Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

η οδύσσεια

Τον Δεκέμβριο του 2004 έφυγα για να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη με το τραίνο. Το ταξίδι αυτό θα διαρκούσε έναν ολόκληρο μήνα και επειδή κάτι θα έπρεπε να διαβάζω στη διαδρομή, πριν ξεκινήσω βρέθηκα στο δίλημμα, να πάρω μαζί μου πολλά βιβλία και ελαφριά ή ένα βαρύ που από μόνο του να ζυγίζει όσο τα άλλα; (Μιλάω για το βάρος των βιβλίων κυριολεκτικά, ο σάκος που κουβαλούσα στην πλάτη μου δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια.) Τελικά επέλεξα το δεύτερο, και επειδή το ταξίδι επρόκειτο να καταλήξει στο Δουβλίνο, από όλα τα βαριά υποψήφια, διάλεξα τον «Οδυσσέα», τον οποίο άρχισα να διαβάζω στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πελοποννήσου και ολοκλήρωσα στο λιμάνι του Χόλυχεντ, λίγο πριν επιβιβαστώ στο πλοίο που θα με μετέφερε στην πατρίδα του συγγραφέα του. Το βιβλίο αυτό, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, με είχε ήδη βάλει σε μεγάλες περιπέτειες, τέτοιες που όχι μόνο άλλαξαν τον χαρακτήρα του ταξιδιού, αλλά και τον ταξιδιώτη τον ίδιο. (Μιλάω για το βιβλίο ως αντικείμενο, για το χάρτινο αυτό «τούβλο» των οκτακοσίων είκοσι δύο σελίδων.) Στην Περούτζια, σε κάποιο σκοτεινό καφέ, ένα κορίτσι κατά λάθος μου το έκλεψε και έτρεξα έξω στο δρόμο για να την προλάβω. Την πρόλαβα, μα έχασα το τραίνο για το Ούντινε, περνώντας τη νύχτα εκείνη ανάμεσα σε άλλα δικά της κλοπιμαία. Στο Μόναχο κάποιος λαθραναγνώστης, σκυμμένος πάνω από τις σελίδες του, με ρώτησε αν είναι ρώσικα η γλώσσα που διαβάζω. Η απάντησή μου δεν του άρεσε και έφυγα αμέσως για το Ντίσελντορφ, σχεδόν κυνηγημένος. Στην Κοπεγχάγη έμεινα χωρίς λεφτά, κοιμήθηκα σε ένα παγκάκι στο σταθμό και το έβαλα για μαξιλάρι - τα όνειρα που είδα εκείνα τα χαράματα ακόμα την Ευρώπη βασανίζουν. Τέλος πάντων, τελικά κατάφερα όχι μονάχα να το κουβαλήσω μέχρι την άλλη άκρη της ηπείρου μας, αλλά και να το διαβάσω ολόκληρο και να συνδέσω μοιραία με αυτό και το μακρύ ταξίδι μου και μια ολόκληρη εποχή που κύλησε πάνω σε ράγες και βαγόνια. Θα μπορούσα να αφηγούμαι για μέρες την ιστορία αυτής της περιπλανώμενης ανάγνωσης, κι ίσως κάποια στιγμή το κάνω, όμως άλλο είναι αυτό που ήθελα να πω: Κάθε φορά που με ρωτούν ποια είναι τα βιβλία αυτά που θεωρώ αγαπημένα μου ή έστω αυτά που με έχουν από τα άλλα πιο πολύ, ας πούμε, επηρεάσει, διαπιστώνω ότι οι απαντήσεις μου αφορούν βιβλία που στάθηκαν ως αφορμή για να γεννηθούν –συνήθως άθελά τους- άλλες ιστορίες άσχετες με εκείνες πάνω στις οποίες βασίζονται και με ήρωα σχεδόν πάντα εμένα. Ακόμα κι αν τα διάβασα μια νύχτα στο κρεβάτι μου και με την πόρτα του σπιτιού με ασφάλεια κλειδωμένη. Όσον αφορά το βιβλίο του Τζόυς, το χάρισα στην Ιρλανδία στον φίλο που με φιλοξένησε και ύστερα γύρισα στο σπίτι μου πολύ ξαλαφρωμένος.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

