Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

ο κάτοικος

Πιστέψτε
σε ό,τι θέλετε.
Δοξάστε
αυτό που σας βολεύει.
Τολμήστε ακόμα,
αν θέλετε,
να κάνετε μια αφήγηση δικιά σας.
Εδώ,
σε αυτήν την ιστορία,
μονάχα εγώ μόνιμα κατοικώ.
Όλοι οι άλλοι,
λυπάμαι,
είσαστε επισκέπτες.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

η έννοια σπατάλη

Κι αφού περιορίστηκες σε αυτά που δεν κοστίζουν
κι αφού μια ζωή πιο δωρεάν επέλεξες,
άρχισες πια να δίνεις νέους ορισμούς στην έννοια σπατάλη.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

πιο δυνατό από τι;

Τόσο καιρό που έψαχνες να βρεις ποτό πιο δυνατό
να φύγεις, να μεθύσεις,
αναρωτήθηκες ποτέ τι ήταν εκείνο που με το αλκοόλ
τόσο επιπόλαια σε δύναμη συνέκρινες;

Εσένα, την εκάστοτε στιγμή ή μήπως κάτι άλλο;

ο δρόμος και το κρίμα

Μιας κι είσαι τόσο σίγουρος
πως είσαι εσύ που διάλεξες το δρόμο
κι όχι ο δρόμος πως σε διάλεξε,
κάποια στιγμή που ο ύπνος ήρθε και σε βρήκε στο τιμόνι,
μάθε πως είναι κρίμα
να αναζητάς διαρκώς τις οικονομικές διαδρομές.

Κι οι παρακάμψεις δεν είναι πάντα προς συμφέρον σου.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

πόσες ακόμα

Αυτή η τόσο επικίνδυνη ψευδαίσθηση κάποιας αθανασίας,
αυτή η τόσο οχληρή της παντοδυναμίας σου υπόκριση,
πόσες ρημάδες άνοιξες νομίζεις ακόμα πως θα αντέξουν;

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

το εισιτήριο

Άλλοτε φτιάχνοντας μύθους από συμβάντα ασήμαντα
άλλοτε γεγονότα κοσμοϊστορικά απομυθοποιώντας
έφτιαξες το κτήνος αυτό που τώρα ονομάζεις παρελθόν
και έχεις, λέει, και την απαίτηση να κόψουν οι άλλοι εισιτήριο,
να μπουν μες στο κεφάλι σου, να δουν και να θαυμάσουν.

λιωμενες σοκολατες

σταματαω στο ψιλικατζιδικο να παρω καπνο. μπροστα μου ενας ηλικιωμενος διαλεγει σοκολατες, μαλλον για τα εγγονια του. στο μαγαζι βρισκεται επισης μια κοπελα, ντυμενη στα πρασινα, που κανει προμοσιον καποια μαρκα τσιγαρων. η κοπελα ρωταει τον παππου το τυπικο "καπνιζετε;", προκειμενου μετα να πει το ποιημα της.
εκεινος αρχιζει να της λεει: "καπνιζα παλια, αλλα το εκοψα, πανε 20 χρονια. προβληματα με την υγεια δεν ειχα. οχι απο το τσιγαρο, δηλαδη. αλλα να, μου γκρινιαζε συνεχεια η κυρα κ αναγκαστηκα.. δηλαδη, δεν το εκοψα μαχαιρι. στην αρχη καπνιζα κρυφα εξω απο το σπιτι, αλλα αυτη, η πονηρη, μυριζε τα ρουχα μου μετα κ παντοτε με καταλαβαινε. υστερα, την εχασα.. κοντευουν 5 χρονια. στην αρχη, οταν χηρεψα, ειπα να το ξαναρχισω, αλλα καθε φορα που πηγαινα να αναψω, δεν ξερω, ενα περιεργο πραγμα, ρε κοριτσι μου, νομιζα οτι θα πεταχτει η συγχωρεμενη απο καμια γωνια κ θα με αρχισει παλι τον εξαψαλμο.."
ολοι, το κοριτσι με τα πρασινα, ο ψιλικατζης, εγω, ο επομενος πελατης, που περιμενει τωρα πισω μου, στεκομαστε αδιαμαρτυρητα κ τον ακουμε να αφηγειται αργα κ βασανιστικα την ιστορια του. εκεινος καταλαβαινει οτι το εχει παρακανει κ σταματαει αποτομα ρωτωντας αυτη τη φορα πιο χαμηλοφωνα: "εσυ, κοριτσι μου, καπνιζεις;" αυτη χαμογελαει αμηχανα. ο γερος κοιταζει τα χερια της μικρης κ βγαζει τα συμπερασματα του: "αμα καπνιζεις, να βρεις ενα καλο παιδι να σου το κοψει το ρημαδι. αλλιως να βρεις ενα ακομα πιο καλο, που να αξιζει να το αρχισεις για χαρη του." το αιρκοντισιον στο ψιλικατζιδικο δουλευει στο φουλ. οι σοκολατες, ωστοσο, στα χερια του παππου λιωνουν μαζι με τη φωνη του.

η ακράτεια

Θα συννεφιάζει πιο συχνά όταν θα λείπεις,
θα στάζουν τα σεντόνια μοναξιά
κι η υγρασία, παράγοντας της λύπης,
θα ψάχνει για καινούρια αλλαξιά.