Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Έρωτας είναι να ξοδεύεσαι. Να σπάζεις, να σκορπίζεσαι, να γίνεσαι κομμάτια. Ολόκληρος να έρχεσαι, μισός να επιστρέφεις. Όταν σου λέει «μου αρέσουνε τα μάτια σου», να βγάζεις το ένα μόνος σου και να της το προσφέρεις. Όταν αμφισβητεί το βλέμμα σου, πως σε άλλες το μοιράζεις, τότε να βγάζεις και τα δυο – «δες και για μένα τώρα!». Ο έρωτας φορολογεί, δημεύει, επιτάσσει. Όποιος δεν δίνει, χάνεται. Όποιος δεν παίρνει, χάνει. Μη ζεις με ανταλλάγματα. Αν θες να παίρνεις, μην ζητάς! Αν θες να έχεις, κλέψε!

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

baby’s on fire

Ιούνιος 2013. Η ανατολή της μεταπολεμικής μου εποχής έχει συμπέσει με την πιο γενναιόδωρη περίοδο του χρόνου. Το έχω ξαναγράψει, το να υποδέχεσαι μία καινούρια άνοιξη, το να συνειδητοποιείς ότι περιλαμβάνεσαι στο καστ της μεγαλύτερης παραγωγής που λέγεται «καινούριο καλοκαίρι», ειδικά όταν έχει προηγηθεί ένας χειμώνας μοχθηρός και επικίνδυνος, δίνει τις περισσότερες φορές μίαν αίσθηση αθανασίας, που είναι ικανή να ξελογιάσει και να θέσει σε διαστημική τροχιά ανθρώπους πολύ λιγότερο ψωνισμένους από τον αλαζόνα αφηγητή αυτής της ιστορίας. Έτσι, αφού ο Δεύτερος Παγκόσμιος μου Πόλεμος τερματίστηκε πριν από δύο μήνες, με τρόπο αίσιο για τις ημέτερες δυνάμεις. Αφού ολοκληρώθηκαν ταυτόχρονα σχεδόν τα δύο θρίλερ όπου εμφανιζόμουν (για περισσότερες πληροφορίες αναζητήστε τα επόμενα βιβλία των dreamtigers). Έστησα το ρωμαϊκό μου θρίαμβο εκεί όπου κάποτε υψωνότανε και άπλωνε ο πλάτανος του Posh, για να τον βλέπω κάθε πρωί μόλις ξυπνώ από το παράθυρό απέναντι και όσοι περνούν από τα Παλιά όλοι να τον κοιτούνε.

Ιούνιος 2013. Το Posh, παρά τη γλυκερή του παρακμή, που έτσι κι αλλιώς του πάει, παραμένει το ωραιότερο καλοκαιρινό μπαρ της πόλης μας. Ένα μπητς μπαρ όπου, ελλείψει θάλασσας, μπορεί ο καθένας ελεύθερα να φανταστεί και να κατασκευάσει τη δικιά του. Κι αν ζεσταθεί, κι άμα καεί, μέσα της να βουτήξει. Είναι η περίοδος όπου γιορτάζεται η «Μέρα της Μουσικής», της οποίας ο τίτλος είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού οι εκδηλώσεις της κρατούν καμιά βδομάδα. Από αυτές οι περισσότερες γίνονται στην ευρύτερή μας γειτονιά, έτσι ακόμα και αν δεν θέλουμε, ξυπνούμε και κοιμόμαστε μέσα σε ένα κλίμα εορταστικό, που μας θυμίζει έντονα, έστω για λίγες μέρες, τις παλαιότερες ένδοξες εποχές. Τα πιο τρελά μας χρόνια. Και αν πιο παλιά ήταν αυτά τα πανηγύρια ακριβώς που προτιμούσα με τρόπο να αποφεύγω, φέτος όχι μονάχα θέλω να βρίσκομαι εδώ, αλλά στ’ αλήθεια λαχταρώ μαζί τους να γιορτάσω. Μέχρι και που κάποιες στιγμές αισθάνομαι πως στην πραγματικότητα για πάρτη μου είναι που γίνονται όλα αυτά. Δικιά μου είναι η γιορτή κι όλες αυτές οι διάφανες γυναίκες γύρω μου για μένα έχουν έρθει.