fractal 19.10.14

Οι dreamtigers γεννήθηκαν την άνοιξη του 2012. Είχαν ήδη περάσει τέσσερα χρόνια από την κυκλοφορία του τελευταίου μου βιβλίου σε χαρτί, εκ των οποίων τα δύο τελευταία τα είχα ξοδέψει άλλοτε περιφέροντας εδώ κι εκεί και άλλοτε ξαναγράφοντας εμμονικά ένα ατυχές αδημοσίευτό μου μυθιστόρημα. Ύστερα από μια πρόταση κάποιων συναδέλφων -είμαι δικηγόρος, ξέρετε- κάθισα κι έγραψα τότε, ανάμεσα στις δύο κολλητές εκλογικές αναμετρήσεις, κάποιες ιστορίες βασισμένες στις εμπειρίες μου σε εκλογές ως δικαστικός αντιπρόσωπος. Σκόπευα αρχικά να τις δημοσιεύσω στο μπλογκ μου (onemansland.blogspot.gr) ή να τις μοιράσω σε φωτοτυπίες στους φίλους που μου τις είχαν παραγγείλει, μα τελικά τους έδωσα τη μορφή περίπου ενός βιβλίου (τότε είχα πει πως είναι ένα μικρομυθιστόρημα) και το ανέβασα στην ιστοσελίδα μου (yannisadamis.com), κοινοποιώντας το ταυτόχρονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα οποία μέχρι τότε είχα μια επαφή πολύ περιορισμένη.

Έτσι για αστείο, είπα ότι αυτό είναι το πρώτο βιβλίο των Εκδόσεων Dreamtigers, πιο πολύ για να κάνω τους φίλους μου στο facebook να αναρωτηθούν αν πράγματι υπάρχουνε αυτές οι ονειροτίγρειες εκδόσεις. Το όνομα αυτό, το «Dreamtigers», το πήρα από το ομώνυμο διήγημα του Μπόρχες*, το οποίο θα έλεγα πως σε γενικές γραμμές εκφράζει την συγγραφική και εκδοτική φιλοσοφία τους.

Το βιβλίο αυτό –«Οι τελευταίες εκλογές στην Πομπηία»- είχε μια κάποια επιτυχία σχετική, αφού πολλοί (συνάδερφοι κυρίως) το βρήκαν μάλλον διασκεδαστικό και άρχισαν αμέσως να το στέλνουν με ομαδικά μηνύματα σε φίλους και γνωστούς τους. Η πλάκα είναι ότι δυο-τρείς βδομάδες πιο μετά κάποιος το έστειλε ακόμα και σε μένα, φροντίζοντας να προσθέσει το e-mail μου ανάμεσα σε καμιά εικοσαριά άλλους άγνωστους παραλήπτες. Όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις ομαδικές αποστολές, οι παραλήπτες συνηθίζουν μετά να σχολιάζουνε δημόσια το περιεχόμενό τους και έτσι, αφού κανένας μάλλον δεν είχε καταλάβει πως βρίσκεται ανάμεσα τους και ο συντάκτης του επισυναπτόμενου κειμένου, είχα την ευκαιρία να διαβάσω, σαν να ήμουνα αόρατος, τις εντυπώσεις και τις κριτικές τους.

Την χρονιά εκείνη ζούσα, ας πούμε, κατά κάποιον τρόπο στη Μαδρίτη, και επειδή τον περισσότερο καιρό την έβγαζα περιπλανώμενος στις γειτονιές της και ανακαλύπτοντας διάφορα αξιοθαύμαστα ή αξιοπερίεργα (κάποια από αυτά μπορεί και να τα είδατε τότε σαν ρεπορτάζ σε ειδησιογραφικούς ιστότοπους), σκέφτηκα πως ίσως πρέπει να κάνω κάτι με αυτό το υλικό και κάπως έτσι προέκυψε, τον Αύγουστο του 2012, το δεύτερο βιβλίο των dreamtigers, το «Ανακάλυψε Περιπλανώμενος», που ήταν κάτι ανάμεσα σε τουριστικό οδηγό και σε συλλογή ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Η επιτυχία του ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερη, αφού πολλά από τα σάιτ που ασχολούνται με τις γλώσσες και τον πολιτισμό της Ιβηρικής φροντίσανε να το συμπεριλάβουνε στα λινκ τους, και ορισμένα μάλιστα, όπως το ispania.gr, να το συνοδεύσουν με κάποια πολύ κολακευτικά αφιερώματα.

