκα τους, καθώς στα πιο πολλά η σημαντικότερη ατραξιόν είναι οι ίδιοι τους οι θαμώνες, προσωπικά θα πρότεινα το δημιουργικό Mikser House, τα παραποτάμια Cantina de Frida και Iguana για την πασαρέλα τους και το πιο τζαζ Bašta για την αισθητική του.

Η γειτονιά μου: Ο Vojin Popović/Војин Поповић, γνωστός και ως βοεβόδας Βουκ υπήρξε εθνικός ήρωας των Νοτιοσλάβων με ένα σωρό κομιτατζίδικα κατορθώματα στο σέρβικο σκέλος του Μακεδονικού Αγώνα. Σήμερα, το Парк Војводе Вука/Park Vojvode Vuka είναι μια ωραιότατη τριγωνική πλατεία στην καρδιά της παλαιού Βελιγραδίου, όπου οι μπαρμπάδες σχηματίζουν λαϊκές βουλές τα πρωινά και οι πιτσιρικάδες καίγονται στις μπύρες τα απογεύματα. Στην γειτονιά αυτή, και συγκεκριμένα στο νούμερο 10 της Čubrina Ulica/Чубрина Улица, επέλεξα να μείνω και τις τέσσερις φορές που επισκέφτηκα το Βελιγράδι, αφού έκρινα πως βρίσκεται σε εξαιρετικά στρατηγικό σημείο έχοντας σε απόσταση βολής τα πιο πολλά αξιοθέατα της πόλης. Ήπια ατέλειωτους καφέδες στο Амелие, το ανεπίσημο βελιγραδιώτικο γραφείο μου, έφαγα σπιτικό φαΐ στο Proleće/Пролеће –ότι πρέπει για μια πρώτη γνωριμία με την σέρβικη κουζίνα- και έπρηξα στις ερωτήσεις επί παντός επιστητού τα κορίτσια που έχουν το καφέ-βιβλιοπωλείο Apropo – να πάτε, αλλά να μην τους πείτε ότι σας έστειλα εγώ καλύτερα. Η γειτονιά, μολονότι βρίσκεται κάτω από την πολύβουη Μιχαήλοβα και δίπλα στο σήμα κατατεθέν Καλεμεγκντάν, είναι ιδιαιτέρως ήσυχη και ευτυχώς ελάχιστα τουριστική, πράγμα που σου επιτρέπει να πάρεις μια καλή γεύση από την καθημερινότητα της πόλης, χωρίς να χαθείς στις άλλες ίσως πιο απρόσωπες συνοικίες της. Επίσης η αρχιτεκτονική πολυφωνία γύρω από την πλατεία, όπου το μπαρόκ πάει να συναντήσει τον κυβισμό, αλλά στο δρόμο σκοντάφτει πάνω στον νεοκλασικισμό και τρώνε όλοι μαζί τα μούτρα τους, σε αφήνει να φανταστείς όλα τα στάδια ανοικοδόμησης του Βελιγραδίου και τα εκάστοτε στεγαστικά απωθημένα των κατοίκων του.

Леила/Leila: Ελάχιστα καφέ υπάρχουν στην Ευρώπη που να αντιπροσωπεύουν τόσο πολύ την σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία και την καθημερινότητα των πόλεων τους όσο το Leila, το απόλυτο στέκι όσων αγαπούν πραγματικά το Βελιγράδι. Μέσα στην καρδιά του ιστορικού κέντρου (Kralja Petra Ulica/Краља Петра Улица 41), το καφέ αυτό με το κατεξοχήν μελωδικό όνομα μπορεί να αποτελέσει το στρατηγείο κάθε φιλόδοξου ταξιδευτή που δεν θέλει να τον περιορίζουν οι πάσης φύσεως τουριστικοί οδηγοί με τις δήθεν αντικειμενικές τους υποδείξεις. Με αρκετή δόση υπερβολής –το παραδέχομαι- συχνάζοντας στο Leila δεν έχεις ανάγκη να τριγυρίσεις το Βελιγράδι για να το δεις, αφού η ίδια η πόλη συγκαταλέγεται ανάμεσα στους φανατικούς θαμώνες του και αργά ή γρήγορα δεν αποκλείεται και να την δεις να κατεβάζει μπύρες στο διπλανό σκαμπό σου. Πέρα από τους επισκέπτες, όμως, το Leila είναι αγαπημένο στέκι και μεγάλης μερίδας Βελιγραδιωτών, αφού παρά το μικρό