Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

και τώρα;

Ενώ εγώ
μετρούσα
σε χιλιόμετρα
σε στίχους
σε ποτήρια
σε ανεπανάληπτα καρέ
σε ερωτοβόλους μύθους,
εσείς (ενώ εγώ)  μετρούσατε
-κανένας σας δε φρόντισε
να μου το πει εγκαίρως-
σε ώρες και
σε χρόνια;

Και τώρα πρέπει, δηλαδή,
να τρέξω για να σας προλάβω;

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

η δικαιωση

καθε φορα που ακουω τη φραση "θα τον δικαιωσει η ιστορια", θυμαμαι εναν παλιο συμμαθητη, που στο σχολειο ολοι τον πειραζαν -ενταξει, πηγαινε κ αυτος γυρευοντας- κ επειδη με εκνευριζε λιγο η στωικοτητα του, οταν τα παλιοπαιδα στην αυλη καμια φορα το παρακανανε, του ελεγα: "πώς τους ανεχεσαι, ρε; γιατι δεν τους λες τιποτα;" κ αυτος παντα μου απαντουσε: "δεν πειραζει.. αστους, μωρε.. στη ζωη θα φανουνε ολα." ειλικρινα, δεν ξερω τι φανηκε τελικα στη δικη του τη ζωη. πώς τον δικαιωσε η δικη του ιστορια. στη δικη μου τη μυθολογια, παντως, τον εχω καταταξει σε μια θεση εξαιρετικα περιοπτη. τον φανταζομαι να ειναι τωρα σπουδαιος κ πετυχημενος "στη ζωη", να καθεται πισω απο ενα τεραστιο γραφειο κ εξω απο την πορτα του να περιμενουν στοιχισμενοι αλλοι παλιοι συμμαθητες να ερθει η σειρα τους, να μπουν να του ζητησουν δανεικα, βοηθεια κ χαρες. κ αυτος εναν-εναν να τους υποδεχεται, να ακουει τα αιτηματα τους κ υστερα να τους λεει: "θυμασαι που με ειχες πει βλακα μπροστα στα κοριτσια στο τεταρτο διαλειμμα; εσυ θυμασαι που στη γυμναστικη μού ειχες κρυψει πισω απο το καλοριφερ τη φορμα;" δεν ξερω τι ακριβως δικαιωση μπορει να φερει η φαντασιωση πως το ονομα σου ισως καποτε να στριμωχτει μεσα σε μια υποσημειωση στη ζωη ή σε καποιο βιβλιο ιστοριας. μπορω, ομως, να πω με σιγουρια οτι, αν ψαχνεις τετοιες απολαυσεις, πιο ευκολο ειναι, εστω κ προσωρινα, να σε δικαιωσει η χημεια

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

αυτο ειναι δικο μου

παρακολουθω δυο παιδακια στο απεναντι μπαλκονι να μαλωνουνε. κρατανε κ τα δυο απο μια ακρια ενα πολυχρωμο κουτι, μαλλον με καποιο επιτραπεζιο παιχνιδι, κ αλληλοτσιριζουνε: "αστο! ειναι δικο μου!". γεννιομαστε, λεει, αγρια θηρια κ ερχονται υστερα ο πολιτισμος, οι νομοι κ η εκπαιδευση για να μας κανουνε ανθρωπους. τα πιτσιρικια, στο μεταξυ, απεναντι, βλεποντας πως οι τσιριδες δεν αρκουν, εχουν αρχισει το μπουνιδι. παλι καλα που μας διδασκουν απο νωρις την εννοια της ιδιοκτησιας κ εξημερωνομαστε

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

το φάρμακο

Η μεγάλη λογοτεχνία είναι το φάρμακο για την ασθένεια της μικρής ζωής. Μπορούμε μια χαρά να επιβιώσουμε χωρίς να ανοίξουμε ποτέ βιβλίο στη ζωή μας. Μπορούμε όμως, εξίσου καλά, και να αναβιώσουμε άλλες πολλές φανταστικές ζωές, έτσι και κατορθώσουμε να αφήσουμε να μας ανοίξουν τα ίδια τα βιβλία. Ας πούμε πως αυτό είναι το υποκατάστατο, που ο υπερεκτιμημένος μας πολιτισμός μάς επιφύλαξε, αντί της ακριβής ιδέας της αθανασίας. Αυτά και πάω να συνεχίσω τον Τζον Ντος Πάσος μου.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

οι ακριβείς στιγμές

Ό,τι διαβάζουμε γίνεται μέρος της ταυτότητάς μας. Είμαστε, μεταξύ άλλων, οι ιστορίες, οι καταστάσεις, οι ιδέες που τα βιβλία σωρεύουν μέσα στο κεφάλι μας και διαμορφώνουν τις δράσεις και τις πεποιθήσεις μας. Μα πάνω από όλα, είμαστε οι ακριβείς στιγμές που επιλέγουμε ή αναγκαζόμαστε να ενσωματώσουμε στην ταυτότητα αυτή ένα οποιοδήποτε βιβλίο. Πριν από λίγο, εγώ που διάβασα τον «Ξένο» του Καμύ στα δεκαοκτώ για πρώτη μου φορά, έπινα καφέ με κάποιον που άρχισε να διαβάζει στα τριάντα του και σχολιάζαμε μια όμορφη γυναίκα που πέρασε μπροστά από το τραπέζι μας, και που ενδεχομένως δεν πρόκειται ποτέ να τον διαβάσει. Μια φίλη, που διάβασε τον «Παίκτη» του Ντοστογέφσκυ στα εικοσιεπτά, μπήκε εχθές σε ένα ταξί, ο οδηγός του οποίου διάβασε, πριν λίγες μέρες, το πρώτο του κεφάλαιο, όταν ανακάλυψε πως κάποιος άλλος επιβάτης είχε ξεχάσει το βιβλίο αυτό στο πίσω κάθισμα του. Δυο τύποι σχεδιάζουν να ληστέψουνε μια τράπεζα. Ο ένας, όταν ήτανε μικρός, είχε διαβάσει τρεις φορές του Ντίκενς τις «Μεγάλες Προσδοκίες», ο άλλος προτίμησε να δει κάποια από τις κινηματογραφικές διασκευές. Κι όμως, κι οι δυο τους τις ίδιες φράσεις ακριβώς έχουνε συγκρατήσει. Εσείς, διαβάζετε κάτι αυτόν τον καιρό, αλήθεια;

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

μια ζωή δε φτάνει

Η μεγάλη λογοτεχνία μπορεί να δίνει άλλες διαστάσεις στο πεπερασμένο της συμβατικής ανθρώπινης ζωής, ωστόσο όσο περισσότερα καλά βιβλία διαβάζει κανείς τόσο φλερτάρει με το καταθλιπτικό συμπέρασμα πως μια ζωή δε φτάνει για να προλάβει να ξεφυλλίσει έστω όλα αυτά που αξίζουνε να διαβαστούνε. Ακόμα, όμως, και αν η μεταθανάτιος καριέρα μας ως αναγνώστες συνεχιστεί σε κάποιον παράδεισο, ή κάποια κόλαση, που θα μοιάζει με βιβλιοθήκη, όπως ο Μπόρχες σχετικά οραματίστηκε, φαντάζομαι πως θα δεσμευόμαστε εις την αιωνιότητα από τις προσλαμβάνουσες των ταπεινών θνητών αναγνωσμάτων μας, Με τον ίδιο περίπου τρόπο που οι μέρες μας τροφοδοτούν με υλικό τις βραδινές ονειρικές μας περιπέτειες.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

το οινόπνευμα των Χριστουγέννων

Δεκέμβρης 2004. Αλλά καλύτερα, πριν συνεχίσω τις λογοτεχνικές ανασκαφές, νομίζω επιβάλλεται λίγη αρχαιολογία:

Στα δέκα χρόνια αυτά που προηγήθηκαν, συνέβησαν πολλά στη συναρπαστικά αδιάφορη ζωή μου. Είμαι περίπου σίγουρος πώς αν με κάποιον τρόπο, λέει, μαγικό μπορούσαν να συναντηθούν ο τωρινός μου εαυτός με εκείνον τον προ δεκαετίας, όχι μονάχα θα δυσκολεύονταν να αναγνωριστούν, μα ενδεχομένως να μισιόντουσαν παράφορα και ίσως και να πλακώνονταν στο ξύλο. Τα δέκα χρόνια αυτά όχι, δεν ήταν μία ειρηνική περίοδος. Υπήρξαν σίγουρα ξέγνοιαστες, χαζοχαρούμενες στιγμές, αλλά δεν ήταν παρά μικρές ανακωχές ανάμεσα σε παρατεταμένες μάχες. Σχηματικά μπορώ να πω πως έγιναν δύο μεγάλοι πόλεμοι, που άνετα μπορούν να χαρακτηριστούν παγκόσμιοι, αφού ολόκληρο τον κόσμο τον δικό μου συνταράξανε, όσο κι άφησαν τον κόσμο τον πραγματικό σώο κι ανεπηρέαστο. Ο Πρώτος Παγκόσμιός μου πόλεμος, λοιπόν, ξεκίνησε Σεπτέμβριο του 2004 και ολοκληρώθηκε τις πρώτες εβδομάδες του 2006. Θα μπορούσα για αυτόν να πω πολλά, που η ιστορία αυτή εδώ τώρα δεν επιτρέπει. Πάντως, θα έλεγα πως μοιάζει αρκετά με τον Παγκόσμιο τον Πρώτο τον κανονικό, κυρίως διότι εξελίχθηκε σε πόλεμο χαρακωμάτων και οδήγησε στην κατάρρευση μεγάλων αυτοκρατοριών. Ο Δεύτερος Παγκόσμιός μου πόλεμος κράτησε από το καλοκαίρι του 2012 μέχρι περίπου το Πάσχα του 2013. Κι αυτός έχει αρκετά κοινά με τον αντίστοιχο ιστορικό, αφού ξεκίνησε ως αστραπή, συμπεριέλαβε ένα ολόκληρο ολοκαύτωμα και έληξε με μία Χιροσίμα. Τα πεδία όπου έλαβαν χώρα αυτοί οι δυο μεγάλοι πόλεμοι ήταν πολλά και διάφορα, αλλά το βασικό σκέλος των επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκε στη μείζονα περιοχή του Posh, όπου και ασφαλώς εν τέλει υπογράφτηκαν και οι δυο αντίστοιχες συνθήκες της ειρήνης. Αυτά, και επιφυλάσσομαι κάποια στιγμή να αναλύσω και να αναλυθώ για όσα ακατανόητα έγραψα παραπάνω. Οπότε, ας γυρίσουμε ξανά στον ενεστώτα τον ιστορικό της βασικής αφήγησης.

Δεκέμβριος του 2004. Ένα μόλις χρόνο μετά την έναρξη της λειτουργίας του και ήδη το Posh είναι σημείο αναφοράς όχι μονάχα για τη νυχτερινή ζωή της πόλης, αλλά και για ένα σωρό άλλα πράγματα που έχουνε να κάνουν με όλα αυτά που πάντα οι εγκλωβισμένοι της μίζερης –και εν προκειμένου ξιπασμένης- επαρχιώτικης ζωής επιχειρούν κάπως για να ξεφύγουν. Επειδή μαζί με μένα τους πρώτους μήνες από τους ντόπιους το σνόμπαραν πολλοί, ακόμα και αυτοί που κατά βάθος ίσως το επιθυμούσαν, οι ξένοι, εν προκειμένου οι φοιτητές, που το εκτίμησαν από την πρώτη ίσως στιγμή, απέκτησαν προβάδισμα και σύντομα το καθιέρωσαν ως στέκι τους. Οι φίλοι των ηλεκτρονικής σκηνής επίσης έσπευσαν να το συμπεριλάβουνε στις προτιμήσεις τους, αφού ακόμα, εκείνη την μακρινή την εποχή, τα μπαρ της πόλης διακρίνονταν κυρίως είτε σε καταθλιπτικά έντεχνα σκοτεινάδικα είτε σε χαρωπά ιλουστρασιόν βλαχομπαρόκ. Επίσης ήταν κι εκείνοι, της πόλης οι «μειονοτικοί», που επειδή ενδεχομένως αισθάνονταν παρείσακτοι στα μαγαζιά των άλλων, βρήκαν εκεί ένα φιλόξενο τοπίο, όπου μπορούσαν να αφομοιωθούν χωρίς να πρέπει να κρυφτούνε. Κοντά σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και όλοι αυτοί, που αν και δεν εμπνέονταν ούτε από τις μουσικές επιλογές ούτε από το παρακμιακό του σκηνικό, άρχισαν να πηγαίνουνε στο Posh, απλώς γιατί γουστάραν. Τέλος, κοντά σε όλους αυτούς, δεν άργησαν να προστεθεί σχεδόν το σύνολο των παλαβών ή έστω των εκκεντρικών της πόλης. Που και που, σκάνε και άλλοι ξέμπαρκοι που έχουν ακόμα την εντύπωση ότι μπορούν εδώ να βρουν κορίτσια για κονσομασιόν, μα πριν προλάβουν να απογοητευτούν από την αλλαγή διεύθυνσης, όλο και κάποια ανυπολόγιστη ζημιά θα κάνουν ή θα πάθουν.

Δευτέρα βράδυ. Παραμονές Χριστούγεννα. Η μίνιμαλ εορταστική διακόσμηση τα λέει, νομίζω, όλα. Άλλοι στολίζουν έλατο. Καράβι οι πιο παραδοσιακοί. Μόνο ο Χρήστος σκέφτηκε να κρεμάσει στη θαλασσία νάρκη του πολύχρωμα φωτάκια.

-Να σου πω, ρε. Αυτό το πράγμα εκεί πάνω σίγουρα είναι ακίνδυνο;
-Ναι ρε! Αφού, σου λέω, είναι παλιά. Από τους Περσικούς Πολέμους.
-Α, μάλιστα! Δεν το ήξερα. Είχαν οι Πέρσες νάρκες;
-Όχι οι Πέρσες, ρε χαζέ! Οι άλλοι, οι δικοί μας.

Δευτέρα βράδυ. Εγώ, όπως είπαμε, σε εμπόλεμη κατάσταση. Γύρω μου άμαχος, μα όχι και τόσο αθώος πληθυσμός, γλεντάει, διασκεδάζει. Αύριο φεύγω πάλι στο εξωτερικό. Και τόσο που έμεινα εδώ, πάλι καλά να λέτε. Τώρα όμως φεύγω και ξέρω ότι πίσω μου κάτι ίσως υπάρχει. Χρήστο, το νου σου, σε παρακαλώ, μην κλείσεις πριν γυρίσω.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

η νάρκη

Απρίλιος 2004. Κι ενώ ήδη σχεδιάζω το επόμενο ταξίδι μου. Κι ενώ ούτε τις βαλίτσες μου ακόμα δε λέω να αδειάσω. Κι ενώ όλες οι απόπειρές μου να ανακαλύψω κάποιον τρόπο ασφαλή να χρηματοδοτήσω τις παλαβομάρες μου πέφτουν συνέχεια στο κενό και παρασέρνουνε μαζί απωθημένα και αποθέματα. Κι ενώ οι νυχτερινές μου επισκέψεις στο δικηγορικό γραφείο μου γίνονται όλο και περισσότερες από τις ούτως ή άλλως σπάνιες ημερήσιες. Κι ενώ υπάρχουν όλα αυτά για τα οποία θέλω να πιστεύω πως διατηρώ τον έλεγχο κι άλλα πολλά διάφορα που ασφαλώς συμβαίνουνε ερήμην μου, όλη η πόλη πια μιλά για κάποιο μπαρ που έχει ανοίξει στα Παλιά. Στη θέση κάποιο ιστορικού κωλάδικου. Ανάμεσα σε μαγαζιά με ζωοτροφές, κτηνιατρεία, συνεργεία και ημερόβια τσιπουράδικα, τα οποία τη νύχτα ούτε τα πιο απελπισμένα και αυτοκτονικά γατιά δε θέλουνε να πλησιάσουν. Όλη η πόλη μιλάει για το Posh, μόνο που ελάχιστοι μπορούν να πουν με σιγουριά πως ξέρουνε πώς είναι. Οι πιο πολλοί θέλουν να το ταυτίζουν με τη γειτονιά και ως εκ τούτου το θεωρούν κακόφημο και σκοτεινό, βρώμικο, επικίνδυνο. Η γειτνίασή του με τις πολυτεχνικές σχολές του Πανεπιστημίου μας το έχει καταστήσει στέκι φοιτητών, αλλά ακόμα και αυτοί οι φοιτητές αρνούνται να παραδεχτούν πως πάνε εκεί τα βράδια. Οι φίλοι μου το επισκέπτονται όλο και πιο συχνά –για διαφορετικούς, είναι η αλήθεια, λόγους ο καθένας- μα επειδή γνωρίζουν πως το μίσησα από την πρώτη ίσως ματιά, μαζί τους να με πάρουν αποφεύγουν. Κι όποτε τύχει και σε αυτό αναφερθούν, αρχίζουν να διηγούνται τέρατα και σημεία, που έχω αρχίσει λίγο να ανησυχώ για την πνευματική υγεία τους. Όπως, επίσης, έχω αρχίσει μοιραία να επιθυμώ να εξακριβώσω από κοντά όλες αυτές τις φήμες. Στο μεταξύ, και για όλο αυτό το κρίσιμο διάστημα του «μένω-ξαναφεύγω», έχω ήδη μπει στον πειρασμό να κάνω μια αυτοψία στον τόπο του ακόμα μελλοντικού εγκλήματος, αλλά κάθε φορά που πάω προς τα εκεί, πάντα στο δρόμο μου προκύπτει κάποιο εμπόδιο ανυπέρβλητο και με γυρίζει πίσω. Επισήμως πάντως εξακολουθώ να το σνομπάρω επιδεικτικά μέχρι που ένα βράδυ…