Σάββατο ξημερώματα. Κανείς δε θέλει να επιστρέψει σπίτι του. Ολόκληρη η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο. Ολόκληρη η γειτονιά, ενδεχομένως και ολόκληρη η πόλη έχουνε γίνει η αυλή αυτού του μπαρ, όπου εξακολουθούν επίμονα να παίζουν παιδιά, που μέσα σε όλο ετούτο το χαμό ξεχάστηκαν και ξέχασαν πως έπρεπε λίγο να μεγαλώσουν. Υπάρχουν άνθρωποι που αύριο θα τους ρωτούν, τί έκαναν χθες βράδυ, και θα απαντούν με φυσικότητα, «πήγα μια βόλτα από το Posh». Κι ας μην πλησίασαν καν προς τα Παλιά. Και ας μη βγήκανε ποτέ έξω από το σπίτι. Και όμως, δεν θα λένε ψέματα.

Σάββατο ξημερώματα. Μέσα στο Posh έχουμε μείνει λίγοι. Όλοι μας γνωριζόμαστε καλά εδώ και δέκα χρόνια. Όλοι έχουμε δει ο ένας τον άλλον σε στιγμές που σίγουρα θα θέλαμε να έχουμε λησμονήσει. Όλοι έχουμε υπάρξει μάρτυρες στων άλλων, στου καθενός, στου κανενός τις περιπέτειες, τις ήττες, τους θριάμβους. Όλοι έχουμε κατά λάθος πιει από των άλλων ποτά. Όλοι έχουμε σκοπίμως μεταδώσει σε όλους τους άλλους ασθένειες ανίατες που κανενός η ιατρική δεν πρόκειται ποτέ να θεραπεύσει. Μόνη εξαίρεση μια ψηλή μελαχρινή, με εξωτικά χαρακτηριστικά παράξενα, που επιμένει να χορεύει μόνη της κάτω από τη νάρκη. Όσο εγώ την παρακολουθώ, τόσο αυτή γελάει. Την κάνω να γελάει, σκέφτομαι και λέω να πιω κάτι σε αυτό και παραγγέλνω άλλη μια λεμονάδα. Ο Νίκος, ο Αντώνης με πλησιάζουν ξαφνικά με εχθρικές διαθέσεις.

-Ρε φίλε, πώς τα καταφέρνεις χωρίς να πίνεις να μεθάς. Πες μας το μυστικό σου!
-Αν ήξερα με πόσα πολλά πράγματα μπορεί να γίνει ο άνθρωπος, δε θα είχα ζήσει ούτε μια στιγμή ξενέρωτος. 
-Και η Ινδιάνα, τι λέει; Είσαστε μαζί;
-Είναι μια φίλη. Την φιλοξενώ. Μαλάκες, τι γελάτε;

Σάββατο ξημερώματα. Τα φώτα σβήνουν ξαφνικά. Η μουσική σωπαίνει. Στον τοίχο τα ανθρωπάκια ανοίγουνε τα μάτια τους. Όλος ο κόσμος έχει εξαφανιστεί. Ο πλάτανος έχει ξανά φουντώσει και τα κλαδιά του μπαίνουν μες στο μαγαζί. Τους τοίχους αγκαλιάζουν. Θέλω να δω τι γίνεται. Πάω κοντά στην πόρτα. Χιονίζει. Είμαι με το κοντομάνικο, αλλά για κάποιο λόγο ζεσταίνομαι ακόμα. Παίρνω μια καρέκλα και κάθομαι να απολαύσω από κοντά το θαύμα. Κάθομαι και κοιτάζω τον χρόνο που στάζει από ψηλά. Όμορφα. Τρομακτικά. Αθόρυβα.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

