Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

για τον δρομο

τις περισσοτερες πρωτοχρονιες της ζωης μου τις εχω ζησει στο σπιτι μου στον βολο. πεντε φορες μεσα στον εικοστο πρωτο αιωνα βρεθηκα παραμονη πρωτοχρονιας σε πολεις του εξωτερικου - καθε φορα κ με αλλα συναισθηματα, καθε φορα κ για διαφορετικη αιτια. αποψε θα αλλαξω τον χρονο για τριτη συνεχομενη φορα στη θεσσαλονικη κ ελπιζω, οπως κ περυσι, να ανεβουμε ξανα 12 παρα κατι στην ταρατσα. υπαρχει, ομως, μια αλλαγη του χρονου στη ζωη μου που με εχει βρει κυριολεκτικα στον δρομο:

το 2005 δουλευα στην αθηνα. ειχα πει να μεινω εκει σε ολη τη διαρκεια των εορτων, αλλα τελικα αλλαξα τελευταια στιγμη γνωμη, πηρα το αμαξι μου κ εφυγα για τον βολο. μια σειρα απο τυχαια περιστατικα, ωστοσο, καθυστερησαν πολυ την αναχωρηση μου, με αποτελεσμα να εχει παει 12 παρα κ εγω ακομα να ταξιδευω σε μια ερημη, σιωπηλη κ παγωμενη εθνικη οδο. για να μην αγχωνομαι, σταματησα να κοιταζω το ρολοι κ ανοιξα τερμα τη μουσικη στο ραδιοφωνο κ ειπα δεν πειραζει. κ εκει που ειχα πιστεψει οτι ειναι δικος μου ολοκληρος ο δρομος, βλεπω ξαφνικα απο πισω μου ενα ταξι να μου παιζει τα φωτα. το πρωτο πραγμα που σκεφτηκα ηταν οτι ηθελε κατι να μου πει, πως ειχα καποιο προβλημα, πως καποιο φαναρι μου δεν αναβε ή κατι τετοιο. εκοψα ταχυτητα, εκανα δεξια κ τον αφησα να με προσπερασει. το ταξι εφτασε διπλα μου κ ο οδηγος του κατεβασε το παραθυρο κ κατι μου φωναξε, που εκει μεσα, στον χαμο του αυτοσχεδιου ατομικου μου ρεβεγιον, δεν μπορεσα να ακουσω. κατεβασα το παραθυρο κ εγω κ ο κρυος αερας με βαρεσε αμεσως στο κεφαλι. ο ταξιτζης ακομα οδηγουσε με σταθερη ταχυτητα στο πλαϊ μου. "τι λες;" τον ρωτησα. "καλη χρονια, φιλε μου!", μου φωναξε ξανα ο αγνωστος κ αμεσως γκαζωσε κ εξαφανιστηκε στο βαθος του δρομου κ του χρονου. κοιταξα το ρολοι του αυτοκινητου. εγραφε 00 κ κατι.
λιγα χιλιομετρα μετα σταματησα σε κατι διοδια. οι τρεις υπαλληλοι που ειχαν βαρδια ειχαν μαζευτει ολοι μεσα σε ενα απο τα κουβουκλια κ γιορταζαν, οπως μπορουσαν, τη βραδια. θυμαμαι οτι μαζι με την αποδειξη μού προσφεραν κ ενα γλυκο. τα τραγουδια που ακουγανε ηταν τοσο ασχετα με τα δικα μου, αλλα για καποιον λογο η μουσικη μας μού φανηκε οτι συντονιζοταν μεσα σε μια παραδοξη κ αγρια αρμονια. "ωραια περνατε εσεις εδω..", ειπα αμηχανος. "δωσε του παιδιου ακομα ενα γλυκο", ειπε ενας απο τους υπαλληλους στη συναδελφο του που ειχε βγει στο παραθυρο για να με εξυπηρετησει. "κανενας τετοια ωρα δεν κυκλοφορει. μονοι μας θα τα φαμε."
κ ετσι, με αυτα τα δυο γλυκα συνεχισα μεχρι τον βολο το ταξιδι μου. ενα για μενα κ ενα για τον δρομο.

καλο 2017, λοιπον, φιλοι μου! τα λεμε μεσα..

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

τα γραφεια μου

σε καθε πολη οπου εχω ζησει φροντιζα παντα να βρισκω ενα μαγαζι που να μπορω να το χρησιμοποιω, ασπουμε, σαν γραφειο. οι προδιαγραφες που θα επρεπε να πληροι το εκαστοτε δημοσιο γραφειο μου ηταν πολυ συγκεκριμενες: επρεπε καταρχην να ειναι ησυχο. δηλαδη να μην βαραει η μουσικη - ο κοσμος δεν με πειραζε. επειτα, επρεπε (απο το 2005 κ μετα) να εχει ενα τασακι στο τραπεζι μου κ (απο το 2010 κ μετα) να υπαρχει κ μια παλιοσυνδεση στο ιντερνετ. τελος, καλο θα ηταν να εχει υπομονετικο προσωπικο, που να μην ενοχλειται αν ενας πελατης του αποφασιζε να χτυπαει οχταωρα εκει πινοντας μοναχα μια μπυρα.
στις βρυξελλες ηταν το lava, που το μισο περιπου το ειχαν μετατρεψει σε rookruimte (χωρος καπνιστων). ειχε κ ενα ωραιο τραπεζι στο παραθυρο, οπου καθομουν με τις ωρες κ χαζευα τον δρομο. καμια φορα ο ιδιοκτητης του, οταν το εβρισκα πιασμενο απο κανεναν μεθυστακα σε ληθαργο, τον επιανε κ τον πετουσε εξω. "ο ανθρωπος ηρθε για να δουλεψει εδω", του φωναζε, "δεν μπορεις να του κρατας εσυ ετσι το τραπεζι." στη μαδριτη ηταν το barco, οπου το καπνισμα ητανε, υποτιθεται, prohibido, αλλα οι τυποι εκαναν τα στραβα ματια κ ειχε κ ενα τραπεζι στον προθαλαμο, το οποιο δεν ειχε ακομα αποφασισει αν ηταν στεγασμενο ή υπαιθριο. στο βελιγραδι παραλιγο να γινει το leila, αλλα το γνωρισα λιγο πριν σηκωθω κ φυγω. στην αθηνα, ενταξει, ηταν πολλα κ διαφορα, ενα σχεδον σε καθε γειτονια - το μοντεμ μου ακομα τα θυμαται.
ο βολος εχει ωραια μαγαζια, αλλα ετσι κ κανω το λαθος να παω να πιω εκει καφε μοναχος μου, θα περασει το μισο μου σοϊ κ αλλοι τοσοι παλιοι συμμαθητες, θα σταματησουν κ θα ρωτησουν τι κανω (κ θα εννοουν τι επαθα κ ειμαι ετσι μονος - κ ισως θα εχουν δικιο). οχι, αυτες ειναι συνηθειες της αλλοδαπης κ των μεγαλων πολεων.
κ τωρα στη θεσσαλονικη καθομαι, τα θυμαμαι κ τα γραφω ολα αυτα σε ενα ωραιο μπαρ ημιυπογειο, εδω κοντα στο σπιτι. απο το χαμηλο παραθυρο χαζευω το βαδισμα των περαστικων κ προσπαθω να μαντεψω αλλος πού τριγυρναει ασκοπα κ αλλος πού βιαζεται να παει. διπλα μου εχω μια γλαστρα με αλεξανδρινο - μερος, φανταζομαι, του ταπεινου χριστουγεννιατικου διακοσμου. στον τοιχο απεναντι μου ο ερνεστ ο χεμινγουεη με κοιταζει ειρωνικα, με υφος "παλι με ενα εσπρεσακι θα την βγαλεις;". με αλλα λογια κ προς καθε ενδιαφερομενο, αν βρισκεστε κ εσεις τις μερες αυτες στη συμπτωχευουσα κ θελετε λιγακι να τα πουμε, θα με βρειτε εδω, σβωλου 19, στο ημιυπογειο. παντα ωρες γραφειου.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ινσμπουργκ

μην πας ποτε μονος -ή εστω χωρις ενα βιβλιο- στο ταχυδρομειο παραμονες γιορτων. πηγα σημερα για να πληρωσω τα τελη κυκλοφοριας κ εχασα κοντα δυο ωρες απο την ζωη μου. τουλαχιστον φευγοντας πηρα μαζι μου μια καλη ιστορια:
καποια στιγμη, ενος νεαρος, κρατωντας ενα διπλωμενο χαρτι απο τετραδιο, με πλησιασε κ με ρωτησε αμηχανος τι θα επρεπε να κανει για να στειλει "αυτο το γραμμα" στην αυστρια. του επεσημανα οτι καταρχην επρεπε να αγορασει εναν φακελο για να το βαλει μεσα. "συγγνωμη", μου ειπε, "δεν το εχω ξανακανει.. δεν ξερω τι χρειαζεται." του απαντησα πως δεν πειραζει κ τον εστειλα στο κοντινοτερο χαρτοπωλειο. μιση ωρα μετα ο νεαρος επεστρεψε λιγο πιο ευδιαθετος κ ηρθε ξανα κοντα μου δειχνοντας μου τον φακελο που ειχε μολις αγορασει. "τωρα τι κανω;" με ρωτησε. του ειπα οτι πρεπει να γραψει πανω στον φακελο τη διευθυνση του παραληπτη. "α..", μου λεει, "δεν την ξερω απεξω. την εχω, ομως, γραμμενη μεσα.. στο γραμμα." κανοντας ο,τι ηταν ανθρωπινως δυνατο για να συγκρατησω τα γελια μου προσπαθησα να τον βοηθησω να ανοιξει τον ηδη σφραγισμενο φακελο χωρις να τον καταστρεψει. τελικα δεν τα καταφεραμε κ τον εστειλα ξανα στο χαρτοπωλειο να παρει εναν καινουριο.
ο νεαρος εφυγε τρεχοντας αυτη τη φορα κ απο τη βιασυνη του παρατησε το γραμμα του στα χερια μου. μεχρι να επιστρεψει εκ νεου, του εριξα μια ματια. ηταν γραμμενο στα αγγλικα κ απευθυνοταν σε καποια ιζαμπελα. τα πιο πολλα απο αυτα που εγραφε δεν τα καταλαβαινα κ οχι επειδη ειχα αγνωστες λεξεις. το ξερω, μεγαλη αδιακρισια μου, αλλα επρεπε καπως την ωρα να περασω. αν ειχα φροντισει να παρω μαζι μου ενα βιβλιο, οχι, δεν θα το εκανα. αλλα μαλλον ουτε θα εγραφα τωρα αυτην την ιστορια.
ο νεαρος, ας τον πουμε φερδινανδο για να ταιριαζει με την κοπελια, γυρισε με νεο φακελο στο ταχυδρομειο, λιγο πριν εμφανιστει το νουμερο μου στον φωτεινο πινακα. για να μην χασω τη σειρα μου, αλλα κ για να μην περιμενει κ αυτος μεχρι τον νεο χρονο (να πω εδω οτι ακομα δεν ειχε παρει δικο του χαρτακι με νουμερο απο το μηχανημα), ανελαβα να του το στειλω εγω κ του ειπα να κατσει κ να με περιμενει. αντεγραψα, λοιπον, μονος μου τη διευθυνση της ιζαμπελας απο το ινσμπουργκ, εβαλα το γραμμα μες στον φακελο, τον εκλεισα, κολλησα πανω του κ τρια γραμματοσημα με τη φατσα του αριστοτελη -σιγουρα θα την εντυπωσιαζαμε- κ το εστειλα. μαλιστα, αποφασισα, ισως απο τυψεις, τα γραμματοσημα να του τα κερασω. εξαλλου, μπροστα στα 135 ευρω, των τελων που αντιστοιχουν στο ανταμομπιλ, ηταν το κοστος τους ασημαντο.
ο φερδινανδος, στο μεταξυ, με περιμενε στην εξοδο καπνιζοντας. "τωρα τι πρεπει να κανω;" με ρωτησε, σιγουρος οτι κατι τού ειχε παλι διαφυγει. "τωρα τιποτα. μονο να περιμενεις." τον ειδα προβληματισμενο. δεν κρατηθηκα: "γιατι δεν της εστελνες ενα η-μεϊλ, ρε παιδι μου;" "συνηθως με η-μεϊλ τα λεμε ή απο το φεϊσμπουκ, αλλα αυτη την τελευταια φορα μού εστειλε τη διευθυνση της κ μου ζητησε να της κανω εκπληξη..". σειρα μου να προβληματιστω. "τι;" εκανε αυτος, "μαλακια εκανα;" "οχι", του απαντησα, "ολα καλα.. καλα χριστουγεννα!"
στο δρομο για το σπιτι κ τσαλακωνοντας την αποδειξη των τελων κυκλοφοριας νευρικα, αν οχι κ νευριασμενα, σκεφτομουν πως κατω απο αλλες συνθηκες μπορει κ να τον πηγαινα εγω με το αμαξι ως το ινσμπουργκ.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

μια ταξη

δεν πηγαινε αλλο. επρεπε να βαλουμε στο σπιτι κ στα οικονομικα μας μια ταξη. στο εξης θα χρησιμοποιουμε αυστηρα τους πληρωμενους λογαριασμους μας σαν σουβερ κ τους απληρωτους σαν σελιδοδεικτες

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

ο νοστιμος καιρος

ξυπνησα σημερα κ ειδα οτι ειχα καμια δεκαρια κλησεις απο εναν αγνωστο αριθμο, ο οποιος ξεκινουσα απο 22810. σκεφτηκα οτι θα ηταν μαλλον λαθος κ εφυγα απο το σπιτι χωρις να το ψαξω περισσοτερο. πριν απο λιγο το τηλεφωνο μου ξαναχτυπησε. παλι το ιδιο νουμερο. απαντησα. ακουσα μια αντρικη φωνη, μαλλον ηλικιωμενου, να με ρωταει αν ειμαι ο λεοναρδος. επειδη το ονομα μού εκανε εντυπωση, αντι να του πω αμεσως οτι εχει κανει λαθος, τον ρωτησα ποιος ειναι κ ποιον ψαχνει ακριβως. "ο δομενικος ειμαι", μου απαντησε, "κ ψαχνω τον εγγονο μου. εσυ ποιος εισαι;" "εγω ειμαι απλα ενας γιαννης, λυπαμαι.." του ειπα ταπεινωμενος μετα απο την τοση αναγεννηση που ειχε πλημμυρισει την ασκοπο αυτον διαλογο. μου ζητησε ευγενικα συγγνωμη, αλλα λιγο πριν το κλεισει προλαβα κ τον ρωτησα τι καιρο εχει τωρα στη συρα. "πολυ νοστιμο" (ετσι ακριβως), μου απαντησε ο φραγκοπαππους, "να πεις στον λεοναρδο να σε φερει μαζι του την επομενη φορα", αδιαφορωντας οσο πιο κυκλαδιτικα μπορουσε για ολη αυτην την παρεξηγηση..

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

ολα αυτα

-γιατι δεν γραφετε κατι για ολα αυτα που μας συμβαινουν;
-ποια ολα αυτα; τι εννοειτε;
-για αυτα που μας απασχολουν.. την κριση, τη διαφθορα, την αδικια, την τρομοκρατια, τη φτωχεια..
-την ανεργια ξεχασατε.
-με ειρωνευεστε;
-οχι ακριβως, αλλα, μην νομιζετε, για αυτα ειναι που γραφω.
-οχι, δεν γραφετε για αυτα. εσας σας απασχολει μοναχα ο εαυτος σας.
-κ ποιος σας ειπε οτι εγω δεν ειμαι φτωχος, διεφθαρμενος, τρομοκρατημενος κ αδικος; νομιζω οτι με εχετε υπερτιμησει.. ξερετε, ο,τι βρισκω γραφω.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

από συνήθεια

παμε το απογευμα να κανουμε το τρισαγιο στη γιαγια κ παιρνω στο αμαξι τον παπα, γιατι βρεχει πολυ κ το μνημα ειναι ψηλα, στην ανηφορα. ο παπας μοιαζει αμηχανος. ρωταει την ηλικια της συγχωρεμενης κ υστερα λεει κατι αδιαφορο για τον καιρο. αναρωτιεμαι αν ειναι η πρωτη του φορα που κανει βαρδια στο νεκροταφειο.
μετα την συντομη τελετη τον ξανακατεβαζω με το αμαξι.
"δεν πιστευεις, ε;" με ρωταει.
"δεν ξερω.. μαλλον οχι", του απαντω, "γιατι;"
"τιποτα.. ειδα που δεν εκανες τον σταυρο σου. δεν πειραζει, ομως. φτανει που εισαι εδω." 
αναρωτιεμαι τι εννοει με αυτο το "εδω". εδω, στο νεκροταφειο; εδω, στην πολη; εδω, σε αυτον τον κοσμο; ή μηπως το εδω ειναι μεταφορικο; οτι ειμαι εδω, ασπουμε, συγκεντρωμενος κ δεν πεταει αλλου ο νους μου; τωρα μαλλον ειμαστε κ οι δυο αμηχανοι. ο παπας δεν εχει πει, ομως, την τελευταια του κουβεντα:
"να σε ρωτησω κ κατι αλλο;"
"παρακαλω."
"ποσα κυβικα ειναι το αυτοκινητο σου;"
"χιλια διακοσια. γιατι;"
"ε, τοτε.. γιατι το λενε πεντακοσαρακι;"
"ετσι", του απαντω, "απο συνηθεια. ετσι λεγανε το παλιο μοντελο που του εμοιαζε."
"απο παραδοση", με διορθωνει, "οχι απο συνηθεια. η παραδοση ειναι καλο πραγμα. η συνηθεια ειναι του διαβολου."
θελω να τον ρωτησω αν μιλαει αλληγορικα. αν ολο αυτο ειναι, ξερωγω, η παραβολη του μαυρου φιατ κ κατι αλλο πιο υπαρξιακο κρυβεται απο πισω. φτανουμε. ανοιγει την πορτα. "να ζησετε να την θυμαστε", μου λεει, "κ οταν πας να πληρωσεις τελη κυκλοφοριας, να τους δωσεις μονο για τα πεντακοσια." γελαει. το εχω ακουσει πεντακοσιες τουλαχιστον φορες αυτο το αστειακι. γελαω κ εγω λιγο. απο συνηθεια.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

ο κορεατης

οταν ημουν ερασμους στη γαλλια -τον προηγουμενο αιωνα- εμενα σε μια φοιτητικη εστια. στο διπλανο δωματιο εμενε ενας κορεατης μεταπτυχιακος, του οποιου το ονομα τωρα το εχω πια ξεχασει. ο κορεατης, για καποιον λογο ακατανοητο, ειχε βρει στο προσωπο μου τον ευρωπαιο κολλητο που παντα ονειρευοταν κ μου ελεγε ολα τα μυστικα του. οι εξωφρενικες εξομολογησεις του, τις οποιες ακουγα υπομονετικα σχεδον καθε απογευμα, με εκαναν πολυ συχνα να θελω να αρπαξω ενα ψαλιδι κ να κοψω τα αυτια μου. μετα σκεφτομουν, ομως, οτι ισως η κινηση αυτη του εδινε περισσοτερο θαρρος, αφου στις απωανατολικες ταινιες, που βλεπαμε ηδη τοτε στο σινεμα, τετοιοι ακρωτηριασμοι ηταν πολυ συνηθισμενο, αν οχι κ αγαπημενο, θεαμα.
το βασικο προβλημα του γειτονα μου ηταν οτι ειχε καψουρευτει θανασιμα μια, επισης ερασμους, ιταλιδα, της οποιας το ονομα, σε αντιθεση με το δικο του, παραδοξως το θυμαμαι ακομα: καρμινα. τον φλογερο κ εξωτικο αυτον ερωτα η καρμινα δεν τον πληροφορηθηκε ποτε, αφου ο συνεσταλμενος φιλος μου περιοριζοταν να τα λεει μοναχα σε εμενα κ συνηθιζε να τρεχει τρομοκρατημενος να κρυφτει, μολις το αντικειμενο του ποθου του εμφανιζοταν στην κοινοχρηστη κουζινα του οροφου μας, την οποια ειχαμε μετατρεψει σε πολυχωρο κοινωνικων εκδηλωσεων.
ενα απογευμα, που ηρθε παλι για να μοιραστει μαζι μου τον καημο του, δεν αντεξα κ του εβαλα τις φωνες: "γιατι, ρε ανθρωπε, δεν πας να της τα πεις κ εκεινης ολα αυτα; τι εχεις να χασεις; το πολυ-πολυ να φας κανενα νουντλς.." (το ξερω, δεν εκανα κ την καλυτερη μεταφραση του ορου χυλοπιτα, αλλα αυτος μια χαρα καταλαβε τι ηθελα να πω.) "δεν γινεται", μου απαντησε. "τωρα εχει πια γκομενο." "ποιον;", απορησα εγω. "εναν σουηδο, ερασμους σαν κ εσας", αναστεναξε αυτος. με τους σκανδιναβους ερασμους παιζαμε μπαλα τις κυριακες κ λιγο πολυ τους ειχα γνωρισει ολους - εγω, ως αναδελφος ελλην, ειχα κολλησει στην ομαδα των ιταλοΐσπανων, που επαιζαν πιο πολυ για να πλακωθουν παρα για χαρη του αθληματος κ γενικα περνουσαμε πολυ ομορφα. "ποιον σουηδο, ρε; λεγε", επεμεινα. "πού θες να ξερω;", μου απαντησε σχεδον απαξιωτικα, "αυτοι ειναι ολοι ιδιοι."
κ καπως ετσι η ανατολη σημειωσε, στις καθυστερησεις ενος αγωνα που φαινοταν να εχει πια κριθει, το γκολ της τιμης σε βαρος της δυσης, στο αιωνιο κατα τα αλλα ντερμπυ των στερεοτυπων.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