Τετάρτη βράδυ. Βρίσκομαι στο γραφείο μου και κάνω τα «δικά» μου. Χτυπάει το τηλέφωνο. Παρακαλώ, ποιος είναι; «Τι κάνεις τέτοια ώρα, ρε συνάδελφε; Πες μας ότι δουλεύεις.» Γαμώτο! Έπρεπε να νοικιάσω το άλλο που κοιτάει στον ακάλυπτο. Σε αυτό, όποιος περνάει από κάτω ξέμπαρκος, βλέπει το φως και μπαίνει. Ναι μωρέ, κάτι έγραφα. Εσύ; Τι άλλα νέα; «Κλείσε, κατέβα, ρε παιδάκι μου! Άντε, πάμε να πιούμε!» Να πιούμε, να πάμε, άλλα που; Τι παίζει τέτοια ώρα; «Πάμε στο Posh! Το ξέρεις; Εκείνο το καινούριο στα Παλιά. Γιατί μιλάμε ακόμα στο τηλέφωνο; Βγες έστω στο μπαλκόνι!» Δεν ήξερα ότι συχνάζουνε εκεί άνθρωποι δικηγόροι. «Πλάκα μου κάνεις; Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο μαγαζί. Εκεί βρίσκω πελάτες.»

Βράδυ Τετάρτης. Βρίσκομαι στο posh. Ο φίλος, με τον οποίον ήρθα, παρήγγειλε μαζί μου ένα ποτό, μετά μου είπε πώς να πάει να πάρει κάτι από το περίπτερο, και από τότε η τύχη του στ’ αλήθεια αγνοείται. Οπότε είμαι μόνος μου στο μπαρ μπροστά σε δυο ποτήρια. Το μαγαζί είναι σχεδόν γεμάτο, αλλά μου είναι όλοι άγνωστοι, πράγμα τουλάχιστον παράδοξο για αυτής της τα προβλέψιμα νυχτερινά της δεδομένα. Η μόνη φάτσα γνώριμη είναι του σαχλαμάρα που έχει και το μπαρ, ο οποίος βάζει μουσική και μάλλον δε φαίνεται να με θυμάται. Αδειάζω το ποτήρι μου προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβολίζει το έργο τέχνης στον τοίχο που έχω απέναντι. Μια μαύρη μεταλλική κατασκευή που δείχνει να αναπαριστά κάτι σαν ανθρωπάκια. Ο καλλιτέχνης τα έχει βάλει χωριστά να σχηματίζουν δυο άνισες ομάδες. Τα μετράω και έκτοτε θα τα ξαναμετρήσω άπειρες φορές και πάντα . Αλλάζω θέση κι αρχίζω να πίνω του εξαφανισμένου το ποτό. Κοιτάζω πάνω από το κεφάλι μου. Μια άλλη σκουριασμένη πια και όχι και τόσο καλλιτεχνική κατασκευή κρέμεται από το ξύλινη οροφή. Αυτή είναι ακόμα πιο ακατανόητη. Αναρωτιέμαι μασώντας τα παγάκια. «Θαλάσσια νάρκη», μου απαντάει δίπλα μια φωνή. «Την ψάρεψε ο Χρήστος στο Μικρό. Ταιριάζει με τον χώρο.» Δεν τον γνωρίζω, αλλά κάτι μου λέει ότι αργά ή γρήγορα θα παραγνωριστούμε. «Γιάννης», μου λέει και μου συστήνεται. Κι εγώ, του απαντάω. Μια γκόμενα μας πλησιάζει και μας ζητάει φωτιά. Βγάζω αναπτήρα πρώτος. Στα μάτια με κοιτάζει την ώρα που ανάβω το τσιγάρο της. Ξέρει πως μου αρέσει. «Πότε θα παίξουμε ξανά;» ρωτάει τον συνονόματο. Σκέφτομαι τι παιχνίδι εννοεί. Φαντάζομαι διάφορα. Θέλω να της προτείνω να παίξουμε μαζί. Αλλά όχι. Όχι, ακόμα είναι νωρίς. Ακόμα είμαστε στην άνοιξη του 2004. Έχουν ακόμα να γίνουνε πολλά. Πληρώνω για να φύγω. Ο μπάρμαν μαζί με τα ρέστα μου δίνει ένα σφηνάκι και μου δείχνει με τρόπο προς τα ντεκς. Ξέρω, από το Χρήστο…

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

πώς

Ιανουάριος 2004. Έχω μόλις γυρίσει στο Βόλο μετά από ακόμα μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση στις μητροπόλεις του βορρά. Για την ακρίβεια, είναι ήδη μια βδομάδα που έχω επιστρέψει και κρύβομαι στο σπίτι μου. Φοβάμαι πως η οποιαδήποτε επαφή, η οποιαδήποτε ακόμα και συμπτωματική συνάντηση με όλα εκείνα που νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου για πάντα, θα ακύρωνε ολόκληρο ενδεχομένως το ταξίδι μου.
Βγαίνω μονάχα για τα απολύτως απαραίτητα. Καπνός, εφημερίδες, φαγητό, συλλέγω όσα μπορούν να εξασφαλίσουν την ασφάλεια της μόνωσης και πίσω από τα κασκόλ και τις κουκούλες μου μάταια προσπαθώ να καταλάβω τις προφανώς μηδενικές συνέπειες της απουσίας μου.

Παρασκευή μεσημέρι. Περιμένω να εκκενώσουν όλοι οι συνάδερφοι τον όροφο και στα κρυφά τρυπώνω μέσα στο γραφείο μου. Λογαριασμοί, ακατανόητα μηνύματα στον τηλεφωνητή, σκόνη παντού και πάντα. Βάζω δύο βιβλία μες στο σάκο μου και φεύγω σαν τον κλέφτη. Λέω καλού κακού να σβήσω και τα δακτυλικά μου αποτυπώματα, αλλά το ξανασκέφτομαι. Η επιμέλεια αυτή μπορεί να πλήξει ανεπανόρθωτα της εγκατάλειψης τις μικροοργανικές στοιβάδες και ίσως να με προδώσει.
Βγαίνω στο δρόμο, όπου βρέχει ευτυχώς. Το καμουφλάζ μου δεν πρόκειται κανέναν τους σε σκέψεις να τον βάλει. Και τότε ακούω το κορνάρισμα. «Που είσαι, μωρέ μαλάκα; Γύρισες;» Γαμώτο, ο Βαγγέλης. Ναι μωρέ, μόλις, δηλαδή να τώρα σε σκεφτόμουνα. «Έλα! Πάμε για τσίπουρα! Θα είναι και οι άλλοι.» Κοίτα, να πάω πρώτα σπίτι μου να δώσω το παρόν και εντάξει, βλέπουμε αργότερα. Ίσως, μπορεί το βράδυ. «Το βράδυ, παπάρα! Σίγουρα! Άντε καλά, τα λέμε.»

Βράδυ Παρασκευής. Στενόχωρη επιστροφή σε μια κανονικότητα λιμνάζουσα. Τι ήθελα και γύρισα; Τι ήθελα και έφυγα; Τι θέλω επιτέλους; Κινηματογράφος Αχίλλειον. Καθόμαστε στο μπαρ με τον Γεώ και περιμένουμε τον άλλον να σχολάσει. Ιδανική παρέα ο Γεώ για τέτοιες καταστάσεις. Ζηλεύει τα ταξίδια γενικώς και ως εκ τούτου τις ερωτήσεις της επιστροφής συνήθως αποφεύγει. Ιδανικός τόπος επίσης το μπαρ του σινεμά. Ό,τι πρέπει για τη διαδικασία προοξείδωσης. Εδώ πίνουμε πάντα τα πρώτα μας ποτά. Το ζέσταμα πάντα εδώ αρχίζει. Αργά, μεθοδικά, αρμονικά. Μέχρι να φύγει κι ο τελευταίος θεατής. Το κάψιμο μπορεί να περιμένει.
Ακολουθεί δείγμα αυθεντικού διαλόγου, μετά του κατάλληλου υποτιτλισμού:

Γεώ: Γάμησες; (Πώς τα πέρασες;)
Εγώ: Που; (Όχι.)
Γεώ: Εκεί που πήγες; (Που πήγες;)
Εγώ: Μετά που θα πάμε; (Άλλη ερώτηση, παρακαλώ!)
Γεώ: Α! Άνοιξε ένα καινούριο στα Παλιά! (Δε γάμησες…)
Εγώ: Ένα καινούριο στα Παλιά… (Ωραίο δεν ακούγεται;)
Γεώ: Δεν ξέρω αν θα σου αρέσει… (Ψιλομαλακία μάλλον.)
Εγώ: Πώς λέγεται; (Πόσο το έχει το ποτό;)
Γεώ: Posh. (…)
Εγώ: Πώς; (;)
Γεώ: Posh, λέμε! (!)

Σάββατο ξημερώματα στην άκρια της πόλης. Νομίζω πως έχω βρεθεί σε άλλον γαλαξία. Το posh-το-λένε, το «ένα καινούριο στα Παλιά» είναι όντως μαλακία, μα τόσο απροσδιόριστη, που επειδή δεν ξέρω τι είναι αυτό που πιο πολύ με ενοχλεί, τείνω να εξοργίζομαι περίπου με τα πάντα. Όλοι τριγύρω μού μοιάζουν για εξωγήινοι και θέλουν το κακό μου. Η μουσική μου πριονίζει το μυαλό. Η διακόσμηση το μάτι μου θολώνει. Ασφυκτιώ, αγανακτώ, θέλω να πάω σπίτι μου, αλλά βαριέμαι να φύγω με τα πόδια. Οι άλλοι δυο παραναλώνονται επάνω στα σκαμπό τους κι εγώ στραγγίζοντας τη μπύρα μου –δεν τόλμησα καν να παραγγείλω ένα κανονικό ποτό- τους περιμένω έξω από την πόρτα. Όσοι περνάνε από δίπλα μου, με χαιρετούν σε γλώσσες πια ήδη νεκρές για τους πλανήτες από όπου έχουν έρθει.
Κάποια στιγμή έρχεται ο Βαγγέλης προς το μέρος μου. Πάμε τώρα να φύγουμε! Άλλο δεν την παλεύω! «Πριν φύγουμε, πρέπει να πιούμε αυτό εδώ.» Κρατάει ένα σφηνάκι. Είναι υποχρεωτικό; «Είναι από τον Χρήστο.» Βλέπω μια φάτσα από τα βάθη του ηλιακού συστήματος να μου χαμογελάει. Κάπου τον ξέρω αυτόν εδώ. «Είναι αυτός που το έχει.» Α, μάλιστα… Άμα με ξαναδείτε εμένα εδώ, γράψτε μου, σας παρακαλώ!
Ή μάλλον όχι, θα σας γράψω εγώ. Ορίστε, να! Σας γράφω.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