posh στο τούνελ

Δεκέμβριος 2012. Όχι, δεν πρόκειται εκτενώς να αναφερθώ στα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μου, για δύο λόγους. Πρώτον, διότι αυτά αποτελούν υλικό για δύο άλλα (προσεχώς) βιβλία – ένα για όσα αφορούν την περιπέτεια της υγείας μου και ένα για το, ας το πούμε αστυνομικό, θρίλερ στο οποίο βρέθηκα να συμπρωταγωνιστώ, χωρίς ωστόσο να έχω ρωτηθεί ποτέ εάν το επιθυμώ και κυρίως χωρίς να έχω ρίξει έστω μία ματιά στο γαμημένο το σενάριο. Δεύτερον, επειδή σε αντίθεση με τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, όπου γνώρισα οπωσδήποτε μία πανωλεθρία, στο δεύτερο φρόντισα να συμπαραταχθώ με το στρατόπεδο των νικητών και έτσι όταν έληξε –όπως έληξε- βρέθηκα να έχω υπό την κατοχή μου τόσο μεγάλο κομμάτι του μεταπολεμικού κόσμου, που ειλικρινά πού να βρεθεί καιρός να ασχοληθώ με ανθρώπους που μέχρι χθες το βράδυ δεν τους γνώριζα και που ως αύριο το πρωί μάλλον δε θα θυμάμαι. Ως εκ τούτου, ιδού λοιπόν εγώ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2012, ξανά στο σπίτι στα Παλιά, απέναντι από το διαχρονικά αγαπημένο στέκι μου, στο οποίο πλέον, όποτε το επισκέπτομαι, πίνω μονάχα μπύρες χωρίς αλκοόλ και λεμονάδα σπιτική, που έχει φτιάξει λίγο πριν ο ίδιος ο συγκάτοικός μου. Μετά από τον μίζερο χωρισμό από τον τρίτο συνεχόμενο δεσμό μου, που ουσιαστικά ξεκίνησε κι αυτός μες στο «πωσάκι», και μετά την πρόσφατη απροσδόκητη αποκάλυψη –πραγματικά, τι άλλο έπρεπε ακόμα να συμβεί για να το καταλάβω;- της αυτοκαταστροφικής εξάρτησής μου, παλεύω να πιάσω το πράγμα από την αρχή, αν και οι δυνάμεις του εχθρού θα δείξουν τόσο πεισματική αντίδραση που ουσιαστικά θα πρέπει να περιμένω ως την άνοιξη για να ξεφορτωθώ το παρελθόν οριστικά και να συνεχίσω πια ανενόχλητος να κάνω τα δικά μου.

Δεκέμβριος 2012. Το Posh, λόγω κακού υπολογισμού, παρά λίγο να γιορτάσει πριν λίγες μέρες τα δέκατα γενέθλια του. Ίσως αυτό το παρά λίγο λάθος να οφείλεται στη ζωηρή επιθυμία μας να αναβιώσουμε μια εποχή που μόνο με τεχνάσματα μπορεί να επιστρέψει. Κανένα στέκι, καμιά νυχτερινή ζωή δεν είναι πλέον δυνατόν να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τις μη αναστρέψιμες ζωές μας. Ο κόσμος έχει αλλάξει πια για τα καλά. Κάποτε έμοιαζε χαζοχαρούμενος κι εμείς με προθυμία τότε αλλάζαμε ρόλους και σκοπούς, ανάλογα με το αν η χαζομάρα ή η χαρά βάραινε σε ελαφράδα περισσότερο στη ζυγαριά της καθημερινότητάς μας. Τώρα από χαζοχαρούμενοι έχουμε γίνει χαζοσοβαροί. Τώρα οι ουσίες πια δε βοηθούν γιατί έχουμε πια πιστέψει –άλλοι μας το επέβαλαν, αλλά αυτό όχι, άλλοθι δεν αποτελεί, πως στην πραγματικότητα ουσία δεν υπάρχει. Κάποτε ξενυχτούσαμε – τώρα πια ξαγρυπνάμε. Τρίτη βράδυ. Είμαι στο σπίτι. Ακόμα είναι νωρίς, αλλά η αγωγή που ακολουθώ μου φέρνει τέτοια υπνηλία, που ουσιαστικά κοιμάμαι από πολύ πριν τυπικά ξαπλώσω στο κρεβάτι μου. Έχω πια κατανικήσει την εκδοτική μελαγχολία μου –πάνε πέντε χρόνια σχεδόν από τότε που κυκλοφόρησε το τελευταίο μου βιβλίο- δημοσιεύοντας διαρκώς στο διαδίκτυο υπό την ηλεκτρονική περσόνα των Dreamtigers. Τώρα γράφω κάτι σχετικό με τη συντέλεια που αναμένεται σε λίγα εικοσιτετράωρα. Πλάι στο γραφείο μου μία μισάνοιχτη βαλίτσα με περιμένει να την πάω κάπου μακριά. Ναι, έχω πεισμώσει με όλα αυτά. Και αν ακόμα ο κόσμος μας καταστραφεί, εγώ θα ταξιδέψω! Κάποιος χτυπάει το παράθυρο. Ποιος είναι τέτοια ώρα; Η αφελής κι αθώα εποχή μας έχει πια τελειώσει, και όλα σχεδόν σε αυτήν την γειτονιά φαντάζουν σκοτεινά και ύποπτα. Από το μεταφυσικό μου θρίλερ περνάω αυτομάτως στο αστυνομικό, λες και κάνω ζάπινγκ μέσα στο θολό κεφάλι μου. Κοιτάζω μέσα από τις χαραμάδες. Ποιος είναι αυτός; Κάπου τον ξέρω αυτόν τον άνθρωπο… Απίστευτο! Ο φίλος! Ανοίγω το παράθυρο και η ψύχρα με ξυπνάει.

