Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Όμορφος είσαι τώρα μες στο λευκό σου το πουκάμισο. Όμορφα βαστάς κοντά σου τα χαρτιά, οι άλλοι να μην τα δούνε. Πιο όμορφο από ετούτο τραπέζι, άραγε, πού θα βρεις; Μα εσύ θες να τα παρατήσεις, θες να πετάξεις στο τραπέζι τα χαρτιά, να βγεις από το παιχνίδι. Κουράστηκες, βαρέθηκες, γεννήθηκες ηττημένος. Τριγύρω σου σε πολιορκούν βλέμματα διψασμένα. Την επόμενή σου κίνηση λαχταρούν να πιούν, μα εσύ δε θες να παίξεις άλλο. Βιάζεσαι να βγάλεις το λευκό πουκάμισο - θέλεις το άλλο, το ξύλινο να φορέσεις. Μα κάτι υπάρχει, μέσα σε αυτή τη δίψα των ματιών που σε κρατά. Άκου τη δίψα! Κάτι έχει να σου πει. Μείνε και παίξε ως το τέλος! Αλλά ποτέ ξανά να μην ποντάρεις πάνω σε άλλου το χαρτί! Κανέναν πούστη μαζί του να σε πάρει μην αφήσεις! Και τότε εσύ, την κρίσιμη στιγμή, ακούς τη δίψα, γεύεσαι την κραυγή και μένεις. Κόβεις του χρόνου την ανάσα, ματιές μοιράζεις στους συμπαίκτες σου - όχι, δεν είναι αντίπαλοι. Όπως και εσύ, έτσι και αυτοί δεν το επέλεξαν ετούτο το κουτσό τραπέζι. Εχθρός σου είναι το ίδιο το παιχνίδι. Κανένας δεν το έστησε. Χαμογελάς, κλείνεις το μάτι πονηρά, ξανακοιτάζεις τα χαρτιά.
Και τότε παίζεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου