Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

το τσεκούρι και η Χρυσάνθη

Κάποτε αυτός ο κόσμος ήταν τόσο μικρός που άνετα χωρούσε κάτω από το κρεβάτι του και τον περισσότερο καιρό του τον περνούσε εκεί από κάτω κρυμμένος. Τόσο μικρός που ήταν, τα Γυμνάσια και τα Πανεπιστήμια δεν τα χρειαζότανε. Το Νηπιαγωγείο του έφτανε και του περίσσευε για σχολείο.
Όσο ο κόσμος αυτός μεγάλωνε, μεγάλωναν και τα σχολεία μαζί του και έτσι, σιγά-σιγά έγιναν Λύκεια τα Δημοτικά και Ακαδημίες τα Γυμνάσια. Και τώρα μονάχα μερικά Νηπιαγωγεία έχουν απομείνει πια, χαμένα μέσα στις χαραμάδες αυτής της πόλης για να θυμίζουνε στον κόσμο την εποχή εκείνη, που κάποτε ήταν τόσο πολύ μικρός. Για να του δείχνουν πως ήταν κάποτε παιδί και να τρομάζει που είχαν περάσει έτσι εύκολα τόσα χρόνια από τότε, που το κακό ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι.
Τόσο αγαπημένο που, παίζοντας μαζί του συνέχεια, στο τέλος το χάλασε, το έσπασε κομμάτια, έτσι όπως καταστρέφουν τα παιδιά το καθετί που αγαπάνε. Και τα κομμάτια του κακού σκόρπησαν σε κάθε γωνιά του κόσμου περιμένοντας μολυσμένα και αιχμηρά να τρυπήσουν τις γυμνές πατούσες του μεγάλου πια κόσμου.
Ένα από τα κομμάτια αυτά βρέθηκε κάποτε σε μια πλαγιά της πόλης, πλάι σε ένα Νηπιαγωγείο παλιό και ξεχασμένο. Σε μια χαμένη γειτονιά, οπού τα πάντα έμοιαζαν τόσο λησμονημένα από την πόλη και το χρόνο και που κανείς δεν ήθελε ποτέ να πλησιάζει, παρά μονάχα ίσως κάποιοι παράτολμοι γονείς, που τρέχοντας πηγαινοέφερναν τα πιτσιρίκια τους. Αλλά κι αυτοί, ούτε μια στιγμή παραπάνω δεν άντεχαν να στέκονται έξω από τα κάγκελα να βλέπουν τα παιδιά τους να παίζουν στην αυλή, γι’ αυτό έφευγαν γρήγορα μακριά, δειλοί και αγχωμένοι, μη θυμηθούνε το κακό ή μην τυχόν ξυπνήσει και τους θυμηθεί εκείνο.
Σε αυτό το Νηπιαγωγείο, σε ετούτη τη μαύρη τρύπα του χρόνου και της πόλης, πριν από ένα χρόνο ήρθε για να δουλέψει μια παράξενη, μα νέα και όμορφη γυναίκα, που τα παιδιά τη φώναζαν κυρία Χρυσάνθη και που χωρίς να το επιδιώξει ούτε για μια στιγμή, ήταν γραφτό της να γίνει η αγαπημένη τους δασκάλα.