Η χρονική απόσταση ανάμεσα στη συγγραφή και τη δημοσίευση των δύο αυτών βιβλίων ήταν δυο μήνες ακριβώς και έκτοτε αποφάσισα αυτός να είναι και ο ρυθμός παραγωγής και των επόμενων, αφού τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησα στο ίντερνετ το «Έρω», τον Δεκέμβριο τη «Ρημάδα» και πάει λέγοντας.

Τον Απρίλιο του 2013, και αφού είχα με το «Σαν το χασαπόσκυλο» και τα «Δάνεια» συμπληρώσει μια εξάδα από ονειροτίγρεια βιβλία, κάποιοι άλλοι φίλοι διοργάνωσαν στον Βόλο μιαν εκδήλωση για τη λογοτεχνία στο διαδίκτυο και με καλέσανε να μιλήσω σχετικά και να παρουσιάσω τη δουλειά μου. Εκεί, κάποια στιγμή, κάποιος από το κοινό μού έκανε μίαν απρόσμενη ερώτηση: «Πόσα βιβλία τέτοια σκοπεύεις να γράψεις και να δημοσιεύσεις ως dreamtigers;» Λίγο επειδή αιφνιδιάστηκα, λίγο επειδή, όσο να είναι, έχω ένα κόλλημα με κάποιους αριθμούς, διάλεξα από αυτούς τον πιο μοιραίο για μένα και τον πιο σημαδιακό και του απάντησα: «111». Έτσι, είχανε πλέον τεθεί όλοι οι όροι του παράδοξου, αστείου ίσως και τρομακτικού, αυτού συγγραφικού και ηλεκτρονικού στοιχήματος που ονομάζεται dreamtigers, το οποίο, αν πάνε όλα καλά, δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί πριν από τον Οκτώβριο του 2030.

«Τα αποκτηθέντα κατά τύχην όλως», «Ο ηλιοθεραπευτής», «Ψέματα λένε», «Ιατρείο μικρών ζωών», «Starboard home», «Ο κλέφτης των αναπτήρων», «Για αύριο» και «Η ωραία νυσταγμένη» είναι οι τίτλοι που ακολούθησαν, ενώ σε λίγες μέρες θα δημοσιευτεί το 15ο ονειροτίγρειο βιβλίο, που μάλλον θα το πούμε «Scripta Volant». Και αν νομίζετε πως κάνω μια χρήση κάπως καταχρηστική του όρου «βιβλίο», ενδεχομένως καλώς να το νομίζετε, αφού αφενός αυτή η φιλοσοφία και η τακτική παραπέμπουν περισσότερο στα μπλογκ αφετέρου, ελλείψει της απαραίτητης διαμεσολάβησης, ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη, του μηχανισμού ενός κανονικού εκδοτικού οίκου, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση του Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει. Αλλά επειδή πρέπει κάπως να συνεννοούμαστε, ας τα πούμε βιβλία προς το παρόν – δεν νομίζω να παρεξηγηθούν τα άλλα βιβλία, τα κανονικά, σίγουρα όχι τα δικά μου.

Σήμερα πια οι Dreamtigers έχουν δημιουργήσει, νομίζω, το κοινό τους, το οποίο μπορεί να μην είναι μεγαλύτερο από εκείνο των χάρτινων βιβλίων μου –κατά μέσο όρο έχουν γύρω στα 400 κατεβάσματα, πλην των δύο ταξιδιωτικών που για ευνόητους λόγους είναι πολύ περισσότερα- είναι ωστόσο αρκετά πιστό και η διάδραση μαζί του –περίπου ένας στους δέκα μου στέλνει κάποιο μήνυμα μετά με κριτικές, σχόλια, ύβρεις και επισημάνσεις- με βοηθάει κάθε φορά να βγάλω εξαιρετικά ωφέλιμα συμπεράσματα.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι αυτή η ιστορία μου έχει δώσει τη δυνατότητα να δοκιμάσω τη γραφή μου σε πολύ διαφορετικά πεδία, να κάνω λάθη ασφαλώς φριχτά, αλλά και να τολμήσω άλλα πράγματα, ενδιαφέροντα και όμορφα, που ενδεχομένως πριν να μην τα είχα καν σκεφτεί ή να τα θεωρούσα έως και απαγορευμένα. Και βέβαια δεν έχω γυρίσει οριστικά την πλάτη στο χαρτί. Τα βράδια, άλλωστε, όταν οι τίγρεις μου κοιμούνται κι ονειρεύονται, ακόμα περιφέρω εμμονικά και διορθώνω εδώ κι εκεί το ατυχές και αδημοσίευτό μου μυθιστόρημα.