ψέματα λένε

Μπορεί ένας άνθρωπος να μην είναι τίποτα άλλο παρά λογοτεχνία; Μπορεί κάποιος να πραγματικά να «γίνει» τα βιβλία που γράφει ή διαβάζει; Μπορεί να κατασκευαστεί στ’ αλήθεια ένας ολόκληρος κόσμος ικανός να αντικαταστήσει τον κόσμο τον πραγματικό ενός δημιουργού ή κάποιου αναγνώστη; Και ποια είναι αυτή η δύναμη η τόσο ισχυρή -ή η αδυναμία η τόσο κραυγαλέα- που είναι ικανή, όχι μονάχα να παραμορφώσει ή να μεταμορφώσει την πραγματικότητα, αλλά και να την θέσει σε δεύτερο πλάνο, προκρίνοντας αντί αυτής την παραδοξότητα της έντεχνης μυθοπλασίας;
Αντικαθιστώντας τη μοναδικότητα της Ιστορίας με την πολυπλοκότητα του ιστοριών. Αποκαλύπτοντας, μέσω των μύθων και της δημιουργικής ανάπλασης και διασκευής των γεγονότων, την πολυφωνία και το πολυδιάστατο της ίδιας της αλήθειας.
Το ανθρώπινο είδος και η μυθοπλαστική αφήγηση έχουν περίπου την ίδια ηλικία. Ενδεχομένως, αν θέλουμε να κάνουμε λόγο για επινόηση, να έχουμε να κάνουμε με μία αρχαιότερη ακόμα και εκείνης της φωτιάς ή του τροχού και σίγουρα της οργανωμένης κοινωνίας. Άλλωστε, η πόλη-κοινότητα θα θεμελιωθεί πάνω σε ήδη εμπεδωμένες γενεσιουργές μυθολογίες, με τον ίδιο τρόπο που πολλούς αιώνες αργότερα το έθνος-κράτος θα δομηθεί πάνω στα εναρκτήριους εθνικούς μύθους.
Για την ακρίβεια ο μύθος δεν προηγείται απλώς της κάθε εφεύρεσης ή ανακάλυψης, αλλά είναι ακριβώς αυτός που οδηγεί σταδιακά τα βήματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Προσδίδοντας σε κάθε ακατανόητο μυστήριο την εκάστοτε επισφαλή μα πάντα αναγκαία ερμηνεία.
Ο μύθος της φωτιάς και της ανώτερης δύναμης που την ελέγχει οδήγησε στον μύθο του ήρωα-ευεργέτη των ανθρώπων, ο οποίος θυσιάζεται για αυτούς και για την πρόοδό τους. Η ανακάλυψη-εξημέρωση του στοιχείου της φωτιάς συνετέλεσε στην απομάγευση της δύναμης-τυράννου, αλλά όχι στην απομυθοποίηση των παρελκόμενων με την εξέλιξη συμβόλων. Ο ήρωας νικιέται από το δυνάστη, αλλά ο μύθος του επιβιώνει για να γεννήσει με τη σειρά του άλλους καινούριους μύθους.
Η μυθοπλαστική ερμηνεία προηγείται ακριβώς για να καταρριφθεί σε κάθε περίπτωση από την μετέπειτα επισταμένη έρευνα και την μεθοδική αποκάλυψη των μυστικών της ύπαρξης, του σύμπαντος και των διασταυρώσεών τους. Πάνω στο δίπολο της κατασκευής και της κατάρριψης των μύθων, της σύνθεσης και της αποδόμησής τους, ισορροπεί, αλλά καμιά φορά γλιστράει και γκρεμίζεται, η Ιστορία της απελευθέρωσης του ανθρώπινου πνεύματος.
Και αυτή η Ιστορία για να μπορέσει να υπάρξει, πρέπει με κάποιον τρόπο να αφηγηθεί. Πρέπει τα άτομα να γίνουν πρόσωπα. Να μοιραστούν οι ρόλοι. Πρέπει να αναδειχθούν σε ήρωες οι πρωταγωνιστές της.
Η αφήγηση, είτε με την ακατέργαστη λαϊκή της μορφή είτε με την μετέπειτα οργανωμένη έντεχνη απόδοσή της, ξεκινάει, έστω και αναδρομικά, με την ίδια τη δημιουργία του κόσμου και της ζωής. Με την διερεύνηση των ακατανόητων αιτιών αυτής της δημιουργίας. Οι θεογονίες προηγούνται των ηρωικών επών. Η θεολογία υπεξαιρεί ιστορίες από το παγκόσμιο μυθοπλαστικό υποσυνείδητο.
Η δημιουργία-κοσμογονία αναπόφευκτα αποτελεί το πρώτο της θέμα της τέχνης της αφήγησης. Πρέπει να προηγηθούν οι ήρωες-δημιουργοί για να υπάρξουν στη συνέχεια οι ήρωες-δημιουργήματα. Οι πρώτοι θα κληροδοτήσουν τις ιστορίες τους στους δεύτερους. Η αποδοχή ή η αποποίηση αυτής της κληρονομιάς θα κρίνει και την εξέλιξη της Ιστορίας της αφήγησης.
Η «Δημιουργία», όρος καταρχάς θεολογικός, θα προσκολλήσει στη μυθοπλασία την αγωνιώδη αναζήτηση της ανωτέρας δύναμης και τις απόπειρες ερμηνείας των πράξεων και των παραλείψεων αυτής. Για να οδηγήσει στη συνέχεια στη γέννηση του, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση με τη δύναμη αυτή, μυθοπλάστη-δημιουργού. Στην εγκαθίδρυση του ιερού -εκ θέσεως- θεσμού του αφηγητή. Του αφηγητή που δεν αρκείται, δηλαδή, στο να ερμηνεύει τα μυστήρια του σύμπαντος και της ψυχής, αλλά και που προχωράει στην κατασκευή των δικών του συμπάντων και στον εμπλουτισμό τους με τους απαραίτητους ήρωες-ψυχές, που στο εξής θα μας συναγωνίζονται και θα αποτελούν το μόνο εν τέλει διαχρονικό μέτρο σύγκρισης στο κυρίαρχο είδος του πλανήτη.
Η λογοτεχνία θα αποκολληθεί από τη λαϊκή μυθοπλασία και θα αρχίσει να κάνει τα πρώτα της αυτοδύναμα βήματα, όταν τα πλάσματα της οργανωμένης πλέον φαντασίας μας δε θα είναι πια τα τέρατα που αναστατώνουνε τις νύχτες μας και οι ανεξερεύνητοι κύριοι των τρομερών δυνάμεων της φύσης, αλλά τα πρόσωπα που φοβόμαστε πως μπορεί κάποτε να γίνουμε σαν και αυτά ή που μας κάνουν να απελπιζόμαστε επειδή ποτέ δε θα καταφέρουμε να τους μοιάσουμε. Οι ήρωες θα είναι κάποιοι από εμάς, ακόμα και όταν οι δημιουργοί τους προτιμούν να ισχυρίζονται πως δεν είναι του κόσμου ετούτου. Θα δρουν και θα αντιδρούν στο όνομα και πάντα για λογαριασμό μας, ακόμα και όταν μας περιφρονούν. Ακόμα και όταν αποστρέφονται την ίδια τους τη φύση.
Με άλλα λόγια, όταν θα φτάσει η σύγχρονη εποχή, και οι άγγελοι και οι δαίμονες θα χάσουνε την αίγλη τους, όταν οι εμμονές της εκκλησίας και τα παραστρατήματα της επιστήμης περιοριστούν στο να μας διασκεδάζουν και να μας κάνουν να ξεχνιόμαστε, δυο είδη μόνο πλασμάτων θα απομείνουν να κατοικούν και να μοιράζονται τον κόσμο μας: εμείς και οι ήρωες των βιβλίων. Με τους πρώτους να αναζητούμε όλο και περισσότερες αναφορές του μύθου μέσα στην ίδια τη ζωή. Με τους δεύτερους να κατακτούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο πραγματικότητας, αν όχι και ιστορικότητας, μες στο συλλογικό υποσυνείδητο.
Άλλωστε, σήμερα ποιος μπορεί να απαντήσει με σιγουριά, ως πρόσωπο ποιο θεωρείται πιο «ιστορικό»; Ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β’ ή μήπως ο Ρασκόλνικωφ; Ο Ναπολέων ο Γ’ ή η κυρία Μποβαρύ;
Η μυθοπλαστική ικανότητα, σύμφυτη του τρόπου λειτουργίας μας και ουσιαστικά ορμέφυτη, μπορεί ιστορικά να παρατηρηθεί από την ανατολή της τέχνης και του πολιτισμού –οι πρώτες βραχογραφίες περιγράφουν σκηνές κυνηγιού, δραστηριότητα όπου ο μύθος πάντα κατανικάει την πραγματικότητα των κατορθωμάτων- αλλά και σε όλες τις βαθμίδες της ενσυνείδητης ανάπτυξης του καθενός ανθρώπινου οργανισμού ξεχωριστά:
Τα βρέφη υποκρίνονται πάθη και ανάγκες και υπερβάλλουν αυτών προκειμένου να κερδίσουν την προσοχή των γονέων τους.
Τα παιδιά δημιουργούν φανταστικούς φίλους για να υποκαταστήσουν με αυτούς την έλλειψη επικοινωνίας στην οποία τους εγκλωβίζει η ανορθόδοξη συνύπαρξη με τον κόσμο των μεγάλων.
Οι έφηβοι κατασκευάζουν έναν ολόκληρο μηχανισμό σύνθεσης και ανασύνθεσης της βίαιης περιβάλλουσας ειδησιογραφίας τους, έτσι ώστε να αποδώσουν τη δική τους ιστορικότητα στη «μικρή ζωή» της εφηβείας τους και να αντισταθούν στην απειλή της ισοπέδωσης των νεανικών μύθων που ο επερχόμενος θάνατος της ενηλικίωσης θα φέρει.
Η μυθοπλαστική ικανότητα δεν είναι απλώς και μόνο ένα προσόν ή μια αρετή. Δεν είναι μόνο κάποιο καλλιεργήσιμο και εξελίξιμο ταλέντο, ούτε και περιορίζεται στην εξωτερίκευση και στην ανάπτυξη ονείρων, σκέψεων και ανησυχιών προκειμένου να δώσει απλώς και μόνο δείγματα γραφής της μυστικής ζωής του καθενός. Είναι πρώτα από όλα και πάνω από όλα ένας πρωτόγονος αλλά και πλήρως εξοπλισμένος μηχανισμός άμυνας απέναντι στην προσβάλλουσα πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα που θίγει με τρόπο βάναυσο τον προσωπικό κόσμο των ιδεών του καθενός.
Μόνο που εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με τη γνωστή απόδραση μέσω του φαντασιακού. Δεν είναι μια υπόθεση απλώς του τύπου «και αν δεν είναι έτσι;» ή «και αν είχαν εξελιχθεί κάπως αλλιώς τα πράγματα;» ή «και αν υπάρχει και κάτι άλλο πέραν του προφανούς;». Η μυθοπλαστική ικανότητα, άλλωστε, υπάρχει όχι για να δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα, ούτε για να προσθέτει και άλλα ερωτήματα στα ήδη πλεονάζοντα υπάρχοντα, αλλά για να σχηματίζει διαρκώς ένα νέο σύστημα συμβάσεων και αξιωμάτων πλάι στο ήδη υπάρχον σύστημα της θνητής ύπαρξης και του πεπερασμένου κόσμου.
Η νίκη και ο βαθμός επικράτησης των συμβάσεων της λογοτεχνίας επί των αντιστοίχων της πραγματικότητας αποτελεί εν τέλει και το πλέον αδιαφιλονίκητο κριτήριο ποιότητας, αποδοχής, επιρροής και περαιτέρω έμπνευσης του κρινόμενου και ταυτόχρονα κρίσιμου λογοτεχνικού έργου.
Η μυθοπλαστική ικανότητα είναι η ικανότητα να παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Η ικανότητα να αποδίδουμε την ιστορία της ζωής ή της ημέρας μας σύμφωνα με τα δικά μας –έστω και ταπεινά- κίνητρα και κριτήρια. Να γράφουμε την ιστορία μας ως καθομολογούμενοι νικητές ή να την ξαναγράφουμε ως φερόμενοι μοιραίοι ηττημένοι.
Είναι εν τέλει μια πράξη αντίστασης απέναντι στη φθορά του χρόνου και τη διαφθορά που οι αφηγήσεις των άλλων προκαλούν στη μνήμη μας. Στις συναντήσεις των παλαιών συμμαθητών, στα εορταστικά οικογενειακά τραπέζια, πάντα υπάρχουν κάποιοι που δυσανασχετούν και ασφαλώς κανείς δε συμφωνεί απόλυτα με τις αναδρομές στο παρελθόν των άλλων. Αυτό συμβαίνει γιατί πολύ απλά, ακόμα και όταν μοιραζόμαστε το ίδιο ακριβώς αναμνησιακό υλικό, ο τρόπος με το οποίο το ανακαλούμε και το επεξεργαζόμαστε διαφέρει τόσο, όσο και ο τρόπος με τον οποίον βιώσαμε κάποτε τα ίδια αυτά τα γεγονότα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι «ήμασταν και εμείς εκεί» αλλά ότι μέσα σε εκείνο το «εκεί» υπήρχανε και οι άλλοι.
Δεν είναι ακριβώς οι άλλοι η κόλαση μας, αλλά οι αναμνήσεις τους.
Βιώνουμε την ίδια Ιστορία, αλλά αναβιώνουμε, ανατροφοδοτούμε και ανακυκλώνουμε πολύ διαφορετικές μυθολογίες. Στον Τρωικό Πόλεμο της εφηβείας μας ο Δούρειος Ίππος είναι η ενηλικίωση. Το έπος της ασύστολης νιότης μας διαδέχεται το μυθιστόρημα της συνεσταλμένης ενηλικίωσής μας.
Όσα προηγήθηκαν μορφοποιούνται και ταξινομούνται ως μυθολογικά στοιχεία και εν τέλει μεταγραφόμενα ως τέτοια θα αποτελέσουν τον αφηγηματικό ιστό πάνω στον οποίο δε θα εκτυλιχθεί απλώς, αλλά θα τυλιχθεί και θα μπουρδουκλωθεί πολλές φορές η ιστορία της ζωής μας.
Τον θρύλο των «δύσκολων παιδικών χρόνων» των παλαιότερων γενεών διαδέχτηκε μια άλλη εξίσου θρυλική αφήγηση, εκείνη των «τρελών χρόνων» της καθ’ ημάς νεότητας, για να τον διαδεχτεί και αυτόν με τη σειρά του, ενδεχομένως, ο νέος θρύλος-θρίλερ των «αδιέξοδων χρόνων». Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των αφηγήσεων δεν είναι παρά ο διαχρονικός αφορισμός «εσείς δεν έχετε ζήσει τίποτα». Μπορείτε δηλαδή να είστε και εσείς, οι νεότεροι, κοινωνοί της Ιστορίας και συγκοινωνοί της Μυθολογίας, αλλά στην πραγματικότητα όλα, Ιστορία και Μυθολογία, ανήκουν σε εμάς τους παλαιούς. Στους αφηγητές του «άλλο να σας τα λέω και άλλο να ήσασταν εκεί». Υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από όλα αυτά; Ίσως και να υπάρχει.
Σίγουρα υπάρχει μια συνωμοσία των γενεών. Ένα καλά κρυμμένο –κάτω από επάλληλα στρώματα ιστοριών- μυστικό, που ωστόσο έρχονται οι ήρωες της κλασικής λογοτεχνίας πάντα και το προδίδουν. Όλα λίγο-πολύ τα κάποιας ηλικίας πρόσωπα του Ντίκενς, του Τουέην, του Μπαλζάκ, αδυνατώντας να συμβαδίσουνε με την εξέλιξη, κατηγορούν τους νεότερους συμπρωταγωνιστές τους, όχι ακριβώς γιατί είναι πιο νέοι από αυτούς, αλλά διότι η νιότη τους δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν τον μυστικιστικό σχεδόν δεσμό των μεγαλύτερων με την ίδια την Ιστορία. Τα λόγια τους αντανακλούν στα λόγια των δικών μας άμεσων προγόνων. «Παλιά ήταν αλλιώς. Εσείς αυτά δεν τα προλάβατε.»
Η Ιστορία, τα σκηνικά και τα κουστούμια των ηρώων της, μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι φετιχιστική ρητορική των αφηγητών της παραμένει για αιώνες αναλλοίωτη.
Ψέματα λένε; Μπορεί, αλλά το κάνουνε καλά και εν πάση περιπτώσει αυτό που για τον επιστήμονα Ιστορικό είναι ψέμα και ανακρίβεια, για τον αφηγητή του είναι μαρτυρία και για τον ακροατή του εν τέλει άλλοτε θελκτική και άλλοτε βαρετή ή αποκρουστική διήγηση. Το ψέμα, άλλωστε, είτε με τη μορφή της δικαιολόγησης των πραγμάτων, του «πώς φτάσαμε ως εδώ», είτε με τη μορφή του εξευγενισμού ή της ηρωοποίησης του παρελθόντος, του «άλλα χρόνια τότε», ως πρωταρχική λαϊκή μορφή αφήγησης ακολουθεί αυστηρά όλες τις τεχνικές της.
Έχει πάντα ένα θέμα.
Έχει πάντα ήρωες και πρωταγωνιστές – τις περισσότερες φορές απλώς ο χρόνος τους έχει προσδώσει αυτές τις ιδιότητες.
Έχει κρίσιμες σκηνές –«και τότε αυτοί δημιουργήσανε το πρόβλημα»- και δραματικές κορυφώσεις –«και τότε εμείς έτσι προσπαθήσαμε, έστω, να δώσουμε τη λύση».
Έχει αρχή (τα λόγια τους) και τέλος (τα αυτιά μας).
Ευθεία απόδοση αυτής της τάσης ανάγνωσης, οικειοποίησης, ανάμειξης των ιστοριών του καθενός στην κυρίαρχη «ιστορική» Ιστορία βρίσκεται στο σύνολο σχεδόν της ελληνικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα. Η Μικρασιατική Καταστροφή των ελλήνων λογοτεχνών αντιμάχεται και αλληλοσυμπληρώνει την Μικρασιατική Καταστροφή των παππούδων μας. Ο Εμφύλιος Πόλεμος των μυθιστορημάτων συγκρούεται και συνθηκολογεί διαρκώς με τον Εμφύλιο Πόλεμο της επιστημονικής Ιστοριογραφίας.  
Και όπως δεν είναι όλοι οι Εμφύλιοι Πόλεμοι ίδιοι, έτσι διαφέρουν μεταξύ τους και οι Μικρασιατικές Καταστροφές. Μέσα στην αφήγηση-μαρτυρία όμως του καθενός, είτε για το ένα γεγονός είτε για το άλλο, κρύβονται οι επιμέρους Καταστροφές και οι επιμέρους Εμφύλιοι, που ακριβώς η ανάλυση της ψευδούς ή έστω της υπερβολικής αφήγησης καλείτε να διακρίνει.
Αυτό γίνεται ακόμα περισσότερο προφανές και η ανάγκη μελέτης του ακόμα περισσότερο επιτακτική στο επίπεδο των λεγόμενων Εθνικών Μύθων. Διότι όσο αποστολή της επίσημης Ιστοριογραφίας είναι να καθαρίζει το ιστορικό προϊόν από τα μυθικά του παρελκόμενα, άλλο τόσο στόχος της ανάλυσης μας θα πρέπει να είναι η σπουδή της ανάγκης κατασκευής αυτών των μυθικών παρελκομένων. Όχι τόσο ως συμπτώματα κάποιας παθολογίας, όσο ως αποτέλεσμα μιας κραυγαλέας και διαρκούς υπαρξιακής αναζήτησης.