οι απο κατω

οταν σπουδαζα στην αθηνα, εμενα σε μια πολυκατοικια στα εξαρχεια. το διαμερισμα μου ηταν στον πρωτο οροφο κ απο κατω ακριβως στο ισογειο ζουσε ενα ζευγαρι. εξι χρονια δεν ανταλλαξαμε ποτε κουβεντα, περα απο καμια αναπαντητη καλημερα που τους ελεγα καμια φορα, οταν τους συναντουσα στον διαδρομο. κ ομως ηξερα σχεδον τα παντα για αυτους, αφου τους ακουγα ολη τη μερα να τσακωνονται.
δεν λεω, καυγαδες γινονται σε ολα τα σπιτια κ ολα τα ζευγαρια εχουν τα θεματα τους, αλλα αυτοι οι δυο αληθεια το παρακανανε. απο το πρωι, οπου συνηθως με ξυπνουσαν οι φωνες τους, μεχρι το βραδυ, που με νανουριζαν γλυκα με τις βρισιες κ τις καταρες τους, αυτοι οι ανθρωποι αλλο πραγμα δεν εκαναν απο το να πλακωνονται κ να μπαζωνουν με λογια βαρια κ ασυγχωρητα τον ακαλυπτο της μελαγχολικης κ κατα τα αλλα αδιαφορης πολυκατοικιας μας. παρακολουθωντας, αθελα μου παντα, τους εντονους εκεινους διαλογους, ειχα μαθει τα παντα: το πώς -"αναθεμα την ωρα κ τη στιγμη"- γνωριστηκαν, τον τοπο της καταγωγης τους - συνηθως αποκαλουσαν ο ενας τον αλλον με γλαφυρα βουκολικα ονοματα, τις ασχολιες κ τις προτιμησεις των -τεμπεληδων, αμορφωτων, ανωμαλων κ.λπ.- πλησιεστερων συγγενων τους, τις αποψεις των -κατα κανονα κοπριτων- φιλων τους, τις διατροφικες συνηθειες τους - "παλι σκατα θα φαμε;" κ τα χομπυ τους -"μασε τωρα τα δελτια του στοιχηματος, μην στα πεταξω απο το παραθυρο". στην αρχη με ενοχλουσε ολη αυτη η αναστατωση. μετα περασα μια φαση που ανησυχουσα λιγο μην σκοτωθουνε κυριολεκτικα κ μαζευτουνε τα καναλια εξω απο την πορτα μας. υστερα τους συνηθισα. τοσο που οταν καμια σπανια φορα λιγακι ηρεμουσαν, ηθελα να κατεβω κ να τους ρωτησω μηπως επαθαν κατι.
ενα βραδυ, εκει προς το τελος των σπουδων μου, ειχε ερθει ενας φιλος απο το σπιτι μου να δουμε λιγη μπαλα. "καλα, ρε συ", μου λεει, "μπηκαμε στο πανεπιστημιο, περασανε τα χρονια κ τωρα κοντευουμε να παρουμε πτυχιο κ αυτοι οι δυο ακομα εκει, μαλωνουνε; μηπως να κανουμε κατι;" "τι κατι;" απορω εγω. "κατι, ρε φιλε. δεν μπορει.. αφου ειμαστε περιπου δικηγοροι", επεμενει αυτος κ αμεσως σηκωνεται απο τον καναπε κ μου κανει νοημα να τον ακολουθησω. κατεβαινουμε, λοιπον, στο ισογειο. χτυπαμε το κουδουνι. "ρε, παμε να φυγουμε. τι θα τους πουμε;" ψιθυριζω εγω αγχωμενος. "αστο σε μενα", μου απανταει αυτος με φανερη αυτοπεποιθηση κ βαραει λιγοτερο διακριτικα την πορτα. ανοιγει η πορτα κ εμφανιζονται μπροστα μας κ οι δυο. "τι θελετε;" "μια ερωτηση μονο", τους λεει ο φιλος, "αληθεια, γιατι δεν χωριζετε;"
τα ελαχιστα εκεινα δευτερολεπτα αμηχανιας αμεσως τα διαδεχτηκε το ισχυροτερο ξεσπασμα οργης που εχω δει στη ζωη μου. για ενα τεταρτο τουλαχιστον μας περιελουσαν κ τους δυο με τετοιο ευφανταστο κ ακατασχετο υβρεολογιο που ξεσηκωσαν οχι μονο την πολυκατοικια αλλα κ ολοκληρη τη γειτονια. το πως δεν επενεβη η αστυνομια, για να μην πω η αντιτρομοκρατικη, ητανε μαλλον θαυμα. κ ομως. μεσα σε ολον εκεινον τον κακο χαμο, μια λαμψη ομονοιας κ ομοθυμιας ειχε αρχισει σιγα-σιγα να διακρινεται. λες κ εμεις, που ειχαμε εμφανιστει ετσι ξαφνικα ως απομηχανης κοινος εχθρος, να τους ειχαμε δωσει εναν λογο να συμμαχησουν επιτελους κ να υπερασπιστουν απο κοινου το σπιτι τους κ τον δεσμο τους. οταν καποια στιγμη αρχισαν να κλεινουν οι φωνες τους,
τους αφησαμε κ ανεβηκαμε ξανα στο διαμερισμα μου. αραξαμε κ παρακολουθησαμε στην τηλεοραση τον υπολοιπο αγωνα αμιλητοι κ σκεφτικοι. στο ημιχρονο, ο φιλος μου παιρνει το τηλεκοντρολ κ κλεινει τον ηχο. κοιταζομαστε. απο κατω δεν ακουγεται τιποτα. απολυτη ησυχια. μου χαμεγελαει με ικανοποιηση κ τσουγκριζει το κουτακι της μπυρας του με το δικο μου. "δικηγοροι, ρε φιλε", μου λεει, "περιπου δικηγοροι."

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

ο θειος γιαννης

πριν λιγες μερες συναντησα τυχαια στον δρομο μια πρωην μου την ωρα που εκανε βολτα παρεα με τον γιο της. στην αρχη η αληθεια ειναι οτι δεν τη αναγνωρισα - ειχα να τη δω κ πεντακοσια χρονια. μετα ομως, αφου ειπαμε τα τυπικα "τι κανεις;" κ "που χαθηκες;" κ ξεπερασαμε την αρχικη βαρια αμηχανια, καταλαβα οτι η παρουσια μου ειχε, ασπουμε, καπως ενοχλησει τον μικρο που με καρφωνε με ενα βλεμμα εχθρικο κ τσαμπουκαλεμενο. κ ενω εγω προσπαθουσα να μην τον κοιταζω κ να συντηρω την κουβεντα λεγοντας διαφορα αδιαφορα για τον καιρο, την κριση, το χασμα γενεων κ την αστυφιλια, ο πενταχρονος σατανακος με εδειξε με το δαχτυλο κ ρωτησε την πρωην μου κ νυν του: "αυτος, μαμα, ποιος ειναι;" "αυτος, μιχαλη μου, ειναι ο θειος γιαννης", απαντησε αυθορμητα εκεινη, χαϊδευοντας το δυσπιστο κεφαλακι του. αυτος το σκεφτηκε για λιγο κ υστερα, διακοπτοντας με για δευτερη φορα, ειπε: "δεν εχω θειο γιαννη." "ελα, ρε φιλε", διαμαρτυρηθηκα εγω, "ολοι εχουμε εναν θειο γιαννη. μην το κανεις θεμα τωρα..". ο μικρος εσφιξε τα χειλη του συμβιβαστικα κ μετα ειπε κατι ακατανοητο, που αυθαιρετα το μετεφρασα μεσα στο κεφαλι μου ως εξης: "καλα, δεν βιαζομαι.. θα σε δειρω σε δεκα χρονια απο τωρα." μετα αποχαιρετιστηκαμε λεγοντας ενα στα τερματα υποκριτικο "αντε μωρε, να τα ξαναπουμε καμια φορα" κ συνεχισαμε τον δρομο του ο καθενας.

δεν ξερω για εκεινη κ ουτε θελω να μαθω φυσικα, αλλα εγω εχω την εντυπωση οτι για αρκετη ωρα πρεπει να κυκλοφορουσα, τη μερα εκεινη, με ενα χαζο χαμογελο στα μουτρα μου, ως αποτελεσμα αυτου του "θειος γιαννης", που για εναν λογο, το ξερω, ισως αδικαιολογητο το θεωρησα ως τιτλο τιμης κ ως βραβειο για τη συνολικη μου προσφορα σε αυτον εδω τον κοσμο..

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

το παπουτσι

εγινε, λεει, πριν λιγο καιρο, μια μικροκλοπη στο κεντρο του βολου. ενας νεαρος αρπαξε κατι απο ενα σουπερμαρκετ κ το εβαλε στα ποδια. ο υπευθυνος του καταστηματος, που ητανε παρων, καταλαβε εγκαιρως τι συνεβη, κυνηγησε τον δραστη κ με τη βοηθεια καποιων αλλων πολιτων τον επιασε λιγα στενα παρακατω. λιγο μετα ηρθε κ η αστυνομια κ τον συνελαβαν κανονικα κ με τον νομο. στο μεταξυ, ο νεαρος, οσο ετρεχε ή οσο παλευε να μην τον πιασουν, σκονταψε καπου κ εχασε το ενα του παπουτσι. οι αστυνομικοι τού περασαν χειροπεδες, του εριξαν κ κανα-δυο ψιλες κ τον πηραν για να τον πανε στο τμημα δια τα περαιτερω. την ωρα, ομως, που τον εβαζαν στο περιπολικο, καποιος φωναξε: "ε! περιμενετε λιγο!".. οι αστυνομικοι σταματησαν κ ειδαν εναν τυπο να ερχεται τρεχοντας προς το μερος τους κρατωντας με το ενα χερι του ψηλα το χαμενο παπουτσι του κλεφτη. ηταν ενας αλλος εμπορος, που εχει χρονια τωρα μαγαζι με αθλητικα ειδη στην ιδια γειτονια. ο τυπος γονατισε μπροστα στον νεαρο, του φορεσε το παπουτσι του κ του εδεσε τα κορδονια, ετσι ακριβως οπως τον εβλεπαν ολοι καθημερινα να κανει με τους πελατες του. ετσι οπως κανουν αυτοι που πουλανε παπουτσια με τα μικρα παιδια, που ακομα δεν ξερουν να δενουν τα κορδονια τους. μονο που δεν τον ρωτησε αν του κανει το νουμερο ή μηπως τον χτυπαει. μετα σηκωθηκε, ειπε "ενταξει τωρα" στους αστυνομικους κ γυρισε στο μαγαζι του. ολοι τριγυρω του ειχανε σαστισει. οσο ηταν εκει γονατισμενος μπροστα στον νεαρο παραβατη κ του φορουσε το παπουτσι του, ητανε, λεει, σαν να ειχε σταματησει ο χρονος. οταν μετα οι συναδελφοι του, απο τα αλλα μαγαζια, τον ρωτησαν γιατι το εκανε αυτο, αυτος απαντησε αδιαφορα: "αυτη ειναι η δουλεια μου".

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

η αφιερωση

ειχα εναν φιλο καποτε που ειχε μεγαλο ταλεντο στο να γραφει αφιερωσεις στα βιβλια που δωριζε. ηταν ολες τους τοσο πετυχημενες, που θυμαμαι οτι στις γιορτες κ τα γενεθλια περιμεναμε πώς κ πώς να ξετυλιξουμε τα δωρα του για να τις διαβασουμε. το κολπο του ηταν απλο, αλλα πολυ πρωτοτυπο: εγραφε κ υπεγραφε τις αφιερωσεις, οχι ως ο ιδιος, οπως κανει ολος ο κοσμος, αλλα ως ο εκαστοτε συγγραφεας. εκανε δωρο, ασπουμε, σε καποιον τον "τελευταιο πειρασμο" κ εγραφε στην πρωτη του σελιδα: "στον αδερφικο μου φιλο τον βασιλη το θεριο, πνευμα λεφτερο, ψυχη αχορταγη, νικος καζαντζακης" ή εδινε σε καποιον αλλον τις "ερωτικες ιστοριες καθημερινης τρελας" κ εβαζε αφιερωση: "στον γιωργο το παλιοτομαρο, που κατεβαζει τα μπερμπον σαν νεροχυτης, με αγαπη τσαρλς μπουκοφσκι". χθες βραδυ εψαχνα κατι στη βιβλιοθηκη μου κ επεσα πανω στην "κυρια νταλαγουεϊ". αν κ εχουν περασει πολλα χρονια απο τοτε, θυμηθηκα οτι ηταν δωρο του εν λογω φιλου κ το ανοιξα για να δω ξανα την αφιερωση. διαβασα: "ευχαριστω για την υπεροχη βραδια.. παω να ριξω μια βουτια στο ποταμι.. κλεισε τον θερμοσιφωνα.. βιρτζινια."

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

η ρυθμιση

καποτε ειχα παει με την παρεα μου σε ενα χωριο του πηλιου για φαγητο. καθισαμε στην πλατεια κατω απο τον πλατανο, κ αφου φαγαμε κ ηπιαμε, το ριξαμε στους γνωστους μας πλατανικους διαλογους - απο τους οποιους προκυπτει συνηθως κ το υλικο των σχεδον αυθεντικων διαλογων που διαβαζετε εδω. αν κ γενικα, τοσο εγω οσο κ οι φιλοι μου, ειμαστε ολοι μας πολυ σοβαροι κ υπευθυνοι ανθρωποι, παραδοξως η κουβεντα καποια στιγμη καπως, ασπουμε, εκτροχιαστηκε κ αρχισαμε να λεμε τη μια βλακεια μετα την αλλη. μεχρι που καποιος ρωτησε αν εχουμε σκεφτει πώς θα περασουμε τη μερα της συντελειας. ηταν τοτε, το φθινοπωρο του 2012, λιγες βδομαδες πριν το τελος του κοσμου, οπως το ειχαν προφητευσει οι προκολομβιανοι πολιτισμοι, κ αυτου του ειδους οι συζητησεις ηταν πολυ δημοφιλεις ακομα κ μεταξυ υπευθυνων κ σοβαρων ανθρωπων, οπως εγω κ οι φιλοι μου. παρολα αυτα, ομως, η ερωτηση του φιλου μας, οσο ναναι, μας ταραξε λιγο, εξαιτιας κυριως του τροπου με τον οποιον ειχε διατυπωθει. λες κ η ημερα της αποκαλυψης θα ηταν κατι σαν την πρωτοχρονια ή σαν ενας συνδυασμος του αγιου βαλεντινου με του αγιου βαρθολομαιου, ανημερα παντα. αφου ξεπερασαμε, παντως, το αρχικο μας σαστισμα, αρχισαμε να πλειοδοτουμε σε χαζομαρα, λεγοντας ο καθενας τι θα εκανε, αν μαθαινε πως οντως ο κοσμος θα καταστρεφοταν μεσα σε λιγες εβδομαδες. αλλος ειπε οτι θα αγοραζε μετοχες, αλλος οτι θα μαθαινε μια ξενη γλωσσα, αλλος οτι θα πηγαινε να κανει ρυθμιση των οφειλων του προς το δημοσιο. τελικα, τον ατυπο αυτον διαγωνισμο τον κερδισε ενας απο την παρεα που ειπε με απολυτη σιγουρια οτι αυτο που θα εκανε, αν μαθαινε πως ερχεται η συντελεια, θα ηταν να εβαφε το σπιτι του. κ υστερα, ικανοποιημενοι που μπορουσαμε να βρουμε απαντηση ακομα κ στο πιο παραλογο ερωτημα, συνεχισαμε απτοητοι να πινουμε κ να κουβεντιαζουμε κατω απο τον πλατανο. η δε συντελεια εγινε ακριβως οπως ειχε προγραμματιστει, κανονικα, καπου στα μεσα δεκεμβριου, αλλα μας πετυχε πανω στο χανκοβερ κ δεν την πολυκαταλαβαμε..

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ο τραμπούκος

περπαταω το απογευμα στην παραλια. με σταματαει μια γυναικα κ μου ζηταει τσιγαρο. της λεω οτι εχω καπνο κ με ρωταει αν μπορω να της δωσω λιγο. της δινω. παω να της δωσω κ χαρτακι για να στριψει, αλλα αυτη δεν θελει. "θα παρω απο αλλον", μου λεει, "..ευκαιρια να μιλησω με ακομα εναν ανθρωπο." δεν την παρεξηγω.. δυσκολο πραγμα η μοναξια αυτην την εποχη. κ μπορει ο απριλης να ειναι ο μηνας ο σκληρος, που λεει κ ο ποιητης, αλλα ο πραγματικος τραμπουκος της παρεας νομιζω πως ειναι ο σεπτεμβριος

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

ο πύργος

Είδα σήμερα έναν νεαρό στον δρόμο να περπατά κρατώντας έναν χάρτη και μια εφημερίδα. Σκέφτηκα ότι θα πέρασε σε κάποια από τις σχολές της πόλης μας και ότι θα ψάχνει τώρα για διαμέρισμα. Μετά αναρωτήθηκα πόσα από τα παιδιά της ηλικίας του χρησιμοποιούν πλέον χάρτινους χάρτες και εφημερίδες.
Ο νεαρός, που φαινότανε λίγο πελαγωμένος, είδε που τον κοιτούσα και πήρε το θάρρος, με πλησίασε και με ρώτησε: «Σύγγνωμη, μήπως μπορώ να χρησιμοποιήσω λίγο το τηλέφωνο σας; Είναι ανάγκη.» «Έλα, ρε φίλε», αντέδρασα σχεδόν με θαυμασμό, «δεν έχεις καν κινητό; Ποιος είσαι; Ο Χριστός;» «Έχω», μου απάντησε γελώντας ντροπαλά, «αλλά το έχει τώρα ο πατέρας μου. Ψάχνουμε από το πρωί για διαμέρισμα. Εκείνος με τη βοήθεια της τεχνολογίας κι εγώ με τον παραδοσιακό τρόπο. Αλλά τώρα τον έχασα και πρέπει να στείλω επειγόντως ένα μήνυμα.» Του έδωσα το τηλέφωνό μου κι ενώ έγραφε σε αυτό από το ύφος του, για κάποιο λόγο, συμπέρανα ότι το μήνυμα προοριζόταν για το κορίτσι του. Σκέφτηκα ότι της έγραφε κάτι του τύπου: «Μην με πάρεις τηλ. Το έχει ο μπαμπάς. Θα σε πάρω εγώ μετά» και τότε μου ήρθε μια απρόσκλητη ανάμνηση.
Θυμήθηκα τότε, στα βάθη του προηγούμενου αιώνα, όταν δεν είχαμε ακόμα κινητά τηλέφωνα, που ο δικός μου ο πατέρας καμιά φορά, έτσι για πλάκα, εκμεταλλευόταν την ομοιότητα που είχαν οι φωνές μας και απαντούσε στα σταθερά τηλεφωνήματα των φιλενάδων μου παριστάνοντας εμάνα. Κατά βάθος πάντα πίστευα ότι οι μισές, τουλάχιστον, εφηβικές μου απογοητεύσεις σε εκείνο το αστείο οφείλονταν. Κι ας ήταν συνήθως καταφανώς άλλη η πραγματικότητα.
«Σε ποια σχολή πέρασες;» τον ρώτησα όταν μου επέστρεψε τη συσκευή. «Σε καμία», μου απάντησε. Δεν ψάχνουμε για μένα. Χωρίζουν οι γονείς μου και τον βοηθάω να βρει σπίτι τώρα που πρέπει να μετακομίσει.» Το παιδί συνέχισε να μου μιλάει, αλλά δεν τον άκουγα πια. Τη φωνη του την είχε πια υπερκαλύψει ο πάταγος που έκανε ο πύργος των βιαστικών συμπερασμάτων μου καθώς κατέρρεε.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

τα ξυλοποδαρα

ειμαι με το αυτοκινητο στο κεντρο κ εχει ενα μποτιλιαρισμα ψιλοαδικαιολογητο για την ωρα. καποια στιγμη διαπιστωνω οτι το κακο εχει δημιουργηθει σε ενα συγκεκριμενο φαναρι που βρισκεται μπροστα μου, απο οπου, καθε φορα που αναβει πρασινο, περνανε μολις 1 με 2 οχηματα. μετα απο λιγη ωρα κ λιγα περισσοτερα γαμωσαυριδια (ναι, τα ψαρια) φτανω κ εγω στον καταραμενο ερυθρο σηματοδοτη, οπου κ διαπιστωνω οτι ο υπαιτιος της καθυστερησης ειναι ενας παλιατσος ξυλοποδαρος που δινει υπαιθρια παρασταση στους θαμωνες της διασταυρωσης. ο καλλιτεχνης, αφου κανει το νουμερο του (ενταξει, πλακα ειχε), πλησιαζει προς το παραθυρο μου κρατωντας ενα πουγκι κ μου λεει κατι αστειο κ εξοργιστικο ταυτοχρονα. εγω, επειδη εχω ηδη εξαντλησει προηγουμενως το υβρεολογιο μου, κατα τη διαρκεια του εσωτερικου μου μονολογου, τεντωνω τον λαιμο μου κ περιοριζομαι στο να του πω: "ρε ψηλε, εδω βρηκες να κανεις το κομματι σου;" ο ψηλος, χωρις να απομακρυνει το πουγκι του, μου απαντα: "δεν ειμαι ψηλος, ενα εβδομηντα ειμαι, αλλα φοραω ξυλοποδαρα." στο μεταξυ εχει αναψει πρασινο, αλλα απο πισω παραδοξως δεν κορναρει κανεις. λες κ ολοι περιμενουν να δουνε την αντιδραση μου. μεσα σε δευτερολεπτα σκεφτομαι, "για μια στιγμη, γιατι τα βαζω με το παληκαρι; εγω δεν ειμαι, υποτιθεται, ο μεγας υποστηρικτης της τεχνης του δρομου; τι δηλαδη; επειδη τα γκραφιτι δεν εμποδιζουν την κυκλοφορια κ τα συνθηματα δεν μου ζητανε κερματα; κ επειτα, γιατι βιαζομαι; που εχω να παω; ποιος ειμαι; που βρισκομαι; τι λαθος εχω κανει στη ζωη μου;" απο τις σκεψεις μου με βγαζει η φωνη ενος μοτοσυκλετιστη: "τι θα γινει, ρε μεγαλε; δωσε κατι στο παιδι να φυγουμε απο εδω." α, τι φαση, σκεφτομαι, οποιος ειναι πρωτος στο φαναρι, πληρωνει κ για τους υπολοιπους; "δεν ειμαι μεγαλος", του απαντω (ή ετσι θα ηθελα, τουλαχιστον), "αλλα στο ιντερνετ καμια φορα κ εγω μαλλον φοραω ξυλοποδαρα.."