http://fractalart.gr/giannis-antamis/

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

για μένα

Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει, αλλά έχω ένα κόλλημα με τα ντουβάρια, τα γκράφιτι κ τα συνθήματα. Χθες το απόγευμα, περνώντας από μια γειτονιά, είδα έναν τοίχο που μου άρεσε πολύ και στάθηκα να τον φωτογραφίσω. Ήταν ένα αστείο σύνθημα-λογοπαίγνιο, γραμμένο κάτω από ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Ενώ το φωτογράφιζα, άνοιξε το παντζούρι ξαφνικά και εμφανίστηκε μια γιαγιά.
"Τι κάνεις εκεί;" με ρωτάει κάπως ενοχλημένη.
"Τίποτα", της απαντώ, "να... βγάζω φωτογραφία τον τοίχο σας..."
"Γιατί;" με ρωτάει ξανά, με μια μικρή δόση ειρωνείας τώρα στη φωνή της.
"Γιατί μου αρέσει", της απαντώ, όσο γίνεται πιο απολογητικά.
"Σιγά", μου λέει. "Γιατί δεν βγάζεις εμένα; Εγώ είμαι πιο όμορφη!"
Αν και αιφνιδιάστηκα, σήκωσα την κάμερα ξανά και την φωτογράφισα έτσι όπως ήταν, με το παράθυρο για κάδρο και το λογοπαίγνιο από κάτω, ας πούμε, για λεζάντα...
Φεύγοντας μου φώναξε, "κανόνισε να την βάλεις πουθενά και να την δούνε τα εγγόνια μου!"
"Όχι", της υποσχέθηκα, "αυτή είναι για μένα."

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

τέσσερις μικρές

Σάββατο βράδυ. Με τον Χρήστο τον Μαρτίνη και τον Κώστα τον Πανάτσα-Παπαπρίλη, στο σπίτι του τελευταιού στο Βαρικό Φλωρίνης. Έχουμε περάσει όλη τη μέρα σχεδόν γυρίζοντας τα χωριά στην παραμεθόριο και τώρα έχουμε αράξει, πίνουμε, τρώμε και βάζουμε ο ένας στον άλλον συγγραφικές "ασκήσης". Από τις ασκήσεις αυτές προκύπτουν τέσσερις μικρές, ας πούμε, δικές μου ιστορίες που κάπως διαβάζονται:

Το πρώτο παιχνίδι που θυμάμαι να μου έχουνε δωρίσει ήταν ένα παζλ. Ήμουν μικρός και δεν ήξερα τι ακριβώς θα μπορούσα να κάνω με αυτά τα ασύμμετρα γελοία χαρτονάκια, αλλά η εικόνα πάνω στο κουτί του δώρου μου με κάποιον τρόπο μου υπαγόρευε πως έπρεπε να συναρμολογήσω κάτι που να μοιάζει με μια μορφή που κάποιος άλλος άνθρωπος, τελείως άγνωστος ακόμα και σε εκείνους που έφεραν το δώρο αυτό, είχε ήδη σκεφτεί για λογαριασμό μου. Σκέφτηκα πως το παιχνίδι αυτό είχε μονάχα έναν τρόπο να παιχτεί, πως ήταν ένα δώρο, ας πούμε, σαν μονόδρομος κι αυτό πολύ στ’ αλήθεια με εκνεύρισε. Είπα να το εγκαταλείψω, να το πασάρω στην αδερφή μου ή να το πετάξω από το παράθυρο, μα τελικά το κράτησα και πέρασα την πρώτη μέρα μου μαζί του κόβοντας τις πολύχρωμες ψηφίδες του παζλ με τη βοήθεια ενός ακίνδυνου κατά τα άλλα ψαλιδιού σε περαιτέρω μικρότερα κομμάτια.

-Ποιος είσαι;
-Γιατί ρωτάς; Δεν ξέρεις;
-Δεν μπορεί να είσαι εσύ! Εσύ δεν υπάρχεις!
-Και τότε πώς γίνεται να μου μιλάς;
-Εγώ μιλάω με όποιον θέλω. Έχω ένα σωρό φανταστικούς φίλους, αν θες να ξέρεις. Μπορώ να τους φωνάξω και να έρθουνε τώρα εδώ και να σε δείρουνε.
-Όπως, δηλαδή, φώναξες κι εμένα;
-Δεν σε φώναξα!
-Τώρα φωνάζεις, όμως.
-Φωνάζω γιατί με έχεις εκνευρίσει.
-Για αυτό με θες, λοιπόν, για να εκτονώνεις πάνω μου τα νεύρα σου;
-Όχι, δεν σε θέλω για κανέναν λόγο. Σε φοβάμαι.
-Γιατί φοβάσαι;
-Γιατί είσαι φοβιστικός.
-Όχι εμένα. Γιατί φοβάσαι γενικά;
-Γιατί έτσι θέλω! Δεν θα σου δώσω λογαριασμό! Δεν υπάρχεις!
-Καλά, πάω να κρυφτώ ξανά μες στην ντουλάπα, όταν αρχίσουν πάλι να μαλώνουν οι γονείς σου, ξέρεις που θα με βρεις.

Ήταν Κυριακή. Δούλευα όλη τη βδομάδα σαν τον βλάκα, ακόμα και το Σάββατο και την περίμενα πως και πως για να κοιμηθώ λιγάκι παραπάνω. Με ξύπνησαν πρωί-πρωί οι φίλοι μου. «Πάμε, ρε φίλε, εκδρομή», φώναζαν στο τηλέφωνο. Το έκλεισα και ξανακουκουλώθηκα. Λίγο μετά -δεν είχα προλάβει καν να ξαναμπώ στο όνειρο- άκουσα να μου βαράνε το θυροτηλέφωνο. «Σήκω, ρε φίλε! Έχει μια μέρα σήμερα… Δεν είναι για να κάθεσαι στο σπίτι σου.» Δεν ήταν δυνατό να τους ξεφορτωθώ. Κι ο ύπνος είχε πάει πια περίπατο. «Καλά, ανεβείτε πάνω να πιείτε έναν καφέ, μέχρι να ετοιμαστώ και πάμε όπου γουστάρετε.» Ανέβηκαν. Ο Χρήστος πήγε για να φτιάξει τον καφέ. Ο Κώστας βγήκε στο μπαλκόνι κι άραξε. Βαρούσε ο ήλιος, είχε ιδρώσει, έσταζε. Έβγαλε το πουκάμισο και πήγε να το απλώσει στα σκοινιά. Μια γκόμενα πέρασε από κάτω και τον κοίταξε. Ρούφηξε την κοιλιά του και της χαμογέλασε, σκυμμένος όπως ήταν με το μανταλάκι να τσιμπάει το κενό. «Έτοιμος ο καφές», φώναξε ο άλλος από μέσα και τον τρόμαξε. Την ώρα που έπεφτε, κράτησε την αξιοπρέπεια του, ευτυχώς, και την κοιλιά του ρουφηγμένη, μέχρι να σκάσει στο οδόστρωμα.

"Πώς σε λένε", τον ρώτησα. "Πεινάω και διψάω", απάντησε.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

η αντιστροφή

Φοβάμαι τα αεροπλάνα.
Κάθε φορά που είναι να πετάξω,
γράφω και ένα ποίημα.
Κάτι, ας πούμε, σαν τελευταία επιθυμία,
μόνο που την διατυπώνω με ρυθμό,
κάποιες φορές με μέτρο.
Και ύστερα, λίγο πριν από την γαμημένη απογείωση,
λίγο πριν απενεργοποιήσω το τηλέφωνο,
(σε μήνυμα το γράφω)
το στέλνω σε τρία πρόσωπα, άσχετα μεταξύ τους.
Με την ελπίδα, αν τύχει κάτι, να με θυμούνται με αυτό
και όλα τα άλλα, τα παλιά, ίσως να τα ξεχάσουν.

Αυτά μέχρι προσφάτως, δηλαδή.
Γιατί, τους τελευταίους μήνες, έχουν κάπως αντιστραφεί τα πράγματα.
Είναι που τώρα πια γράφω και πάλι ένα ποίημα
κάθε φορά που ξέρω πως εσύ βρίσκεσαι στον αέρα.