-Τι έγινε; Που χάθηκες; Που ήσουν τόσα χρόνια;
-Σου είπα, πήγα να πάρω κάτι από το αμάξι μου. Τι απέγινε εκείνο το ποτό μου;
-Το ήπια, ρε. Δεν πίστεψα πως θα ξαναγυρίσεις.
-Πάντα αυτό κάνεις, δηλαδή; Πίνεις για να πιστέψεις;
-Δεν πίνω πια.
-Δεν το χρειάζεσαι.
-Πώς είσαι τόσο σίγουρος;
-Έπεσες μέσα, όταν ήσουνα μικρός. Τα φίλτρα δε σε πιάνουν. Ψάξε κάτι πιο δυνατό να βρεις. Και όταν το βρεις, κέρνα κι εμένα εκείνο που μου οφείλεις.

Τρίτη βράδυ. Στο βάθος της οδού Αλμυρού, κάπου εκεί απέναντι από τα Κτελ κάποιος ανοίγει μια τρύπα στης νύχτας το βαρέλι, τα άστρα από την τρύπα αυτήν ξεχύνονται, κι ως το πρωί θα έχουνε μπαζώσει τη είσοδο της πόλης.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

τα σύννεφα μαζεύονται

Οκτώβριος 2011. Τα μεταναστευτικά μου σχέδια, όπως και όλα τα άλλα, δεν εξελίχθηκαν έτσι ακριβώς όπως τα υπολόγιζα. Αλλά χωρίς να έχω αναγκαστεί να επιστρέψω επισήμως σπίτι μου, θα συνεχίσω για καιρό ακόμα να πηγαινοέρχομαι. Ο παλαιός απομονωτισμός και η «ταξιδιοφοβία» μου, όχι μονάχα ξεπεράστηκαν κάπου εκεί, ανάμεσα σε Φλάνδρα και Καστίλλη, αλλά στ’ αλήθεια τώρα πια μου φαίνεται σαν να ήταν άλλος κι όχι εγώ αυτός που τον βασάνιζαν. Τώρα πια η Ευρώπη είναι η «παιδική χαρά» μου. Δεν γνωρίζω ακόμα πώς θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ αυτές τις νέες εμπειρίες μου και πώς θα ξεπεράσω την οικονομική αιμορραγία που μου προκαλούν αυτές οι οδικές μου εκστρατείες, αλλά περνώ πραγματικά τόσο καλά, που αρνούμαι να δώσω προσοχή στις αντιφάσεις αυτής της περιόδου. Αρνούμαι να παραδεχτώ πως αποφεύγω να ασχοληθώ με τις αδυναμίες μου και κάνω αυτό στο οποίο και παλιότερα διακρίθηκα, εξάγω τα προβλήματά μου. Τα μεταδίδω στους τριγύρω μου και τελικά δημιουργώ συνθήκες αρκετά παρόμοιες με αυτές που οδήγησαν στον πρώτο μεγάλο πόλεμό μου. Κάτι δεν πάει καλά, το ξέρω, αλλά όσο ακόμα εγώ περνάω καλά, γιατί θα πρέπει να προβληματίζομαι που όλα καταρρέουν; Η γη ανοίγει κάτω από τα πόδια μου. Όμως γιατί θα πρέπει εμένα αυτό να με στεναχωρεί, αφού μπορώ, έτσι νομίζω δηλαδή, ακόμα να πετάξω;