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

τινος ειναι, ρε ξαπλωστρα, τα παιδια;

εκανα μια βουτια, τωρα το απογευμα, σε μια παραλια εδω κοντα στον βολο. στην παραλια αυτην ο τοπικος εξωραϊστικος συλλογος εχει τοποθετησει ομπρελες κ ξαπλωστρες για τους λουομενους. την ωρα που κατεβηκα για μπανιο η παραλια ηταν σχεδον αδεια. αφου κολυμπησα λιγο, λοιπον, αραξα σε μια ξαπλωστρα κ αρχισα να διαβαζω ενα βιβλιο. δεν προλαβα να γυρισω δυο σελιδες, οταν ακουσα απο διπλα μου κατι σαν καυγα κ γυρισα να δω τι παιζει. σε μια αλλη ξαπλωστρα ητανε ενας τυπος, καμια δεκαρια χρονια μεγαλυτερος μου, κ κουβεντιαζε σε εντονο υφος με δυο πιτσιρικια. η ιδιαιτερα επιθετικη σταση των παιδιων -θα ηταν δεν θα ηταν εξι-επτα χρονων- κ το ειρωνικο κ δασκαλιστικο υφος του μεγαλου μού τραβηξαν την προσοχη κ θελησα να μαθω ποιο ηταν το θεμα της διαφωνιας τους. η φαση, λοιπον, ειχε ως εξης: τα παιδια πηγαν στον τυπο κ του διαμαρτυρηθηκαν οτι η συγκεκριμενη ξαπλωστρα ηταν δικια τους. αυτος τους απαντησε οτι κανουν λαθος κ οτι οι ξαπλωστρες δεν ειναι κανενος. τα παιδια τοτε τον ρωτησαν αφου, οπως ισχυριζοταν, δεν ειναι κανενος, μηπως δεν θα επρεπε να αραζει σε αυτες κανενας. ο τυπος τοτε διορθωσε την αρχικη του τοποθετηση, λεγοντας οτι οι ξαπλωστρες ανηκουν σε ολους. πραγμα που εκανε τα παιδια να επιστρεψουν στην αρχικη τους θεση, οτι δηλαδη η ξαπλωστρα, οπου καθοτανε ο τυπος, ειναι δικη τους, γιατι ενω πραγματι το συνολο των ξαπλωστρων ανηκει σε ολον τον κοσμο, στην συγκεκριμενη ολο το καλοκαιρι συνηθιζουν να αραζουνε αυτα. ο τυπος τοτε αρχισε να τους κανει μια κανονικη διαλεξη περι ιδιοκτησιας, δημοσιου χωρου κ αλλα τετοια ομορφα, η οποια καποια στιγμη διεκοπη βιαιως οταν ενα απο τα πιτσιρικια τού φωναξε: "αμαν, ρε ανθρωπε.. τα σχολεια ανοιγουν τον αλλο μηνα." στο μεταξυ, το δευτερο πιτσιρικι, αγανακτισμενο απο την τροπη που ειχε παρει η συζητηση, αν οχι κ απο την αδιαλλαξια του μεγαλου, ειχε ηδη αρχισει να απομακρυνεται. καθως περνουσε απο διπλα μου δεν κρατηθηκα κ το ρωτησα: "καλα, γιατι δεν καθοσαστε αλλου; τοσες αδειες ξαπλωστρες εχει.." "ε, μα δεν βλεπεις; αφου αυτη ειναι η μονη κοκκινη", μου απαντησε. λιγα μετρα πιο εκει, μεσα στο νερο, μια βαριεστημενη τσουχτρα, αδιαφορη εντελως για τα ιδιοκτησιακα του κοσμου της στεριας, τσιμπουσε τον εαυτο της, ετσι, για να περασει η ωρα..

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

το δευτερο προφιλ

-καλα, ειδες τι ανεβασε ο (..) χθες;
-το ειδα, ναι.
-τα σχολια απο κατω τα διαβασες; καλα.. χαμος, λεμε.
-τα διαβασα. να σου πω, εσυ πώς τα ειδες ολα αυτα; δεν σε εχει μπλοκαρει;
-α.. εχω κανει ενα δευτερο ακκαουντ για να βλεπω ολους αυτους με τους οποιους εχουμε αλληλομπλοκαριστει.
-αντε, ρε.. κοιτα να δεις.
-ναι, ειναι το μαλακοπροφιλ μου.. ετσι το λεω. να, βλεπεις; εδω εχω φιλους ολους τους περιεργους κ τους παρακολουθω χωρις να το ξερουν.
-για μια στιγμη.. αυτο ειναι το ψευτικο προφιλ σου;
-ναι.
-μα.. αυτο το εχω στις επαφες μου κ εγω.
-αληθεια;
-ε, ναι.
-ε, θα σου ειχα κανει αιτημα τοτε που ειχαμε μαλωσει, επειδη μαλλον θα φοβηθηκα οτι θα με διεγραφες.
-κ με εβαλες κ εμενα στο μαλακοπροφιλ, ρε;
-ε, καλα.. μην το παιρνεις προσωπικα. αλλωστε, καμια φορα, μπορει να σου κανω λαϊκ κ απο τα δυο.
-ρε, με δουλευεις; με εβαλες κ μενα μαζι με ολους τους περιεργους;
-ε, δεν εχω μονο τους περιεργους εδω. να, εχω κ την πρωην μου.
-σε εχει μπλοκαρει κ η πρωην σου; γιατι;
-βλακειες, μωρε.. να, ελεγε οτι προσπαθω συνεχεια να την παρακολουθω κ να την ελεγχω.. περιεργες γκομενες.. τι ψαχνεις;

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

το μουσειο

μετακομισα στη θεσσαλονικη περυσι το σεπτεμβριο. αυτη ηταν η ενατη μετακομιση που εκανα μεσα σε μια δωδεκαετια. λιγο πριν ανεβω στον βορρα, ξενοικιασα το τελευταιο σπιτι οπου εμενα στον βολο. τωρα, καθε φορα που βρισκομαι εδω, μενω αναγκαστικα στο πατρικο μου. σημερα εχω περασει ολη τη μερα μεσα στο σπιτι. απο το μεσημερι προσπαθω να συγκεντρωθω κ να γραψω λιγο, αλλα ολο κατι θα βρεθει τριγυρω μου για να μου αποσπασει την προσοχη. για παραδειγμα, ανοιγω ενα συρταρι ψαχνοντας δηθεν κατι για να βρω κ πεφτω πανω σε παλιες φωτογραφιες, δωρα, καρτποσταλ, εισιτηρια απο ταξιδια, απο συναυλιες.. κειμηλια κ αναμνηστικα που απο τυχη κ μονο καποια στιγμη δεν πεταχτηκαν στα σκουπιδια. νομιζω οτι αρχιζεις να γερνας οταν το πατρικο σου σπιτι αρχιζει να μοιαζει με μουσειο. κ ομως, καθε φορα που βρισκομαι εδω, κοιμαμαι στο εφηβικο μου δωματιο κ βλεπω ακομα τα ιδια ονειρα με τοτε. 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

δεν ειναι ολες οι δερματοπαθειες ιδιες

-παμε για μπανιο;
-μπα.. αμα θελεις, παμε πιο αργα. αυτην την ωρα δεν μπορω.
-γιατι;
-γιατι εχω βγαλει λευκη κ δεν πρεπει να εκτιθεμαι στον ηλιο.
-λευκη; τι ειναι αυτο;
-δεν βλεπεις αυτα τα σημαδια που εχω στο προσωπο;
-κ τι; ειναι αρρωστια αυτο;
-ε, ναι.
-ελα ρε.. ενας ξαδερφος μου, που εχει ψωριαση, του κανει καλο ο ηλιος.
-ε, δεν ειναι ολες οι παθησεις του δερματος ιδιες.
-ενας αλλος ξαδερφος μου, που εχει μυκητιαση, του εχει συστησει ο γιατρος να κανει συνεχεια ηλιοθεραπεια.
-ε, στην λευκη δεν ειναι ετσι τα πραγματα.
-επισης, μια ξαδερφη μου, που εχει βγαλει εκζεμα..
-να σου πω.. γιατι δεν πας για μπανιο με τα ξαδερφια σου;
-ε.. δεν κανουμε παρεα. οποτε βρισκομαστε μονο για τις δερματοπαθειες τους μιλαμε.
-α, καταλαβα.. η σχεση σας ειναι τελειως επιδερμικη.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

τα ξενα

στον βολο, κοντα στο γυμνασιο οπου πηγαινα υπηρχε καποτε ενα δισκαδικο. καμια φορα, οταν καναμε κοπανες, περνουσαμε απο εκει κ ζητουσαμε απο τον τυπο που το ειχε δισκους ανυπαρκτων τραγουδιστων κ συγκροτηματων κ διασκεδαζαμε οσο τους εψαχνε ματαια στα ραφια του. ο καημενος, παντα στο τελος μας υποσχοταν οτι θα μας τους παραγγειλει κ μας ζητουσε να ξαναπερασουμε. επειδη ομως ειχε καταλαβει τι τσογλανια ημασταν, δεν μας αφηνε ποτε να ψαχουλεψουμε μονοι μας το μαγαζι κ να απλωσουμε τα χερια μας στα ραφια του. θυμαμαι οτι παντα μου εκανε εντυπωση πως ειχε τους δισκους του τακτοποιημενους με απολυτη αλφαβητικη σειρα κ μπροστα σε καθε ραφι βρισκοταν ενα χαρτονακι που αντιστοιχουσε στο πρωτο γραμμα του επιθετου του εκαστοτε καλλιτεχνη.
αυτο ομως που για μενα αποτελουσε τεραστιο μυστηριο ηταν που ενω καποια γραμματα, οπως το α, το κ ή το π, καλυπταν μοναχα ενα ραφι κ αλλα, οπως το ζ, το η κ το θ, στριμωχνονταν στο ιδιο χαρτονακι, το γραμμα ξ επιανε εναν ολοκληρο οροφο στη δισκοθηκη του. "ποσοι πολλοι ειναι οι καλλιτεχνες που το ονομα τους αρχιζει απο ξ", αναρωτιομουν, αλλα να πλησιασω για να βρω μονος μου λυση στο μυστηριο δεν μου επιτρεποταν κ να ρωτησω τον μαγαζατορα η αληθεια ειναι πως ντρεπομουνα. ηξερα, βεβαια, τον ξυλουρη, που τον ακουγαν οι γονεις μου, αλλα ενταξει.. ποσους δισκους να ειχε βγαλει πια αυτος που χρειαζοταν το μισο μαγαζι για να χωρεσουν.
ετσι, αρχισαμε με τους φιλους μου να επινοουμε μουσικους κ μπαντες που το ονομα τους να αρχιζει απο ξ, μπας κ πετυχουμε κ σταληθεια καποιον. πηγαιναμε κ του ζητουσαμε, ασπουμε, το ταδε αλμπουμ του γιωργου ξερολα ή την δεινα συλλογη μπεστοφ των ξεκουμπωτων πουκαμισων κ αυτος αφου παντα εψαχνε με προσοχη στα ραφια του, μας εδινε την ιδια ακριβως απαντηση: "δεν το εχω τωρα, αλλα αν θελετε, μπορω να σας το παραγγειλω".
το δισκαδικο αυτο πρεπει να εκλεισε εκει καπου στα αρχες του νεου μας αιωνα. λιγο πριν κλεισει εμαθα οτι ξεπουλουσε το εμπορευμα που του ειχε απομεινει κ περασα ξανα ετσι απο περιεργεια, μα πιο πολυ μηπως κ καταφερω να λυσω, εστω κ εκ των υστερων, το μυστηριο του ξ. μπηκα μεσα κ βρηκα τον τυπο να καθεται πισω απο τον μπαγκο του. αν κ δεν με ρωτησε τι ψαχνω, του ειπα οτι ετσι, θελω μοναχα να ριξω μια ματια κ με ενα νευμα, που εδειχνε μαλλον παραιτηση, μου εδειξε τους δισκους του, σαν να μου ελεγε, "κανε ο,τι γουσταρεις, εγω τελειωσα". αν κ τα ραφια του ητανε πλεον μισοαδεια, τα χαρτονακια με τα γραμματα της αλφαβητου στεκονταν σταθερα στη θεση τους. για το ξεκαρφωμα κοιταξα πρωτα ενα-δυο ασχετα γραμματα κ υστερα πηγα επιτελους στο ξ, οπου κ παραδοξως ακομα υπηρχαν οι πιο πολλοι δισκοι. κ αν η λυση στο μυστηριο ητανε τελικα γελοια, η αληθεια ειναι οτι ακομα προσπαθω να συνελθω απο την εκπληξη.. μαϊκλ τζακσον, μαντονα, αϊρον μεϊντεν, μεταλλικα.. ναι, ο τυπος βολευε στο ξ ολα μα ολα τα "ξενα"..

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ενα μπανιο την ημερα

-με αυτο εντεκα.
-τι εντεκα;
-εντεκα μπανια.
-καλα ρε, εισαι σοβαρος; τα μετρας;
-ε, ναι.. παντα. εσυ ποσα εχεις;
-δεν ξερω.. περισσοτερα απο σενα, παντως.
-πού το ξερεις;
-ε, αφου τις τελευταιες τρεις μερες μονο εχω κανει εξι.
-τι εξι; α, οχι.. δεν παει ετσι.
-γιατι; αφου βουταω πρωι κ απογευμα..
-ενα μπανιο μονο την ημερα μετραει.
-ποιος το λεει αυτο;
-ε.. ετσι ειναι. αλλιως τι; καθε φορα που βγαινουμε, στεγνωνουμε κ ξαναβουταμε θα επρεπε να μετραει κ για μπανιο.. ειναι δυνατον;
-τι λες; κ αν ειναι σε διαφορετικες παραλιες;
-οχι. κ παλι.. ενα την ημερα.
-δεν συμφωνω. ειναι αδικο.
-τι παει να πει δεν συμφωνεις; ετσι παει.. ειναι νομος.
-νομος, ε; δεν μου λες.. κ τα νυχτερινα;
-ποια νυχτερινα;
-τα νυχτερινα μπανια. αν βουτηξεις πριν τα μεσανυχτα κ βγεις μετα, σε ποια μερα μετραει το μπανιο;
-ε.. δεν ξερω.
-α.. δεν εχει αποφανθει σχετικα ακομα η νομολογια, ε;

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

η θαλασσα στα ονειρα του

εχετε γνωρισει ποτε καποιον που δεν εχει δει ποτε του τη θαλασσα; εγω γνωρισα πριν απο λιγα χρονια εναν σε καποιο χωριο της αργιθεας. ηταν ενας νεος κτηνοτροφος -γυρω στα τριαντα τον εκανα, αλλα επειδη η υπαιθρος σκληραινει τα προσωπα, μπορει να ηταν κ νεοτερος- που μεχρι τοτε το πιο μακρυ ταξιδι που ειχε κανει ητανε μεχρι την καρδιτσα. οταν με ρωτησε απο που ειμαι κ του ειπα απο το βολο, μου απαντησε, "α, απο τη θαλασσα!". μου εκανε εντυπωση ο ενθουσιασμος του, αλλα οταν μετα μου εξηγησε οτι την εχει δει μοναχα απο την τηλεοραση, η εκπληξη μου εγινε ακομα μεγαλυτερη. κ οχι, δεν ηταν κανενας αγραμματος χωριατης. ειχε τελειωσει το λυκειο, του αρεσε πολυ να διαβαζει εφημεριδες κ βιβλια -θυμαμαι, μαλιστα, οτι μου ζητησε να του δωσω να ριξει μια ματια στο βιβλιο που κουβαλουσα τοτε μαζι μου- κ ειχε εναν ωραιο τροπο να αφηγειται την ιστορια του τοπου του. οι περισσοτεροι βλεπουμε τη θαλασσα σε τοσο μικρη ηλικια που συνηθως δεν αποθηκευεται στη μνημη μας η πρωτη εκεινη εντυπωση κ ισως για αυτο να μην εκτιμουμε κ τοσο το μεγεθος κ την αξια της. πώς είναι ομως να την αντικρυζεις για πρωτη φορα στα εικοσι ή στα τριαντα σου;
κουβεντιασα, τις λιγες μερες που περασαμε εκει στα βουνα, το θεμα αυτο με την παρεα μου κ στο τελος καποιος πιο τολμηρος απο τους φιλους μου δεν αντεξε κ του προτεινε να τον παρουμε μαζι μας φευγοντας. αυτος φανηκε να δισταζει. "αν ειναι τα λεφτα, μην ανησυχεις", προσεθεσε ενας αλλος φιλος. "θα σου πληρωσουμε εμεις τα εξοδα για να γυρισεις μετα πισω στο χωριο σου", του ειπε κ αυτος ετρεξε ολο χαρα να ετοιμαστει για το ταξιδι της ζωης του. η ολη ιστορια κ η προκληση ειχαν λαβει μεσα στα κεφαλια μας μυθικες διαστασεις. στην επιστροφη απο την αργιθεα, επειδη ημασταν με δυο αμαξια, σχεδον τσακωθηκαμε για το ποιοι θα συνταξιδεψουν με τον "ιθαγενη". ολοι μας θελαμε να απολαυσουμε απο πρωτο χερι τις αντιδρασεις του, οταν θα φταναμε στην εισοδο του βολου κ θα αποκαλυπτοταν ο παγασητικος μπροστα στα ματια του. οταν αυτος μας ειδε να μαλωνουμε, εβαλε τα γελια κ μας ειπε: "ηρεμηστε, ρε παιδια! τα κατσικια μου κανουν λιγοτερη φασαρια.."
αυτη ομως δεν ηταν η καλυτερη ατακα του. ετσι οπως ηταν αμαθος στα ταξιδια, ζαλιστηκε μαλλον κατα τη διαρκεια της διαδρομης κ τελικα αποκοιμηθηκε. αναγκαστηκαμε να τον σκουντηξουμε για να ξυπνησει κ να μην χασει το θεαμα για το οποιο τον ειχαμε μαζι μας κουβαλησει. "ξυπνα, ρε! κοιτα εκει! η θαλασσα.." αυτος τοτε ανοιξε τα ματια του, κοιταξε μπροστα του ανεκφραστος κ υστερα μας ειπε: "αυτο ειναι ολο; στο ονειρο μου ητανε καλυτερη.." οταν φτασαμε στην πολη, αν κ του προτειναμε να τον φιλοξενησουμε ή να του πληρωσουμε ξενοδοχειο για μια εστω βραδια, αυτος επεμενε να τον αφησουμε στα κτελ για να γυρισει αμεσως πισω στο χωριο του. το κτελ για την καρδιστα ηθελε κανενα τριωρο μεχρι να αναχωρησει. "τι θα κανεις μεχρι τοτε;" τον ρωτησαμε. "ξερω κ εγω..", απαντησε αυτος, "ενταξει, εδω δεν με ξερει κανενας. μαλλον θα κατσω σε καμια γωνια κ θα κλαψω με την ησυχια μου.."

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

το καστινγκ

καθε τριτη βραδυ, πριν φυγω απο θεσσαλονικη για βολο, περναω απο ενα μαγαζι στη φραγκων κ παιρνω εναν καφε για τον δρομο. καθε τριτη βραδυ στο μαγαζι αυτο μαζευονται κ τα λενε τα μελη μιας πολιτικης, απο οτι εχω καταλαβει, οργανωσης. δεν βγαζω κ πολυ νοημα απο οσα προλαβαινω καθε φορα να κρυφακουσω, αλλα εχω προσεξει οτι παντα αποκαλουνται μεταξυ τους "συνελληνιδες κ συνελληνες", κ οταν αναφερονται στον αρχηγο τους, λενε παντα με σεβασμο κ περηφανια "ο πολεμαρχος". μεχρι να μου ετοιμασει η κοπελα πισω απο το μπαρ τον καφε μου, καθομαι κ τους παρατηρω κ προσπαθω να καταλαβω τι συμβαινει μεσα στα κεφαλια τους. οι φατσες τους μου θυμιζουν ηθοποιους απο παλιες κωμωδιες ή συγχρονες ταινιες τρομου με εξορκισμους, δαιμονισμενους κ αλλα τετοια ομορφα. πολυ θα ηθελα, μια τριτη που να μην βιαζομαι, να πεταχτω κ να παρεμβω στην κουβεντα τους. να τους φωναξω κανενα "μα τι βλακειες ειναι ολα αυτα που λετε; πατε καλα; γονεις, παιδια δεν εχετε να σας μαζεψουν σπιτια σας;".. καθε φορα που καποιος απο αυτους προσεχει οτι τους παρατηρω, κανει με τροπο νοημα στους αλλους να σταματησουν ή εστω να συνεχισουν να μιλουν πιο χαμηλοφωνα. σκεφτομαι πως η δικη μου φατσα θα τους θυμιζει ηθοποιους απο θριλερ αστυνομικα ή ταινιες με κατασκοπους, πρακτορες κ αλλους τετοιους περιεργους. κ υστερα παιρνω τον καφε μου κ φευγω. στο δρομο για τον βολο, καθε τριτη βραδυ, σκεφτομαι οτι τα τελευταια χρονια η χωρα εχει μετατραπει σε ενα απεραντο κινηματογραφικο καστινγκ..