Η Χρυσάνθη δεν ήταν μια συνηθισμένη νηπιαγωγός. Αγαπούσε πάρα πολύ τα παιδιά, τα λάτρευε, μα ακόμα περισσότερο αγαπούσε να αγαπά άλλα πράγματα. Πίστευε πως όσο λιγότερο ασχολείται κανείς με τα νήπια, τόσο το καλύτερο για όλους. Έτσι απέφευγε επιμελώς να τα βάζει να παίζουν ανόητα παιχνίδια με πλαστελίνες, μαρκαδόρους και χαρτόνια. Πότε της δε νοιάστηκε να τους μάθει γελοία τραγουδάκια και άσκοπες προσευχές, αφού το ήξερε καλά πως όλα ετούτα, όταν θα κάνουν τον κύκλο τους, θα γυρίσουν κάποτε μοιραία εναντίον τους και τότε πια αντίδοτο δε θα υπάρχει. Γενικά, ποτέ δεν τους δίδαξε τίποτα. «Ό,τι θέλουν να μάθουν, ας το μάθουν από μόνα τους», έλεγε στους γονείς, όταν αυτοί ερχόντουσαν να πάρουν τα παιδιά τους, «στο κάτω-κάτω, τι περισσότερο νομίζετε πως ξέρω εγώ από αυτά;»
Επειδή, όμως, με κάποιον τρόπο έπρεπε να περνάει η ώρα στο μικρό Νηπιαγωγείο, η Χρυσάνθη επινόησε ένα πρωτότυπο παιχνίδι, στο οποίο τα παιδάκια συμμετείχαν με άφθονο ζήλο και μεγάλη προθυμία. Κάθε μέρα και αφού τα άφηνε για λίγη ώρα να ξεσπάσουν στο προαύλιο τις πρωινές ορμές τους, τα έπαιρνε και τα έβαζε να ξαπλώσουνε στο δάπεδο της αίθουσας το ένα δίπλα στο άλλο. Μετά και αφού έκλεινε προσεχτικά όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, έτσι ώστε να μην μπαίνει ούτε ίχνος από φως μέσα, τους έλεγε, «Και τώρα παιδάκια κοιμηθείτε και εγώ το μεσημέρι θα έρθω να σας ξυπνήσω και τότε ένα-ένα θα μου πείτε τι όνειρο είδατε!»
Τα πιτσιρίκια έκλειναν τα μάτια τους και έκαναν πως κοιμόντουσαν, μέχρι που ύστερα από λίγο τα είχε πάρει όλα μαζί του ο ύπνος. Κι αν ακόμα υπήρχανε και κάποια που δεν μπορούσανε να κοιμηθούν, παρέμεναν και αυτά με τα μάτια τους κλειστά, ακίνητα και σιωπηλά μέχρι το μεσημέρι, αφού κανένα τους δεν ήθελε να χαλάσει το παιχνίδι της δασκάλας τους.
Στο μεταξύ, η Χρυσάνθη άραζε στο διπλανό δωμάτιο και διάβαζε περιοδικά, ξεφύλλιζε βιβλία ή έκανε μαθήματα πιάνου άνευ διδασκάλου και άνευ πιάνου, χτυπώντας ρυθμικά τα μακριά της δάχτυλα πάνω στο σιδερένιο της γραφείο.
Άλλοτε πάλι, το μεσημέρι περιμένοντας, άφηνε μόνο του τον ύπνο στο σχολείο να προσέχει τα παιδιά και έκανε βόλτες στις παραθαλάσσιες γειτονιές της πόλης. Εκεί όπου κανένας δεν την ήξερε και που κανένας δεν θα ήθελε ποτέ να τη γνωρίσει. Τις πιο ζεστές μέρες κατέβαινε ως την παραλία και βουτούσε με τα ρούχα στη θάλασσα. Δεν κολυμπούσε παρά μονάχα ξάπλωνε ανάσκελα πάνω στο νερό με τα μάτια της κλειστά και έμενε έτσι, σιωπηλή και ακίνητη και αυτή, να προσποιείται το δικό της ύπνο και να φαντάζεται τα όνειρα των άλλων.
Και ερχόταν και το μεσημέρι κάποτε και άνοιγε η Χρυσάνθη τα παράθυρα να μπει στην αίθουσα ο ήλιος, το φως του να ξυπνήσει τα μικρά, αφού εκείνη δείλιαζε να τα βάλει μονάχη με τόσους πολλούς μικρούς και άγριους ύπνους.
Ξυπνούσανε τα νήπια, τεντώνονταν και έτριβαν τα ματάκια τους και ύστερα καθόντουσαν τριγύρω από τη δασκάλα και αρχίζανε ένα-ένα να ξετυλίγουνε τα δώρα, που κάτω από τα βλέφαρα λαθραία κουβαλούσαν από τη μακρινή και ανεξερεύνητη χώρα του ονείρου. Ακόμα κι εκείνα που τόσες ώρες κάνανε πως κοιμόντουσαν στα ψέματα, πλάι στα άλλα που ταξίδευαν στ’ αλήθεια, πάντα στο τέλος έβρισκαν κι αυτά, όταν ερχόταν η σειρά τους, κάποιο ψευτοόνειρο να αφηγηθούνε. Και όσο χρωματιστό, τρελό και ταξιδιάρικο ήταν του ενός παιδιού το όνειρο, τόσο μετά το άλλο δίπλα του προσπαθούσε να πλειοδοτήσει σε φαντασία.
Έτσι κυλούσε η ζωή και η σχολική χρονιά ξέγνοιαστα και ξεκούραστα, ανάμεσα στις όχθες του ονείρου και του ψέματος, μες στο μικρό και ξεχασμένο Νηπιαγωγείο, μέχρι που μια μέρα, τελείως ξαφνικά και απροειδοποίητα, πέθανε το ψαράκι στη γυάλα του σχολείου. Και ήτανε ίσως η γυάλα αυτή η τελευταία γυάλα που είχε απομείνει μέσα σε σχολείο, την εποχή που ήδη τα περισσότερα σχολεία έμπαιναν μέσα σε γυάλες.
Εκείνο το πρωί, όταν τα πρώτα παιδιά μπήκανε μέσα στην τάξη, βρήκαν τον μικροσκοπικό Μαραθώνα $έτσι φωνάζανε το άτυχο χρυσόψαρο, αν και εκείνο μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να τους ακούσει$ να επιπλέει ακίνητο στην επιφάνεια της ψεύτικής του θάλασσας. Με μάτια γουρλωμένα και στόματα ορθάνοιχτα, τα πιτσιρίκια περικύκλωσαν τη μοιραία γυάλα, προσπαθώντας να καταλάβουν τι ακριβώς είχε συμβεί, αφού ποτέ τους δεν είχαν δει κάτι παρόμοιο. «Κυρία, κυρία! Τι είναι αυτό;», ρώτησε το πιο θαρραλέο κοριτσάκι. «Αυτό παιδιά μου είναι ο θάνατος», απάντησε η Χρυσάνθη, ελπίζοντας τα νήπια να αρκεστούνε στην απάντηση αυτή και να μην τολμήσουν να ζητήσουν περισσότερες επεξηγήσεις.
Τα παιδιά, όμως, είναι παιδιά. Και όσα και να ξέρουν, ποτέ δεν τους αρκούνε και πάντα ρωτάνε να μάθουν κι άλλα. «Δηλαδή, κυρία;»
Τότε η Χρυσάνθη θυμήθηκε τον πατέρα της. Δεν ήταν ούτε χρόνος από το θάνατό του και ούτε μια μέρα δεν είχε περάσει από τότε που να μη φέρει στο μυαλό τις εικόνες από την κηδεία του, ούτε μια νύχτα που να μην ονειρευτεί άλλων ανθρώπων τις κηδείες. Αυτό ήταν για εκείνη το μόνο μάθημα που είχε πάρει για το θάνατο, που ως τότε τον νόμιζε πως ήταν μια ασθένεια παράξενη και εξωτική, που δεν αφορούσε τους ζωντανούς και που μονάχα τους νεκρούς μπορούσε να προσβάλει. Και έτσι, μπροστά στα εκβιαστικά «γιατί» και «δηλαδή» των μαθητών της, το αποφάσισε.
Έψαξε στα συρτάρια της και βρήκε το κλειδί από το εργαστήριο του Νηπιαγωγείου. Το μέρος εκείνο όπου παλιά οι άλλες οι νηπιαγωγοί έβαζαν τα πιτσιρίκια να μαστορεύουν μικροκατασκευές για να περνάνε αυτά δημιουργικά το χρόνο τους και παραγωγικά να ξεκινάνε τη ζωή τους και να έχουν εκείνες τη συνείδησή τους ήσυχη και το μισθό τους δικαιολογημένο.