Οκτώβριος 2011. Η οικονομική κρίση, παρά τους ταχυδακτυλουργισμούς του Χρήστου, δεν άφησε το Posh ανεπηρέαστο. Μπορεί να έκανε στροφή, που λεν, προς το εμπορικό, ξεχνώντας τους τολμηρούς του πειραματισμούς. Μπορεί να άλλαξε κοινό και να αντικατέστησε τους φοιτητές –που έτσι κι αλλιώς διασκεδάζουν πια στα σπίτια ή στις σχολές τους- με άλλους πελάτες γηγενείς, με ό,τι αυτό σημαίνει για την αισθητική του χώρου. Και όμως, πλέον δεν ανοίγει καν τις Κυριακές και σύντομα ούτε και τις Δευτέρες. Πάντως το θέμα είναι πως εξακολουθεί να βρίσκεται στη θέση του. Αφού ακόμα κι αυτοί που έχουν χρόνια να το επισκεφτούν, θέλουν τουλάχιστον να ξέρουν πως υπάρχει. Προσωπικά, τώρα που νιώθω περαστικός από την πόλη και η αίσθηση προσωρινότητας τα μαλακώνει όλα, μπορεί να βρίσκω λιγάκι θλιβερό το γεγονός ότι συχνάζω σε ένα μπαρ όπου ο μόνος άνθρωπος που ξέρω είναι ο ιδιοκτήτης του, αλλά από την άλλη, για αυτό που ψάχνω, μου αρκεί. Για αυτό και δεν γκρινιάζω.

Τρίτη βράδυ. Είμαι μόνος μου στο Posh και πίνω. Στο βάθος μια παρέα ξένων φοιτητών, μοναδικοί πελάτες – εγώ ως τέτοιος δε μετράω από καιρό. Μιλούν σπασμένα αγγλικά, μαλώνουνε, γελάνε. Μαζί τους μία με κόκκινα μαλλιά, Μοιάζει λιγάκι άσχετη με τη λοιπή παρέα. Λες κι έχει βρεθεί με κάποιον τρόπο μεταφυσικό εκεί, ανάμεσα στους άλλους. Λες κι όλοι οι υπόλοιποι υπάρχουνε μονάχα για να την κάνουν να περνάει απαρατήρητη. Εγώ όμως την προσέχω. Χορεύει. Τόσα χρόνια ποτέ μου δεν κατάφερα να αποκωδικοποιήσω τον μυστικό συμβολισμό που κρύβει ο χορός των κοριτσιών μέσα σε αυτό το μαγαζί. Ποια μέθη ιερή τους αποσπά από τον κόσμο ετούτο και ύστερα τους οδηγεί με βήματα χορευτικά σε μια πραγματικότητα, τόσο ελάχιστα πιστευτή, που ενδεχομένως μόνο για μένα να υπάρχει; Το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά βγάζει τη ζακέτα του και μένει μόνο με ένα άσπρο φανελάκι. Τα πόδια της το δάπεδο τρυπούν. Τα χέρια της θερίζουνε το χρόνο. Κάποια στιγμή βλέπει πως όχι μόνο την κοιτώ, αλλά και πως την μελετάω. Πως έχω καταλάβει την σκοτεινή της την αποστολή. Πως μάντεψα σωστά το μυστικό της. Σταματάει, μου ανταποδίδει το βλέμμα με χαμόγελο, αφήνει την παρέα της και έρχεται κοντά μου. 