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

ενα κουνουπι

ξεκινησα χθες, λιγο πριν τα μεσανυχτα, να παω απο τη θεσσαλονικη στον βολο. στα διοδια των μαλγαρων κατεβασα το παραθυρο για να πληρωσω κ τρυπωσε μεσα στο ανταμομπιλ ενα κουνουπι. θα βαρεθηκε μαλλον εκει, στο δελτα του αξιου, κ ειπε να κατεβει μια βολτα προς τα νοτια, να αλλαξει παραστασεις. μεχρι να φτασουμε στην κατερινη με ειχε τσιμπησει ηδη τρεις φορες. στην τριτη με ειδε που προσπαθωντας να το χτυπησω κοντεψα να χασω τον ελεγχο του οχηματος κ σταματησε. μπορει κ να ειχε πια χορτασει. αραξε πανω στο ταμπλο κ χαζευε τα αλλα εντομα που σκαγαν στο παρμπριζ μου. "το κανεις συχνα αυτο", το ρωτησα; "ποιο αυτο;" απορησε εκεινο. "να ταξιδευεις", ειπα. "κοιτα", αρχισε να μου λεει με ενα υφος λιγακι ειρωνικο, "ζω ολες κ ολες δεκα μερες. αν ειναι να τις περασω μεσα στους βαλτους με την οικογενεια, καλυτερα να βουτηξω απο τωρα μες στο μπαϊγκον να ξεμπερδευουμε. κ εσυ, παντως, απο οτι βλεπω, τα κανεις τα χιλιομετρακια σου.." "ε, ναι.. λογω δουλειας.. ανεβοκατεβαινω την εθνικη συνεχεια. βασικα, εδω, στον δρομο μενω." "αληθεια; ποτε γυριζεις στα βορεια ξανα; σε προλαβαινω; αν ειναι, να το κανονισουμε.." "ναι ρε, εννοειται.. το αμαξι κ η επιδερμιδα μου στη διαθεση σου.." "εισαι ενταξει τυπος.. κατι ηξερα που σε διαλεξα. εχεις κ μηδεν αρνητικο, το αγαπημενο μου.. κ δεν μου λες, εσυ γενικα πώς τα περνας; τσιμπας τιποτα;"

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

υπηρχαν ομως κ πιο ενδιαφερουσες αντιδρασεις

περασα, πριν λιγο, εξω απο μια εκκλησια οπου γινοταν μια κηδεια. ο συγχωρεμενος ηταν στρατιωτικος κ τοσο το προαυλιο οσο κ οι περιξ δρομοι ηταν γεματοι συναδελφους του. οι περαστικοι κοντοστεκονταν κ κοιτουσαν απορημενοι ολους αυτους τους τεθλιμμενους ενστολους με τους μπερεδες, τα σπαθια κ τα παρασημα. χαζευαν τη στρατιωτικη μπαντα κ τους φανταρους που απεδιδαν τιμες στους διοικητες κ τους επισημους κ ολοι αναρωτιοντουσαν, "τι εγινε, ρε παιδια; ποιος πεθανε;". υπηρχαν ομως κ πιο ενδιαφερουσες αντιδρασεις: ακουσα εναν παππου να ρωταει χαμογελαστος, "τι παθαμε παλι; πραξικοπημα;" κ υστερα ενα πιτσιρικι σκυθρωπο να λεει στη μανα του που το κρατουσε απο το χερι, "ρε μαμα.. παλι καρναβαλι εχουμε;". η κραυγαλεα αντιθεση αυτων των δυο αντιδρασεων μού φανηκε σαν ενα σχολιο για την ιστορια, τη ζωη, τα παθη κ τα λαθη τα ανθρωπινα. δεν ξερω.. σαν καπως ετσι, ολα σε αυτον τον κοσμο, λεει, καποτε ξεκιναν αστεια κ καταληγουνε καποια στιγμη τρομακτικα, αλλα κ το αντιστροφο..

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

ο προγραμματισμος

-καλημερα σας. να σας απασχολησουμε για δυο λεπτα;
-οχι, παιδια.. ευχαριστω. βιαζομαι λιγο..
-δεν θα σας καθυστερησουμε. πουλαμε αυτα τα ημερολογια..
-ημερολογια;
-ναι.
-του '16;
-ναι.
-το μισο '16 περασε, ρε παιδια.. μηπως να πουλουσατε του '17;
-ε.. το '17 αργει ακομα..
-τελος παντων.. οχι, ευχαριστω.. δεν θελω.
-ξερετε.. πουλαμε τα ημερολογια αυτα για να παμε πενταημερη.
-πενταημερη;
-ναι.
-τι πενταημερη, ρε; με δουλευετε; δεν εχετε εξετασεις τωρα;
-ε.. δεν λεμε για φετος. για του χρονου..
-συγγνωμη, πουλατε ημερολογια του '16 για να πατε πενταημερη το '17;
-ναι.
-καλα, τωρα δεν μου ειπατε οτι αργει ακομα το '17;
-ε.. ειναι ακριβη η εκδρομη κ αρχισαμε να μαζευουμε τα λεφτα απο τωρα.
-α, ωραια.. κ αν, λεμε τωρα, εγω αγορασω ημερολογιο, εσεις θα κρατησετε τα λεφτα μεχρι του χρονου κ δεν θα τα φατε στο μεταξυ..
-ε, οχι βεβαια.
-μπραβο, παιδια! αυτο θα πει προγραμματισμος.. ειστε παραδειγμα προς μιμηση. οχι.. μπραβο! δωστε μου τωρα ενα ημερολογιο.
-αληθεια; θα αγορασετε;
-οχι.. θελω να δω ποτε πεφτει το πασχα του χρονου για να κανονισω κ εγω τα δικα μου.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

οι πρασινες ειναι καλυτερες

-τι σου οφειλω;
-τεσσερα ευρω κ σαραντα λεπτα.
-οριστε.
-πιο ψιλα δεν εχεις;
-πιο ψιλα απο πενταευρω;
-ε, ναι.. δεν εχω ρεστα να σου δωσω.
-ε.. ουτε εγω εχω πιο ψιλα.
-δεν πας σε κανεναν περιπτερο να χαλασεις;
-γιατι, εδω τι ειναι; δεν ειναι περιπτερο;
-σε αλλο περιπτερο, εννοω.
-καλα, κρατα το. αν ειναι ετσι, παω να ψωνισω απο αλλου.
-α, τωρα δεν γινεται.. το χτυπησα.
-καλα, δωσε μου κ μια σοκοφρετα.
-κοκκινη;
-πρασινη.
-πρασινες μας τελειωσανε.
-ε, δωσε κοκκινη.
-οι πρασινες ειναι καλυτερες, παντως.
-το ξερω.
-δεν πας πουθενα αλλου να παρεις πρασινη κ να μου παρεις κ μενα μια;
-να σου πω.. δικο σου ειναι το περιπτερο;
-οχι, του πατερα μου.
-χμμ.. κ το εχει αφησει σε καλα χερια, βλεπω.. 
-ε, τον βοηθαω οσο μπορω.. σπουδαζω κιολας..
-αληθεια; τι;
-διοικηση επιχειρησεων.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

το κλαδί

Ο αέρας έσπασε ένα κλαδί στο δέντρο. Κάποιος περνούσε τυχαία από κάτω. Γλίτωσε από θαύμα. Πήρε το κλαδί, σκαρφάλωσε και το έβαλε στη θέση του.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

τα νευρα

-εχεις λιγο χρονο; θελω να μιλησουμε για ενα πολυ σοβαρο θεμα.
-ωχ..
-οχι, μην τρομαζεις. για καλο ειναι.
-αντε.. για λεγε.
-σκεφτομαι να ανοιξω ενα μαγαζι κ χρειαζομαι τη βοηθεια σου.
-α, καλα ειπα ωχ..
-οχι, ρε. δεν θελω δανεικα. την επαγγελματικη σου συμβουλη θελω.
-επαγγελματικες συμβουλες οσες θελεις.. τζαμπα ειναι.
-σκεφτομαι να ανοιξω ενα καφε. ποια ειναι η γνωμη σου;
-εκπληκτικη ιδεα! κ πολυ πρωτοτυπη.. πραγματικα, πού το σκεφτηκες, ρε επιχειρηματικο δαιμονιο;
-κοροϊδευεις;
-ναι.
-γιατι;
-τι γιατι, ρε; ολοι καφε ανοιγουν. πλακα μου κανεις; εθνος καφετζηδων εχουμε γινει. στο τελος ολη η οικονομια ετσι θα κινειται.. ο ενας θα πηγαινει κ θα πινει καφε στο μαγαζι του αλλου. μαλλον για αυτο, απο τους πολλους καφεδες, εχουμε τοσα νευρα ολοι.
-λες ε;
-ξερεις τι; αν ψαχνεις για μια πραγματικα πρωτοτυπη επιχειρηματικη κινηση, πρεπει να κανεις το ακριβως αντιθετο.
-δηλαδη;
-να ανοιξεις ενα μαγαζι που να πουλαει πραγματα που θα ηρεμουν τον κοσμο.
-πραγματα; τι πραγματα;
-ξερωγω.. ηρεμιστικα, υπνωτικα, ναρκωτικα.. τετοια, διαφορα..
-μα δεν ειναι παρανομο αυτο;
-ειναι.
-τι λες, ρε; κ αν με πιασουν;
-α, ειπαμε.. δωρεαν δινω μονο επαγγελματικες συμβουλες. τις νομικες συμβουλες τις χρεωνω κανονικα.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

το μεροκαματο

-σας παρακαλω.. μισο ευρω.. να παρω κατι να φαω.
-ελα.. να, παρε.
-ευχαριστω πολυ.. καλη ανασταση να εχετε.
-ε, καλα.. δεν πεθανα ακομα.
-ε.. οχι δικια σας.
-ποιανου τοτε;
-ε.. του κυριου..
-α, ενταξει τοτε.
-θα μου δωσετε ακομα μισο ευρω;
-γιατι;
-για να πιω κ κατι.
-νομιζω οτι εκμεταλλευεσαι την καλοσυνη μου.
-θα σας πω κ ενα τραγουδι.
-α, οχι.. ευχαριστω.. θα σου δωσω, θα σου δωσω..
-τι διαβαζετε;
-ενα βιβλιο.
-ναι.. τι βιβλιο; με ιστοριες;
-οχι, ακριβως.
-ποιος το εγραψε;
-ενας ρωμαιος φιλοσοφος.. κ αυτοκρατορας.
-ρωμαιος; μα.. αυτοι σταυρωσανε τον κυριο.
-ναι, αλλα αν δεν τον σταυρωνανε, δεν θα ανασταινοταν μετα..
-θα ανασταινοταν.. θα γερνουσε καποτε, θα πεθαινε κ υστερα θα ανασταινοταν.
-ναι, αλλα δεν θα ηταν το ιδιο. ετσι εγινε πιο δραματικο, πιο..
-θα μου δωσετε ακομα μισο ευρω;
-αντε παλι.. γιατι τωρα;
-ετσι.. για την παρεα.. αφου το βιβλιο σας ειναι βαρετο. αλλιως θα με ειχατε διωξει απο την αρχη.
-αντε καλα.. παρε. εισαι εξυπνος εσυ. ξερεις να διαβαζεις;
-ξερω.. θα μου δωσετε ακομα ενα;
-γιατι; για να αγορασεις κανενα βιβλιο, ε;
-οχι, γιατι αν συνεχισουμε ετσι την κουβεντα, παει το μεροκαματο..

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ο νονός μου

Ο νονός μου είναι ναυτικός. Είναι ωραίο να έχεις για νονό έναν ναυτικό. Μπορεί, λόγω των ταξιδιών, να λείπει καμιά φορά το Πάσχα και να μην γίνεται να ανταποκριθεί, όπως ορίζει η παράδοση, στις πασχαλινές υποχρεώσεις του απέναντι στο βαφτιστήρι του, αλλά όταν επιστρέφει, όλο και κάποιο δώρο απίθανο κι εξωτικό θα κουβαλάει μαζί του.
Όταν ήμουν μικρός και έλειπε στη θάλασσα για μήνες ή για χρόνια, μού έστελνε καρτ ποστάλ από τη Βραζιλία ή τον Ινδικό με ευχές και με τα νέα του και δεν παρέλειπε ποτέ σχεδόν να μου τονίζει πόσα ωραία κορίτσια υπάρχουν στην Οσάκα ή στην Κορούνια, προσθέτοντας λεπτομέρειες πολύ ενδιαφέρουσες, που δυστυχώς όμως ένας πεντάχρονος αδυνατούσε να εκτιμήσει.
Χθες το πρωί με πήρε να μου ευχηθεί από τα Χανιά, όπου βρίσκεται υπό επισκευή το πλοίο του. Γνωρίζοντας από πολλές παλιότερες αφηγήσεις ότι οι ναυτικοί γλεντούν το Πάσχα και με το παραπάνω στα καράβια τους, τον ρώτησα αν ψήνουνε. «Δώδεκα κι ένας», μου απάντησε αινιγματικά. «Δώδεκα κι ένας τι;» ζήτησα διευκρινίσεις. «Δώδεκα μουσουλμάνοι και εγώ», μου είπε, «είμαστε πλήρωμα εδώ. Μόνος μου το γιορτάζω.»
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά η πρώτη μου αντίδραση ήτανε να τρομάξω. Αυτό το αβάσταχτο 12-1, έτσι όπως μου ακούστηκε σαν σκορ συντριπτικό σε βάρος του σε ποδοσφαιρικό αγώνα, έμοιαζε να εκπέμπει μια απειλή και έναν κίνδυνο θανάσιμο. Ο νονός μου πρόλαβε, ευτυχώς, και διέλυσε αυτές τις επιπόλαιες και τόσο στεριανές μου σκέψεις: «Αλλά είναι όλοι τους καλά παιδιά και αυτές τις μέρες ειδικά μου κάνουν όλα τα χατίρια. Και χθες το βράδυ που καθόμασταν όλοι μας στο σαλόνι, έκαναν διαγωνισμό ποιος θα μου πει την πιο ωραία ιστορία.»
Θυμήθηκα τότε εκείνον τον αφορισμό του Ουναμούνο, για τα ταξίδια και το διάβασμα που θεραπεύουν, αν δεν κάνω λάθος, τον ρατσισμό και τον φασισμό αντίστοιχα. Δεν ξέρω αν και ο ισπανός φιλόσοφος είχε για νονό κανέναν ναυτικό που του έλεγε παρόμοιες ιστορίες, αλλά νομίζω πως κάτι τέτοιο θα είχε στο μυαλό του, όταν τα έγραφε αυτά, τέτοια ταξίδια συνύπαρξης στην επικράτεια του «άλλου» και όχι κάποιον ακίνδυνο τουρισμό, όπως ίσως εμείς νομίζουμε, σε χώρες και βιβλία.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

μοναξιες

-συγγνωμη, ψαχνετε κατι;
-ε, οχι.. περιμενω.
-τι;
-εναν φιλο.. γιατι ρωτατε;
-γιατι μενω εδω. κ εσεις τοσην ωρα ειστε εξω απο το σπιτι μου.
-ε, ετυχε..
-γιατι δεν πατε να περιμενετε παρακατω;
-γιατι; σας ενοχλω;
-οχι.. απλως μου φαινεται περιεργο..
-στο πεζοδρομιο ειμαι, κυριε. οχι στο σαλονι σας.
-α, συγγνωμη.. θελετε μηπως να περασετε κ μεσα για να περιμενετε τον φιλο σας;
-οχι, αλλα καλυτερα να περασετε εσεις. φτανει που με εστησαν εμενα. μην καθεστε τωρα κ περιμενετε κ εσεις μαζι μου.
-ο,τι θελω θα κανω. σε δημοσιο χωρο βρισκομαι.
-α, κοιταξτε να δειτε συμπτωση. κ εγω!
-οχι, εσεις ειστε εξω απο το σπιτι μου.
-αν καθισω να περιμενω στην διπλανη εισοδο, ειστε ενταξει με αυτο; ή σας ενοχλει να δινονται ραντεβου εξω απο σπιτια γενικοτερα;
-εαν δεν φυγετε, θα καλεσω την αστυνομια.
-κ δεν την καλειτε. εαν ερθει η αστυνομια πριν τον φιλο μου, τοτε θα καταθεσω κ εγω μηνυση για στησιμο σε ραντεβου.
-ε, καλα.. μπορει κατι να του ετυχε του ανθρωπου..
-κ κατεξακολουθηση, μαλιστα. αφου το ιδιο κανει καθε φορα.
-δεν νομιζω να υπαρχει τετοιο αδικημα.
-λετε, ε; εσεις για ποιο πραγμα θα με μηνυσετε, αληθεια;
-ε.. για το οτι με παρακολουθειτε.
-εσας; πρωτη φορα σας βλεπω.
-οχι εμενα.. το σπιτι μου.
-α, ωραια. παντα ηθελα να παιξω σε κατασκοπευτικο θριλερ.
-να τα πειτε στο δικαστηριο αυτα.
-ναι, κ σε δικαστικο δραμα.. δεν με χαλαει.
-ε.. ειστε ηθοποιος; καπου νομιζω οτι σας εχω ξαναδει.
-α, μηπως εσεις ειστε αυτος που παρακολουθει εμενα.
-με κοροηδευετε;
-οχι.. α, νατος! ηρθε.. σας ευχαριστω για την παρεα, παντως.
-α, ναι; παρακαλω.. φευγετε, δηλαδη; σιγουρα δεν θελετε να περασετε κ μεσα;

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

τυφλα να' χει ο φραντς ο καφκα

-συγγνωμη.. θελω μια ληξιαρχικη πραξη γεννησεως. σε ποιο γραφειο πρεπει να παω;
-α.. οι ληξιαρχικες πραξεις γεννησεως μάς τελειωσανε, δυστυχως.. περαστε απο βδομαδα παλι.
-τι εννοειτε, σας τελειωσανε; πώς γινεται αυτο;
-αν θελετε, μας εχουν μεινει πολλες ληξιαρχικες πραξεις γαμου κ τις εχουμε σε προσφορα.
-μα δεν ειμαι παντρεμενος.
-ε, καλα.. νωρις ειναι ακομα. προλαβαινετε. κ μαλιστα, αν παντρευτειτε μεχρι το μεσημερι, μαζι με τη ληξιαρχικη πραξη γαμου, σας κανουμε δωρο κ την ληξιαρχικη πραξη γεννησεως του πρωτου σας παιδιου.
-νομιζα οτι οι πραξεις γεννησεως σάς εχουνε τελειωσει.
-μα αν ειναι δυνατον.. πώς το νομισατε αυτο;
-ελα ντε.. συγγνωμη, δεν θελω να σας προσβαλω, αλλα μηπως βλεπω ονειρο;
-ε, ναι. ειδατε; για αυτο κ δεν υπαρχει απολυτη λογικη ακολουθια.
-ναι, ενω στον ξυπνιο μου, οι δημοσιες υπηρεσιες ειναι το βασιλειο της λογικης.
-τελος παντων.. θελετε να σας κερασουμε μια βεβαιωση για το γνησιο της υπογραφης, οσο περιμενετε;
-δεν ηξερα οτι υπαρχει τοση γραφειοκρατια κ στα ονειρα..
-αν θελετε απλουστευση των διαδικασιων, κυριε, να μην τρωτε τοσο βαρια, πριν πεφτετε για υπνο.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

μια γαματη ιδεα

-εικοσι ευρω απλη, παρακαλω.
-να σας βαλω απο την σουπερ-εξτρα-ουλτρα-παουερ, που την εχουμε κ προσφορα;
-οχι, ευχαριστω.
-μα σας συμφερει. κ αποδιδει καλυτερα στην εθνικη οδο κ σας βοηθαει να διατηρειτε τον κινητηρα σας σε καλυτερη κατασταση.
-οχι, ενταξει.. εικοσι ευρω απλη. 
-ειστε σιγουρος; δεν θελετε να δοκιμασετε τη σπεσιαλ-ουμπερ-τουρμπο-γαματη βενζινη μας; ειδικη προσφορα, μονο για σημερα.
-καλα, αφου ειναι τοσο τελεια, γιατι την εχετε σε προσφορα;
-ε.. γιατι δεν την βαζει κανενας..
-γιατι;
-τι γιατι; γιατι η απλη ειναι φθηνοτερη. αλλα μακροπροθεσμα οικονομικα βγαινει το ιδιο, αφου χρησιμοποιωντας συνεχεια απλη ανεβαζετε το κοστος συντηρησης του αυτοκινητου σας.
-λοιπον, εχω μια ιδεα. γιατι δεν πουλατε τη σουπερ την καλη σε χαμηλοτερη τιμη απο την παλιο-απλη; ετσι ολοι θα την προτιμουν κ θα ειμαστε κ εμεις κ εσεις ευχαριστημενοι.
-ε, δεν παει ετσι κυριε..
-ή ακομα καλυτερα, να καταργησετε τελειως την απλη κ να πουλατε μονο σουπερ κ μερος των κερδων σας να τα δινετε σε θυματα τροχαιων δυστυχηματων ή να προσφερετε σε μειωμενες τιμες πετρελαιο θερμανσης σε οικογενειες που το εχουν αναγκη. μακροπροθεσμα οικονομικα, οπως λετε κ εσεις, θα σας βγαινει το ιδιο, αφου κ περισσοτερος κοσμος θα μπορει να ταξιδευει κ δεν θα κυνηγατε τους πελατες με το ντουφεκι κ ο κοσμος θα εκτιμησει την κοινωνικη σας προσφορα κ θα σας προτιμαει. γαματη ιδεα, ε;
-συγγνωμη.. εικοσι ευρω απλη ειπατε, ετσι;