Άνοιξε η Χρυσάνθη τα παράθυρα, καθάρισε τους πάγκους, κατέβασε το αραχνοΰφαντο σκηνικό, που είχε με επιμέλεια και υπομονή η εγκατάλειψη το εργαστήριο στολίσει, έβγαλε από την ντουλάπα τα εργαλεία και τέλος με άσπρη κιμωλία σχεδίασε αργά-αργά στον μαύρο πίνακα δυο σχήματα παράξενα. Δυο σχήματα που τα παιδιά ως τότε δεν είχανε δει ποτέ τους και που, όσο και να πάσχιζαν μονάχα με τη φαντασία τους, ποτέ δε θα κατόρθωναν να επινοήσουν, αν δε βρισκόταν κάποιος κάποτε στο μαύρο πίνακα του μυαλού τους να τα σχεδιάσει. Και ήτανε τα σχήματα αυτά ένας σταυρός και ένα κουτί που έμοιαζε με φέρετρο.
Τα νήπια ρίχτηκαν αμέσως στη δουλειά και με επιμέλεια σχεδόν επαγγελματική ακολουθήσανε πιστά τις οδηγίες της δασκάλας τους και τις συμβουλές της σιωπηρής φαντασίας τους. Και μέσα σε ελάχιστο χρόνο είχαν ολοκληρωθεί οι δύο μυστηριώδεις ξυλοκατασκευές, την αρτιότητα και την αρμονία των οποίων θα ζήλευε ακόμα και ο πιο έμπειρος τεχνίτης.
Στη συνέχεια η Χρυσάνθη τοποθέτησε μέσα στο μικροσκοπικό φέρετρο το πεθαμένο ψάρι και ζήτησε από τα παιδιά να καρφώσουν από πάνω το καπάκι του. Έπειτα έβαλε τα παιδιά να παραταχθούνε σε τριάδες και με επικεφαλής την ίδια να κρατάει τον μικρό σταυρό, η πομπή ξεκίνησε μέσα σε πνιχτά γελάκια με βήμα αργό και πένθιμο με κατεύθυνση το παρτέρι με τις μαργαρίτες και τα τριαντάφυλλα στο κέντρο του προαυλίου. Εκεί τα μικρά, αφού έσκαψαν μια πιθαμή βαθιά στο χώμα, έθαψαν το φερετράκι με το χρυσόψαρο και έμπηξαν από πάνω του τον ξύλινο σταυρό. Στο τέλος στάθηκαν για λίγο όλα τους σιωπηλά να κοιτάζουν το τριγωνικό παρτέρι, μέχρι που η νηπιαγωγός χτύπησε δύο φορές τις παλάμες της και σκόρπησαν στην αυλή να παίξουν. Το υπόλοιπο πρωινό θα ήταν ελεύθερα να κάνουν ό,τι ήθελαν.
Η Χρυσάνθη, κρυφά συγκινημένη και φανερά ικανοποιημένη, γύρισε στο εργαστήριο για να μαζέψει ξανά τα σύνεργα, να κλείσει τα παράθυρα και να βάλει τις αράχνες και τους ιστούς πίσω ξανά στις θέσεις τους. Και τότε, την ώρα που στοίβαζε ξανά τα εργαλεία στο ντουλάπι, πρόσεξε στο τελευταίο ράφι κάτι να γυαλίζει και να εξέχει απειλητικά.