-Γιατί με κοιτάς;
-Γιατί έχω μάτια.
-Θέλεις να πιεις κάτι μαζί μου;
-Το κάνω ήδη, αλλά ναι, ας το επισημοποιήσουμε.
-Είσαι από εδώ;
-Είμαι εδώ ετούτη τη στιγμή. Αυτό έχει σημασία. Εσύ;
-Κάνω Εράσμους στην Αρχιτεκτονική της πόλης σας.
-Και είσαι από την Ισπανία;
-Ναι. Έχεις πάει;
-Σε λίγες μέρες. Είναι η φίλη μου εκεί. Επίσης Αρχιτεκτονική. Επίσης φοιτήτρια Εράσμους. Παράξενος κόσμος, ε;
-Όχι! Εσύ είσαι παράξενος!

Οκτώβριος 2011. Ένας Ισπανικός Εμφύλιος ξεκινά ως συναρπαστικό πρελούδιο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου μου.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Έρωτας είναι να ξεχνάς. Να υπολειτουργεί η μνήμη. Τα ασήμαντα να μεγαλοποιείς. Τα άλλα να τα απορρίπτεις. Να συγκρατείς μόνο αυτά που την ερωτική στρατηγική συμφέρουνε. Κι όταν τα πάθη και τα αισθήματα κλαδεύουνε τις εγκεφαλικές σου λειτουργίες, μη νοιάζεσαι αν φαίνεσαι ανόητος. Ποτέ στ’ αλήθεια τόσο έξυπνος δεν έχεις ξαναϋπάρξει. Έρωτας είναι να ξεχνάς. Να λησμονείς ακόμα και το όνομα αυτής που τόσο λαχταράς. Να τη αποκαλείς απλά «Εσύ». Κι όταν για αυτήν στους άλλους αναφέρεσαι να λες «Η Πώς Την Λένε».

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Τι είναι η αγάπη; Ζητάτε να σας δώσω ορισμό. Διψάτε για ορισμούς γιατί από αγάπη, φαίνεται, χορτάσατε. Είναι, λοιπόν, μια αφηρημένη έννοια. Πιο αφηρημένη πραγματικά δε γίνεται. Εγώ, επί παραδείγματι, κάθε φορά που αγαπώ, ξεχνάω όλα τα άλλα. Το καθετί που αναλαμβάνω το αφήνω ημιτελές, την ώρα που αναζητώ –χωρίς να το επιδιώκω, φυσικά- το ιδανικό μου τέλος. Είναι μια αξία, προφανώς. Πάει να πει πως κάτι αξίζει τελικά. Μα προπαντός κοστίζει. Μπορεί το κέρδος, για όποιον κάποια στιγμή την αποκτά, να υποτιμάται διαρκώς, όσο την έχει και όσο από αγάπη αγαπά, μα η αντίστοιχη ζημιά, αν τύχει και την χάσει ξαφνικά, θα είναι ανυπολόγιστη. Είναι μία ισχύς, μια τάση, μία δύναμη, που προκειμένου ως τέτοια να αποδειχτεί, ψάχνει διαρκώς τη μέθοδο να γίνει εξουσία. Μια εξουσία απεριόριστη, που αμέσως, μόλις πάνω στο θρόνο της βρεθεί, αρχίζει να κονταίνει. Γιατί η αγάπη μεγαλώνει χάνοντας, μα ο αγαπών θέλει μονάχα να κερδίζει. Είναι το τέλειο άλλοθι για όλα τα μικρά, τα καθημερινά, αλλά μπορεί και για άλλα μεγαλύτερα, πιο ειδεχθή, πιο νοσηρά εγκλήματα. Εγώ, ας πούμε, για παράδειγμα, κάθε φορά που με ρωτάνε πού ήμουν και τί έκανα την ώρα που γινόταν το κακό, τους απαντώ «μα ξέρετε, εγώ, την ώρα εκείνη, βρισκόμουνα παντού, την ώρα εκείνη την κακιά στ’ αλήθεια αγαπούσα.» Τι; Δεν σας ικανοποίησε όλος αυτός ο ορισμός; Τότε, φταίτε κι εσείς όσο κι εγώ. Αφού, τί είναι η αγάπη, να εξηγήσω μου ζητήσατε, ενώ μπορούσατε πιο απλά να με ρωτήσετε, αν θέλω να σας αγαπήσω.