του μέγεθος, δεν είναι λίγοι αυτοί που περνάνε από εδώ καθημερινά όχι μονάχα για να πιούν, αλλά και για να ενημερωθούν για τις μουσικές και τις λογοτεχνικές εξελίξεις στην πόλη και στον κόσμο – άλλωστε το μαγαζί συστεγάζεται με την ομώνυμη δισκογραφική και εκδοτική εταιρεία, οι επιλογές της οποίας, παρά την ανεξαρτησία από την οποία χαρακτηρίζονται, αποτελούν μόνιμο θέμα συζήτησης. Να συμπληρώσω πως επίσης στο υπόγειο του καφέ φιλοξενούνται συχνά αξιόλογες εκθέσεις, αν και προσωπικά θεωρώ πολύ πιο ενδιαφέρουσα την ίδια την διακόσμησή του, κομμάτια της οποίας μπορείτε ανά πάσα στιγμή να αγοράσετε ή και να απαλλοτριώσετε. Και μια τελευταία -μεταξύ μας- συμβουλή: Αν βρεθείτε εδώ βράδυ για να πιείτε το ποτό σας, ρωτήστε τον εκάστοτε μπάρμαν να σας πει που πάει αυτός για να τα πιει, όταν δεν δουλεύει, και όσο περίεργη και να σας ακουστεί, ακολουθήστε την πρότασή του κατά γράμμα.

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Οι Σέρβοι και οι άλλοι: Αν και δίνει την εντύπωση πως είναι πολύ μεγαλύτερο, ο πληθυσμός της σέρβικης πρωτεύουσας απαριθμεί γύρω στους 1.800.000 κατοίκους. Λίγο η μητροπολιτική του ατμόσφαιρα, λίγο το ένδοξό του παρελθόν, το Βελιγράδι σε ξεγελάει γενικά και είναι στιγμές που σε κάνει να πιστεύεις πως βρίσκεσαι σε κάποια πολυεθνική και πολυπολιτισμική μεγάπολη της δύσης. Αν και η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του είναι Σέρβοι, η παρουσία των ξένων είναι τόσο έντονη και τόσο συμμετοχική στην καθημερινή ζωή και δημιουργία, που ίσως και να μην είναι τόσο αφελής ο χαρακτηρισμός «Βερολίνο των Βαλκανίων». Οι πόλεμοι της δεκαετίας του ’90 είχαν ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί το σέρβικο στοιχείο της πόλης – οι άλλοι πρώην Γιουγκοσλάβοι αποχώρησαν διακριτικά από την πρωτεύουσα του ενιαίου κράτους τους, ενώ λιγότερο διακριτικά κατέφυγαν σε αυτό ως πρόσφυγες οι Σέρβοι που εκδιώχθηκαν από τις εστίες των πολέμων στις άλλες ομόσπονδες δημοκρατίες. Παρόλα αυτά, αν τους αθροίσεις, δεν είναι και λίγοι οι Κροάτες, Βόσνιοι, Σλοβένοι κ.λπ. που εξακολουθούν να ζουν εδώ και μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς δηλώνουν ακόμα επισήμως ως εθνικότητα πως είναι Γιουγκοσλάβοι. Και αυτό, όχι λόγω της περίφημης γιουγκοσταλγίας, που θα μας απασχολήσει σε άλλο κεφάλαιο, αλλά γιατί πολύ απλά θεωρούν ότι αυτή είναι η αληθινή ταυτότητά τους. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βελιγραδιώτικου πληθυσμιακού μωσαϊκού παραμένει η παρουσία των χιλιάδων Μεσοανατολιτών, Ινδών και Αφρικανών κ.λπ. που ήρθαν εδώ για να σπουδάσουν στα χρόνια που η Γιουγκοσλαβία αποτελούσε εκτός από πολιτικό και πνευματικό κέντρο στον κόσμο των Αδέσμευτων και γνώρισαν και ερωτεύτηκαν κάποια ακαταμάχητη Βελιγραδιώτισσα, με αποτέλεσμα να γίνουν βαλκανικότεροι των βαλκάνιων. Τα τέκνα αυτών των ερώτων αποτελούν ίσως και το ομορφότερο φυλετικό χαρμάνι της χερσονήσου μας.