Το τράβηξε και βρέθηκε να κρατάει ξαφνικά ένα βαρύ τσεκούρι με κόψη διπλή και πλατιά, που φαίνεται πως ήταν για χρόνια πολλά εκεί λησμονημένο. Χάιδεψε απαλά τη μία του πλευρά και αυτό για απάντηση της έσκισε το δάκτυλο. Τόσο αιχμηρό ήτανε, που ο χρόνος που όλα τα στομώνει, φαίνεται πως τρύπωνε τις νύχτες κρυφά στο εργαστήριο και μυστικά το τρόχιζε έτσι, που να είναι έτοιμο όταν το βρει εκείνη. Το τύλιξε σε παλιές εφημερίδες, το έκρυψε στο συρτάρι κάτω από το γραφείο της και πήγε ταραγμένη να χτυπήσει το κουδούνι μήπως και φέρει το μεσημέρι πιο γρήγορα κοντά της.
Το μεσημέρι εκείνο τα πιτσιρίκια γύρισαν στα σπίτια τους για πρώτη φορά ξεθεωμένα. Και έπεσαν όλα τους να κοιμηθούν και χάρηκαν και οι γονείς τους που κάθε μέρα τα έπαιρναν από το σχολείο φρέσκα, γεμάτα όρεξη και τάραζαν με την ανησυχία τους τις ώρες που εκείνοι στα άλλοθι τους πάλευαν να αναπαυτούνε. Η Χρυσάνθη άργησε, όμως, να επιστρέψει στο σπίτι της. Έφυγε αργά από τη δουλειά και για ώρες περιπλανιόταν στους δρόμους και στην αγορά, ψάχνοντας να βρει τι ήταν αυτό που έψαχνε.
Το απόγευμα έφτασε σε μία πλατεία που βυθιζόταν ταπεινά πλάι στα τείχη του Νέου Δικαστικού Μεγάρου. Η πλατεία ήταν σχεδόν γυμνή και έρημη και μόνο το βαρύ ροχαλητό της άγρυπνης Δικαιοσύνης πάνω από τις πολεμίστρες του Μεγάρου της πλήγωνε ανεπανόρθωτα το σιωπηλό τοπίο. Μέσα στη γύμνια και στην ερημιά, μη βρίσκοντας τι άλλο να κάνει η νεαρή δασκάλα, πλησίασε έναν γέρο λαχειοπώλη, που έστεκε ολομόναχος στο κέντρο της πλατείας και περίμενε αυτούς που τίποτα δεν είχανε να περιμένουν.
«Καλώς την κοπελιά», την υποδέχτηκε και έφερε κάτω από τη μύτη της μία δεσμίδα από τυχερά χαρτάκια να διαλέξει. «Όλα κερδίζουν», την προκάλεσε, μα εκείνη κοίταζε το ραδιοφωνάκι που είχε ο γέρος στη μέση του με σύρμα κρεμασμένο. «Αχ! Το έβδομο κονσέρτο για πιάνο! Το δυναμώνετε, σας παρακαλώ», διάλεξε η νηπιαγωγός δείχνοντας με το πληγωμένο δάχτυλο. «Σου αρέσει, κορίτσι μου, ο Μότσαρτ;» ρώτησε ο λαχειοπώλης, ανεβάζοντας την ένταση του ήχου και απλώνοντάς τον σε ολόκληρη την πλατεία. «Τον λατρεύω! Ήταν η μεγαλύτερη ιδιοφυία που γνώρισε ποτέ η μουσική. Τι κρίμα, αλήθεια, που πέθανε τόσο νέος! Μα γιατί γελάτε;», σταμάτησε κοιτάζοντάς τον ενοχλημένη να ξεκαρδίζεται. «Αν θέλεις να ξέρεις μικρή μου, ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους δεν πέθανε ποτέ. Ζει ακόμα στο Περού και την περνάει μια χαρά. Και όποτε γουστάρεις, σε πάω να τον δεις!», είπε ο γέρος λαχειοπώλης ανεμίζοντας με πείσμα τα μαγικά χαρτάκια του. Τράβηξε η Χρυσάνθη τυχαία ένα από το σωρό, το πλήρωσε και απομακρύνθηκε από την πλατεία βιαστικά μέχρι που απομακρύνθηκε στο τέλος και ο Μότσαρτ από τα αυτιά της.