Υπάρχουμε όχι γιατί η Ιστορία μας παρήγαγε, αλλά διότι η εξέλιξη των επιμέρους ιστοριών μάς προέκρινε ως αναγκαίο και αναπόφευκτο επακόλουθό της.
Το να αφηγούμαστε ή να ψυχαγωγούμαστε με τους μύθους είναι άλλο και άλλο να τους πιστεύουμε, αδιαφορώντας για αποδείξεις και τεκμήρια. Και η ύπαρξη, η οποιαδήποτε ύπαρξη, είτε του ατόμου, είτε της κοινωνίας, είτε του έθνους ή της ανθρωπότητας, βασίζεται σε γεννησιουργούς μύθους, σε απάτες σε βάρος των αποδείξεων και των τεκμηρίων. Με άλλα λόγια, μπορεί η ψυχιατρική να αρνείται το φαινόμενο της ομαδικής παράκρουσης, αλλά οι επιστήμες της αφήγησης δε μπορούν να εθελοτυφλούν μπροστά στη δυναμική που γεννά η αίγλη ή η απέχθεια ενός κοινώς συνειδητού εμπεδωμένου μυθοποιητικού συμβάντος.
Και όπως οι μύθοι επιβιώνουν των αφηγητών τους, έτσι και τα ιστορικά ψέματα έχουν ημερομηνία λήξης, που ναι μεν μπορεί κάποιες φορές να αναγράφεται πάνω στη συσκευασία τους, αλλά πριν από το άνοιγμα της συσκευασίας αυτής, που σπανίως κάποιος τολμά να επιχειρήσει, διατηρούνται αναλλοίωτοι. Το κάθε βολικό ψέμα κρύβει και μια αλήθεια –συχνά και περισσότερες- εξόχως ενοχλητική.
Οι κοινωνίες και οι λαοί, ειδικά αυτοί που αρνούνται πεισματικά την ενηλικίωσή τους –το θάνατο της εφηβείας τους, που λέγαμε νωρίτερα- προκρίνουν πάντα το πρώτο σε βάρος φυσικά της δεύτερης. Ωστόσο, η ανάλυση του ιστορικού ψεύδους, με όρους καθαρά αφήγησης, αργά ή γρήγορα αποκαλύπτει την αληθινή αλήθεια:
Ποιος όρισε τους κανόνες αυτής της αφήγησης;
Τι θέση επιφύλαξε μέσα σε αυτήν για τον εαυτό του;
Ποιους προέκρινε ως θετικούς και ποιους ως αρνητικούς ήρωες;
Σε τι βαθμό οι κακοί της ιστορίας αυτής κατασκευάστηκαν και τι σκοπούς εξυπηρετούν κατά την εξέλιξή της;
Πόση αντίληψη είχαν στ’ αλήθεια ετούτοι οι κακοί της ίδιας της κακότητάς τους;
Ποιος και τι πραγματικά κρίθηκε την κρίσιμη στιγμή;
Ποιο δράμα ιστορικό υπάρχει πίσω από την μυθιστορηματική δραματική κορύφωση;
Και εν τέλει πόσος βαθμός μίμησης της ιστορικής πραγματικότητας ενυπάρχει μέσα σε όλη αυτήν την σπαράσσουσα ποιητική;
Και πάνω από όλα, ποιον –άνθρωπο ή σκοπό- εξυπηρετεί αυτή η αφήγηση;
Επειδή από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή είναι κάπως δύσκολο να περάσει ένα ολόκληρο έθνος ή ακόμα και μια κοινότητα ανθρώπων, για τις ιστορίες ψεύδους θεμελιώσεως και για την ανάλυσή τους με όρους καθαρά αφηγηματολογίας είναι σαφώς προσφορότερες οι ατομικές περιπτώσεις.
Η σύγχρονη ψυχοπαθολογία δε μπορεί παρά να σταθεί, περισσότερο ίσως από ποτέ, στην αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών μέσω της διερεύνησης των δομών και κυρίως των εναρκτήριων μύθων του εικονικού και κατασκευασμένου παρελθόντος.
Τα στερεοτυπικά «δύσκολα παιδικά χρόνια» της κλασικής ψυχολογίας αντικαθίστανται έτσι από τα «ψεύτικα παιδικά χρόνια» των ερευνητών-αναγνωστών της σημερινής ψυχοθεραπευτικής.
Το ενήλικο άτομο παρεκκλίνει όλο και περισσότερο πνευματικά, όταν συνειδητοποιεί με οδύνη την απόσταση που χωρίζει την πραγματική πραγματικότητά του από την πραγματικότητα την οποία αφέθηκε ή ωθήθηκε να δημιουργήσει κατά τη διάρκεια της νεότητάς του. Μια πλασματική πραγματικότητα που κάποτε φαίνεται πως εξυπηρετούσε είτε τις άστοχες φιλοδοξίες ή τα ασύμμετρα απωθημένα των γονιών του είτε την παραπλανημένη αντίληψη του ιδίου επί των ουσιαστικών αναγκών και των ειλικρινών δυνατοτήτων του. Ή που έχει σχηματιστεί αφαιρετικά από τα περισσευούμενα δομικά υλικά του περιβάλλοντος του.
Είναι κοινό μας μυστικό, άλλωστε, πως ξεπερνάμε τους μπαμπούλες  των παιδικών μας χρόνων μεγαλώνοντας, αλλά τους δαίμονες μας –τους συνομήλικούς μας δαίμονες με τους οποίους μοιραζόμαστε το θνητό σαρκίο μας- συνεχίζουμε να τους κουβαλάμε μαζί μας. Συγκατοικούμε με αυτούς μες στο «κλειστό δωμάτιο» των επιθυμιών και των απωθημένων μας και μοιραία μαζί τους γερνάμε και πεθαίνουμε.
Μήπως περίπου κάπως έτσι δε θα έβλεπαν και δε θα απομυθοποιούσαν οι σύγχρονοι ψυχαναλυτές τους δαίμονες των καταραμένων ποιητών του ρομαντικού ή του συμβολιστικού παρελθόντος; Και κάτι τέτοιο μήπως δεν περιέγραφε ο Πεσσόα, όταν μιλούσε για το διαρκές αδίκημα της απιστίας του ξενιστή εαυτού απέναντι στις αποικίες μικροβίων των ίδιων του των ιδεών και των ονείρων;
Και όπως οι δαιμόνιοι επιθεωρητές των αστυνομικών μυθιστορημάτων ψάχνουν να βρουν ποιος ωφελείται από τα προϊόντα του εκάστοτε εγκλήματος για να εντοπίσουν εκεί τα κίνητρα του δολοφόνου, έτσι και οι ερευνητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς θα πρέπει να αναζητούν στην κατασκευασμένη αφήγηση του παρελθόντος την αφετηρία της εκάστοτε ψυχικής νόσου. Και επί τη βάση της εκ νέου –μεθοδικής και αναλυτικής- ανάγνωσής της, να επιδιώκουν την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της (εξορθολογισμός των περαιτέρω προϊόντων μύθων) και την οριστική της θεραπεία (αποκάλυψη της αληθινής διάστασης του ψεύδους).
Ενώ και η ίδια η ασθένεια, τις περισσότερες φορές, περιγράφεται με όρους που πραγματοποιούν ευθεία αναγωγή στην τέχνη της αφήγησης, στις αυστηρές φόρμες της και στις πολύπλοκες δομές της:
Ο ήρωας-ασθενής έχει απολέσει-απαρνηθεί το ρόλο του πρωταγωνιστή στην ίδια του την ιστορία.
Έχει εγκλωβιστεί σε αντιθετικά σχήματα καλού και κακού, άχρηστου και ωφέλιμου, ωραίου και άσχημου και δυσκολεύεται να ενταχθεί σε κάποια από τις αντιμαχόμενες, μέσα στο μυαλό του, φατρίες.
Δυσκολεύεται να προχωρήσει στο επόμενο κεφάλαιο της ζωής του, γιατί θεωρεί πως οφείλει ακόμα εξηγήσεις για τα όσα έχουν προηγηθεί στους αόρατους αναγνώστες και κριτές του.
Έχει παρασυρθεί από της αφηγήσεις των άλλων για τον ίδιο του τον εαυτό και τις περιπέτειές του, προσδίδοντας στερεοτυπικά χαρακτηριστικά στην κατά τα άλλα ανεπανάληπτη προσωπικότητά του.
Με άλλα λόγια, έχει πιστέψει πως είναι ο πρίγκιπας ή ο δράκος ενός παραμυθιού, που στην πραγματικότητα κανείς –ούτε και ο ίδιος ενδεχομένως- δεν είναι πρόθυμος να ακούσει. Σε ένα παραμύθι του οποίου οι δράκοι και οι πρίγκιπες τόσα χρόνια συνεργάζονται πολύ αρμονικά σε βάρος του παραμυθά τους.
Και όσο οι τοίχοι του σύγχρονου λαβύρινθου θα χτίζονται με μύθους και ιστορίες, τόσο η Αριάδνη θα εξακολουθεί να γνέθει τον μίτο της με λέξεις.
Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί, να αναλυθεί και ενδεχομένως, εάν διαπιστωθεί πως είναι κακογραμμένο ή πως αποτελεί προϊόν «λογοκλοπής» ενός άλλου βιβλίου ή συρραφής αποσπασμάτων περισσότερων, να διορθωθεί ή ακόμα και να ξαναγραφτεί από την αρχή, διατηρώντας μόνο τα αρχικά αυθεντικά του υλικά, τις γνήσιες προσωπικές του ιστορίες.
Ας επιστρέψουμε όμως στον άνθρωπο που δεν είναι «παρά λογοτεχνία». Ο σύγχρονος άνθρωπος, όσο κι αν οι στατιστικές λένε πως απαρνιέται το διάβασμα και τα βιβλία, δεν είναι παρά ένας αφηγημένος άνθρωπος. Ως τέτοιον, ως ήρωα, αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του και ως τέτοια, ως λογοτεχνική εξέλιξη προσλαμβάνει τα στάδια και την πορεία της ζωής του.
Αλλά και ο κόσμος γενικότερα, ο σύγχρονος κόσμος, ο αντιληπτός, μέσω των αισθήσεων που τον διερευνούν και των συναισθημάτων που παράγει, μήπως δεν είναι και αυτός ένα προϊόν, σαφώς πολύ πιο εξελιγμένο, όχι μίας φυσικά, αλλά πολλών και πολλαπλών αφηγήσεων; Αλλά και ο άλλος κόσμος, ο ιστορικός-διαχρονικός, ακόμα περισσότερο δεν ενυπάρχει μέσα μας ως παράγωγο της μίας και επίσημης ιστορικής αφήγησης και του μηχανισμού αμφισβητήσεων και αποδομήσεων αυτής;
Και ο αφηγητής-δημιουργός πόσο μπορεί να κατοικοεδρεύει μακριά του κόσμου που κατασκευάζει;
Ο Κάφκα, μιλώντας στη σύντροφό του Φελίτσε και περιγράφοντας ως λογοτεχνία, και όχι ως λογοτέχνη πια, τον εαυτό του, θέλει να της αποκαλύψει προφανώς ότι το έργο του έχει υποκαταστήσει την ίδια τη ζωή του. Ότι βιώνει την πραγματικότητα διαμέσου των ηρώων του και ότι σταδιακά γίνεται καφκικότερος ακόμα και του ίδιου του συγγραφέα εαυτού του. Ότι ο ίδιος ως άτομο ενδεχομένως, με τα συμπλέγματα που τον διέκριναν, δεν αξίζει κάτι πραγματικά και ίσως ότι το έργο του τελικά τον ξεπερνάει.
Ότι οι ιστορίες ξεπερνούνε τη ζωή του.
Αλλά μήπως και η Φελίτσε, ως προνομιακή –ίσως και ιδανική- αναγνώστρια του καφκικού έργου, δεν είναι τίποτα άλλο παρά λογοτεχνία; Ή για να το θέσουμε λιγάκι διαφορετικά, μήπως κατάφερε ο πολύ σπουδαίος φίλος της τελικά να την βάλει κι αυτήν σε ιστορίες και να την λογοτεχνικοποιήσει;
«Βάζω κάποιον σε ιστορίες»: μια από τις πιο όμορφες, πολυσήμαντες και εύκολα παρεξηγήσιμες εκφράσεις της ελληνικής γλώσσας. Σημαίνει καταρχάς μπλέκω κάποιον σε καταστάσεις που μάλλον δεν επιθυμεί ή που δεν τις φανταζόταν. Κατ’ επέκταση, τον μετατρέπω από θεατή των δικών μου ιστοριών σε συμπρωταγωνιστή τους. Μοιράζομαι μαζί του το βάρος των συνεπειών της εξέλιξης του δικού μου μύθου.
«Συγγνώμη! Δεν ήθελα στ’ αλήθεια να σε βάλω σε ιστορίες», αλλά διαβάζοντας σου τις δικές μου σε έβαλα, και τώρα φτιάχνω μια άλλη, νέα ιστορία, μπας και μπορέσω πάλι να σε βγάλω.
Όλα καλά και προφανή με τον αναγνώστη-άλφα (τον πρώτον, τον προνομιακό) και αν και μυστηριώδη, εύκολα να τα φανταστεί κανείς τα σχετικά με τον αναγνώστη-μηδέν (τον επιθυμητό ή τον ιδανικό). Τι γίνεται όμως με όλους τους άλλους αναγνώστες;
Μπορεί, λοιπόν, και ο αναγνώστης, μπαίνοντας στις ιστορίες που διαβάζει και κάνοντας τες εν μέρει και δικές του, να μετατραπεί σε άτομο που δεν είναι παρά λογοτεχνία; Να απαρνηθεί τον κόσμο τον πραγματικό για χάρη του άλλου κόσμου του λογοτεχνικού, του χάρτινου, του κατασκευασμένου; Ή έστω να επιβιώσει μοιράζοντας τις δυνάμεις και το χρόνο του ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους;
Η απάντηση είναι απλή και εύκολη. Τόσο απλή και εύκολη όσο και η απάντηση στο ερώτημα αν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν συγγραφείς ή έστω μυθοπλάστες. Και την απάντηση την δίνει η ίδια η επιστήμη, αφού το κέντρο ελέγχου στον εγκέφαλο που υπαγορεύει την γραφή δε μπορεί να είναι άλλο παρά το ίδιο με εκείνο που φροντίζει και για την ομιλία. Ο λόγος μας είναι ένας, ενιαίος και αδιαίρετος.
Ο ποταμός του λόγου μας, ακόμα και αν εκβάλλει σε χίλιες θάλασσες, στο ίδιο πάντα σημείο, εκεί όπου τα πάντα ξεκινούν, θα έχει τις πηγές του.
Κατά συνέπεια, και χωρίς πολλές αναλύσεις, όποιος μπορεί να μιλήσει, μπορεί θεωρητικά τουλάχιστον και να αφηγηθεί. Όποιος έχει τη δυνατότητα να πει ψέματα, δικαιολογίες και ανέκδοτα, έχει καταρχάς τα βασικά έστω προσόντα και για να γράψει νουβέλες και μυθιστορήματα.
Όποιος διακρίνεται στα λαϊκά είδη της αφήγησης, μπορεί, αν το θελήσει, αφού προηγηθεί η απαραίτητη εκπαίδευση και εφόσον συντρέξει το ικανό και αναγκαίο κίνητρο, να διαπρέψει και στις έντεχνες μορφές της. Και να ανταλλάξει έτσι το δεδομένο κοινό της συντροφιάς και της παρέας του με ένα άλλο, μεγαλύτερο και ασφαλώς πολύ λιγότερο προβλέψιμο και ελέγξιμο: εκείνο ολόκληρου του κόσμου.
Μα τότε, αφού όλοι οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει συγγραφείς, γιατί δε γράφουν όλοι; Γιατί, αφού όλοι μας μπορούμε να διαπρέψουμε ως αφηγητές, κατασκευάζοντας δικαιολογίες πολύ πειστικές και ψέματα περίτεχνα, δεν προχωρούμε και σε μια πιο έντεχνη και λογοτεχνική απόδοση της μυθοπλαστικής διάθεσης μας; Γιατί η γραφή μας δεν είναι έτσι κι αλλιώς δημιουργική; Και κυρίως, σε τι άλλο θα μπορούσε να εξελιχθεί αυτή η ικανότητα, αν όχι σε δημιουργία;
Υπενθυμίζουμε ότι ο όρος «δημιουργία» έχει θεολογική προέλευση. Ο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση άνθρωπος-δημιούργημα κληρονόμησε την ικανότητα να γίνει και ο ίδιος δημιουργός άλλων –επίσης κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση- πλασμάτων. Αλλά ο άνθρωπος-συγγραφέας-δημιουργός, ως κάτοχος μιας απεριόριστης –όπως θα έλεγε και ο Μπόρχες- δύναμης και εξουσίας, μπορεί να γίνει και καταστροφέας των ίδιων των δημιουργημάτων του.
Και μάλιστα μπορεί την εξουσία του αυτή να την επεκτείνει και πάνω στην επικράτεια του μυαλού των άλλων ανθρώπων-αναγνωστών του, δημιουργώντας και καταστρέφοντας ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα, βάζοντας τους μέσα σε ιστορίες.
Και αυτό είναι που τελικά ξεχωρίζει την απλή αφήγηση από την οργανωμένη λογοτεχνική δραστηριότητα: Η δια της παραγωγής ιδεών και συγκινήσεων, εμπαθής δημιουργία ιστοριών, όχι μόνο στο χαρτί, που είναι και το προφανές, αλλά και στο μυαλό, στην ψυχή του αναγνώστη.
Όταν τα ψέματα κάποια στιγμή μοιραία αποκαλύπτονται, οι ψεύτες συνήθως αμύνονται επικαλούμενοι τα κίνητρα και τις προθέσεις τους. Όταν δεν κρύβεται πίσω από αυτά κάποια παθολογία, πάντα υπάρχει ή έστω εφευρίσκεται την τελευταία στιγμή κάποιος λόγος σοβαρός που ανάγκασε τον ψευδόμενο να εξαπατήσει ή να παραπλανήσει τους συνομιλητές του. Στο λόγο ακριβώς αυτόν ή στην πραγματική αιτία που επίσης κρύβεται πίσω από την επικαλούμενη πρόφαση, βρίσκεται και η καρδιά της αλήθειας.
Και είναι ακριβώς αυτή η πλήρης και σε βάθος ανάγνωση του ψέματος που μπορεί να μας οδηγήσει στην αλήθεια, στη λύση του μυστηρίου, στην μεγάλη αποκάλυψη.
Και κλείνοντας για να πούμε και κάτι επιτέλους σχετικό με το αντικείμενο των σπουδών μας και αυτού του συνεδρίου, πιστεύω πως αν υπάρχει μια απώτερη αποστολή της Δημιουργικής Γραφής, πέρα από το εκπαιδεύσει έναν εραστή των ιστοριών και να τον μετατρέψει από φιλότιμο ακροατή σε ιδανικό αναγνώστη και από φιλόδοξο μυθοποιό σε επαρκή αφηγητή, δε πρέπει παρά να είναι ο εξευγενισμός αυτών ακριβώς των προθέσεων και ο εξορθολογισμός αυτών ακριβώς των κινήτρων.
Ο δημιουργός των ιστοριών πρέπει πάντα να γνωρίζει ποιος λόγος τον οδήγησε στη δημιουργία τους και ο πλαστουργός της πραγματικότητας πρέπει να είναι έτοιμος πάντα να απαντήσει, γιατί θέλησε να αντικαταστήσει τον κόσμο τον πραγματικό με το έντεχνο κατασκεύασμά του. Ο ψεύτης πρέπει να είναι απέναντι στον εαυτό του απολύτως ειλικρινής και για να θυμηθούμε τη δική μας θεολογία πρέπει να αγαπά απεριόριστα όλα τα ψέματά του.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