Τίτο: Η τύχη τα έφερε έτσι που η πρωτεύουσα των Σέρβων να γνωρίσει τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας της και να γίνει γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο κάτω από τη διοίκηση ενός Κροάτη. Ο Josip Broz Tito/Јосип Броз Тито δεν ήταν μόνο ο ηγέτης που συνέδεσε τη ζωή του με την ιστορία του μορφώματος της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και ο άνθρωπος που κατέστησε το Βελιγράδι σημείο αναφοράς στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη. Για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες η πόλη του Τίτο υπήρξε το ανεπίσημο πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του κινήματος των Αδεσμεύτων και ως τέτοιο έπαιξε έναν ιδιόμορφο ρόλο στο παιχνίδι της διελκυστίνδας ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα. Ωστόσο, η συμβολή του «εύθυμου δικτάτορα» στη διαμόρφωση του ίδιου του Βελιγραδίου και την ανάδειξή του σε μία σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν είναι αμελητέα. Πέρα από το Νόβι Μπέογκραντ, που σε μεγάλο βαθμό, υπήρξε προσωπικό του όραμα, η ευτυχής αναδόμηση του ιστορικού κέντρου και o εξωστρεφής προσανατολισμός ολόκληρου του πολεοδομικού συγκροτήματος αποτέλεσαν μέρος ενός μεθοδικού κεντρικού σχεδιασμού, τα ίχνη του οποίου θα παραμένουν ορατά για πολλά χρόνια μετά το θάνατο τόσο του Τίτο όσο και της Γιουγκοσλαβίας. Πέρα από τα ανατολικοευρωπαϊκής –αλλά όχι μόνο- αισθητικής κτήρια και μνημεία που κατασκευάστηκαν από το ancien régime και σήμερα βρίσκονται διάσπαρτα παντού, η κατεξοχήν γειτονιά όπου ακόμα πλανιέται το φάντασμα ή έστω το πνεύμα του Τίτο είναι το Дедиње/Dedinje, το πιο high κομμάτι της πόλης, όπου τις βίλες των παλιών Γιουγκοσλάβων μεγαλογραφειοκρατών αντικατέστησαν οι βίλες των σημερινών Σέρβων πλουτοκρατών. Εκεί, πέρα από το υπερήφανο Μουσείο Γιουγκοσλαβικής Ιστορίας, από τη μπουτίκ του οποίου μπορείτε να αγοράσετε vintage κομμουνισμό υπό τη μορφή ωραιότατων σουβενίρ, υπάρχει και το παρακείμενο μαυσωλείο του Στρατάρχη, γνωστό και ως Σπίτι των Λουλουδιών (Kuća cvijeća/Кућа цвећа), ένας λιτός και απέριττος ναός της προσωπολατρίας.

Exit vs Guča: Το ίδιο το Βελιγράδι δεν φημίζεται για κάποιο ιδιαίτερο φεστιβάλ, ίσως επειδή η πόλη βρίσκεται σε καθεστώς γιορτής και πανηγύρεως ολόκληρο τον χρόνο. Ωστόσο τα δυο σημαντικότερα μουσικά υπερθεάματα που συμβαίνουν στη Σερβία χρεώνονται στην ίδια την πρωτεύουσα της, αν και, κακά τα ψέματα, απέχουν από αυτήν αρκετά. Αλλά κι εμείς, τις παραστάσεις στο θέατρο της Επιδαύρου Φεστιβάλ Αθηνών δεν τις λέμε; Κάπως έτσι λοιπόν 94 χιλιόμετρα βορείως και 174 νοτίως του Βελιγραδίου λαμβάνουν τόπο κάθε καλοκαίρι το Exit και το Guča Festival αντίστοιχα. Το μεν πρώτο, που γίνεται στο Нови Сад/Novi Sad, την ομορφότερη πόλη της Σερβίας, ξεκίνησε το 2000 ως μια εκδήλωση διαμαρτυρίας των φοιτητών κατά