Το επόμενο πρωί στο Νηπιαγωγείο όλα έμοιαζαν να έχουν επιστρέψει στους κανονικούς ρυθμούς. Τα νήπια κοιμόντουσαν αραδιασμένα στο πάτωμα κυνηγώντας να βρουν όνειρα να διηγηθούν το μεσημέρι και η δασκάλα στο διπλανό δωμάτιο παρίστανε την πιανίστρια χτυπώντας με τα δάχτυλά της το γραφείο, που και αυτό με τη σειρά του παρίστανε το πιάνο. Φαντασία με ουρά.
Κάποια στιγμή όμως, η νηπιαγωγός σταμάτησε απότομα να παίζει. Λίγο που το κομμάτι δεν της έβγαινε και έκανε όλο λάθη, λίγο που είχε βαρεθεί να προσποιείται, στα ψέματα το πιάνο έκλεισε και άνοιξε στ’ αλήθεια το συρτάρι.
Στην αρχή έκανε αδιάφορα πως κοίταζε τις παλιές κιτρινισμένες φυλλάδες, κίτρινοι τίτλοι σε φόντο κιτρινιάρικο. Δεν άργησε όμως δειλά-δειλά να τις ξετυλίγει, μέχρι που κάτω από τα μάτια της άστραψαν ξανά οι δίδυμες αιχμές του τσεκουριού. Το σήκωσε, το ζύγισε στα χέρια της, το τύλιξε καλά μέσα στο παλτό της και με ένα άγριο χαμόγελο και τη ζωή της παραμάσχαλα άνοιξε την πόρτα του σχολείου και βγήκε έξω στο δρόμο.
Τις μέρες που ακολούθησαν ολόκληρη η πόλη συνταράχτηκε, όταν διάφορα φονικά, φριχτά και ανεξήγητα σημάδεψαν με αίμα και με πόνο πολλές από τις γειτονιές της. Ανυποψίαστοι και φιλήσυχοι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σφαγμένοι μέσα στα ίδια τους τα σπίτια. Κανείς δεν ήξερε τι είχε ακριβώς συμβεί $ κανείς δεν μπορούσε ούτε στο περίπου να καταλάβει.
Μέρα με τη μέρα ο τρόμος και ο όλεθρος μεγάλωναν και η αστυνομία το μόνο που έβρισκε να ανακοινώσει ήταν πως ο αδίστακτος φονιάς χρησιμοποιούσε όπλο βαρύ και αιχμηρό για να τα κομματιάσει τα θύματά του. Και οι εφημερίδες πολλαπλασίαζαν το φόβο και τον πανικό, δείχνοντας στις σελίδες τους εικόνες από κουτσουρεμένα πτώματα και από τεμαχισμένα μέλη, πλάι σε λιτές και διακριτικές λεζάντες.
Μέχρι που ένα μεσημέρι οι έρευνες μοιραία οδηγήσανε έναν υπαστυνόμο στο προαύλιο του Νηπιαγωγείου, να στέκεται και να παρατηρεί σκυθρωπός τον μικροσκοπικό σταυρό, που ήταν καρφωμένος ανάμεσα στις μαργαρίτες και τα τριαντάφυλλα, και στο μπλοκάκι του τις υποψίες του να σημειώνει.
Η νηπιαγωγός τού άνοιξε την πόρτα και πριν προλάβει εκείνος να πει οτιδήποτε, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει, κρύβοντας βιαστικά κάτω από το γραφείο της την ταραχή και την ντροπή της. Ο υπαστυνόμος την ευχαρίστησε αδιάφορα και ύστερα ζήτησε να τον αφήσει μόνο του με τα νήπια, που εκείνη τη στιγμή μόλις που αρχίζανε να ξυπνάνε από το καθημερινό και αγαπημένο τους παιχνίδι.