πότε ακριβώς τελειώνει μια ιστορία;

Πριν από δυόμιση περίπου χρόνια και ενώ βρισκόμουν στην Αθήνα με την τότε σύντροφό μου, κάποιος μας έσπασε το αμάξι και μη βρίσκοντας εντός του κύτους του κάτι πολυτιμότερο, έκλεψε το σακίδιο της φίλης μου, το οποίο, ξεχασμένο προκλητικά πάνω στο πίσω κάθισμα, φώναζε στα κλεφτρόνια απεγνωσμένα «κλέψτε με!».
Μέσα σε εκείνο το σακίδιο λοιπόν, που πήγαινε γυρεύοντας, υπήρχαν διάφορα αντικείμενα μιας κάποιας συναισθηματικής ή έστω υλικής, πάντα ωστόσο αμφιλεγόμενης αξίας. Όλα τους πάντως μπορούσαν σίγουρα με κάποιον τρόπο να αντικατασταθούν, και έτσι αυτό που πιο πολύ μας ταλαιπώρησε ήταν που έπρεπε Γενάρη μήνα να ταξιδέψουμε στην Εθνική Οδό με ένα σπασμένο τζάμι, αφού ήταν μέρα Κυριακή και πού να βρούμε συνεργείο ανοιχτό να μας το διορθώσει;
Ένα από τα πράγματα που πήρε ο διαρρήκτης μας μαζί με το σακίδιο ήταν ένα βιβλίο με διηγήματα κάποιου νεκρού πια συγγραφέα από τη Χιλή, το οποίο τύχαινε να είναι από τα αγαπημένα μου. Η φίλη μου, γνωρίζοντας την αγάπη μου για αυτό, αμέσως προθυμοποιήθηκε να μου το αναπληρώσει, αλλά εγώ την απέτρεψα, αφού δεν έφταιγε εκείνη φυσικά – είπαμε, για όλα ήτανε υπεύθυνο το ίδιο το σακίδιο.
Πριν από λίγες εβδομάδες, έκανα μια βόλτα στα παλαιοβιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης και έπεσα πάνω σε ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο εκείνου του βιβλίου και σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα μάλλον να το ξαναγοράσω. Το πήρα στα χέρια μου και το ξεφύλλισα να δω σε τι κατάσταση βρισκότανε και έκπληκτος τότε ανακάλυψα πως ήταν το δικό μου – ήταν το χέρι μου αυτό που είχε με σημειώσεις πλέον ακατανόητες τα περιθώρια του μουτζουρώσει. Το ίδιο το βιβλίο εκείνο που μου έκλεψαν, χωρίς να το επιθυμήσουνε ποτέ –ποιος άλλωστε κλέβει ακόμα και σήμερα βιβλία;- τότε, τις πρώτες μέρες του 2011 κάπου εκεί στο Γκάζι, επέστρεφε ξανά πίσω σε μένα.
Είπα να μοιραστώ την έκπληξή μου με τον παλαιοβιβλιοπώλη, όχι και τόσο για να λύσω το ήδη παραγεγραμμένο μυστήριο εκείνης της διάρρηξης, αλλά γιατί δεν κρατιόμουνα με τίποτα κι ήθελα απλώς σε κάποιον να αφηγηθώ μια ιστορία που στα μάτια, μόνο τα δικά μου προφανώς, έμοιαζε τόσο συγκινητική και τόσο μαγεμένη. Εκείνος βαριεστημένος μου απάντησε πως είναι αδύνατον να θυμηθεί πότε και ποιος του το είχε πουλήσει, επισημαίνοντάς μου όχι και τόσο διακριτικά πως αν το ήθελα ξανά, δικό μου-ξεδικό μου, θα έπρεπε να τον πληρώσω.
Έτσι όπως βρισκόμουν σαστισμένος ανάμεσα στις συμπληγάδες τις γκρίνιας και τις μεταφυσικής, επέλεξα να διακόψω ετούτη τη ανώφελη συζήτηση – εξάλλου και να έβρισκα τον τύπο που σκότωνε στο μαγαζάκι εκείνο τα βιβλία του, ποιος μου εγγυόταν πως ήτανε το ίδιο πρόσωπο με αυτό που είχε διαρρήξει το αμάξι μου, και όχι κάποιος άλλος βιβλιόφιλος που έκανε πολύ κακές παρέες; Αλλά και πάλι, πείτε πως με κάποιον τρόπο οι συγκυρίες βοηθούσανε το αστυνομικό υποδαιμόνιό μου, το οδηγούσανε στα ίχνη του κακού και εκεί που κάπου ο φιλαράκος έπινε ξένοιαστος τον φραπέ του, εμφανιζόμουν, λέει, μπροστά του με το θριαμβευτικό χαμόγελό μου και το βιβλίο παραμάσχαλα, τι θα μπορούσα να του πω; Να απαιτούσα να μου επιστρέψει το σακίδιο και ό,τι από το περιεχόμενό του βρισκόταν στην κατοχή του ακόμα; Πρώτον τίποτα από τα πράγματα αυτά –πλην του βιβλίου, φυσικά- δεν ήτανε δικό μου, για να μπορώ να τα διεκδικήσω στα σοβαρά. Δεύτερον εκείνη που είχε ένα κάποιο έννομο συμφέρον, που λέμε και στα νομικά, δεν ήμουν πια εγώ δικός της για να χρειάζεται να παριστάνω τον μασκοφόρο ή τον βιβλιοφόρο εκδικητή. Και τρίτον και σημαντικότερο, έλα μωρέ τώρα, δε βαριέσαι, τι είχαμε τι χάσαμε και άλλα τέτοια όμορφα. Άντε, το πολύ-πολύ να του ζητούσα να μου πληρώσει το τζάμι που μου έσπασε, αλλά κι αυτό, χάριν της ιστορίας, μάλλον θα του το χάριζα.
Έτσι, πλήρωσα τελικά τον γέροντα καρμίρη και κατευθύνθηκα σε κάποιο από τα παρακείμενα καφέ για να διαβάσω ίσως ξανά κάποια από τις ιστορίες του βιβλίου μου. Άραξα σε ένα τραπεζάκι υπό σκιά, παρήγγειλα έναν καφέ, έστριψα το τσιγάρο μου, μα αντί να αρχίσω να διαβάζω το βιβλίο, όπως ίσως σκόπευα, βάλθηκα να ξανακοιτώ τις σημειώσεις μου, ανακαλύπτοντας σιγά-σιγά σε αυτές μηνύματα παλιά του ξεχασμένου μου εαυτού που ήρθαν έτσι, από το πουθενά, για να μου πούνε πράγματα θα έπρεπε κανονικά ακόμα να θυμάμαι.
Και να που εκεί, ανάμεσα στις σημειώσεις μου αυτές, πλάι στα δικά μου γράμματα, υπήρχαν κι άλλοι χαρακτήρες γραφικοί - της πρώην φίλης μου, του κλέφτη, της δικιάς του ενδεχομένως, μπορεί κι άλλων ανθρώπων. Μπορεί, ποιος ξέρει, και του κόσμου ολόκληρου, ακόμα και του ίδιου του κατά τα άλλα πια νεκρού μα ήδη τυπωμένου συγγραφέα.
Έκλεισα το βιβλίο και έστειλα το βλέμμα μου ασκόπως να περιφερθεί στο αστικό τοπίο, στο πρόσωπο της σερβιτόρας, στο βήμα των περαστικών, στον ήλιο πίσω από την ομπρέλα μου. Έψαχνα την αρχή μια άλλης ιστορίας για να ξεφύγω από το τέλος αυτής εκεί που είχα πάνω στο τραπέζι μου. Ένα τέλος που δε φαινότανε καθόλου μα καθόλου πρόθυμο να συμπεριφερθεί σαν καθωσπρέπει τέλος.
Τέλειωσα τον καφέ μου και τότε είδα εκεί, στο πάτο του ιδρωμένου ποτηριού ένα συμπέρασμα να κείτεται εν είδη ηθικού ή ανήθικου διδάγματος: Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που επιλέγουν από μόνες τους τον τρόπο, τη λέξη, τη στιγμή που θα τελειώσουν, ό,τι και αν κάνουμε εμείς για να τις τρέξουμε ή για να τις προσπεράσουμε.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

ο μύθος των μύθων

-Γιατί γράφεις;
-Γιατί μπορώ!
-Τι λες; Κι αυτό σου φτάνει;
-Όχι, αλλά εσένα σου είναι αρκετό.
-Για να το κάνω και εγώ;
-Για να μπορείς πιο εύκολα έτσι να με διαβάζεις.
-Να σε διαβάζω χωρίς επιφυλάξεις, θες να πεις;
-Όχι, αυτό δε γίνεται.
-Τότε; Μήπως χωρίς να νιώθω ενοχές;
-Όχι, έτσι δεν έχει πλάκα.
-Ελπίζω να μην εννοείς πως θες να σε γνωρίσω.
-Καλύτερα ας μείνουμε δυο άγνωστοι. Κράτα τις ιστορίες μου, και πίστεψέ με, τα υπόλοιπα δε θέλεις να τα ξέρεις.
-Και αν οι ιστορίες σου σε μένα δεν ταιριάζουν; Και αν δε μου αρέσουν όλα αυτά που θέλεις να διαβάσω;
-Γράψε εσύ καλύτερες! Γράψε μου τις δικές σου!
-Γιατί να γράψω;
-Γιατί μπορείς! Για αρχή αυτό σου φτάνει.

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ορισμός

Αυτοδίδακτος είναι αυτός που διδάσκει ή που δίδαξε κάποτε τον εαυτό του, μέσω κάποιας πολύ προσωπικής και ενδεχομένως επίμονης και επίπονης διαδικασίας. Όχι ο κάτοχος μιας γνώσης που αποκτήθηκε μέσω κάποιου είδους γονικής παροχής ή δια της αποκαλύψεως. Τα τσιπουράδικα της πόλης μου είναι κάθε μεσημέρι γεμάτα από ταλαντούχους που γεννηθήκανε γνωρίζοντας τα πάντα και που δεν κατάφεραν ποτέ να δημιουργήσουν τίποτα. Αν πιούνε κανένα εικοσπεντάρι παραπάνω, θα βρούνε σίγουρα πολλές ιστορίες να σας πουν.

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

τα δάχτυλα

Υπάρχουν πολλοί καταξιωμένοι συγγραφείς που μπήκανε στον κόπο να δώσουν οδηγίες προς τους μελλοντικούς και επίδοξους ομότεχνούς τους για το πώς γράφει κανείς και για το πώς «φτιάχνεται» αυτή η λογοτεχνία. Αρκετές από αυτές μπορείτε να τις βρείτε στο διαδίκτυο εν είδη δεκαλόγων – δε θα περίμενε κανείς κάτι λιγότερο από ανθρώπους που φέρουνε μια μικροθεϊκή ταυτότητα. Προσωπικά, από όλες αυτές τις συμβουλές, αυτή που μου έχει μείνει περισσότερο, είναι αυτή που είχε δώσει κάποιος Ρώσος νομίζω λογοτέχνης –πρέπει να ήταν ο Τσέχωφ- σε κάποιον που τον είχε ρωτήσει πώς θα μπορούσε να γράψει όπως κι αυτός μεγάλα και σπουδαία έργα: «Γράφε συνέχεια! Γράφε μέχρι να σπάσουν τα δάχτυλά σου!» Καλές οι γνώσεις δηλαδή, χρυσό και το ταλέντο, αλλά χωρίς μια κάποια διαρκή, έως και εμμονική, εξάσκηση, μάλλον δουλειά δε γίνεται. Εντάξει δε χρειάζεται να απειλείται και η αρτιμέλεια σας, αλλά συγγνώμη δε μπορώ να δεχτώ πως υπάρχουν στ’ αλήθεια συγγραφείς που χρησιμοποιούν για πάνω από δυο χρόνια το ίδιο πληκτρολόγιο.

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ο θεός

"Τώρα εγώ γράφω αυτό που τώρα εσύ διαβάζεις." Συγνώμη, αγαπημένε μου αναγνώστη, αλλά μόλις νίκησα το χρόνο, ξέρεις. Μόλις κατορθώσω να προσποιηθώ τον παντογνώστη επαρκώς και μέσω των αναλυτικών της Google γίνω και πανταχού παρόντας, σου υπόσχομαι να σε θυμηθώ ερχόμενος εν τη σελιδοποιημένη βασιλεία μου.

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

η έμπνευση

Ταξιδεύω
μόνος
νύχτα
με το αυτοκίνητό μου.
Οδηγώ και οι ιδέες σκάνε στο κεφάλι μου,
όπως τα έντομα πάνω στα παρμπρίζ μου.
Τα έντομα ενδεχομένως να έχουν τάσεις αυτοκτονικές
- ποτέ μου δε θα μάθω.
Οι ιδέες πάντως ελπίζουν σε κάποιο είδος μετεμψύχωσης
- θέλουν να γίνουν ιστορίες.
Ταξιδεύω
μόνος
νύχτα
με το αυτοκίνητό μου.
Το πρώτο πράγμα που κάνω μόλις φτάσω
είναι να κάτσω και να γράψω.
Γενικά κάνω ό,τι μπορώ.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

αλλαγή ώρας

Πάντα θεωρούσα ως την πιο
θλιβερή
μέρα του χρόνου
εκείνη όπου η ώρα αλλάζει
και γίνεται χειμερινή.
Εντάξει,
το ξέρω,
κερδίζουμε μια ώρα,
αλλά στ' αλήθεια πόσα χάνουμε,
όταν το άλλο απόγευμα νυχτώνει από τις έξι;
Εντάξει,
ας πούμε
ας κάνουμε υπομονή
ας επιζήσουμε κι ετούτου του χειμώνα
ας πάρουμε εκδίκηση στα τέλη του Μαρτίου!
Όσο να πεις,
έχει περισσότερη πλάκα,
όταν κερδίζεις χάνοντας.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ο σκοπός

Τόσοι σταθμοί κι αεροδρόμια,
τόσες ήξεις αφίξεις,
ποτέ κανένας δε με ρώτησε,
"ποιος ο σκοπός του ταξιδιού σας;"
Κρίμα,
κι ήθελα πάντα να τους πω,
πως ο δικός μου ο σκοπός
πηγαίνει κάπως έτσι:

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

οι ρινόκεροι

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Το καλοκαίρι αυτό το σπίτι δεν υπάρχει. Το σπίτι σου –όσο και αν οι ένοικοι αλλάζουνε- δικό μου θα είναι πάντα. Αυτό θα είναι το σπίτι μου. Εγώ θα είμαι του δρόμου. Στο σπίτι αυτό που τώρα κατοικώ θα κάνουν μπάνιο οι ρινόκεροι το άλλο καλοκαίρι.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

τα εισιτήρια

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Αύγουστος 2004. Τρελό καλοκαιράκι. Με άφησε εκείνο το ταξί δύο στενά πιο κάτω. «Καλύτερα, φίλε, να συνεχίσεις μόνος σου», μου είπε ο ταρίφας. Εσύ είχες βγει κι είχες αράξει στα σκαλιά. Φορούσες μονάχα το μαγιώ σου. «Άργησες», είπες και με μάλωσες. Εγώ δε βρήκα κάτι για να πω. Είχα ξεχάσει εκεί στο μέλλον, μακριά, κάθε δικαιολογία. «Που είναι τα εισιτήρια;» Τι λες; Ποια εισιτήρια; Μάταια προσπαθώ να θυμηθώ. Που λέγαμε να πάμε; Ήταν η Φολέγανδρος; Τα Κύθηρα; Η Μήλος; Μήπως η Ελαφόνησος; Πάντα η Ελαφόνησος. Πήγα –θα πάω δηλαδή- αλλά χωρίς εσένα. Το βράδυ, Γιάννη, ξέχασες; Μου έταξες πως θα με πας. Κάπου που να μην έχω ξαναπάει ποτέ. Ούτε στα όνειρά μου. Κάπου που άλλος άνθρωπος δεν πάτησε ακόμα. Και τότε ήρθε η υπόσχεση και διέλυσε το σύμπαν. Θυμήθηκα. Θυμάμαι. Πάμε! Τώρα, όσο ακόμα είναι ψηλά. Όσο μπορούμε ακόμα να πετάξουμε. Σήκω, σου λέω! Φύγαμε! Στον ήλιο! Στην ταράτσα!

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

όλα όσα μου έλειπαν

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Αύγουστος του 2007 και μόλις είχαμε γυρίσει από την Κρήτη. Ήθελες να μου δείξεις το σπίτι όπου μεγάλωσες. Ήταν στην Αγία Παρασκευή. Για κάποιο λόγο μου φάνηκε οικεία η γειτονιά σου. Φτάσαμε και παρκάραμε μπροστά στο σπίτι ακριβώς. Αύγουστος ήταν, είπαμε, η πόλη είχε αδειάσει. Σε είχε πιάσει ένας ενθουσιασμός ακατανόητος. Δεν ήξερα αν το διασκέδαζες ή αν στεναχωριόσουν. Μου έδειχνες από έξω τους τοίχους του σπιτιού και προσπαθούσες να με ξεναγήσεις στων αναμνήσεων σου τον παράδεισο. Και όμως, το αισθάνθηκα πως κάποια κόλαση εφηβική εκεί τριγύρω ακόμα τριγυρνούσε. Σε άφησα μονάχη να παραμιλάς. Νομίζω μάλιστα πως δάκρυσες – δεν ήθελες να σε κοιτάζω. Έκανα μόνος έναν γύρω του σπιτιού, μήπως και ανακαλύψω κάτι που πολύ εμένα να ενδιέφερε. Κάτι που να ερμήνευε με άλλα λόγια λογικά αυτήν την οικειότητα που ένιωθα. Λες κι ήταν το δικό μου πατρικό. Λες κι έμενε, κάποτε παλιά, η πρώτη αγαπημένη μου μέσα σε αυτό το σπίτι. Στο πίσω μέρος του σπιτιού υπήρχε μια μικρή αυλή. Κάποιος είχε αφήσει την σιδερένια πόρτα της μισάνοιχτη. Την έσπρωξα και μπήκα. Το σπίτι είχε από χρόνια πια εγκαταλειφτεί. Κανείς δεν το ξανακατοίκησε. Έμοιαζε λες και η οικογένειά σου το άφησε και έφυγε για να γλυτώσει μιαν άγνωστη καταστροφή – μάλλον σας κάναν φάρσα. Σκόνταψα πάνω σε κάτι μέσα στη ζούγκλα του οικογενειακού μικρόκοσμου και έσκυψα να το μαζέψω. Ήτανε ένα μουσικό κουτί. Σάπιο και σκουριασμένο. Κι όμως, το κούρδισα κι αυτό ανταποκρίθηκε. Την ήξερα αυτήν τη μελωδία. Εκεί, στην πίσω αυλή, του εγκαταλειμμένου σου σπιτιού, τη μέρα εκείνη, εκείνου του καλοκαιριού που πέρασα στο σπίτι σου, έμαθα όλα αυτά που μου έλειπαν από όσα ήθελα για σένα να γνωρίζω.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ξέρω τι σου χρειάζεται

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Είχα αρχίσει να εμφανίζω τα συμπτώματα αυτής της ενοχλητικής αρρώστιας. Προσπάθησα να σου το κρύψω στην αρχή, αλλά εσύ σύντομα με κατάλαβες. Τα βράδια, μου έλεγες, παραμιλούσα σε άγνωστες γλώσσες μες στον ύπνο μου. Πες μου, τι με άκουσες να λέω; σε ρώτησα εγώ - αγχώθηκα. Ήτανε μάλλον που φοβήθηκα μήπως προδώσω κάποια των άλλων μυστικά, από αυτά που μέσα κρατώ για πάντα φυλαγμένα. «Δεν ξέρω», μου απάντησες. «Ήτανε κάτι σαν λατινικά. Έτσι μου φάνηκε, τουλάχιστον. Αλήθεια, ποιος παραμιλά σε πεθαμένες γλώσσες;» Είναι που στα όνειρά μου κάνω παρέα με νεκρούς. Τα μεταφράζω όλα στα λόγια τους, μπας και τους καλοπιάσω. «Ξέρω τι σου χρειάζεται», είπες και μου έδειξες μια πόρτα μυστική, κρυμμένη πίσω από την ντουλάπα σου. «Μπες εδώ μέσα και περίμενε!» Μπήκα μες στο κλειστό δωμάτιο. Νόμιζα πως θα ερχόσουν και εσύ, μα έκλεισες πίσω από την πλάτη μου την πόρτα και με κλείδωσες. Και ύστερα σε άκουσα να σπρώχνεις την ντουλάπα μακριά, να αφήνεις την κλειδαρότρυπα ελεύθερη. Ήθελες να σε βλέπω. Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι. Σκυμμένος εκεί, στην έκπληκτη εκείνη κλειδαρότρυπα. Να προσπαθώ να βρω τι σήμαινε όλη αυτή η βρώμικη χορογραφία που συνέθετες μόνη τις νύχτες πάνω στο κρεβάτι σου. Μέχρι που κάποιο βράδυ –θα με είχε πάρει ο ύπνος και μάλλον δε σε άκουσα- σε είδα ξαφνικά να στέκεσαι σχεδόν γυμνή πάνω από το κεφάλι μου. Σε είδα που χαμογελούσες και κατάλαβα. Τι έλεγα, σε ρώτησα, βέβαιος πως ήτανε για ακόμα μια φορά του ύπνου μου τα ιδρωμένα λόγια που σε είχανε πάλι διασκεδάσει. «Βγάλε και το εσώρουχό σου!», είπες. Μα δε φοράω τίποτα. «Όχι εσύ, χαζέ! Εγώ. Αυτό σε άκουσα να λες. Στα ζωντανά πια τώρα.»

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

τα τείχη και η απόσταση

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Εσύ είχες πια από καιρό φύγει για την Αγγλία. Μου έγραφες να έρθω στο Λονδίνο να σε βρω, μα κάθε φορά που άρχιζα να φτιάχνω τις αποσκευές, άλλαζες γνώμη και μου έλεγες «περίμενε, δεν είναι ακόμα η κατάλληλη στιγμή, δεν ήρθε η ώρα ακόμα». Βαρέθηκα να περιμένω και είπα να φέρω κι εσένα και το Λονδίνο ακόμα και την ώρα, τη στιγμή εδώ, πίσω στη γειτονιά σου. Άργησα λίγο το σπίτι σου να βρω. Μπερδεύτηκα. Δεν ήξερα ποια έξοδο της Μεσογείων να διαλέξω. Ξεκίνησα τότε τον κόσμο να ρωτώ. Και επειδή δεν τη θυμόμουν τη διεύθυνση, τους έλεγα «συγνώμη, μήπως ξέρετε που μένει το κορίτσι;» Οι απαντήσεις τους ελάχιστα βοήθησαν και τότε άρχισα το όνομά σου να φωνάζω. Μα εσύ δεν ήσουνα εκεί. Το σκέφτηκα ξανά καλύτερα. Έπρεπε μάλλον να φωνάξω δυνατότερα. Να ουρλιάξω την επιθυμία μου. Τα τείχη να γκρεμίσω. Να ταξιδέψει η φωνή πάνω από την Αδριατική, τις Άλπεις να περάσει, να κάνει στάση στο Παρίσι για καφέ –ίσως εκεί να έβρισκε εκείνο το δαχτυλίδι που είχες χάσει- να βγει στη Μάγχη ορθόπλωρη, να ανεβεί τον Τάμεση, το Ίσλιγκτον να βρει ανυπεράσπιστο και να το εμβολίσει. Ξέρεις, στην ιστορία τη δική μας, τείχη στ’ αλήθεια δεν υπήρξανε ποτέ. Το μόνο τείχος ήταν η απόσταση. Το σπίτι σου, όμως, ακόμα ήτανε εκεί, στη θέση του. Με άκουσε, με είδε, μου απάντησε. Ήταν μπροστά στα μάτια μου. Τόσην ώρα κύκλους έκανα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δε μου άρεσαν τα εύκολα. Μια πρόκληση ζητούσα. Χτύπησα το κουδούνι σου. Είδα, ακόμα έγραφε πάνω του το όνομά σου. Κανείς μέσα δεν ήτανε. Και τότε το διέρρηξα. Σήμερα πλέον είναι αργά. Πάει, τελειώνει ο Αύγουστος. Και άλλα αστεία ψέματα δεν προλαβαίνω πια να σου κατασκευάσω. Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Το ξέρεις πως εκεί, σε εκείνο το παλιό, το παιδικό κρεβάτι σου, ακόμα κοιμάται η σκιά σου;

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

διακοπές στον ήλιο

-Γιατί δεν πήγαμε ποτέ μαζί διακοπές;
-Διακοπές από τι; Τι έχουμε εμείς οι δυο να διακόψουμε;
-Μην παίζεις με τις λέξεις σου, χαζέ! Παίξε καλύτερα με μένα!
-Εσύ δεν είσαι λέξη, δηλαδή;
-Είμαι, αλλά εγώ δεν κλίνομαι με τίποτα.
-Επίρρημα, λοιπόν;
-Δεν ξέρω. Μπορεί και απαρέμφατο. Κι επίσης, όσο κι αν ψάξεις, δεν πρόκειται σε άλλους χρόνους να με βρεις. Ξέρεις, εγώ είμαι του ενεστώτα.
-Τότε, τι μου μιλάς για διακοπές; Πώς γίνεται να σου υποσχεθώ; Πώς να σου πω «θα πάμε»; Πήγαμε ήδη. Είμαστε!
-Που είμαστε;
-Δεν ξέρω. Κάπου στον ήλιο μάλλον.
-Διακοπές στον ήλιο;
-Σε εμάς, στην επικράτεια της ιστορίας μας ο ήλιος ποτέ δε δύει.
-Λες χαζομάρες πάλι.
-Μπορεί. Εξειδικεύομαι σε αυτές.
-Πες μου, λοιπόν, που είμαστε;
-Πες μου εσύ, καλύτερα.
-Δε βλέπω. Δε μπορώ να πω.
-Κλείσε τα μάτια σου ξανά.
-Δεν τα άνοιξα ποτέ μου.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

μπροστά στα τείχη

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Το σπίτι αυτό, στον Φιλοπάππου, το είχα βάλει στο μάτι από καιρό. Από το βράδυ εκείνο της σφαγής. Σίγουρα το θυμάσαι. Περάσαμε μια βόλτα από το Σύνταγμα. Ή μάλλον όχι, εσύ ήδη βρισκόσουνα εκεί – εγώ ήμουν ο περαστικός. Τότε ετοιμαζόμουνα να φύγω στη Μαδρίτη. «Τι πας να κάνεις πάλι εκεί;» με ρώτησες. «Δε βλέπεις; Εδώ όλα συμβαίνουν.» Είχαμε σίγουρα μια αίσθηση 20 πολύ στ’ αλήθεια διαφορετική του τι «συμβάν» σημαίνει. Σήμερα, πλέον μπορώ να πω με βεβαιότητα. Για να συμβεί το οτιδήποτε, ακόμα και αν μιλάμε για γεγονότα κοσμοϊστορικά, ακόμα και για τη γαμημένη συντέλεια του κόσμου, πρέπει να βρίσκομαι εκεί. Αν όχι να είμαι εγώ αυτός που προκαλεί την κατά τα άλλα αναπόφευκτη εξέλιξη, τουλάχιστον το πλάνο να με περιλαμβάνει. Εκείνο το βράδυ ήμουν εκεί. Και ήσουν κι εσύ επίσης. Μου ζήτησες να σε συνοδεύσω ως το σπίτι σου. Ακόμα δεν ήξερα που μένεις. Είχα αφήσει στη Δάφνη το αυτοκίνητο. Κατέβηκα στο κέντρο με τα πόδια. Καθ’ όλη τη διάρκεια του μακελειού εγώ δεν πήρα θέση. Τολμώ να πω πως ίσως και να με διασκέδαζε, αν δεν έπρεπε την ίδια ώρα να έχω το νου μου και σε σένα. Σε εκείνα τα δερμάτινα σανδάλια σου. Στο πράσινο κοντό σου φόρεμα. Στους μαυρισμένους σου μηρούς. Στα χείλη σου που γύρευαν να μάθουν. «Τι πας να κάνεις πάλι εκεί;» με ρώτησες όταν αρχίσαμε προς το Θησείο να κατηφορίζουμε. «Δε βλέπεις; Εδώ είναι η Μαδρίτη σου. Και το Παρίσι σου εδώ. Το Κάιρο, η Λίμα, το Δελχί. Ολόκληρος ο κόσμος. Και να σου πω και κάτι; Εδώ είναι το σπίτι μου. Το σπίτι όπου από τη μοίρα είναι γραφτό αυτό το καλοκαίρι να περάσεις.» Ποια μοίρα; Τι σχέση έχει η μοίρα με όλα αυτά; Τη μοίρα μου τη σκότωσα στο Βόλο χθες το βράδυ. Την έδεσα πίσω από το αμάξι μου. Την έσυρα σε όλη τη διαδρομή. Την έφερα εδώ, ταπεινωμένη, μπροστά στα τείχη της Τροίας, της Ιεριχούς. Για ποια καριόλα μοίρα τώρα μου μιλάς; Καλά, εφημερίδες δε διαβάζεις;

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

ζεστάθηκες

[Φαντάσου τον ήλιο!] Τη νύχτα εκείνη ήταν που επινόησα τη μέθοδο του ηλιοθεραπευτή και την εφάρμοσα πρώτη φορά σε σένα, αγαπημένο μου μικρό πειραματόζωο. Θυμάσαι; Σε προειδοποίησα. Δεν πρόκειται για κάποια συνταγή απόκρυφη. Καμία σχέση με κάποιο νοσηρό μυστήριο. Καμιάς απόχρωσης τέχνη μαγική δεν κρύβεται από πίσω. Τα μάγια, άλλωστε, το ξέρουμε κι οι δυο καλά, σπανίως πιάνουνε εδώ, σε αυτές τις ιστορίες. [Μάντεψε από πού έρχονται σε σένα οι ακτίνες του.] Σου ζήτησα να πέσεις στο κρεβάτι σου. Εσύ, όπως πάντα βιαστική, φρόντισες τα ρούχα σου να βγάλεις. Τράβηξες την κουβέρτα και σκεπάστηκες. Εγώ την πήρα και την πέταξα στο πάτωμα. Κρυώνω, εσύ μου είπες. Θα κρύωνες, αν ήσουν τώρα μες στον Αύγουστο; Πες μου, αν ήσουνα εκεί, μες στο καταμεσήμερο, θα 19 κρύωνες; Όχι, είπες, μα δεν είμαι. Και τότε εγώ σου αποκάλυψα το μυστικό. Σου εμπιστεύτηκα το γυάλινο κλειδί που ανοίγει του χρόνου τη στοιχειωμένη πόρτα. Σου γνώρισα τη μέθοδο. [Νιώσε τις να ταξιδεύουν πάνω στις επιδερμίδα σου.] Εσύ αμέσως την ασπάστηκες. Κι ούτε για μια στιγμή δε φάνηκες να δείχνεις τα ελεεινά συμπτώματα εκείνης της εκ γενετής αμφιβολίας σου. [Θυμήσου την ανάγκη της σκιάς.] Η μέθοδος είναι απλή. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένα κρεβάτι. Αν και στο πάτωμα ενδεχομένως να είναι ακόμα πιο απλά τα πράγματα. Ξαπλώνεις. Απλώνεσαι. Τεντώνεις νωχελικά τα άκρα σου στα τέσσερα σημεία του εντοιχισμένου σου ορίζοντα. Και πάνω από όλα, το πιο σημαντικό, κλείνεις πολύ προσεκτικά τα μάτια. [Κλείσε, προστάτεψε τα μάτια σου.] Όχι για να αποκοιμηθείς. Όχι για να αφήσεις το όνειρο να έρθει πιο κοντά σου. Μα για να μη μπορέσει ο ήλιος ο αδίστακτος την όρασή σου να πληγώσει. Σου είπα, μη με ρωτάς, ποιος ήλιος. Το ξέρω πως είναι πια μεσάνυχτα. Και τότε όπως και τώρα. Μέσα Δεκέμβρη. Κυψέλη και σφηκοφωλιά. Καρδιά της Βαβυλώνας. Το ξέρω πως εκεί, όπως κι εδώ, μέσα σε εκείνην –μέσα σε αυτήν- τη χαμηλή την κάμαρα, όπου είχες πάντα την εντύπωση πως θα έρθει να σε πλακώσει ο ουρανός, ο ήλιος, ακόμα και αυτός της χειμωνιάτικης ακίνδυνής του εκδοχής ακούγεται μονάχα σαν αστείο. [Μη γελάς.] Δεν είναι αστείο. [Χαμογέλασε.] Άλλωστε, εδώ δε μίλησε κανείς για τον κυρ-ήλιο τον γνωστό, το σώμα το ουράνιο, μα για τον άλλο ήλιο. Τον ψυχοποιό. Τον υπερβάλλοντα. Τον ήλιο του μυαλού σου. Σαλιώνω τα δάχτυλά μου κι αρχίζω το κορμί σου να μετρώ. Δεν είναι σάλιο ετούτο το υγρό που σε ποτίζει. Είναι που μόλις βγήκα από τη θάλασσα και έρχομαι κοντά σου να ξαπλώσω. [Ζεστάθηκες;]

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

εσύ από που είσαι, παλικάρι μου;

Είναι Δεκέμβριος. Είναι το 2011. Είμαι 36 ετών. Είμαι επιπόλαιος, αναιδής, αφελής και σπάταλος. Είναι Τετάρτη. Είναι το τραίνο από Βόλο για Αθήνα. Είναι έξι η ώρα το πρωί - ήτανε εκείνη τη στιγμή, τουλάχιστον. Προσπαθώ να καταλάβω πώς βρέθηκα εδώ μέσα. Θυμάμαι από πού ξεκίνησα. Έχω μια εικόνα καθαρή του πού ακριβώς πηγαίνω. Αλλά μου διαφεύγει ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι μέσα σε αυτό το τραίνο. Φαντάζομαι διάφορα, μα τελευταία το έχω για συνήθεια να πέφτω πάντα έξω. Από τότε που απαγορεύτηκε το κάπνισμα μέσα στις αμαξοστοιχίες, τα έκοψα οριστικά τα σιδηροδρομικά ταξίδια μου. Όχι, δεν είχε νόημα. Τότε, ποιος διάβολος με έβαλε μέσα σε ετούτο το βαγόνι; Ποιος μου έκοψε το εισιτήριο; Ποιος μου είπε να καθίσω; Μα και την εποχή εκείνη που ακόμα ανέβαινα στα τραίνα, τα δρομολόγια για την Αθήνα τα απέφευγα. Ήταν που μέσα στα όνειρά μου μπαινόβγαινε μια ιστορία ηρωική, μιας κάποιας, λέει, αντιστασιακής οργάνωσης –μη με ρωτήσετε, παρακαλώ, σε τι ακριβώς αντιστεκότανε- που ανατίναζε για δεύτερη φορά τη γέφυρα στο Γοργοπόταμο. Δεν ξέρω αν το έκανε ξανά για να διακόψει τις ενισχύσεις του Ρόμελ στο αφρικάνικό του μέτωπο. Δεν είμαι σίγουρος αν μέσα στο όνειρο αυτό ήμουν εγώ του Ρόμελ οι αναγκαίες ενισχύσεις. Για ένα πράγμα όμως μπορούσα να πάρω όρκο μόλις άνοιγα τα μάτια μου: Πως μες στο τραίνο που διέσχιζε τη γέφυρα την ώρα ακριβώς της ανατίναξης ταξίδευα μόνος εγώ μοιραίος επιβάτης. Αυτά και βγαίνω προς το παρόν από το όνειρο. Είναι Δεκέμβριος. Είναι το 2011. Είμαι 36 ετών. Είναι Τετάρτη. Είναι το τραίνο από Βόλο για Αθήνα. Είναι έξι η 16 ώρα το πρωί – ήτανε, τώρα είναι πια έξι και είκοσι. Δεν ταξιδεύω ακριβώς. Μάλλον μετακινούμαι. Έρχομαι στην Αθήνα να σε βρω. Με κάλεσες κι εγώ ανταποκρίθηκα. Μου τηλεφώνησες, μου είπες θέλεις να με δεις. Είπες πως με χρειάζεσαι. Όχι, τέτοιες λέξεις εσύ ποτέ δε χρησιμοποιείς. Αλλιώς το διατύπωσες, κι αλλιώς εγώ μες στο μυαλό μου το μετέφρασα. Με ρώτησες αν κάνει κρύο εκεί – εδώ στο Βόλο, δηλαδή. Θέλω να πω στο Βόλο όπου βρισκόμουνα, όταν μου τηλεφώνησες. Τώρα, ετούτη τη στιγμή για την οποία γράφω, μετακινούμαι, έρχομαι και το «εδώ», λυπάμαι, μου διαφεύγει διαρκώς. Νυστάζω και οι σκέψεις μου μάλλον δε βοηθάνε. Άλλωστε, δεν κοιμήθηκα καθόλου χθες το βράδυ. Μέχρι πριν λίγο μιλούσαμε ακόμα στο τηλέφωνο. Με κάλεσες να έρθω στην Αθήνα να σε βρω. Κι εγώ ανταποκρίθηκα. Βγάζω το παλτό μου, το μαξιλοροποιώ στριμώχνοντάς το ανάμεσα στο κεφάλι και το παράθυρό μου. Αναρωτιέμαι ποιο από τα δύο είναι πιο παγωμένο. Ποιο από τα δύο δονείται από το ταξίδι περισσότερο. Κοιτάζω έξω, δε βλέπω τίποτα, κλείνω τα μάτια μου, αποκοιμιέμαι. Όταν ξυπνάω, μες στο βαγόνι επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ρωτάω τους συνεπιβάτες να μου πουν, αλλά για κάποιο λόγο όλοι τους μοιάζουν να είναι μαζί μου θυμωμένοι. Ένας υπάλληλος, πιο ψύχραιμος, μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Πάμε στο μπαρ. Βγάζει από την τσέπη το πακέτο του και μου προσφέρει να καπνίσω. Μα δεν απαγορεύεται; Τι έγινε επιτέλους; Μαθαίνω πως πραγματικά η γέφυρα ανατινάχτηκε, αμέσως μόλις την περάσαμε. Πόσο βαριά κοιμόμουν και δεν κατάλαβα, γαμώ το υποσυνείδητό μου, τίποτα; Σχεδόν θρηνώ που έχασα τέτοιο σπουδαίο θέαμα. Κλαίω για τον Ρόμελ τον κακόμοιρο, λες και τον είχα μπάρμπα. Οι σιδηροδρομικοί μου χτυπάνε την πλάτη με συμπόνια. Μου βάζουνε να πιω ουίσκι πρωινιάτικα. Και μόλις μπαίνουμε μες στην κατοικημένη περιοχή και κόβει η αμαξοστοιχία μας ταχύτητα, σε μια στροφή, ανοίγουνε μια πόρτα και με πετάνε έξω πατρικά. Την πτώση απολαμβάνω. Φτηνά τη βγάζω με λίγες μελανιές, μα κάνει κρύο και μου λείπει το παλτό μου, ακόμα κολλημένο πάνω στο βρώμικο παράθυρο. Και επιπλέον μες στο παλτό το πορτοφόλι μου – μεγάλη η χάρη σου, στρατάρχα μου. Πώς πάω τώρα στο Γκύζι με τα πόδια; Δεν ξέρω καν που βρίσκομαι. Πέφτει κάτι σαν χιόνι και το κρύο με αποπροσανατολίζει ακόμα περισσότερο. Διαλέγω στην τύχη ένα δρόμο κι αρχίζω να τον περπατώ πιστεύοντας πως με πηγαίνει προς το σπίτι σου. Βλέπω έναν τύπο να στέκεται στην είσοδο μιας πολυκατοικίας και να πατάει με μανία κάποιο από τα κουδούνια της. Πετάει βρισιές μέσα από τα δόντια του. Κοιτάζει και βλαστημάει τα μπαλκόνια από πάνω. Ο άνθρωπός μου, σκέφτομαι. Στο ύψος μου περίπου, παρόμοια διάπλαση. Κανείς δε βρίσκεται τριγύρω μας. 17 Κοιμούνται ακόμα οι μάρτυρες. Συγνώμη, θέλετε βοήθεια; ρωτάω κι αυτός γυρνάει προς το μέρος μου. Δεν προλαβαίνει καν να μου συστήσει να πάω να γαμηθώ και τον ξαπλώνω με δυο γροθιές στο μάρμαρο. Πριν πέσει, χτυπάει με το κεφάλι τα κουδούνια για ακόμα μια φορά και επιτέλους κάποιος βγαίνει στο θυροτηλέφωνο. «Ποιος είναι;» ρωτάει ο κάποιος, την ώρα που του βγάζω το μπουφάν. Μου ανοίγεται, παρακαλώ; Ξέχασα τα κλειδιά μου. «Ποιος είναι;» ξαναρωτάει πιο καχύποπτα, ενώ ψάχνω στις τσέπες του παντελονιού να βρω κανένα φράγκο. Φωνάζω το όνομά μου. Ορίστε, σου απάντησα. Ψέματα εγώ δε λέω. «Εσείς είστε, κύριε Γιάννη; Καλημέρα σας!» μου λέει και ανοίγει και την πόρτα. Άλλο και πάλι ετούτο, σκέφτομαι καθώς σέρνω και κρύβω προσεκτικά το θύμα μου πίσω από το θυρωρείο. Βγαίνω ξανά, μα πριν αρχίσω να απομακρύνομαι, ρίχνω και πάλι στα κουδούνια μια ματιά και βλέπω το όνομά μου. Βάζω τα χέρια μέσα στις τσέπες του καινούριου μου μπουφάν και πάω παρακάτω. Βγαίνω σε κάποια λεωφόρο κεντρική και σταματάω ένα ταξί – δεν είναι που κουράστηκα να περπατώ, αλλά που βιάζομαι στο σπίτι σου να φτάσω. Λέω στον ταρίφα την διεύθυνση και αράζω ψάχνοντας τις τσέπες του μπουφάν, μήπως κι ανακαλύψω και τίποτα άλλο χρήσιμο. Ο ταξιτζής αρχίζει με τη μία να μου κάνει κήρυγμα. Του φταίνε περίπου όλα. Κάποια στιγμή η γκρίνια επικεντρώνεται στο θέμα «μετανάστες». Μου λέει πως πρέπει να ξεφορτωθούμε όλους αυτούς τους άπλυτους. Πως είναι όλοι τους μες στις αρρώστιες και το έγκλημα. Πως θέλουν να μας φάνε. «Εσύ από που είσαι, παλικάρι μου;» ρωτάει για να με βάλει στην κουβέντα του. Του λέω από τη Γκάνα. Γυρίζει και με ξανακοιτάζει πιο προσεκτικά. «Πλάκα μου κάνεις, έτσι;» Τι λέτε κύριε, του απαντώ, Γκάνα γέννημα-θρέμμα. Μέχρι τη γειτονιά σου ούτε που μου ξαναμιλά. Ούτε κοιτάζει καν τα χρήματα που φτάνοντας του δίνω. Τελειώνει ήσυχα τη βάρδια του, φουλάρει το ταξί πετρέλαιο και φεύγει για πάντα από την πόλη. Το βρίσκω εύκολα το σπίτι σου. Μου το έχεις, άλλωστε, τόσες φορές στα γράμματά σου περιγράψει, που είναι σα να είμαι ένοικος κι εγώ αυτής της πολυκατοικίας. Την ώρα που την είσοδο περνώ –είναι η εξώπορτά σας ανοιχτή, να έχετε το νου σας!- σκέφτομαι πως όχι, δεν πρέπει έτσι να με δεις, με αδειανά τα χέρια. Μετά από τόσο πια καιρό. Πρώτη φορά από τότε. Έχω δυόμιση χρόνια να σε δω. Από το καλοκαίρι εκείνο. Ξέρεις καλά για ποιο από όλα τα καλοκαίρια σου μιλώ: Για εκείνο το καλοκαίρι που το πέρασα στο σπίτι σου. Γνωρίζεις πότε ξεκίνησε ο χρόνος της απουσίας να μετρά. Στο σπίτι μου –όχι, δεν έχω σπίτι- στη γειτονιά μου έστω, εκεί που τότε έμενα, υπάρχουν κάτι ρολόγια ηλίθια εκεί σταματημένα, που δείχνουνε πεισματικά την ώρα που χωρίσαμε. Δεν ξέρω καν αν γίνεται να το ονομάσω αυτό το 18 πράγμα χωρισμό. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν καταφέραμε ακριβώς στα αλήθεια να ενωθούμε. Κολλήσαμε για λίγο, για προσωρινά, κι αυτό ήτανε όλο. Κι ύστερα φύγαμε κι οι δυο. Εσύ από το σπίτι σου κι εγώ από εσένα. Και είπαμε κάποια στιγμή ίσως ξαναβρεθούμε. Κουβέντες τέτοιες της στιγμής – ποιος άραγε τους δίνει σημασία; Καμιά φορά τους δίνω εγώ. Το ξέρεις, τέτοιος είμαι. Ψάχνω να βρω στο δρόμο σου κάτι να αγοράσω. Μπαίνω σε κάποιο μαγαζί. «Τι θέλετε;» ρωτάει η πωλήτρια, που κάτι μου θυμίζει. Αυτό το μπλε το φόρεμα που έχετε στη βιτρίνα. «Τι νούμερο; Είναι ψηλή;» Στο ύψος σου περίπου. Τώρα που σε κοιτώ καλύτερα, της μοιάζεις και σε άλλα. Μπορείς να το φορέσεις, σε παρακαλώ, να δω άμα της πάει. Γδύνεται εκεί μπροστά στα μάτια μου. Έκπληκτοι οι περαστικοί στη τζαμαρία της τα μούτρα τους κολλάνε. Είσαστε ίδιες. Είσαι εσύ. Μονάχα εκείνο το σημάδι, εκεί, στο πλάι, στην κοιλιά μού φαίνεται πως λείπει. Βρίσκω ένα κοπίδι κάπου. Το αρπάζω. Το τακτοποιώ κι αυτό. Δε μου αρέσει να αφήνω εκκρεμότητες, το ξέρεις. Φοράει η πωλήτρια το φόρεμα. Δεν περιμένει να στεγνώσει η πληγή. Το αίμα το ρούχο σου ποτίζει. Ταιριάζει σίγουρα απόλυτα. Λες και το έφτιαξαν αυτοί μονάχα για εσένα. «Να το τυλίξω, κύριε;» Όχι, πάμε να φύγουμε και μείνε όπως είσαι! Δεν προλαβαίνουμε να πάμε μακριά. Πέφτει στο δρόμο αναίσθητη από την αιμορραγία. Κόσμος μαζεύεται τριγύρω της. Τα πάντα παραλύουν. Και τότε βγαίνεις στο μπαλκόνι σου να δεις έξω τι παίζει. Σε βλέπω, με κοιτάζεις. «Τι είναι όλα αυτά; Τι έκανες; Δεν ήτανε ανάγκη…» Καλά, άνοιξέ μου και θα δεις. Έχω και άλλο δώρο.

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

η γιαπωνέζα φιλενάδα

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Εσύ είχες φύγει στα νησιά κι έμεινα πίσω εγώ το σπίτι να φυλάω. Όλη η Αθήνα, το καλοκαίρι εκείνο, είχε πάει διακοπές. Σηκώθηκα ένα πρωί, βγήκα να κάνω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι σου –σεβάστηκα την απαγόρευσή σου για το κάπνισμα, ίσως το μόνο από όσα μου είπες που σεβάστηκα- κι αμέσως συνειδητοποίησα πως είχα μείνει μόνος. Πώς λένε εκείνες τις βόμβες τις σατανικές, που αν τις ρίξεις κάπου, όλος ο πληθυσμός εξαϋλώνεται, μα μένουν τα κτήρια κι οι υποδομές ανέπαφες; Μια τέτοια πρέπει να είχε ρίξει ο αόρατος εχθρός –θα πρέπει να κοιμόμουνα βαθιά, τίποτα δεν κατάλαβα- κι όλους τους Αθηναίους τους είχε μες στη νύχτα εξοντώσει. Μονάχα εγώ τη γλύτωσα. Για ακόμα μια φορά ο μόνος επιζήσας. Εγώ κι οι κατσαρίδες, σκέφτηκα. Γέλασα, μα στο καπάκι ήρθε μια άλλη σκέψη και με τρομοκράτησε. Έτρεξα στον καθρέφτη και κοιτάχτηκα. Όχι, εντάξει, όλα καλά. Δεν ξύπνησα κι εγώ σιχαμερό ζωύφιο. Καλά το έλεγες εσύ, έτσι και γίνει η συντέλεια, μονάχα οι κατσαρίδες και ο Κάφκα είναι γραφτό να επιβιώσουν. Όλη η Αθήνα, το καλοκαίρι εκείνο, είχε πάει διακοπές. Κάπνιζα στο μπαλκόνι σου και σας σκεφτόμουν κακομοίρηδες συνωστισμένους πάνω στο ίδιο το νησί και με τη σκέψη αυτή διασκέδαζα. Άλλωστε, εγώ το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Μόνο που δυστυχώς το πρώτο καλοκαίρι μου στο σπίτι σου έτυχε να είναι τελικά το τελευταίο καλοκαίρι στην Αθήνα. Θυμήθηκα τις πρώτες μου διακοπές σε αυτήν την πόλη φάντασμα. Θυμάσαι; Όχι ακόμα τότε δε με γνώριζες. Δεν είχα ακόμα απολυθεί, αλλά είχα πια τόσο πολύ παλιώσει, που πηγαινοερχόμουν στη μονάδα μου μόνο για να ανανεώνω τις εικονικές μου άδειες. Ήταν ένα πρωί Σαββάτου σαν κι αυτό που τότε κάπνιζα και που θυμόμουν στο μπαλκόνι σου. Μπήκα από την Πύλη Αλμυρού και είκοσι λεπτά μετά βγήκα ξανά από την Πύλη Αγχιάλου. Θυμάμαι το νεοσύλλεκτο στην έξοδο να με κοιτάει σα να ήμουν αντιπτέραρχος τουλάχιστον και μου δείχνει με την άκρη του G3 του έναν τυπάκο που στεκόταν στη σκιά. «Μπορείτε μήπως να πάρετε το παλικάρι ως το Βόλο;» Θυμάμαι το παλικάρι να αφήνει σαν τη σαύρα τη σκιά και να γλιστράει μέσα στο αμάξι μου. Θυμάμαι το γκρίζο καπελάκι του. Με ρώτησε αν ήτανε στο δρόμο μου. Αναρωτήθηκα για πρώτη μου φορά στα σοβαρά ο δρόμος μου ποιος είναι. Μου ζήτησε να τον αφήσω, αν μπορώ, στα Κτελ, στην είσοδο της πόλης. Του πρότεινα να δώσει σε μένα τα λεφτά του εισιτηρίου, να μοιραστούμε βενζίνη και διόδια και να τον κατεβάσω εγώ από το χωριό μέχρι τη Βαβυλώνα. Δέχτηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί -πάντως δε μου το έδειξε- και γύρισα την Εθνική Οδό ανάποδα, αλλάζοντας στο δρόμο μου και στη ζωή κατεύθυνση. Μόλις περάσαμε την Πελασγία, χωρίς να με ρωτήσει, έβγαλε ένα cd από το σάκο του, το έσπρωξε μες στη σχισμή και άνοιξε στα τέρματα την ένταση. Το πρώτο το τραγούδι ήταν και το τραγούδι μου. Δεν ήταν από πάντα, όχι. Εκείνη η στιγμή το έκανε. Μετά τις Θερμοπύλες χαμήλωσε τον ήχο και ξαφνικά, χωρίς να τον ρωτήσω εγώ ετούτη τη φορά, ξεκίνησε να μου μιλάει για την κοπέλα του. Η κοπέλα του ήτανε Γιαπωνέζα. Φοιτήτρια, λέει, στη φιλοσοφική και στον ελεύθερο της χρόνο φωτομοντέλο στα περιοδικά της μόδας. Έχουν ελεύθερο χρόνο οι φιλόσοφοι; Δεν είναι ο χρόνος, ακόμα κι ο ελεύθερος, για αυτούς μια έννοια σχετική; Κι αν έχουν τέλος πάντων, και τότε πάλι δε φιλοσοφούν, όπως εμείς οι άλλοι; Οι ερωτήσεις μου του έφεραν ναυτία. Λίγο πριν από τον Άγιο Στέφανο δοκίμασα κι εγώ να πω λιγάκι τα δικά μου. Φαινόταν σα να τα βρίσκει όλα αδιάφορα και βαρετά. Δεν άργησε να βρει κατάλληλη ερώτηση για να με διακόψει: «Εσύ, τι πας να κάνεις στην Αθήνα μες στον Αύγουστο;» Και τότε ήρθε από το πουθενά η θεία επιφοίτηση και έσκασε με δύναμη επάνω στο παρμπρίζ μου: Διακοπές. Τι άλλο; Αφού τον άφησα στην έξοδο της Κηφισιάς κι αφού για λίγο ακόμα ταλαντεύτηκα ανάμεσα στις αντιφάσεις μου –τυπικά ακόμα βρισκόμουν εκτός των τειχών, προλάβαινα να κάνω πίσω- συνέχισα να κατηφορίζω μέχρι που βρήκα την οικεία είσοδο της Αχαρνών. Πέρασα μέσα. Προχώρησα σα να ήμουν μέσα στο όνειρο. Έφτασα στα Εξάρχεια. Πάρκαρα έξω ακριβώς από το φοιτητικό μου σπίτι –δεν είχε τελειώσει η αδερφή μου τις σπουδές και ακόμα το κρατούσαμε- κι ανέβηκα δήθεν για να μαζέψω κάποια πράγματα. Ήταν ήδη απόγευμα. Ούτε που το κατάλαβα πως πέρασε η ώρα. Άνοιξα τα παράθυρα και ξάπλωσα, έτσι όπως ήμουν με τα ρούχα, πάνω στο άστρωτο κρεβάτι. Αποκοιμήθηκα χαζεύοντας τον ράθυμο χορό της σκόνης στο δωμάτιο. Όταν πια ξύπνησα είχε για τα καλά νυχτώσει. Από έξω ακουγόταν μουσική. Μα ούτε φωνές ούτε και κάποια άλλη ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας. Σηκώθηκα, άναψα ένα τσιγάρο και στάθηκα προσπαθώντας να αφουγκραστώ, να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε. Κανονικά έπρεπε ήδη να είχα φύγει. Οποιοσδήποτε άνθρωπος λογικός σίγουρα αυτό θα έκανε. Έφτιαξα έναν δυνατό καφέ και άρχισα αμέσως τα τηλέφωνα. Όλοι τους ήταν σε διακοπές. «Τι έπαθες; Τι θες εδώ καλοκαιριάτικα;» Επέμεινα. Έλεγα, όχι δε μπορεί. Όλο και κάποιος θα έχει ξεμείνει στα μετόπισθεν. Και τότε πρόσεξα ξανά τη μουσική. Το ίδιο ακριβώς τραγούδι –σουξέ εκείνου του καλοκαιριού- τέλειωνε και αυτόματα ξανάρχιζε σα να εμπεριείχε κάποιο μήνυμα κρυφό, που έπρεπε εγώ –για μένα εξάλλου έπαιζε- να αποκωδικοποιήσω. Είπα να πάω, να το ακούσω από κοντά. Άφησα το διαμέρισμα και βγήκα στο διάδρομο. Κάλεσα το ασανσέρ. Ήμουν στον ημιώροφο. Δεν ήτανε ανάγκη. Ή μήπως είχα άλλα σχέδια; Ή μήπως σε άλλα σχέδια ήδη κατρακυλούσα; Μπήκα, πάτησα το τελευταίο το κουμπί και εκτοξεύτηκα στο άπειρο. Μετά από μισό λεπτό έφτασε η σεληνάκατός μου στην ταράτσα. Η νύχτα από πάνω μου σπαράσσουσα. Το φως της πόλης είχε κάνει όλα τα αστέρια να ντραπούν και μόλις που διακρίνονταν. Κοίταζα λαίμαργα τριγύρω μου. Ο Στρέφης, ο Λυκαβηττός, τα δυτικά προάστια. Ποιανού είναι άραγε όλα αυτά; Ποιος να τα διαχειρίζεται, τώρα που τα έχουν αποποιηθεί οι μόνιμοί τους κάτοχοι; Αν κλέψω κάτι τώρα που δεν υπάρχει εδώ κανείς για να με δει, ποιος θα το καταλάβει; Κι αν άραγε τους έκλεβα ολόκληρη την πόλη; Κι αν έτσι εδώ, μες στο κατακαλόκαιρο, την έκανα δικιά μου; Οι ερωτήσεις μου έφεραν ναυτία στην Αθήνα. Από το ύψος όπου βρισκόμουνα, η μουσική ακουγότανε πολύ εξασθενημένη. Μα ωστόσο έφτανε στα αυτιά μου μια χαρά. Θα το θυμάμαι το τραγούδι αυτό, ορκίστηκα. Κι αν κάποτε βρεθεί κάποιος να με ρωτήσει, τι έπαιζε εκείνη τη στιγμή που ξαναγνωριστήκαμε, θα ξέρω πια με σιγουριά τι να του απαντήσω. Και τότε χτύπησε επιτέλους το τηλέφωνο. Ήσουν εσύ. Το καλοκαίρι εκείνο δεν το πέρασα στο σπίτι σου. Το καλοκαίρι εκείνο μέσα στην πόλη αυτήν σπίτι σου δεν υπήρχε. Χάρηκα που είδα το όνομά σου στην οθόνη μου. Κι όμως, ένιωσα λίγο ενοχές. Σα να με πέτυχες πάνω στην ώρα του κακού. Σα να κατάλαβες τι πήγαινα να κάνω. «Που είσαι; Ακόμα δεν τελείωσες; Νύχτωσε – τι ώρα θα γυρίσεις;» Δίστασα. Δε βρήκα αμέσως την κατάλληλη απάντηση. Το ξέρεις σίγουρα καλά πόσο πολύ θα γούσταρα αυτή του τηλεφώνου η φωνή, με κάποιον τρόπο αυγουστιάτικο, να έπαιρνε σάρκα ξαφνικά και να ερχόταν να σταθεί στο πλάι μου. Το ξέρεις ή μάλλον όχι δεν το ήξερες. Ακόμα ήμασταν εκεί, στο 2002. Όταν επέστρεψα ξανά στην Εθνική Οδό ήτανε πια μεσάνυχτα. Ήταν μια νύχτα φωτεινή και σκέφτηκα πως ίσως δε χρειάζεται τα φώτα μου να ανάψω. Στη θέση του συνοδηγού ο πρωινός συνταξιδιώτης μου είχε ξεχάσει το γκρίζο καπελάκι του. Και το εξωτικό χαμόγελο της γιαπωνέζας φιλενάδας του χόρευε πάνω στον καθρέφτη μου μέχρι που έφτασα στο Βόλο. Και σκέψου, όλα αυτά συνέβησαν μία δεκαετία ολόκληρη πριν από το καλοκαίρι εκείνο. Ξέρεις ποιο καλοκαίρι λέω, ναι; Το καλοκαίρι εκείνο που το πέρασα στο σπίτι σου. Πάντα για εκείνο εκεί το καλοκαίρι σου μιλάω.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

η γνωστή-άγνωστη κατεύθυνση

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Είχα μόλις ανοίξει το γραφείο μου και ήδη σκεφτόμουν να το κλείσω. Ήμουν 29 χρονών και μόλις άρχιζα επιτέλους να προβληματίζομαι ως προς το τι θα γίνω όταν θα μεγαλώσω. Ήταν απόγευμα. Το καλοκαίρι γλιστρούσε κι έφευγε έξω από το παράθυρο και εγώ, μην έχοντας άλλη παραθεριστική διέξοδο, φόρτωσα στο αμάξι τις αποσκευές και έφυγα προς άγνωστη κατεύθυνση. Το βράδυ βρισκόμουν στην Αθήνα. Την ώρα που διέσχιζα την έρημη Αχαρνών άκουσα την πόλη μαζί μου να γελάει: «Ποια άγνωστη κατεύθυνση, ρε ψευταρά; Γιατί δεν παραδέχεσαι πως σου έλειψα; Γιατί δε λες πως μακριά μου δε μπορείς να κάνεις». Έκλεισα το τζάμι και άνοιξα αμέσως το ραδιόφωνο. Έπαιζε το τραγούδι μου. Δεν είχε σημασία ποιο. Άλλωστε, εκείνη τη στιγμή, όλα του κόσμου τα τραγούδια μού ανήκαν. Ο τύπος με την ένρινη φωνή έκανε πρόγραμμα για πάρτη μου. Δεν ήρθα κατευθείαν σπίτι σου -το καλοκαίρι εκείνο, ξέρεις, το πέρασα στο σπίτι σου- αλλά εξακολούθησα με λαιμαργία να ξανοίγομαι στις εγκαταλειμμένες λεωφόρους. Καμιά φορά, όταν με έπιανε φανάρι, βιαζόμουν τόσο να συνεχίσω την πορεία μου, που μόλις άναβε το πράσινο ξανά, δαιμονισμένα κόρναρα τον ίδιο τον εαυτό μου. Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Σιγά-σιγά, καθώς όλο και πιο βαθιά μέσα την πόλη εισέβαλα, ένιωθα σα να κάνω κάτι πραγματικά παράνομο. Οι λίγοι που συνάντησα στο δρόμο μου –οι πιο πολλοί παράφρονες- ήταν συνένοχοί μου. Οι λίγοι που συνάντησα στο δρόμο μου – κανείς δε σκέφτηκε ποτέ τι κάνουνε οι άνθρωποι αυτοί, όταν η πόλη ερημώνει. Οι λίγοι που συνάντησα στο δρόμο μου. Στη γειτονιά σου έφτασα την ώρα που ξημέρωνε. Μάταια έψαχνα καφέ. Είχανε όλοι φύγει. Κι είχα και την Αθήνα σου να με στραβοκοιτά αγουροξυπνημένη. Όχι, δεν ήμουν ξένος. Οι ξένοι, άλλωστε, ακόμα ήταν ευπρόσδεκτοι. Η παρουσία τους ακόμα τους ντόπιους διασκέδαζε. «Θέλουν να γίνουν σαν κι εμάς – άρα είμαστε κάποιοι.» Δεν ήμουν ξένος, όχι. Η πόλη ήταν ξενιστής κι εγώ το βδελυρό μικρόβιο που ύπουλα θα αποικούσε τους ιστούς της. Πάρκαρα σε εκείνο το παρκάκι απέναντι και από εκεί σε κατασκόπευα. Κρατούσα σημειώσεις. Μάζευα από εσένα υλικό για να σε ξαναφτιάξω. Το ξέρω, δεν το ήξερες. Ε, τώρα το μαθαίνεις. Δε με ένοιαζε αν έλειπες. Τι κι αν βρισκόσουν στα νησιά, το σπίτι σου μου αρκούσε.