του Σλόμπονταν –ποιος τον θυμάται;- Μιλόσεβιτς για να αναδειχθεί μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία σε φεστιβάλ παγκόσμιου βεληνεκούς, όπου όλα τα αστέρια και τα πεφταστέρια της διεθνούς μουσικής βιομηχανίας έρχονται εδώ και κάνουν το κομμάτι τους. Το δεύτερο, με αρκετά μεγαλύτερη ιστορία, αποτελεί εξέλιξη του διαγωνισμού καλύτερης τρομπέτας της κωμοπόλεως Guča/Гуча και έχει πάρει τα τελευταία χρόνια διαστάσεις ανταμώματος των απανταχού χάλκινων και όχι μόνο, δημιουργώντας ίσως το διονυσιακότερο ηβέντ της γηραιάς ηπείρου – οι διοργανωτές του πολύ σεμνά και ταπεινά το ονομάζουνε Γούντστοκ των Βαλκανίων. Το γεγονός ότι οι Σέρβοι, αλλά και οι άλλοι πρώην Γιουγκοσλάβοι, αγκαλιάζουν εξίσου και τις δύο αυτές γιορτές φανερώνει, όχι μόνο το πάθος τους για τη μουσική, αλλά και την ισόποση αξία που δίνουν τόσο στην παράδοση όσο και στα σύγχρονα ρεύματα, πράγμα που εξάλλου αποδεικνύεται και από τη ζώσα μουσική παραγωγή, η οποία μας δίνει διαρκώς τις πιο ενδιαφέρουσες και ωραίες αναμείξεις.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Το ντέρμπυ του μίσους: Όπως συμβαίνει παντού στον πλανήτη, έτσι και στις γιουγκοσλαβικές χώρες, όλα τα πάθη και οι κάθε είδους πολιτικές, κοινωνικές και άλλες αντιπαλότητες μπορούν πολύ εύκολα να μεταφραστούν στη γλώσσα του ποδοσφαίρου. Και αν στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χάρτη οι αναμετρήσεις των δύο κορυφαίων σέρβικων συλλόγων, της Παρτιζάν και του Ερυθρού Αστέρα, κατέχουν περίοπτη θέση λόγω της έντασης και του φανατισμού που πάντα τις συνοδεύουν, στον χάρτη του Βελιγραδίου συμβαίνει το εξής παράδοξο: Τα δύο γήπεδα, όπου εδρεύουν ο FK Crvena Zvezda/ФК Црвена звезда και η ФК Партизан/FK Partizan, δεν βρίσκονται απλώς στην ίδια περιοχή, αλλά σχεδόν θα λέγαμε πως ακουμπάει το ένα πάνω στο άλλο, αναδεικνύοντας την Аутоkоманда/Autokomanda στην πιο εκρηκτική γειτονιά της πόλης. Ο μεν ως ομάδα του Κομμουνιστικού Κόμματος και η δε ως εκπρόσωπος του στρατιωτικού κατεστημένου κατάφεραν μέσα στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα να συσπειρώσουν γύρω τους όλα εκείνα τα στοιχεία που συνιστούσαν τις συνθέσεις και τις αντιφάσεις της γιουγκοσλαβικής πραγματικότητας, αλλά και να δημιουργήσουν τη δικιά τους αξιοζήλευτη εθνική ποδοσφαιρική σχολή που αποτέλεσε πρότυπο για ολόκληρη τουλάχιστον την Ευρώπη. Οι έδρες των δύο συλλόγων και τα συστεγαζόμενα σε αυτές μουσεία τους αποτελούν πολύ ιδιαίτερα αξιοθέατα του Βελιγραδίου και ακόμα και αν δεν παίζει κάποιο μεγάλο ντέρμπυ κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σας, αξίζει μια βόλτα προς τα εκεί και μόνο για την ατμόσφαιρα και κυρίως την συλλογή και τη μελέτη των συνθημάτων και των στρατευμένων –όχι μόνο ποδοσφαιρικού περιεχομένου- γκράφιτι που στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν σε αφθονία.              

Skadarlija/ Скадарлија: Η κατεξοχήν τουριστική βιτρίνα της σερβικής πρωτεύουσας βρίσκεται στο πεζοδρομημένο τμήμα της Skadarska Ulica/Cкадарска Улица, όπου ο κάθε ταξιδιώτης, που θεωρεί πως το couleur locale της εκάστοτε χώρας που επισκέπτεται σερβίρεται από χαμογελαστά γκαρσόνια που φοράνε παραδοσιακές ενδυμασίες, θα μείνει απολύτως ικανοποιημένος. Το λένε, άλλωστε, και όλοι οι καθωσπρέπει οδηγοί: Η Skadarlija είναι η Πλάκα ή η Μονμάρτρη ή (συμπληρώστε όποιο φολκλόρ τοπωνύμιο θέλετε) του Βελιγραδίου. Ο μποέμικος, ωστόσο, χαρακτήρας της συγκεκριμένης γειτονιάς, πολύ πριν λάβει διαστάσεις εμπορευματοποιημένης επιτήδευσης, όφειλε τη φήμη του στο γεγονός ότι για αιώνες στην ευρύτερη περιοχή κυριαρχούσαν οι Τσιγγάνοι, οι οποίοι ως θορυβώδης, πάντα, μειοψηφία καταφέρνουν να προσδίδουν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα και ρυθμό στην καθημερινή ζωή, στις τέχνες και κυρίως στη μουσική των Βαλκανίων. Η Skadarlija έχει και ένα, ας το πούμε, πιο κουλτουριάρικο παρελθόν, αφού το μεγαλύτερο κομμάτι της νοτιοσλαβικής διανόησης, στις αρχές τουλάχιστον του εικοστού αιώνα, είχε ταυτιστεί με την ευρύτερη περιοχή και με τα στέκια της – το μαρτυρά το παρακείμενο στο ιστορικό εστιατόριο Три шешира/Tri šešira (Τρία καπέλα) και μάλλον παραπονεμένο χάλκινο άγαλμα του ποιητή Đura Jakšić/Ђура Јакшић (για κάποιο λόγο πολλοί πιστεύουν ότι αναπαριστά τον Δον Κιχώτη). Οι πιο παλιοί, πάντως, κάτοικοι και μαγαζάτορες νοσταλγούν την εποχή όπου η Τίτο μεσουρανούσε και ο πεζόδρομός τους γνώριζε ανεπανάληπτες στιγμές αδέσμευτου κοσμοπολιτισμού.

Нови Београд/Novi Beograd: Το Νέο Βελιγράδι, το τμήμα δηλαδή της σερβικής πρωτεύουσας που απλώνεται στης αριστερή όχθη του Σάβα υπήρξε για δεκαετίες το πολεοδομικό καμάρι της Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, αφού πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο σημείο αυτό δεν υπήρχαν παρά μονάχα κάτι βάλτοι και κάτι τσοπάνηδες που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π. υπήρχε, βέβαια, εκεί το πιο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης/εργασίας/εξόντωσης των Ναζί επί βαλκανικού εδάφους, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μετά τον πόλεμο, πάντως, η περιοχή μετατράπηκε σε ένα απέραντο εργοτάξιο, χτίστηκαν αναρίθμητα μπλοκ κατοικιών (για αυτό ακόμα οι Βελιγραδιώτες χαϊδευτικά την ονομάζουν Blokovi), ανοίχτηκαν πλατιές λεωφόροι και εγκαταστάθηκε εδώ ολόκληρη σχεδόν η βαριά βιομηχανία της ομόσπονδης Σερβίας αλλά και ένα σωρό ιδρύματα (πανεπιστήμια, πολυτεχνεία, νοσοκομεία, θέατρα, μουσεία, αλλά καμιά απολύτως εκκλησία). Ο όλος σχεδιασμός και η μεθοδική εκτέλεση αυτού του έργου, στο οποίο ήρθαν μετά να προστεθούν και αρκετές αρχιτεκτονικές μοντερνιές, είχαν ως σκοπό τη δημιουργία μιας πρότυπης σοσιαλιστικής υπερπόλης, που να τη βλέπουν όλοι, Δυτικοί και Ανατολικοί και να την ζηλεύουνε. Σήμερα, οι περισσότεροι επισκέπτες γνωρίζουν το Νέο Βελιγράδι μονάχα ως περαστικοί, και ακόμα και αν μένουν σε κάποιο από τα ξενοδοχεία του, προτιμούν να περνούν την ώρα τους στο παλαιό κομμάτι της πόλης. Προσωπικά πιστεύω ότι ολόκληρο το Novi είναι από μόνο του ένα ξεχωριστό αξιοθέατο και ειδικά αν έχετε έρθει ως εδώ με το αμάξι σας, θα σας συνιστούσα ανεπιφύλακτα να κάνετε μια γενναία αυτοκινητάδα στις λεωφόρους του και να χαζέψετε την ανεπανάληπτη γεωμετρία του αστικού τοπίου του και ακόμα και να χαθείτε στις βρωμογειτονιές του – τα comme il faut αξιοθέατα μπορούν πάντα να περιμένουν.