Τράβηξε μια καρεκλά ο υπαστυνόμος, κάθισε και κάθισαν στο πάτωμα τριγύρω του τα πιτσιρίκια, που πρόθυμα από την αρχή φανήκανε να παίξουν το παιχνίδι της ανάκρισης. Χάρηκε το όργανο του νόμου και της τάξης, που βρήκε έτσι εύκολα τόσους πολλούς μικρούς υπάκουους πολίτες, μα η χαρά του δεν κράτησε πολύ.
Κάθε φορά που ο υπαστυνόμος ρωτούσε κάποιο από τα παιδάκια τι είχε δει τα προηγούμενα πρωινά, εκείνο με πάθος άρχιζε να του αραδιάζει όνειρα χρωματιστά, τρελά και ταξιδιάρικα. Άλλο για άγριες σοκολατένιες θάλασσες και καραμελωμένα μακρινά νησιά και άλλο για ανίκητους ιππότες μολυβένιους και μεθυσμένα άλογα δικέφαλα του έλεγε.
Και αφού όλα τα πιτσιρίκια με υπομονή τα άκουσε, σηκώθηκε και ζαλισμένος βγήκε από την αίθουσα παραπατώντας. «Θα τα ξαναπούμε σύντομα», σφύριξε στη Χρυσάνθη και έφυγε βροντώντας ξοπίσω του την πόρτα.
Ήταν Παρασκευή όταν έφτασε ο υπαστυνόμος και μαζί του η έρευνα στο Νηπιαγωγείο, και, όπως αναμενότανε, ακολουθούσε Σαββατοκύριακο. Για δύο μέρες το σχολείο παρέμεινε κλειστό, τα νήπια στα σπίτια τους να παιδεύουνε τους γονείς τους και το τσεκούρι κλειδωμένο στο συρτάρι του γραφείου. Τι έκανε η νεαρή νηπιαγωγός τις δύο εκείνες μέρες δεν έμαθε ποτέ κανείς.
Όταν όμως στην πόλη ξημέρωσε Δευτέρα επιτέλους, εμφανίστηκε μπροστά στους μαθητές της τελείως αλλαγμένη. Τα παιδιά ανησύχησαν πολύ, έτσι που είδαν τη δασκάλα τους, μέσα σε δυο μονάχα μέρες, είκοσι χρόνια να έχει γεράσει και ρώτησαν να μάθουν. «Μια χαρά είμαι, παιδάκια μου. Μόνο να, μάλλον κρυολόγησα λιγάκι. Ξαπλώστε να ονειρευτείτε τώρα εσείς και το μεσημέρι θα τα πούμε».
Μέχρι την πόρτα να τους κλείσει, είχαν ήδη βαθιά τα μισά αποκοιμηθεί και μέχρι και τα υπόλοιπα να κλείσουνε τα μάτια, ήδη στα χέρια της Χρυσάνθης βάραινε το τσεκούρι. Είδε τη διπλή του κόψη να τη θαμπώνουν λεκέδες ξεραμένοι, ίχνη από της προηγούμενης βδομάδας τη σφαγή και άρχισε αμέσως με το λευκό της το πουκάμισο να την τρίβει καλά για να γυαλίσει πάλι, πάνω της να κοιτάξει και να δει ξανά τη χαμένη της ψυχή να καθρεφτίζεται. Και μόνο αφού συνάντησε το είδωλό της στη διπλή αιχμή του τσεκουριού, νέο και όμορφο διπλά να της χαμογελά, τύλιξε στο παλτό της το κακό και άνοιξε με άγρια χαρά την πόρτα του σχολείου σπάζοντας της ζωής της το παράθυρο. Έτρεμε ολόκληρη, μα νόμισε πως ήταν η πόλη αυτή που έτρεμε και εκείνη το μόνο της σταθερό σημείο - του κόσμου ο ύστατος ασάλευτος παράγοντας. Γέλασε με τη φοβητσιάρα πόλη, που δεν μπορούσε τον τρόμο της να κρύψει και έτσι, γελαστή βγήκε έξω στον γελασμένο κόσμο.