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

κ πού ξερω εγω;

-ενταξει.. κ πού ξερω εγω οτι ολοι αυτοι ειναι σταληθεια προσφυγες;
-κ τι λες να ειναι, δηλαδη;
-ξερωγω.. κατασκοποι, τρομοκρατες..
-ολοι;
-ε, οχι κ ολοι.. αλλα πού ξερω εγω οτι αναμεσα τους δεν κρυβονται κ καποιοι ισλαμιστες;
-κ εγω πού ξερω οτι δεν εισαι εσυ ισλαμιστης;
-τι πραγμα;
-ε, ναι.. πού ξερω οτι δεν κρυβεσαι τοσον καιρο αναμεσα μας κ περιμενεις την καταλληλη στιγμη για να κανεις τα δικα σου;
-καλα.. πλακα μου κανεις;
-καθολου.. πού ξέρω εγω, ασπουμε, οτι οταν ησουν, κ καλα, για μεταπτυχιακα στην αγγλια, δεν ειχες παει σε κανενα στρατοπεδο εκπαιδευσης, ξερωγω, στην καμπουλ, κ υστερα σε εστειλαν εδω οι μουλαδες να μας τρομοκρατησεις;
-εισαι τρελος, ρε;
-κ τωρα φοβασαι μην μεινουνε για παντα εδω οι προσφυγες κ σε δει κανενας απο εκει, απο τα μερη που σε ειχαν κ σε εκπαιδευανε κ σε αναγνωρισει, ε;
-πώς γινεται να ειμαι ισλαμιστης, ρε φιλε; αφου ειμαι χριστιανος.
-κ πού ξερω εγω οτι εισαι σταληθεια χριστιανος; ημουν κ στη βαφτιση σου;
-εγω, ρε, παω συχνα στην εκκλησια. εσυ εχεις να πας εκει απο τη δικη σου βαφτιση.
-κ πού ξερω εγω οτι δεν το κανεις για ξεκαρφωμα; ετσι δεν κανουν στις ταινιες οι κατασκοποι;
-τι λες, μωρε; σου μοιαζω εγω για κατασκοπος;
-κ πού ξερω εγω πώς μοιαζουν οι κατασκοποι;
-καλα.. καταλαβα.. εσυ τρολαρεις τωρα, αλλα, αν θες να ξερεις, εγω ουτε φασιστας ειμαι ουτε ρατσιστης. απλα βλεπω κ ακουω διαφορα κ εχω μαθει στη ζωη μου να ειμαι καχυποπτος κ επιφυλλακτικος. κ αλλωστε, οπως ελεγε κ η γιαγια μου η σμυρνια, που ηταν σοφη γυναικα..
-οπα, οπα..
-τι; τι εγινε;
-απο που ητανε, λεει, η γιαγια σου;
-απο τη σμυρνη;
-κ εδω πώς βρεθηκε;
-τι πώς βρεθηκε, ρε; ηρθε με την καταστροφη..
-κ πού ξερω εγω οτι δεν ηταν τρομοκρατης η γιαγια σου κ ηρθε εδω κρυμμενη αναμεσα στους προσφυγες;
-η γιαγιακα μου, ρε; σου εμοιαζε για τρομοκρατης η γιαγιακα μου;
-κ πού ξερω εγω πώς μοιαζουν οι τρομοκρατες;
-καλα, εγω σταματαω.. αυτος ο διαλογος δεν βγαζει πουθενα.
-εγω, παντως, δεν μπορω να πω.. κατι κερδισα απο αυτον τον διαλογο.
-δηλαδη;
-κοιτα.. μπορει να μην ξερω πώς μοιαζουν οι τρομοκρατες κ οι κατασκοποι, αλλα για το πώς μοιαζουν οι μαλακες νομιζω πως εχω πλεον μια εικονα.

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

ο αυτοκρατορας της αρμενιας

-ακου, ρε φιλαρακι. ακους;
-ναι.
-θα φτιαξουν, λεει, κεντρο υποδοχης των μεταναστων στη θεσσαλονικη.
-ναι.
-τι ναι; συμφωνεις;
-α, πρεπει να πω κ τη γνωμη μου;
-ε, ναι.. ελληνας δεν εισαι;
-ναι.
-θα μας τους κουβαλησουν ολους αυτους εδω κ να μου το θυμηθεις.. αυτοι δεν προκειται να φυγουν. αυτοι.. θα μεινουν εδω κ θα ανθελληνισουν την πολη μας.
-αφελληνισουν.
-ε;
-αφελληνισουν θες να πεις.
-αυτο, ναι.. δεν ξερω τι ακριβως σημαινει, αλλα το ειπε ο μητροπολιτης.
-σημαινει οτι θα μας κανουν ολους αφελεις.
-αφελεις, ε; βλακες, δηλαδη.
-ναι.
-ε, οχι ρε φιλαρακι. πρεπει να αντιδρασουμε. ο καθενας οπως μπορει.. ξερωγω.. εσυ εισαι κ μορφωμενος.. τι κανεις εσυ; πώς αντιδρας;
-για να αποφυγω τον αφελληνισμο;
-ε, ναι.
-λυνω σουντοκου.
-ρε συ, με δουλευεις; πρεπει κατι να κανουμε.. η πολη εχει ιστορια. να, δες τα ονοματα των δρομων της.. ολα ελληνικα.. εγνατιας, αγιου δημητριου, τσιμισκη..
-ο τσιμισκης ηταν αρμενιος.
-τι ηταν, λεει, ο τσιμισκης;
-αρμενιος.
-τι αρμενιος, ρε φιλαρακι.. αυτοκρατορας δεν ηταν;
-ναι.
-ε, τι σοϊ αυτοκρατορας ηταν τοτε; της αρμενιας;
-οχι της ελλαδας, παντως.
-φιλαρακι, θα τα χαλασουμε.. δεν μου τα λες ωραια.
-καλα, ασε με εδω τοτε.. θα συνεχισω με τα ποδια.
-οχι, ρε συ.. που θα σε αφησω μεσα στη βροχη.. παπι θα γινεις. δεν πειραζει.. κ συγγνωμη κιολας, αμα σε προσεβαλα. σε ειδα με το βιβλιο κ ειπα, να.. διαβαζει ο ανθρωπος.. θα ξερει κατι παραπανω.
-ενταξει.. ολα καλα.
-να σε ρωτησω κατι τελευταιο; κ δεν ξαναμιλαω.. σου το ορκιζομαι.
-αντε, λεγε.
-αληθεια, με τα σουντοκου γινεται δουλεια; γιατι με ολα αυτα που ακουω ολη τη μερα μεσα στο ταξι.. δεν τη γλιτωνω αυτην.. την αφελληνωση, προσεληνωση.. πώς την λενε..

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ποτε ακριβως πεθανε ο κερτ κομπεϊν;

ειδα καπου οτι προχθες ηταν η επετειος γεννησης του κερτ του κομπεϊν κ θυμηθηκα μια συναρπαστικα γελοια ιστορια απο τις εξωτικες βρυξελλες:

πριν απο μερικα χρονια, λοιπον, ημουν με την εκει παρεα μου σε ενα μπαρ κ τα πιναμε. η παρεα ηταν αρκετα μεγαλη κ οι περισσοτεροι ηταν ελληνες. διπλα μας καθοταν μονος του ενας περιεργος τυπος που μας κοιτουσε αδιακριτα κ εμοιαζε σαν να παρακολουθει την κουβεντα μας. καλα, δεν συζητουσαμε κ τιποτα σοβαρο, αλλα καποια στιγμη, δεν θυμαμαι πώς, η κουβεντα εφτασε στον συγχωρεμενο τον κερτ, οποτε κ ενας απο τους φιλους ανεφερε πως οταν πεθανε, την επομενη μερα στο σχολειο του ολες οι συμμαθητριες του κλαιγανε απαρηγορητες. "ποιο σχολειο, ρε παπαρα;", τον διεκοψε τοτε ευγενικα ενας αλλος απο την παρεα, "οταν πεθανε ο κομπεϊν, εσυ ουτε νηπια δεν πηγαινες". "τι λες, ρε γελοιε.. που θα μου πεις εσυ εμενα ποτε πεθανε ο κερτ..", του απαντησε εγκαρδια ο πρωτος. επειδη δεν ειχα κ πολλα να συνεισφερω στον γονιμο αυτον διαλογο κ επειδη στο μεταξυ ειχα κ καπως χαρμανιασει -μολις που ειχε επιβληθει ο αντικαπνιστικος στο βελγιο- βγηκα εξω να κανω ενα τσιγαρο. μαζι με μενα, ομως, σηκωθηκε κ ο τυπος απο διπλα, ο περιεργος που λεγαμε, κ με ακολουθησε, για να επιβεβαιωθει για ακομα μια φορα η ισχυς του μαλακομαγνητη που κουβαλαω παντα πανω μου.

"καλησπερα σας", μου ειπε, μολις βρεθηκαμε μονοι εξω στο πεζοδρομιο.
"α, ελληνας κ εσεις;" του απαντησα διεκπεραιωτικα.
"ναι, ομογενης εκ ρωσιας, αλλα τωρα ζω στην αμερικη".
"α.. απο τη μοσχα στο σουπερ μαρκετ, ε;" εκανα εγω τη σινεφιλ αναφορα μου, η οποια κ βαρεσε στον γαμο του καραγκιοζη.
"οχι, απο την τασκενδη, αλλα τωρα μενω στο σικαγο κ συνεργαζομαι εκει με την ελληνορθοδοξη μαφια."
πνιγομαι εγω με τον καπνο, βηχω, χαροπαλευω για λιγη ωρα, αλλα τελικα συνερχομαι. "τι εννοειτε; πώς συνεργαζεστε, δηλαδη;"
"προσφερω τις υπηρεσιες μου ως μεντιουμ."
"α.. οκ."
"δεν με πιστευετε, ε; αν θελετε, εχω μαζι μου αποδεικτικα στοιχεια." κ αμεσως αρχισε να αδειαζει τις τσεπες του.
τα "αποδεικτικα στοιχεια" που μου προσκομισε ηταν τα εξης:
α. ενα παλαιο σοβιετικο διαβατηριο, με το αστερι του, το σφυροδρεπανο του.. κομπλε,
β. μια φωτογραφια του με τον πατριαρχη βαρθολομαιο,
γ. μια φωτογραφια του με την αντζελα δημητριου ή με καποια που της εμοιαζε αφορητα,
δ. ενας ευμεγεθης ξυλινος σταυρος, απο αυτους που παιζουν συνηθως σε ταινιες με εξορκιστες,
ε. μια επαγελματικη καρτα, που παιζει οντως να ειχε το ονομα του πανω, το οποιο ομως παραδοξως βρισκοταν κατω απο το σημα των σταρμπακσ,
στ. ενα πολυμορφικο κομποσχοινι-κομπολοϊ.
"πολυ ενδιαφεροντα ολα αυτα", του ειπα, "αλλα, με συγχωρειτε, πρεπει να επιστρεψω στη μιζερη πραγματικοτητα."
"καλως.. αν παντως εσεις ή οι φιλοι σας χρειαζεστε βοηθεια, ειμαι στη διαθεση σας", μου ψιθυρισε συνωμοτικα αυτος για να συμπληρωσει αμεσως οσο πιο ταπεινα γινοταν, "ξερετε, μπορω κ επικοινωνω με τους νεκρους."
"ναι, μωρε, ενταξει, να τα λεμε τωρα που γνωριστηκαμε", τον αποχαιρετησα με ενθουσιασμο κ επεστρεψα στο εσωτερικο του μπαρ κ την παρεα μου.

εκει η διαφωνια σχετικα με την ημερομηνια θανατου του αδικοχαμενου ροκσταρ ειχε λαβει πλεον διαστασεις εμφυλιας συρραξης, διαταρασσοντας βαναυσα τη μελαγχολικη νιρβανα της βρυξελλιωτικης νυχτερινης ζωης. σκεφτηκα πως κατι επρεπε να κανω για να ηρεμησω καπως τα πνευματα κ τοτε, κοιταζοντας τον ελληνορωσοαμερικανο μεντιουμ, που ειχε στο μεταξυ επιστρεψει κ αυτος στο στασιδι του, μου ηρθε μια ιδεα. "κυριε μεντιουμ", του φωναζω, "συγγνωμη, μηπως μπορειτε να μας βοηθησετε, εσεις που ξερετε απο αυτα; μηπως μπορειτε να επικοινωνησετε με το πνευμα του κερτ του κομπεϊν κ να τον ρωτησετε ποτε ακριβως εφυγε απο τον ματαιο ετουτο κοσμο;" "ε.. οχι, ρε παιδια.. αν ειναι δυνατον..", μου απανταει αυτος βαρια προσβεβλημενος, "δεν παιζουνε, ρε παιδια, με αυτα τα πραγματα.. κ επειτα, υπαρχει κ η γουικιπηντια.."

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

ο κυριος νικολαϊδης

καθε φορα που ακουω οτι οι αγροτες ξεκινουν κινητοποιησεις κ κλεινουνε τους δρομους, θυμαμαι την πιο εξωφρενικη, ισως, ιστορια που μου εχει τυχει ανεβοκατεβαινοντας το εθνικο οδικο μας δικτυο.

ητανε ο χειμωνας του 2009, εαν δεν κανω λαθος, κ εγω ταξιδευα απο την αθηνα προς το βολο. ηταν πρωι ακομα οταν επεσα πανω σε ενα απο τα μπλοκα των αγροτων, που βρισκοταν στο υψος των θερμοπυλων. ακολουθωντας τις οδηγιες των αστυνομικων, αφησα την παθε κ βγηκα σε εναν επαρχιακο παραδρομο, ο οποιος θα με πηγαινε, λεει, προς τον βορρα, αφου θα παρεκαμπτα τον μισο μαλιακο κ μαζι με αυτον την αγροτια που φυλαγε -κυριολεκτικα κ μεταφορικα- τις θερμοπυλες της. σε αντιθεση ομως με τον ξερξη, ο εφιαλτης μου δεν ηταν μαλλον κ τοσο αξιοπιστος, κ υστερα απο λιγο βρεθηκα να προσπαθω να διωξω με την κορνα μου απο το οδοστρωμα ενα κοπαδι προβατα, που ειχαν στησει εκει το δικο τους μπλοκο, με αγνωστα μεχρι στιγμης αιτηματα.

τελος παντων καποια στιγμη μεσημεριασε κ πεινασα. σταματησα σε μια καντινα να προμηθευτω λιγα σουβλακια/καλαμακια (χρησιμοποιω εδω κ τους δυο ορους, αφου γεωγραφικα βρισκομουν στο γαστρονομικο μεταιχμιο), μα οταν γυρισα στο αμαξι μου, ειδα να με περιμενει μια εκπληξη. ενας ευτραφης κ καλοντυμενος κυριος στεκοταν διπλα στην πορτα του συνοδηγου κ μου χαμογελουσε. με το ενα χερι του ηδη επιανε το χερουλι της πορτας, ενω στο αλλο κρατουσε τη δερματινη θηκη καποιου μουσικου οργανου (κλαρινου προφανως). "θελετε κατι", ρωτησα. "ειμαι ο κυριος νικολαϊδης", μου συστηθηκε (τρελαινομαι οταν καποιος συστηνεται απο μονος του ως "κυριος"), "θα με πεταξεις μεχρι την σπερχειαδα, παληκαρι μου;" "εγω παω στον βολο", του απαντησα, "να σας πεταξω, αλλα ξερωγω, ειναι στο δρομο μου;" "ειναι, ειναι..", μου απαντησε κ αμεσως ανοιξε την πορτα του ανταμομπιλ κ στριμωχτηκε στο κοκπιτ του.

μπηκα κ εγω κ αρχισα ξανα να οδηγω, μασουλωντας τα σουβλακια/καλαμακια μου. η σπερχειαδα τελικα, οχι μοναχα δεν ητανε στον δρομο μας, αλλα βρισκοταν τοσο βαθια στην βοιωτικη ενδοχωρα, που ειχα αρχισει να ανησυχω μηπως κ πεσουμε ξανα σε αλλο μπλοκο αγροτων, στη δυτικη ελλαδα ετουτη τη φορα. ο συνοδηγος μου απτοητος, εξακολουθουσε να κοιταζει χαμογελαστος το ασυναρτητο τοπιο, που σφυριζε αδιαφορο εξω απο το παραθυρο. "κυριε νικολαϊδη", του ειπα, "νομιζω οτι με δουλευετε.. να σας αφησω καπου εδω, να παω κ εγω στο σπιτι μου;" "εισαι καλο παιδι", μου απαντησε, "για αυτο κ εγω, για να σε ευχαριστησω, θα σου παιξω ενα απο τα αγαπημενα μου." ανοιξε την δερματινη θηκη, εβγαλε το κλαρινο του κ το συναρμολογησε, εσπρωξε τερμα πισω το καθισμα για να μην βρισκει στο παρμπριζ το χαλκινο κ ενω εγω διαμαρτυρομουν λεγοντας "οχι, αφηστε το, δεν θελω, συγγνωμη.. ειναι υποχρεωτικο;", αρχισε να παιζει το χιτακι του. αν κ εκανε διαολεμενο κρυο, εγω κατεβασα αρον αρον τα παραθυρα, μηπως κ προλαβω να σωσω κανενα απο τα κυτταρα των ακουστικων μου πορων. ελαχιστα μετρα, ομως, μετα ειδα την ταμπελα που ελεγε "σπερχειαδα" κ ηρεμησα. την ωρα εκεινη ο συνοδηγος μου βρισκοταν, νομιζω, στην κορυφωση του κομματιου που επαιζε. τελειως ασυναισθητα εκοψα ταχυτητα, αφηνοντας τον να το ολοκληρωσει. ειχε αρχισει να μου αρεσει, αλλωστε. κ επειτα ποτε θα ξαναταξιδευα εχοντας λαϊβ μουσικη μεσα στο αυτοκινητο;

τον αφησα στην πλατεια του χωριου, κ αποχαιρετωντας τον τον ρωτησα "πώς γυριζω πισω τωρα στην εθνικη οδο;" "συνεχισε", εκεινος μου απαντησε, "στο δρομο σου ειναι ολα.."

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

γύρω από τους αστραγάλους της γ'

γιατί δεν απαντάτε, κύριοι; κρίμα, λυπάμαι, δυστυχώς, δεν έχω άλλη λογική, αλήθεια, μα ακόμα και αν γινόταν να αλλάξω τη λογική μου, τον τρόπο, αν προτιμάτε, που σκέφτομαι και αναλύω τα πράγματα με κάποιον άλλον που ίσως θα σας φαινόταν πιο σωστός, με τον δικό σας ίσως, όχι, δεν θα το έκανα, καλύτερα να έμενα για πάντα κάτω από το πάπλωμα μου με δύο φίδια ανάμεσα στα πόδια μου, ναι, χίλιες φορές καλύτερα, πώς είπατε; είπατε, πρόσεξε τι εύχεσαι; μην το αρνείστε τώρα, το είπατε, σας άκουσα, αυτό πιστεύετε λοιπόν; ότι εγώ φταίω για το μαρτύριο για τη δοκιμασία του κοριτσιού στο χθεσινό μου όνειρο; ότι όλο αυτό δεν είναι παρά κάτι που το ευχήθηκα εγώ και άρα, αφού το ευχήθηκα ή μάλλον και μόνο που το ευχήθηκα, αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να συμβεί και έτσι απλά συνέβη; ή όχι, αφήστε, σας έχω κάτι ακόμα καλύτερο, εγώ ευχήθηκα να μείνω για πάντα, δεν το ξεχνώ αυτό το πάντα, θυμάστε, λέγαμε για τον θεό, θα επιστρέψω σύντομα, ότι ευχήθηκα να μείνω για πάντα εδώ, κάτω από το πάπλωμά μου, με μόνη συντροφιά δυο φίδια, που θα παλεύουνε αιώνια, ναι, αιώνια, από το για πάντα ακούγεται καλύτερα, που θα παλεύουν ανάμεσα στα πόδια μου, κι αφού το ευχήθηκα, μετά αυτό συνέβη, δηλαδή δεν συνέβη ακριβώς, αλλά το είδα να συμβαίνει μέσα στο όνειρό μου, μόνο που κάτι έλειπε, για την ακρίβεια έλειπα εγώ, αφού αντί για μένα κάτω από το πάπλωμα βρισκόταν ένα άγνωστο κορίτσι, με το οποίο το μόνο κοινό που είχαμε ήταν ότι μου έμοιαζε λιγάκι, εντάξει, μάλλον θα έλεγα ότι μου έμοιαζε αρκετά, απλώς ήταν λίγο, ελάχιστα πιο όμορφη από εμένα, αλλά και πάλι, για εσάς που δεν μας έχετε δει ποτέ, ούτε εμένα, εννοώ, μα ούτε και εκείνη, αυτή η ομοιότητα, το ξέρω, δεν σας λέει τίποτα, για εσάς όλα τα κορίτσια κάτω από το πάπλωμά τους ίσως να είναι ίδια, έτσι αφού έχω τη δύναμη να βλέπω να πραγματοποιούνται όλα αυτά που εύχομαι, προτίμησα, έστω την τελευταία στιγμή, να βάλω στη θέση μου μια άλλη, μια που μου μοιάζει αρκετά, μια, ας πούμε, σαν κι εμένα, και κάπως έτσι να υποστώ το μαρτύριο ή να περάσω τη δοκιμασία του ονείρου μου δια αντιπροσώπου, σωστά; αυτό δεν είναι το σενάριο που φτιάξατε; αυτή δεν είναι η ερμηνεία σας; και εντάξει, εντάξει, εγώ να το δεχτώ, αλλά πείτε μου, αλήθεια, σκεφτήκατε καθόλου, πως ίσως και να συνέβη το αντίστροφο; τι πάει να πει τι εννοώ; αυτό που καταλάβατε, να μην ήταν το κορίτσι η αντιπρόσωπός μου, που έζησε, που ίσως ζει ακόμα, μιλάμε για το πάντα, μην ξεχνιόσαστε, που ζει, λοιπόν, τον εφιάλτη μου, αλλά να είμαι εγώ η δική της αντιπρόσωπος που βρίσκομαι τώρα εδώ και σας μεταφέρω, σας περιγράφω, σας αναπαριστώ το δράμα της, γιατί; δεν ξέρω, πείτε μου εσείς, που είστε καλοί στο να κατασκευάζετε σενάρια και υποθέσεις, για να ζητήσω βοήθεια; για να σας δημιουργήσω ενοχές; για να αποσπάσω την προσοχή σας; για να τραβήξω την προσοχή σας, μήπως, και ύστερα να σας μιλήσω για άλλα θέματα, ας πούμε, πιο σημαντικά; ας πούμε, πιο δικά σας; ναι, είπα δράμα, ναι, αυτή τη λέξη χρησιμοποίησα, βλέπω πως το προσέξατε, το ήξερα πως θα σας κάνει εντύπωση, κάποιες λέξεις πάντα κάνουν εντύπωση, εγώ έχω ήδη πει αρκετές λέξεις, αλλά νομίζω ότι οι δύο που σας εντυπωσίασαν πιο πολύ ήταν το πάντα και το δράμα, δεν θέλω να σας απογοητεύσω, αλλά αυτές οι δυο λέξεις δεν γίνεται να λειτουργήσουνε μαζί, η μία δεν πάει με την άλλη, το δράμα θέλει ένα τέλος για να κριθεί, για να δικαιωθεί, για να αποκτήσει νόημα, το πάντα δεν έχει τέλος, πάει να πει δεν έχει και συνέχεια, εξέλιξη, δεν έχει το και τι έγινε μετά, τι θες να έγινε μετά; αφού λέμε για πάντα, για πάντα σημαίνει εκτός του χρόνου, ξέρετε, χωρίς το χρόνο, όμως, το δράμα δεν υπάρχει, συγγνώμη, καταλαβαίνω, σας κάνω να βαριέστε με αυτά τα ακατανόητα, καλύτερα να επιστρέψουμε στο δράμα, λοιπόν, του κοριτσιού, ή μήπως θα προτιμούσατε στο πάντα; καλά, εντάξει, ορίστε, μπερδεύτηκα κι εγώ, ας πάμε καλύτερα πίσω στον θεό και στην τιμωρία που λέγαμε, εντάξει, μην φωνάζετε, δεν λέγαμε, έστω λοιπόν, που έλεγα, ή μάλλον ας τα μοιράσουμε, εσείς φέρατε στην κουβέντα τον θεό κι εγώ την τιμωρία, σωστά; σωστά, ορίστε, την λύσαμε την παρεξήγηση, δικός σας άρα ο θεός, δικιά μου η τιμωρία, ας δεχθούμε ότι τα φίδια είναι η τιμωρία του κοριτσιού του ονείρου μου, ας πούμε ότι είναι ένα είδος ποινής που της επιβλήθηκε από κάποιον, είδατε, αποφεύγω να μπλέξω πάλι τον θεό σας, ας πούμε από κάποιον, ο οποίος κάποιος έχει την εξουσία και τη δύναμη να επιβάλλει τέτοιες ποινές σε αυτούς που τις αξίζουν, τι πάει να πει που τις αξίζουν, κύριοι; που έχουν κάνει κάποιο, είναι βαριά η λέξη, μα ήδη έχουμε σηκώσει άλλες πολλές, βαρύτερες, που έχουν κάνει, λοιπόν, κάποιο, ας πούμε, έγκλημα, ωραία, ποιο θα μπορούσε, άραγε, να είναι το έγκλημα του κοριτσιού αυτού, που να επισύρει, είδατε πώς προσέχω τις λέξεις που επιλέγω να σας πω; που να επισύρει, λέω, τέτοια φριχτή κι απάνθρωπη ποινή; πώς είπατε; ναι, έχετε δίκιο, βιάστηκα να χαρακτηρίζω την ποινή, αλλά το έγκλημα, τη λέξη έστω έγκλημα, δεν φρόντισα ούτε με ένα επίθετο να την προσδιορίσω, διορθώνω, ποιο θα μπορούσε, άραγε ξανά, να είναι αυτό το έγκλημα το ειδεχθές του κοριτσιού, που έκανε τον αόρατο κριτή να φτάσει στο σημείο να επιβάλει τόσο βαριά ποινή μέσα στο όνειρό μου; τώρα δικαίως δεν απαντάτε και σωπαίνετε, άλλωστε, αυτό είναι αδύνατο να το γνωρίζετε εσείς, αλλά, εντάξει, μπορείτε, νομίζω να κάνετε μια υπόθεση, μα ελάτε τώρα, σας παρακαλώ, τολμήστε, δοκιμάστε, έτσι κι αλλιώς, δεν έχετε να χάσετε απολύτως τίποτα, ούτε ο λόγος σας δεν πρόκειται να θεωρηθεί ως αμφισβήτηση της κρίσης του δικαστηρίου ούτε θα αλλάξει κάτι από την ουσία, από τα δεδομένα της υπόθεσης, ελάτε, κουβέντα κάνουμε, πείτε μου, σας ακούω, ποια υπόθεση; ποιο δικαστήριο; ελάτε τώρα, και πώς ξεφύτρωσε αυτή η ποινή; έτσι, από το πουθενά, νομίζετε; πάντα προηγείται η δίκη της ποινής, και της ποινής πάντα προηγείται το έγκλημα, είδατε; εδώ το πάντα ταιριάζει, λειτουργεί, αλήθεια, απορώ γιατί δεν το σκεφτήκατε, ο νόμος, κύριοι, το σύστημά του και ο μηχανισμός, να κάτι που υπάρχει σίγουρα για πάντα, το ξέρω, ακούγεται σαν γρίφος, σαν μυστήριο, αφού το όνειρο ξεκίνησε με το κορίτσι να βρίσκεται εδώ επάνω στο κρεβάτι μου και να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, όχι δεν ήτανε νεκρή, δεν ήτανε θανατική ποινή αυτό που της επέβαλαν, ήταν κάτι χειρότερο, αφού το όνειρο, λοιπόν, ξεκίνησε, εδώ, επάνω στο κρεβάτι, με το κορίτσι κάτω από αυτό το πάπλωμα, και με δυο φίδια ανάμεσα στα πόδια του, πώς θα μπορούσατε εσείς με αυτό το δεδομένο να φανταστείτε όλα όσα προηγήθηκαν; έτσι δεν είναι, κύριοι; όχι, δεν είναι έτσι, σας είπα, εντάξει, ίσως δεν με προσέχατε, σας είπα ότι το όνειρο αυτό το ονειρεύτηκα μέσα σε ένα άλλο όνειρο, θυμάστε τι σας είπα; ότι είχα πέσει χθες να κοιμηθώ; ότι κοιμήθηκα και είδα ένα όνειρο; ότι στο όνειρο αυτό ήμουνα πάλι, λέει, εγώ; ότι και μέσα στο όνειρο και πάλι εγώ κοιμόμουν; ότι εκεί, μέσα στον ύπνο του ύπνου μου, έβλεπα ένα άλλο όνειρο μέσα στο όνειρό μου; ποιος το επέβαλε αυτό το δεύτερο το όνειρο; μήπως αυτός ο ίδιος που επέβαλε και την ποινή; μήπως, αν ήταν η ποινή το δεύτερο το όνειρο, το πρώτο όνειρο ήταν το δικαστήριο; και μήπως τότε το έγκλημα αυτό, που κρίθηκε στο πρώτο όνειρο και τιμωρήθηκε στο δεύτερο, μήπως, όχι, ας μην βιαζόμαστε καλύτερα, άλλωστε, το ξέρω, το αισθάνομαι, σας κούρασα, καλύτερα, ας κάνουμε εδώ ένα διάλειμμα, όχι, καθίστε, μην απομακρύνεστε, άλλωστε, ήρθε η ώρα οι νικητές του διαγωνισμού μας να πάρουν το βραβείο τους, αλήθεια, τι νομίζατε; ότι το είχα ξεχάσει; ή μήπως ότι τόση ώρα το απέφευγα; εγώ κρατάω τον λόγο μου, όσοι από τους κύριους, λοιπόν, κατάφεραν να βρουν κάτι που να διαρκεί, που να κρατάει για πάντα, ή όσοι νόμιζαν τουλάχιστον ότι το βρήκαν, αλλά και οι άλλοι που έστω προσπαθήσανε, μπορούνε τώρα να συνεχίσουν, όχι μονάχα να ακούν ένα γυμνό κορίτσι να τους μιλάει και να τους λέει για το τι έκανε χθες βράδυ στο κρεβάτι του, αλλά και να το βλέπουνε, πώς ακριβώς θα γίνει αυτό; μην βιάζεστε, θα δείτε, θα με δείτε, είναι, που λέτε, όχι χθες, μα σήμερα το βράδυ, τη νύχτα, εννοώ, που έρχεται, που όλοι εσείς θα πάτε κάποια στιγμή και θα ξαπλώσετε, θα πέσετε για ύπνο, κι εκεί μέσα στον ύπνο σας θα δείτε ένα όνειρο, το όνειρο αυτό, το αποψινό, θα πάει κάπως έτσι, θα είστε εσείς, λοιπόν, όχι όλοι μαζί, μα ο καθένας μόνος του, ναι, μην σας φαίνεται παράξενο, το ίδιο όνειρο θα δείτε όλοι, μόνο ο ήρωας θα αλλάζει, αλλά η ιστορία, τα δεδομένα, η εξέλιξη θα είναι σε όλους ίδια, λοιπόν, θα είσαστε εσείς και βρισκόσαστε μέσα σε μία λίμνη, όσοι δεν ξέρετε κολύμπι, μην τρομάζετε, θα υπάρχει μια βάρκα, πάνω στη βάρκα θα είσαστε εσείς, μα δεν θα είστε μόνοι, θα είμαι κι εγώ, θα είμαι γυμνή, θα είμαι κορίτσι ακόμα, θα κάθομαι στο πλάι σας, θα σας μιλώ κι εσείς θα με ακούτε, θα σας μιλώ και θα είμαι εκεί, θα με ακούτε με τα μάτια σας, κι ύστερα με τα χέρια σας, κι ύστερα με τη γλώσσα, κι ενώ εγώ θα σας μιλώ, θα αρχίσει να νυχτώνει, θα ανάψετε ένα φεγγάρι μέσα στο όνειρο, για να μπορείτε έτσι να με βλέπετε και μέσα στο σκοτάδι, θα σας μιλώ, όχι, δεν έχουνε τα λόγια μου καμία σημασία, οι λέξεις μου δεν θα έχουν νόημα, θα είναι μονάχα ήχοι, θα είναι τα λόγια μουσική κι οι λέξεις μου τραγούδια, κι ύστερα θα νυστάξετε, θα κλείσετε τα μάτια, κι ύστερα θα σας πάρω αγκαλιά κι εκεί θα κοιμηθείτε, και το φεγγάρι θα σβηστεί μες στο βυθό της λίμνης, και εκεί μέσα στο όνειρο θα δείτε ένα άλλο, σε αυτό το άλλο το όνειρο θα είστε εσείς και πάλι, και πάλι θα βρισκόσαστε πάνω σε μία βάρκα, και πάλι, λέει, θα είσαστε μέσα σε μία λίμνη, όλα θα είναι όπως πριν, μόνο εγώ θα λείπω, θα λείπω, θα με ψάχνετε, θα είναι παντού σκοτάδι, τίποτα δεν θα ακούγεται, τα λόγια μου θα έχουν σβηστεί μες στο βυθό της λίμνης, κι ύστερα θα έρθει ο πανικός, κι ύστερα θα έρθει ο τρόμος, θα αρχίσετε τότε να φωνάζετε μήπως και σας ακούσω, μα επειδή ποτέ δεν μάθατε ποιο είναι το όνομά μου, θα λέτε λέξεις άσχετες, στην τύχη διαλεγμένες, κι ύστερα, όταν θα τελειώσουνε οι λέξεις των ανθρώπων, θα βγάζετε άναρθρες κραυγές, μα απάντηση καμία, και τότε είναι που βγάλετε και τα δικά σας ρούχα, θα μείνετε κι εσείς γυμνοί, όπως γυμνή ήμουν κι εγώ στο πρώτο όνειρό σας, κι ύστερα θα βουτήξετε μέσα στη μαύρη λίμνη, ναι, ακόμα κι όσοι δεν γνωρίζετε καλά να κολυμπάτε, θα πέσετε όλοι στο νερό, θα βυθιστείτε όλοι, και εκεί μέσα στον βυθό θα βρείτε ένα κορίτσι, θα είναι γυμνό όπως κι εγώ, θα είναι κορίτσι ακόμα, θα έχει τα μάτια ανοιχτά, θα έχει πια πεθάνει, και τότε θα το καταλάβετε ότι αυτή η λίμνη, η λίμνη μέσα στο όνειρο μέσα στο όνειρό σας, όχι, δεν είναι μια κανονική λίμνη όπως οι άλλες, εκεί όπου βουτήξατε, εκεί όπου κολυμπάτε είναι ένας τάφος σιωπηλός, υγρός και παγωμένος, τι θέλετε; τι ψάχνετε εσείς στον κάτω κόσμο; τι αναζητάτε εσείς εκεί, που ο κόσμος σας δεν το έχει; μια τιμωρία; μια ποινή; μία δοκιμασία; εμένα; την εικόνα μου; μήπως την αγκαλιά μου; μιλήστε, μην φοβόσαστε, έτσι κι αλλιώς μες στο βυθό κανείς δεν θα σας ακούσει, έτσι κι αλλιώς στον τάφο μου μόνο εγώ υπάρχω, κι εγώ εδώ είμαι πια νεκρή, έτσι όπως ήμουνα νεκρή και, όχι, νεκρή όπως και όταν, ξυπνήστε, μην το συνεχίζετε, νεκρή όταν ξεκίνησα, ξυπνήστε, εντάξει, φτάνει, όπως εδώ, όπως εδώ, ξυπνήστε μέσα στο όνειρο, ξυπνήστε και στα αλήθεια, κάποτε, τώρα πάντα, φτάνει, φτάνει, σας λέω, αρκετά, ξεχάστε ότι ακούσατε, ξεχάστε ότι θα δείτε, εξάλλου έχουμε ακόμα και έναν γρίφο για να λύσουμε, κρατήστε, κύριοι, τις δυνάμεις σας, ελάτε, ξυπνήστε, αναδυθείτε, κοιτάξτε, ξημερώνει, πρέπει να δώσουμε ένα τέλος σε αυτήν την ιστορία, δεν νομίζετε; δεν γίνεται να αφήσουμε έτσι της νύχτας τα μυστήρια να σκοτεινιάσουνε τη μέρα αυτή που έρχεται, ελάτε, λίγο ακόμα, θυμάστε πού είχαμε μείνει; ναι, σωστά, στο έγκλημα, είπαμε πως αν τα φίδια κάτω από το πάπλωμα είναι η τιμωρία, η τιμωρία αυτή επιβλήθηκε από αυτόν που δημιούργησε τα ίδια τα φίδια, αλλά και το πάπλωμα και το κρεβάτι και το κορίτσι μέσα σε αυτό και τα ανοιχτά τα μάτια του και γενικά ολόκληρο το όνειρο, ποιος το δημιούργησε, κύριοι, το όνειρο αυτό, όχι, μην απαντάτε μα εσύ, εμένα, τότε, ποιος με δημιούργησε; έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ, ένα ένα τα βήματα, λοιπόν, ακούω, ναι, έτσι, πολύ καλύτερα, σωστά, το προηγούμενο όνειρο δημιούργησε το επόμενο, άρα στο προηγούμενο όνειρο, σε εκείνο όπου απλώς κοιμόμουν μόνη στο κρεβάτι μου, έλαβε χώρο το δίκη που επέβαλε και την ποινή που συμβολίζει το όνειρο που ακολούθησε, αυτό τι σημαίνει, κύριοι, ελάτε τώρα, είμαστε κοντά, ότι το πρώτο όνειρο, θυμάστε, άραγε, πώς τέλειωσε; όχι, καταλαβαίνω, είναι λογικό, με εμένα να ξυπνάω και να πηγαίνω στο παράθυρο για να σκεφτώ τι ακριβώς ήταν αυτό που ονειρεύτηκα στο δεύτερο όνειρό μου, θυμάστε; ναι, τώρα θυμηθήκατε, εκεί ακριβώς το είχαμε αφήσει, τι πάει να πει τι έγινε μετά; σας λέω, αν τύχει να περάσει κάποιος από εσάς κάτω από το παράθυρο αυτό, θα δείτε, θα με δείτε, ακόμα εκεί θα είμαι και θα σκέφτομαι, κι όσο σκέφτομαι εκεί, μέσα στο πρώτο όνειρο, τόσο θα τιμωρούμε, είτε εγώ η ίδια είτε δια της αντιπροσώπου μου, μέσα στο δεύτερο όνειρο, έτσι, αυτό είναι, επιτέλους, βλέπετε; καταλήγουμε, η σκέψη μου είναι αυτή που από μόνη της μου επιβάλλει την ποινή, η σκέψη μου με τιμωρεί, αυτή και τίποτα άλλο, μες στο μυαλό μου βρίσκεται ο δικαστής που καταδίκασε το σώμα μου ή έστω το σώμα αυτού του κοριτσιού, πάει αυτό, το βρήκαμε, όμως, για μια στιγμή, ακόμα δεν έχουμε εντοπίσει που βρίσκεται το έγκλημα, μήπως αν επαναλάβουμε αυτόν τον ίδιο τον απλό τον συλλογισμό, θα το ανακαλύψουμε κι αυτό; ελάτε, έχει αρχίσει ήδη να ξημερώνει η μέρα, ποιος γέννησε το πρώτο όνειρο, ποιος έστησε το δικαστήριο που δίκασε και καταδίκασε το έγκλημα της ιστορίας μας; ναι, ξέρω, τώρα πια νομίζω πως παραείναι εύκολο, είμαι εγώ, εγώ που σας μιλάω, για την ακρίβεια είμαι εγώ που έπεσα χθες βράδυ και κοιμήθηκα, αμέσως μόλις σκότωσα, όχι, όχι ακόμα, περιμένετε, δεν ήταν έγκλημα που σκότωσα, μην βιάζεστε, ακόμα δεν ξέρετε, δεν μπορείτε καν να ξέρετε ποιος ήτανε αυτός που σκότωσα, όχι, σας λέω, μην φεύγετε, καθίστε, ακούστε με, ακόμα δεν τελείωσα, έχω ακόμα να σας πω, έχω πολλά ακόμα, το ξέρω, δεν προλαβαίνω, η μέρα, όχι, στο φως της μέρας, όχι, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, ακούστε μόνο αυτό τουλάχιστον, ακούστε, σας παρακαλώ, και ύστερα ξεχάστε με, όχι, δεν ήτανε αυτό το έγκλημά μου, έγκλημα ήταν που κοιμήθηκα και τιμωρία μου είναι που ακόμα ονειρεύομαι.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

γύρω από τους αστραγάλους της β'

γυμνό κι ας μην το βλέπετε, να σας διηγείται τι κάνει, τι έκανε χθες βράδυ στο κρεβάτι του, πώς είπατε; πιο δυνατά, παρακαλώ, δεν σας ακούω, ξέρετε, είναι και η απόσταση, ή μάλλον όχι, αφήστε, θα σας πω εγώ, άλλωστε ξέρω καλύτερα ακόμα κι από εσάς τι είναι αυτό που σκέφτεστε, σκέφτεστε, κι αν κάνω λάθος, διορθώστε με, αφού δεν μπορούμε να τη δούμε, τι σημασία έχει που είναι γυμνή αυτή που μας μιλάει; εάν τη βλέπαμε, ακόμα κι αν ήτανε ντυμένη, τότε ίσως ακόμα και να τη γδύσουμε με τα μάτια θα μπορούσαμε, μα τώρα που είναι αόρατη, ακόμα και αν δεχθούμε πως είναι πράγματι γυμνή, τι περιμένει από εμάς; μήπως με τα αυτιά μας να τη ντύσουμε; καταρχάς, ας το ξεκαθαρίσουμε, δεν περιμένω τίποτα από κανέναν από εσάς, μονάχα να με ακούσετε, κι αυτό όχι γιατί, ας πούμε, προσδοκώ μιλώντας σας να αποκομίσω κάτι, όχι, για αυτό να είστε σίγουροι, στο τέλος δεν πρόκειται να απαιτήσω τίποτα, και σίγουρα αποκλείεται να σας ζητήσω βοήθεια, είμαι έτοιμη να αναλάβω τις ευθύνες μου και μόνη εγώ θα δώσω λύση στο όποιο πρόβλημα μόνη μου δημιούργησα, σας είπα, από εσάς ζητώ μονάχα να με ακούσετε, ή για να το πω λιγάκι διαφορετικά, κι ας με παρεξηγήσετε, από εσάς ζητώ μονάχα την παρέα σας, μα ωστόσο, αν κάποιοι από εσάς είσαστε τόσο κύριοι, που δεν αντέχετε να βλέπετε κάποια να υποφέρει, που μπρος στη θέα ή έστω στην ιδέα ενός κοριτσιού που βρίσκεται σε κίνδυνο, αρνείστε να μένετε και να παρατηρείτε ως θεατές αμέτοχοι, αν νιώθετε τόσο την ανάγκη να προσφέρετε, να δώσετε μια λύση, μια βοήθεια, ακόμα και να θυσιαστείτε για χάρη μίας άγνωστης, το δράμα της οποίας έτυχε να γνωρίσετε, πριν καν ακούσετε, πριν καν ζητήσετε να μάθετε, πριν καν το όνομά της να ρωτήσετε, αλήθεια, θα θέλατε να μάθετε ποιο είναι το όνομά μου; ή μήπως προτιμάτε να μαντέψετε; η αλήθεια είναι πως ίσως δεν είναι και τόσο δύσκολο, ίσως και να σας το έχω ήδη πει, μα εσείς δεν το προσέξατε, ίσως λέω, μην προσπαθείτε τώρα να θυμηθείτε όλες τις λέξεις που έχω πει, μην ψάχνετε τις λέξεις μου, οι λέξεις μου θα είναι εδώ, μπορείτε πάντα σε αυτές να επιστρέφετε, ψάξτε εμένα, θα σας έλεγα, καλύτερα, άλλωστε εγώ εδώ βρίσκομαι για προσωρινά, ψάξτε με, όσο ακόμα είναι νωρίς, ψάξτε, πριν φύγω, πριν το μετανιώσετε, ψάξτε με όσο θέλετε, μα μην με βοηθάτε, εγώ ποτέ μου δεν σας ζήτησα βοήθεια, εγώ ποτέ μου δεν είχα, δεν θα έχω ανάγκη από κανέναν σας, μα ωστόσο, αν κάποιοι από εσάς είσαστε τόσο κύριοι, που δεν αντέχετε να ξέρετε πως κάποια υποφέρει, που έστω η ιδέα ενός κοριτσιού που βρίσκεται σε κίνδυνο δεν σας αφήνει να ησυχάσετε, τι έγινε; τι πάθατε; πώς είπατε; μα αλήθεια, τι σκεφτήκατε; ποιος είπε ότι για μένα σας μιλώ; εγώ σας είπα, δεν έχω την ανάγκη σας κι ούτε που πρόκειται ποτέ να σας ζητήσω τίποτα, τίποτα περισσότερο, μόνο λίγη παρέα, ναι φυσικά, στην άλλη τόσην ώρα αναφερόμουνα, σε εκείνη που μου μοιάζει, σε εκείνη που ονειρεύτηκα πως είδα στο όνειρό μου, σε εκείνη που κοιμότανε, ίσως κοιμάται ακόμα, για αυτό σας λέω, ίσως ακόμα βρίσκεται σε κίνδυνο, εδώ, επάνω στο κρεβάτι μου, με ανοιχτά τα μάτια και δύο φίδια τριγυρίζανε μες στα σκεπάσματά της, όχι, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου όλα αυτά, τα είδα με τα μάτια μου, με τα κλειστά τα μάτια μου εννοώ, τα είδα στο όνειρό μου, είδα χθες βράδυ ένα όνειρο, ήμουνα, λέει, στο κρεβάτι και κοιμόμουνα, κοιμόμουν κι έβλεπα ένα όνειρο, στο όνειρο αυτό ήμουν εγώ ή κάποια που μου έμοιαζε, ήταν κορίτσι όπως εγώ, ήταν γυμνή και ξαπλωμένη κάτω από το πάπλωμά μου, κάτω από αυτό το πάπλωμα υπήρχανε δυο φίδια, το πάπλωμα τα έκρυβε, κι όμως εγώ τα είδα, τα είδα να κινούνται, πάλευαν, κουλουριάζονταν πάνω στα γόνατά της, τυλίγονταν τριγύρω της, έσφιγγαν τους μηρούς της, τα φίδια ήταν υγρά, υγρά και παγωμένα, εγώ, όμως, ήτανε ζεστή, είπα εγώ και όχι αυτή, τρόμαξα που το είπα, τρόμαξα που μου έμοιαζε, που είχε ανοιχτά τα μάτια, ξύπνησα μόλις τρόμαξα, δεν ξύπνησα στ’ αλήθεια, ξύπνησα μέσα στο όνειρο, όμως εγώ συνέχισα ακόμα να κοιμάμαι, συνέχισε και το όνειρο, με είδα να ξυπνάω, άνοιξα, λέει, τα μάτια μου, πέταξα από πάνω μου αυτό το πάπλωμά μου, ήθελα να βεβαιωθώ πως δεν υπήρχαν φίδια, ήμουν γυμνή, κοιμόμουνα, ήμουνα κοριτσάκι, έβλεπα ένα όνειρο, έβλεπα δύο φίδια, έβλεπα κάποια που μου έμοιαζε, ήταν κι αυτή κορίτσι, ήταν γυμνή όπως κι εγώ, νόμιζα ήτανε νεκρή, μα αυτή απλώς κοιμότανε με ανοιχτά τα μάτια, κοιμότανε, κινδύνευε, την έσφιγγαν τα φίδια, τα φίδια την αγκάλιαζαν, αυτή δεν αντιδρούσε, έκανε πως κοιμότανε, είχε ανοιχτά τα μάτια, είχε τα μάτια ανοιχτά, τα μάτια με κοιτούσαν, ενώ εγώ την έβλεπα, αυτή κοιτούσε εμένα, ποιος το είπε αυτό; ελάτε, μην διστάζετε, πείτε το πάλι δυνατά, σας λέω, έχετε δίκιο, με κοιτούσε και προσπαθούσε κάτι να μου πει, ήξερε πως την βλέπω, πως μόνο εγώ μπορούσα να την δω, πως μόνο εγώ μπορούσα να καταλάβω πόσο πολύ κινδύνευε, πως μόνο εγώ μπορούσα και να την βοηθήσω, και τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι αυτή η ομοιότητα, νομίζω σας το είπα ήδη πόσο πολύ μου έμοιαζε, μόνο που ήταν λίγο, ελάχιστα, θα έλεγα, πιο όμορφη, δεν ήταν παρά μία πρόφαση, ένα, ας πούμε, τέχνασμα για να με κάνει να ενδιαφερθώ νομίζοντας πως ήμουνα εγώ αυτή που στην πραγματικότητα κινδύνευε, για να με κάνει να τρομάξω και να ξυπνήσω όσο γινότανε πιο γρήγορα, αντί να κάθομαι εκεί μέσα στο όνειρο και να χαζεύω αμέριμνη ένα άγνωστο κορίτσι να υποφέρει, να υπομένει μια τόσο φρικιαστική κατάσταση, να κινδυνεύει να, ναι, να κινδυνεύει η ίδια η ζωή της, δεν ξέρω πόσο θανατηφόρα επικίνδυνα μπορούσαν να είναι αυτά τα δύο φίδια, ακόμα και αν γνώριζα από αυτά, σας είπα, το μόνο που κατάφερα να δω ήτανε οι κινήσεις τους κάτω από το πάπλωμα, ακόμα και αν ανάμεσά σας βρισκόταν κάποιος ειδικός, αλήθεια, μήπως βρίσκεται; δεν θα μπορούσα να του τα περιγράψω, το ξέρω, ίσως και να ήτανε ακίνδυνα, ίσως δεν ήταν από αυτά που είναι ικανά, με μια τους μόνο δαγκωνιά, να παραλύσουνε το θύμα τους ή ακόμα από τα άλλα, εκείνα που έχουν τόση δύναμη, που αν τυλιχτούνε γύρω από το θήραμά τους, μπορούνε να σπάσουν όλα τα κόκκαλα, ναι, υπάρχουν τέτοια φίδια, σας είπα, εγώ δεν ξέρω από αυτά, αλλά εντάξει κάποια πράγματα νομίζω πως όλοι τα γνωρίζουν, αλλά εντάξει, ας υποθέσουμε ότι τα δύο φίδια αυτά δεν ήταν δηλητηριώδη, ας πούμε ότι ήταν άκακα κι ότι το μόνο που ζητούσαν ήταν μονάχα λίγη ζεστασιά, εκεί, μες στα σκεπάσματα του κοριτσιού κι ανάμεσα στα πόδια του, και πάλι, σας παρακαλώ, σκεφτείτε το, φέρτε στον νου σας μια τέτοια σιχαμερή εικόνα, με την γλοιώδη επιδερμίδα των ερπετών να σέρνονται επάνω στο γυμνό της σώμα κι αυτή να θέλει να φωνάξει, να θέλει να τρέξει να σωθεί, μα να την είναι αδύνατον, αφού μια και μόνο κίνησή της μπορεί, μπορούσε, να αποβεί μοιραία, και ενώ τα φίδια συνεχίζουν να τυλίγονται, υγρά και παγωμένα, ενώ παλεύουν ανάμεσα στα πόδια της, σκεφτείτε, σας παρακαλώ, και εντάξει, ας πούμε ότι είναι ακίνδυνα, ότι μόνο να παίξουν θέλουνε, ότι δεν θέλουν να εξοντώσουν, αλλά αγαπούνε το κορίτσι του ονείρου μου και θέλουν έτσι, με τον τρόπο τους, να δείξουν την αγάπη τους, ας πούμε ότι ακόμα και τα ερπετά, ακόμα και τα πιο άθλια, ακόμα και τα πιο αποκρουστικά πλάσματα αυτού του κόσμου, ας πούμε ότι έχουνε αισθήματα παρόμοια με τα ανθρώπινα και ότι ψάχνουν διαρκώς να βρούνε έναν τρόπο να τα δείξουνε σε εμάς, σε εμάς που δεν έχουμε ανάγκη τίποτα να αποδείξουμε, εμάς τα αισθήματά μας θεωρούνται δεδομένα, υπάρχουνε και μόνο επειδή μπορούμε να τα περιγράψουμε, υπάρχουν μες στις λέξεις μας, κι αυτό αρκεί, όμως τα ερπετά, σκεφτείτε λίγο, τα ερπετά, όχι, δεν μπορούν τα ερπετά καθόλου να μιλήσουνε, δεν έχουν λέξεις τα ερπετά, μα έχουν το δηλητήριο, αλήθεια, το σκεφτήκατε, άραγε, ποτέ, ότι τα φίδια κάτι προσπαθούν να πουν κάθε φορά που μας δαγκώνουνε; αλλά όχι, είπαμε, ας πούμε πως τα δυο φίδια του ονείρου μου, τα δυο συγκεκριμένα φίδια δεν έχουνε κακό σκοπό, και επιπλέον δεν είναι δηλητηριώδη, αλλά μονάχα σιχαμερά και άθλια, πείτε μου, ακόμα και έτσι να είναι, είναι αυτός λόγος αρκετός για να αισθανθεί πιο ασφαλής αυτή που τα φιλοξενεί μες στα σκεπάσματά της; φοβήθηκε, δεν λέω, φοβήθηκε και όπως ήταν φυσικό φώναξε για βοήθεια, εντάξει, όχι, δεν φώναξε ακριβώς, φώναξε με τον τρόπο της, άλλωστε η όλη αντίδρασή της ήταν πολύ αξιοπρεπής, θα έλεγα γενναία, αλήθεια, πείτε μου, ποιος από εσάς θα είχε καταφέρει να φανεί τόσο ψύχραιμος, όσο και το κορίτσι αυτό, σε μια παρόμοια κατάσταση; ναι, βέβαια, τώρα μπορείτε να γελάτε και να ειρωνεύεστε, αλλά και μόνο στην ιδέα πως ένα φίδι γλιστράει μέσα στο παντελόνι σας, και σέρνεται σιγά σιγά τυλίγοντας το πόδι σας, και ανεβαίνει αργά αργά, να συνεχίσω; θέλετε; σωπάσατε, το ήξερα, όπως και ξέρω πως κάποιοι από εσάς μηχανικά φέρατε την παλάμη σας εκεί, ίσως νομίζοντας πως έτσι απλά, με μια σας μόνο κίνηση, με μία κίνηση μηχανική, αυτόματη, αυθόρμητη, πως ίσως, συγγνώμη, μα δεν νομίζω αυτό να βοηθά, πως ίσως θα μπορούσατε, αν όχι να διώξετε τα φίδια από πάνω σας, πως ίσως λέω, φέρνοντας την παλάμη σας εκεί, κάποιοι από εσάς μπορεί και να παρασυρθήκατε, μπορεί και να μην αρκεστήκατε μονάχα σε αυτό το αυθόρμητο το άγγιγμα, μπορεί και να αρχίσατε εκεί, μες στο σκοτάδι να χαϊδεύεστε, κάποιοι από εσάς μπορεί, λέω μπορεί, ξέρετε, δεν σας βλέπω, μπορεί και να είχατε αρχίσει από πριν, από πολύ νωρίτερα, ίσως ακόμα από τη στιγμή που ακούσατε ότι αυτή που σας μιλάει είναι γυμνή, ή ακόμα χειρότερα, ναι, εντάξει, μην προσβάλλεστε, καταλαβαίνω, άνθρωποι είστε, όχι, δεν είστε ερπετά, να δείχνετε με άθλιες, σιχαμερές κινήσεις όλα αυτά που νιώθετε, ή ακόμα, λοιπόν, χειρότερα, από την ώρα που ακούσατε ότι αυτή που σας μιλάει είναι κορίτσι, ή έστω, ας πούμε, ήτανε όταν ξεκίνησε να σας μιλά, δεν ξέρω, κυλάει ο χρόνος, συγγνώμη, δεν γνωρίζω ακριβώς πόση ώρα από τότε πέρασε, συγγνώμη, μπορεί να γέρασα λιγάκι εν τω μεταξύ, συγγνώμη μεγαλώνω, μα το κορίτσι στο όνειρο, στο όνειρο μέσα στο όνειρο, θα είναι πάντα κορίτσι, θα έχει για πάντα τα μάτια ανοιχτά, θα μοιάζει πεθαμένη, θα είναι για πάντα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, κάτω από το πάπλωμά μου, θα με κοιτάζει όσο εγώ την ονειρεύομαι, θα μου ζητάει βοήθεια, θα είναι γυμνή, όπως κι εγώ, μα αυτή δεν θα είναι μόνη, θα έχει για πάντα δυο φίδια ανάμεσα στα πόδια της, μα τότε ποιος είναι ο λόγος που μου ζητάει βοήθεια; θέλω να πω, αν είναι το μαρτύριο αυτό να διαρκέσει για πάντα, πώς γίνεται να ελπίζει, να προσβλέπει, να επιδιώκει μια οποιαδήποτε βοήθεια, μια βοήθεια που προφανώς θα κάνει το μαρτύριο αυτό με κάποιον τρόπο να πάψει να υφίσταται; καταλαβαίνετε τι λέω; φέρτε στο νου μια κατάσταση, μια οποιαδήποτε κατάσταση που διαρκεί για πάντα, το ξέρω σας ξαφνιάζω, αφού το νου σας συνήθως τον απασχολούν μονάχα τα εφήμερα, μα προσπαθήστε, σας παρακαλώ, δεν είναι τόσο δύσκολο, ορίστε, τι είπατε; η θάλασσα; μα είπα για πάντα, όχι για πολύ, η θάλασσα, ξέρετε, μια μέρα θα εξατμιστεί, μια μέρα θα στερέψει, ελάτε, ξαναδοκιμάστε, μιλήστε μόνο δυνατά, πείτε μου, σας ακούω, ορίστε; είπατε αλήθεια τα βουνά; όχι, κάνετε λάθος, και τα βουνά θα γκρεμιστούν, θα σωριαστούν μια μέρα, μα τι συμβαίνει; μήπως δεν γνωρίζετε το πάντα τι σημαίνει; ελάτε, σας παρακαλώ, σας δίνω ακόμα μια ευκαιρία, ναι, κάποιος είπε ο ουρανός, το ακούσατε κι οι άλλοι; τι λέτε; συμφωνείτε με τον κύριο; θα υπάρχει πάντα ουρανός; όχι για πάντα μάλλον, αφού κι αυτός μια μέρα θα εξαφανιστεί, θα σβήσει, θα πεθάνει, τι έγινε; νομίζω σας απογοήτευσα, μπορεί και να σας μελαγχόλησα, μα μην ανησυχείτε, αυτή η μέρα, ξέρετε, αργεί, δεν πρόκειται κανένας από εμάς να φτάσει ως το τέλος, τη μέρα αυτή δεν πρόκειται να την προλάβουμε, ούτε εγώ που τώρα σας μιλώ ούτε εσείς που με ακούτε τώρα, ίσως να έχει το κορίτσι κάποιες πιθανότητες να ζήσει μέχρι τότε, ίσως για αυτό στ’ αλήθεια να φοβάται, ίσως το πάντα ή το μέχρι τότε έστω να την φοβίζουν περισσότερο από όλα τα ερπετά αυτού του κόσμου, τι λέτε; σας αρέσει αυτός μου ο συλλογισμός; αλήθεια, με παρακολουθείτε ακόμα; ωστόσο, μια σωστή απάντηση ακόμα δεν μου δώσατε, σας έχω ρωτήσει κάτι, το θυμάστε; σας ζήτησα να μου πείτε τι είναι αυτό που διαρκεί για πάντα κι εσείς μου είπατε κάτι για θάλασσες και ουρανούς, ακόμα περιμένω, τίποτα; αυτό ήτανε, λοιπόν; βρήκα τον τρόπο να σας κάνω να σωπάσετε; ελάτε τώρα, μην βαριόσαστε, σκεφτείτε επιτέλους, ή μήπως θέλετε να σας δώσω κάποιο κίνητρο; να δώσω κάποιο έπαθλο στον νικητή, που θα σκεφτεί και θα μου πει μια σωστή απάντηση; για να σκεφτώ, ναι, νομίζω πως έχω κάτι, λοιπόν, όποιος βρει τη λύση σε αυτό το ταπεινό, το τόσο εύκολο κι απλό προβληματάκι, δεν θα με ακούει μόνο στο εξής να του μιλάω έτσι γυμνή, μα θα με βλέπει κιόλας, εμπρός λοιπόν, τι λέτε, ορίστε έχουμε ήδη μια συμμετοχή με κάποιες αξιώσεις, ο κύριος είπε ο θεός, να, κι άλλος, η αγάπη, ο χρόνος, ναι, ορίστε; άκουσα καλά; είπε κανείς ο λόγος; τι εννοείτε το άπειρο; η ελπίδα πεθαίνει, κύριε, το ότι πεθαίνουν άλλοι πριν από αυτήν δεν την κάνει και αθάνατη, η ιστορία, μάλιστα, ακούστηκε κι αυτό, αλήθεια, πού τις κρύβατε τόσες αφηρημένες έννοιες; εντάξει, εντάξει, αρκετά, σας λέω, σταματήστε, μην βιάζεστε, παρακαλώ, μην βιάζεστε, σε λίγο θα δούμε κατά πόσο έχετε πέσει μέσα, πόσο σωστές είναι απαντήσεις που μου δώσατε, και σας υπόσχομαι, τον λόγο μου θα τον κρατήσω, ας πάρουμε, έτσι στην τύχη μια απάντηση, ας πάρουμε την πρώτη, ναι, ο κύριος που είπε ο θεός, όχι, μην φοβάστε, δεν πρόκειται να σας εκθέσω, όχι, ούτε παιχνίδια λογικής σκοπεύω να σας υποβάλω, ναι, θεωρώ πως δώσατε μια καθωσπρέπει απάντηση, είπατε, αν κάνω λάθος, διορθώστε με, ότι τα φίδια αυτά τα έστειλε ο θεός, ότι ο θεός είναι αυτός που έβαλε δύο ελεεινά, δυο γλοιώδη ερπετά ανάμεσα στα πόδια μιας κοπέλας, την ώρα που αυτή κοιμότανε, σας παρακαλώ, κύριε, μην φωνάζετε, τι; όχι; δεν είπατε αυτό; τι κρίμα, κι αν ξέρατε πόσο κοντά στο έπαθλό σας φτάσατε, εγώ όμως θα κρατήσω την απάντησή σας, εξάλλου, μου αρέσει, τι πάει να πει δεν θέλετε; εντάξει, εντάξει, την κρατώ, αλλά δεν σας την χρεώνω, ας πούμε τότε ότι μόνη μου την σκέφτηκα, αν και εγώ, αλήθεια σας το λέω, ποτέ δεν έβαζα μες στο μυαλό μου τέτοια πράγματα, λοιπόν, ας πούμε πως είναι ο θεός, πως ο θεός θέλησε, αυτό μπορούμε να το πούμε; ρωτάω, θέλει ο θεός; ή μήπως είναι λάθος; έστω, ας πούμε ότι θέλησε να τιμωρήσει με τον τρόπο αυτόν ή όχι, μήπως να δοκιμάσει; ναι, σίγουρα, αυτό ακούγεται καλύτερα, έτσι μπορώ να το δεχτώ, η έννοια της δοκιμασίας, άλλωστε, όχι μονάχα μου αρέσει, αλλά με βρίσκει και απολύτως σύμφωνη, ως τέτοια, ως δοκιμασία εννοώ, δέχομαι εξάλλου και το κάθε όνειρο που βλέπω, να, ας πούμε, πριν λίγες μέρες, για παράδειγμα, εκεί όπου κοιμόμουν, είδα πως περπατούσα, λέει, στην έρημο, δηλαδή νομίζω ότι ήταν η έρημος, δεν ξέρω, μπορεί και να ήταν κάποια τεράστια παραλία, όχι, εντάξει, αστειεύομαι, βρισκόμουν, λέει, καταμεσής στην έρημο και βάδιζα προς άγνωστη κατεύθυνση, θα ήθελα να πιστεύω ότι πήγαινα, ας πούμε, προς τη θάλασσα, αλλά όταν βρίσκεσαι στη μέση μιας ερήμου, η οποία βρίσκεται στη μέση του ονείρου σου, όχι, μάλλον το όνειρο αυτό δεν είναι και πολύ ευχάριστο, και ναι, μοιάζει πολύ με κάποια οδυνηρή δοκιμασία, μια δοκιμασία την οποία εγώ φαίνεται πως μες στο όνειρό μου αποδέχτηκα, αφού συνέχισα να περπατώ για ώρες, για μέρες, δεν ξέρω, μέσα στο όνειρο ο χρόνος είναι τόσο σχετικός, χωρίς κανέναν ασφαλή προσανατολισμό, χωρίς κανέναν συγκεκριμένο στόχο, εγώ, αλήθεια, το πιστεύετε; εγώ, που ακόμα και για να μετακινηθώ από το ένα δωμάτιο στο άλλο δυσκολεύομαι, εγώ συνέχισα να περπατώ μέσα στην έρημο, μόνο και μόνο για να αποδείξω, άραγε σε ποιον; για να αποδείξω ότι μπορώ να ανταποκριθώ στη δοκιμασία του ονείρου μου, τι εννοείται πως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά; ένα σωρό πράγματα θα μπορούσα να είχα κάνει, να, θα μπορούσα, για παράδειγμα, να βγάλω φτερά και να πετάξω, έτσι θα έφτανα πολύ πιο γρήγορα στη θάλασσα, εφόσον υπήρχε πραγματικά μια θάλασσα εκεί μες στο όνειρό μου, επίσης, θα μπορούσα να επινοήσω μία όαση, ναι, αυτό, πολύ καλά ακούσατε, ναι, να επινοήσω, να φτιάξω εκεί μέσα στο όνειρο, μέσα στην έρημο, μια όαση, έτσι απλά, λέγοντας μόνο φωναχτά αυτή τη λέξη, όαση, και τότε εκεί, από το πουθενά, αλήθεια, γιατί σας φαίνεται παράξενο; επίσης, θα μπορούσα, να αντικαταστήσω ολόκληρη την έρημο τοποθετώντας εκεί, μέσα στο όνειρο, στη θέση της, ας πούμε, ένα δάσος, εντάξει, το περπάτημα μέσα σε ένα δάσος, όσο κουραστικό και να είναι, είναι οπωσδήποτε απείρως πιο ευχάριστο, και κυρίως, αυτό που θα μπορούσα να είχα κάνει, αν ήθελα πραγματικά να αποφύγω τη δοκιμασία που το όνειρο μου είχε υποβάλει, ξέρετε τι θα έκανα; απλούστατο, αλήθεια απορώ που εσείς δεν το σκεφτήκατε, θέλετε τώρα να σας πω; μα θα σας πω, αφού όλα σας τα λέω, εντάξει, εντάξει, μα δεν μπορείτε καθόλου πια να περιμένετε; ορίστε, θα άνοιγα τα μάτια και τότε θα ξυπνούσα, μα αλήθεια, τι νομίζατε, πως είμαι υποχρεωμένη να υπομένω την κάθε δοκιμασία που μέσα στο όνειρό μου συναντώ, μόνο και μόνο επειδή όλα αυτά συμβαίνουνε στον ύπνο μου, κάνετε λάθος, για ακόμα μια φορά, αν θέλω, ναι, μπορώ και να ξυπνήσω, πριν που σας είπα ότι τρόμαξα, τότε με εκείνο το όνειρο, με το λευκό πουκάμισο, και ξύπνησα, σας φάνηκε τόσο φυσιολογικό, μα τώρα, ναι, ξέρω, ο τρόμος για εσάς μπορεί πάντα τα πάντα να δικαιολογεί, μα όλα τα άλλα αισθήματα, η κούραση, η ζέστη, η ανία, ξέρετε πόσο βαρετό είναι να περπατάς καταμεσής στην έρημο; όχι, για εσάς μονάχα ο τρόμος είναι ικανός να αφυπνίσει κάποιον, να τον ξυπνήσει όταν κοιμάται, εννοώ, γιατί αλλιώς, αν είναι ξύπνιος δηλαδή, μάλλον το πιθανότερο είναι να τον στείλει όσο γίνεται πιο γρήγορα κάτω από το πάπλωμά του, ναι, μην φοβάστε δεν το ξέχασα, κάτω από το πάπλωμα υπάρχουνε δυο φίδια, μα τώρα άλλο θέλω να σας πω, αφήστε, μην με διακόπτετε, ναι, προφανώς και ήταν μια δοκιμασία και το όνειρο το χθεσινό, δοκιμασία για μένα που το είδα, και έπειτα, σας είπα, εγώ συνέχισα να το ονειρεύομαι, κι αν τρόμαξα, που τρόμαξα, το παραδέχομαι, δεν ξύπνησα, παρά μονάχα μέσα στο όνειρο, εγώ, εγώ έξω από το όνειρό μου εννοώ, συνέχισα και το είδα ως το τέλος, ορίστε, τι καταλάβατε; με κάνατε και είπα λόγια που δεν έπρεπε, ναι, ως το τέλος, είπα, το ξέρω πως προδόθηκα, αλλά συγγνώμη, εσείς τι περιμένατε; ότι το όνειρο θα συνεχιζόταν από μόνο του, ακόμα και μετά, που ξύπνησα ή μήπως, ναι, αυτό είναι, ναι αυτό, λοιπόν, πιστεύετε; ότι κοιμάμαι ακόμα; ότι ακόμα και τώρα, εδώ, που σας μιλώ, δεν έχω καν ξυπνήσει; ότι δεν σας μιλάω ακριβώς, αλλά ότι παραμιλώ στον ύπνο μου; πείτε μου, αλήθεια, σας βολεύει μια τέτοια ερμηνεία; μα ναι, γιατί, αλήθεια, να μην είναι βολική για εσάς μια τέτοια εξήγηση; άλλωστε, κάτι τέτοιο θα σας απάλλασσε οριστικά από την κάθε υποχρέωση, έτσι δεν είναι, κύριοι; αφού εγώ κοιμάμαι ακόμα, όπως εσείς νομίζετε, κι αφού ακόμα ονειρεύομαι, τότε κι εσείς είστε κομμάτι του ονείρου μου, δεν είστε άνθρωποι κανονικοί, αλλά δημιουργήματά μου, τι υποχρεώσεις να έχει ένα δημιούργημα της φαντασίας μου; μια σκιά μέσα σε ένα όνειρο; αυτό προτιμάτε να είσαστε; σκιές; εμπρός, λοιπόν, σκιές, μιλήστε, απαντήστε μου, όχι; όπως επιθυμείτε, αν πάντως θέλετε πραγματικά να ακούσετε το τέλος του ονείρου μου, γιατί τέλος υπάρχει, να το ξέρετε, κάντε λιγάκι υπομονή, όλα θα σας τα πω πιστέψτε με, μα αφήστε πρώτα να σας πω πως τέλειωσε το όνειρο με την έρημο, που είχα μείνει, αν έχετε την καλοσύνη, σας παρακαλώ, θυμίστε μου, σωστά, εκεί όπου περπατούσα, εντάξει, μάλλον δεν ήταν δύσκολο, άλλωστε, δεν έκανα και τίποτα άλλο σε εκείνο εκεί το όνειρο, περπατούσα ώρες, μπορεί και μέρες ατελείωτες, αλήθεια, το φαντάζεστε; εγώ, είναι αστείο πόσο πολλά πράγματα μπορεί κανείς να κάνει μέσα στο όνειρο του, εκτός ονείρου είναι ζήτημα αν μπορώ να πάω με τα πόδια μέχρι, ναι, εντάξει, πάντως ήταν πολύ κουραστικό, και βαρετό, μέχρι κάποια στιγμή βάδιζα πάνω στην άμμο μονάχα από περιέργεια, πίστευα πως όλο και κάτι παράδοξο θα ξεπεταγόταν ξαφνικά μπροστά μου και το όνειρο θα αποκτούσε λίγο ενδιαφέρον, μετά άρχισα να απογοητεύομαι, ήταν κι αυτή η ζέστη, ξέρετε πόση ζέστη έχει εκεί στην έρημο; κι ο ήλιος, σου καίει στην κυριολεξία την επιδερμίδα σου, φανταστείτε πως βρίσκεστε γυμνοί επί ώρες, ημέρες, εκτεθειμένοι, στο έλεος του ήλιου της ερήμου, γιατί εγώ, ακόμα και σε αυτό το όνειρο, πάλι γυμνή με ονειρεύτηκα, πάντα γυμνή είμαι, ξέρετε, μέσα στα όνειρά μου, όπως και τώρα, άλλωστε, που σας μιλάω για αυτά, ή έστω όταν ξεκίνησα να σας μιλώ, γιατί στο μεταξύ, πού ξέρετε; μπορεί και να έχω ρίξει κάτι πάνω μου, πάντως εκεί, καταμεσής στην έρημο τίποτα δεν υπήρχε για να με προστατεύσει από τον ήλιο του ονείρου μου, ο οποίος, σε αντίθεση με τον κανονικό, έκαιγε μέρα νύχτα, αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν μπορούσα να αντιληφθώ για πόσες ώρες ή μέρες περπατάω, άρχισα να φοβάμαι πως μάλλον η κίνησή μου δεν ήτανε και τόσο ευθύγραμμη, πως ίσως έκανα κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο, όχι, έτσι δεν θα έφτανα ποτέ στη θάλασσα, κι αφού το τοπίο, έχετε άραγε ποτέ επισκεφτεί την έρημο; κι αφού το τοπίο ελάχιστα με βοηθούσε, σκέφτηκα πως ίσως θα ήτανε καλό να βάλω ένα σημάδι, έτσι ώστε αν δεν πέσω πάνω του ξανά, ας πούμε, να σιγουρευτώ πως έστω υπάρχει μια εξέλιξη σε αυτήν την διαδρομή μου, έτσι όμως που ήμουνα γυμνή και που μαζί μου δεν κουβαλούσα τίποτα ο μόνος τρόπος για να βάλω ένα σημάδι μέσα σε αυτήν την έρημο ήταν να γράψω κάτι εκεί, πάνω στην άμμο της, έτσι άρχισα να σχεδιάζω με το πόδι μου πάνω στην άμμο γράμματα, τα γράμματα αυτά σχημάτιζαν μια λέξη, η λέξη αυτή ήτανε ένα όνομα, το όνομα αυτό ήταν το όνομά του, κι αφού το ολοκλήρωσα, στάθηκα από πάνω του, αλήθεια, πολύ ικανοποιημένη, νομίζω ότι σχεδόν καμάρωνα για αυτό που είχα γράψει, όχι μονάχα θυμόμουν την ορθογραφία του ονόματος, αλλά είχα καταφέρει να φτιάξω με το πόδι μου τόσο όμορφα, τόσο κομψά και καλλιγραφικά στοιχεία, τέτοια που θα μπορούσανε να είχαν χαραχτεί πάνω σε μάρμαρο από έναν πολύ έμπειρο και άξιο τεχνίτη, κι ύστερα συνέχισα να περπατώ, για ώρες, ίσως για μέρες, μέχρι που κάποια στιγμή, ναι, μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια, ναι, έπεσα πάνω στο σημάδι μου, όχι, δεν είχα καμία ελπίδα να φτάσω κάποτε στη θάλασσα, έκανα κύκλους μες στην έρημο και μέσα στο όνειρό μου, τι πράγμα; ρωτάτε αν απελπίστηκα; αν θύμωσα; αν τρόμαξα; αν η απελπισία, ο θυμός, ο τρόμος μου με ξύπνησαν, ρωτάτε; όχι, καμία σχέση, συνέχισα να ονειρεύομαι, αλλά ναι, σταμάτησα να περπατάω, όχι γιατί είχα ανακαλύψει πόσο μάταιο ήταν να διασχίσω μόνη μου την έρημο, αλλά γιατί, όπως σας είπα, είμαι λογική, και μέσα στα όνειρά μου πάντα αντιδρώ με τρόπο λογικό, σκέφτομαι, συλλογίζομαι, κάνω ανάλυση των δεδομένων του ονείρου μου και βγάζω συμπεράσματα, τέτοια που ξύπνια ποτέ μου δεν θα μπορούσα σε αυτά ποτέ να καταλήξω, και ξέρετε τι σκέφτηκα; τι σκέφτηκα όταν είδα ξανά αυτό το όνομα που είχα γράψει με το πόδι μου, εγώ η ίδια, πριν ώρες, ίσως και μέρες, εκεί, πάνω στην άμμο, και που το βρήκα ύστερα ξανά, εκεί, ατόφιο κι αναλλοίωτο; ξέρετε; θυμάστε τι σας είπα; θυμάστε που όταν το έγραψα, είχα θαυμάσει την τέχνη, την καλλιγραφία εκείνων των γραμμάτων; θυμάστε, αν με προσέχετε, σίγουρα θα θυμάστε, που είχα συγκρίνει εκείνα εκεί τα γράμματα με τα στοιχεία που χαράζει ένα τεχνίτης ειδικός πάνω στο μάρμαρο; ελάτε τώρα, σκεφτείτε λίγο, είναι εύκολο, τι ήταν αυτό που με έκανε να κατασκευάσω μια τέτοια σύγκριση, να δημιουργήσω έναν τέτοιο συνειρμό εκεί, μέσα στο όνειρο; σκεφτείτε λίγο, σας παρακαλώ, η λέξη που με το πόδι μου έγραψα εκεί, πάνω στην άμμο, η λέξη που επέλεξα να βάλω για σημάδι, δεν ήταν μια οποιαδήποτε, μία τυχαία λέξη, ήτανε ένα όνομα, το δικό του όνομα, και ύστερα αφού την είδα και καμάρωσα με πόση τέχνη είχα καταφέρει, εκεί, μέσα στην έρημο, μετά από τόσο, τόσο πολύ περπάτημα, με όλον αυτόν τον ήλιο να ζεματάει για ώρες, μέρες πάνω από το κεφάλι μου, μετά από τέτοια σκληρή δοκιμασία, με πόση τέχνη μπόρεσα να αποδώσω τα γράμματα που σχηματίζουν το όνομά του, μου ήρθε στο νου ότι τα γράμματα αυτά, ότι αυτό το όνομα, έτσι όμορφα και καλλιτεχνικά γραμμένα, μόνο πάνω σε μια πλάκα μαρμάρινη θα μπορούσα να τα είχα συναντήσει, καταλαβαίνετε; πείτε μου, όχι, δεν είναι προφανές; εκείνη εκεί η έρημος, μέσα στο όνειρό μου, δεν ήταν μια οποιαδήποτε έρημος, δηλαδή, δεν ήταν καν μια έρημος κανονική, ακόμα και μέσα στη συνθήκη του ονείρου, μα κάτι άλλο, πιο προσωπικό και σίγουρα ακόμα πιο επώδυνο, ναι, αυτό, όχι, πείτε το, μην φοβάστε, δεν με πληγώνετε, δεν με στενοχωρείτε περισσότερο, η έρημος ήταν ο τάφος του και εγώ ενώ περπατούσα πάνω στην άμμο της για τόσες ώρες, μέρες, πατούσα ακριβώς πάνω σε αυτόν, καταπατούσα, δεν ξέρω, ίσως και βεβήλωνα, με τα γυμνά μου πόδια, δεν ξέρω, όμως με τα πόδια αυτά είναι που χάραξα πάνω στην άμμο, πάνω στον τάφο το όνομά του, δεν ξέρω, μπορεί, βάζοντας το όνομά του για σημάδι, μπορεί και να επανόρθωσα, πώς είπατε; ρωτάτε αν ξύπνησα μετά από αυτό; εάν με ξύπνησε η αποκάλυψη; εάν τα κατάφερε ο λογικός συλλογισμός εκεί όπου απέτυχαν η ζέστη, η ανία και η κούραση; όχι ακριβώς, ξύπνησα δηλαδή μετά από λίγο, αλλά όχι για αυτόν τον λόγο, ο λόγος που με ξύπνησε ήτανε τελικά η άμμος, η άμμος που ο ήλιος τόσο πολύ πυράκτωνε, που ήταν σαν να πατάω πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, ναι, σας θυμίζω, ήμουνα γυμνή, και ήταν και τα πόδια μου γυμνά και άλλο πια δεν άντεχα να περπατάω πάνω στη φωτιά, και κάηκα, και πόνεσα, και τρόμαξα, και ναι, στο τέλος ξύπνησα, σωστά, πολύ καλή ερώτηση, ακούσατε τι είπε ο κύριος; ρωτάει, γιατί το κάψιμο αυτό δεν με είχε ενοχλήσει, με ενοχλούσε δηλαδή, μα όχι τόσο που να με κάνει να ξυπνήσω, γιατί δεν με ενόχλησε όλες αυτές τις ώρες, τις μέρες ίσως, που περπατούσα εκεί, μέσα στην έρημο, ψάχνοντας, λέει, για να βρω τον δρόμο προς τη θάλασσα; γιατί με ενόχλησε μόνο εκείνη τη στιγμή και μάλιστα τόσο πολύ που με έκανε στο τέλος να ξυπνήσω; δεν ξέρω να σας πω με σιγουριά, θα έλεγα πως ίσως είχε να κάνει με την αποκάλυψη, ίσως μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν τάφος αυτό όπου πάνω του πατούσα, όχι οποιοσδήποτε τάφος, ήταν ο δικός του, τότε ίσως, ίσως λέω, όχι, συγγνώμη μα δεν μπορώ να είμαι σίγουρη, ναι, ίσως τότε ακριβώς και να κατάλαβα ότι η λογική, όση εν πάση περιπτώσει λογική χωράει μέσα σε ένα όνειρο, υπαγορεύει ότι μια τέτοια οδυνηρή κατάσταση, μία δοκιμασία, όπως την χαρακτήρισα νωρίτερα, δεν είναι δυνατόν να έχει μια τόση μεγάλη διάρκεια, ξέρετε, κανείς δεν γίνεται να περπατά, έτσι γυμνός, μέσα στην έρημο για τόσες ώρες, μέρες, θα έπρεπε κανονικά να είχα καταρρεύσει, και έπειτα, ήμουν και χωρίς νερό, χωρίς τροφή, αφήστε το, δεν στέκει, πριν όμως καταλάβω πως κάτω από την έρημο βρισκότανε αυτός ή έστω ό,τι έχει απομείνει από αυτόν εδώ, μες στο μυαλό μου, όλα αυτά, για κάποιον λόγο ανεξήγητο, έστεκαν μια χαρά και λειτουργούσανε, με άλλα λόγια, προσέξτε με, θα δείτε, δεν θα το μετανιώσετε, η λογική με έκανε να αντιληφθώ ότι αυτό το πράγμα που έμοιαζε με έρημος εκεί, μες στο όνειρό μου, ήτανε στην πραγματικότητα ο τάφος του, και στη συνέχεια ο τάφος του, ο θάνατος του, δηλαδή, όχι ο τάφος από μόνος του, αλλά ο τάφος ως μνημείο, ως υπόμνηση, η ανάκληση του θανάτου του στη μνήμη μου, στην έστω εντός του ονείρου μνήμη μου, αντί να με ανταμείψει, που μέσω αυτού του λογικού συλλογισμού κατέληξα στην αποκάλυψή του, μετέτρεψε την λογική σε όπλο εναντίον μου, απέδειξε πόσο παράλογο ήταν το όνειρο που ζούσα, παράλογο ακόμα και μέσα στην εκτός της λογικής συνθήκη του ονείρου, και με ξεγύμνωσε, με αποδυνάμωσε, με εγκατέλειψε μόνη, γυμνή, αδύναμη και αβοήθητη στο έλεος μιας δοκιμασίας, χωρίς κανένα έπαθλο, χωρίς κανένα κίνητρο, χωρίς καν τέλος και σκοπό, αλλά με πολλούς ακόμα αυστηρούς και απαράβατους κανόνες, κανόνες, ναι, γιατί παραξενεύεστε; το ότι δεν πρέπει να περπατάς με γυμνά πόδια πάνω στην καυτή άμμο της ερήμου, γιατί θα πάθεις ανεπανόρθωτα εγκαύματα, γιατί έτσι είναι κατασκευασμένη η επιδερμίδα σου, ο οργανισμός σου, η έρημος, ο ήλιος, ο κόσμος ολόκληρος, όλα αυτά, ναι, όλα αυτά, θα μπορούσα να συνεχίσω, να πω και άλλα, και άλλα περισσότερα, όλα αυτά, και άλλα, ναι, αμέτρητα, όπως οι άμμος της ερήμου, ναι, πείτε μου, δεν είναι όλα αυτά κανόνες; ανακεφαλαιώνω, κι αν θέλετε, κρατήστε σημειώσεις, η λογική της επιβίωσης με έκανε να βάλω το σημάδι, η λογική της ερμηνείας με έκανε να καταλάβω, μέσω του σημαδιού που έβαλα, ότι η έρημος στην πραγματικότητα δεν ήτανε παρά ο τάφος του, η λογική της μνήμης με έκανε να θυμηθώ, μέσω του τάφου ως συμβόλου, τον θάνατό του, η λογική του θανάτου του, συνεχίζω, η λογική της απώλειας ή της φθοράς, αν προτιμάτε, με έκανε να αντιληφθώ πόσο παράλογη ήταν η κατάσταση στην οποία είχα βρεθεί, λίγο ακόμη, η λογική της αίσθησης του παραλόγου με έκανε να δω πόσο μάταιη και δίχως κανένα απολύτως νόημα ήτανε η δοκιμασία μου, και τελειώνω, η λογική της ματαιότητας με έκανε να καώ, να πονέσω, να κλάψω, να τρομάξω, να ξυπνήσω, να ταραχθώ, να ζαλιστώ, να μείνω άγρυπνη μέχρι να ξημερώσει, να παραμείνω ακίνητη και με ανοιχτά τα μάτια επάνω στο κρεβάτι μου, κάτω από το πάπλωμά μου και να καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που γνωριστήκαμε, την ώρα και τη στιγμή που τον αγάπησα, την ώρα και τη στιγμή που πέθανε, που τόλμησε πριν από εμένα να πεθάνει, και ναι, κύριοι, αυτή είναι η λογική της κατάρας μου, μάλιστα, κύριοι, έτσι ακριβώς λειτουργεί η λογική μου, σας αρέσει η λογική μου, κύριοι; πείτε μου, σας αρέσει;