Και τότε είδε στα κάγκελα τρεις χωροφύλακες τον ήλιο να της κρύβουνε, τον δρόμο να της κλείνουν. Σήκωσε το κεφάλι και είδε τριγύρω της δεκάδες άλλους, επάνω στις σκεπές τον ουρανό να προστατεύουν. «Άφησε κάτω το παλτό», άκουσε φωνή γνώριμη τους τοίχους του σχολείου να δονεί, «και προς την έξοδο περπάτα!» Και η Χρυσάνθη άφησε στα πόδια της να πέσει το παλτό, μα κράτησε το τσεκούρι. Γύρω από τον εαυτό της έκανε μια στροφή και άλλη μια γύρω από ολόκληρο τον κόσμο, την πόρτα του σχολείου άνοιξε ξανά και μπήκε πάλι μέσα.
Στην είσοδο δύο παιδάκια πιασμένα χέρι-χέρι, με στόματα μισάνοιχτα και αγουροξυπνημένα μάτια την αιφνιδίασαν. Τους ξύπνησε η γνώριμη φωνή και της περιέργειας η δόνηση τους έστειλε παρέα στο κατώφλι. «Κυρία, τι είναι αυτό;», τη ρώτησαν, κοιτάζοντας το λαμπερό τσεκούρι, κι εκείνη ένιωσε να σαλεύει το βάρος του κακού στα αδύναμά της χέρια. Και τότε η Χρυσάνθη, χωρίς να το σκεφτεί πολύ, πάνω από τα κεφαλάκια τους το ύψωσε, απάντηση να δώσει.
Μα αμέσως το μετάνιωσε και άλλη απάντηση πιο πειστική δοκίμασε, ποτέ μην την ξεχάσουν. Το αριστερό της χέρι άπλωσε στο σιδερένιο της γραφείο, που πάνω του με τα μακριά της δάχτυλα έδινε κονσέρτα σιωπηλά και με το δεξί αλάνθαστα πάνω στον αριστερό καρπό οδήγησε το βάρος ολόκληρο του νέου κόσμου και του αρχαίου τσεκουριού να πέσει.
Κόπηκε ο καρπός και το κομμένο χέρι της πέρα μακριά, στο πάτωμα τινάχτηκε, τα δάχτυλά του αυτόνομα πήραν πρωτοβουλία και άλλους σκοπούς διαφορετικούς προσπάθησαν να παίξουν, μα δεν υπήρχε πια κανείς εκεί να τους ακούσει.
Και το υπόλοιπο, το ακρωτηριασμένο χέρι, άρχισε τριγύρω του το αίμα να τινάζει, κόκκινα να βάφει τα πρόσωπα τα παιδικά, το ψευτοπιάνο να ποτίζει, να ξεχειλίζει τη σιδερένια επιφάνεια και πίσω του να στάζει ρυθμικά, να παριστάνει την ουρά του.
Τρόμαξαν τα παιδάκια και από τον τρόμο τους απότομα μεγάλωσαν και με τα χέρια τους γκρεμίσανε το Νηπιαγωγείο που πια δεν τους χωρούσε και εκείνα πια δεν το είχανε ανάγκη.
Και ύστερα χτίσανε στη θέση του ένα καινούριο, μεγάλο και θεόρατο σχολείο, με τείχη απόρθητα και πύλη βαριά και σιδερένια, να μην μπορεί να την ανοίξει πια κανένας από μόνος του.
Μα ο κόσμος, όσο κι αν μεγάλωσε απότομα από το φόβο του κι αυτός, δεν έπαψε, κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι του, την περισσότερη ζωή του να περνάει. Μόνο που, επειδή δεν είναι πια μικρό παιδί, καμιά φορά τα πόδια του εξέχουνε κι έτσι, όσο καλά κι αν προσπαθεί εκεί από κάτω να κρυφτεί, πάντα τον βρίσκουνε στο τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου