Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Τα Σήμερα

Ζήσε, σαν να μην έμαθες ζωή
τι πάει να πει. Ζωή, στ’ αλήθεια, τι σημαίνει.
Ζήσε, αν θέλεις, και τις δικές μας
τις ζωές. Ίσως κάτι να βρεις μέσα σε αυτές.
Κάτι για να ταιριάξεις.

Ζήσε κρυφά! Κρύψε καλά! Ζάλη ζωή
- ζημιά ζωή. Ζήσε και έλα πες μας!
Κρύψε εδώ! Ψάξε εκεί!
Ζήσε ζωή! Ζήτα να δεις! Ζήλεψε,
ζύγισέ την!

Ζήσε, σαν να μην έζησες τα πριν. Ζήσε
σαν τα μετά να είναι νεκρά, τα ύστερα, τα έπειτα,
τα ίσως, τα μακάρι.
Ζήσε τώρα τα σήμερα!
Πέθανε μια άλλη μέρα!

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Ένα Φως

Άφησέ μου ένα φως!
Όχι, δεν είναι το σκοτάδι που φοβάμαι.
Απ’ το σκοτάδι έρχομαι και προς τα εκεί πηγαίνω.
Φίλος μου το σκοτάδι κι αδερφός.
Όχι, δεν το φοβάμαι.

Άφησε μου μονάχα ένα φώς!
Κάτι να δίνει σάρκα στις σκιές.
Κάτι να ζωντανεύει τα όνειρά μου.
Μια χαραμάδα για να τρυπώνουν τα φαντάσματα μες στο δωμάτιό μου.

Άφησε αναμμένο ένα φως!
Άσε την πόρτα μου μισάνοιχτη!
Να ακούω τους ψιθύρους σας.
Να βλέπω την αλήθεια.
Να γίνει ακόμα μια φορά το μαξιλάρι μου σχεδία και πυξίδα.

Άφησε το φως του διαδρόμου ανοιχτό!
Και μη μου λες να έχω όνειρα γλυκά!
Απόψε, μην προσευχηθείς για μένα!

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

τι όμορφη μέρα!

Τι όμορφη μέρα!
Κοιτώ τον ήλιο
κι αυτός μου καίει τα μάτια.
Δακρύζω ομορφιά.
Εισπνέω την ατμόσφαιρα
κι εκπνέω αισθήσεις παρανάλωμα.

Τι όμορφη μέρα!
Διασπώμαι.
Διαθλώμαι.
Διαστέλλομαι.
Ανατέλλω!

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

λος αφραγκος

πριν λιγο στον πεζοδρομο παιζανε δυο πλανοδιοι μουσικοι, πολυ κοντα ο ενας στον αλλον. ο πρωτος, γυρω στα πενηντα, επαιζε στο βιολι, κατι ρωσικα.. οτσι τσορνια κ τετοια. ο δευτερος, πιο πιτσιρικας, επαιζε στην κιθαρα του ρεντιοχεντ ή ετσι μου φανηκε τουλαχιστον. ο ηχος κ των δυο εβγαζε κατι παραπονιαρικο κ ετσι, οπως επεφταν οι συγχορδιες του ενος πανω στου αλλου, η μειξη δεν ακουγοτανε κ τοσο ενοχλητικα παραταιρη. καποια στιγμη περναει μια παρεα κοριτσιων μπροστα απο τον κιθαριστα. τον κοιταζουν, τον σχολιαζουν, του χαμογελουν κ η μια παει κοντα του κ του ριχνει ενα κερμα μεσα στη θηκη του οργανου του. αυτος ζωηρευει κ παιζει με μεγαλυτερη ενταση πλεον μονο για παρτη τους. ο βιολιστης, παραδιπλα, παρακολουθει, ζηλευει μαλλον λιγο κ οχι μονο αρχιζει να παιζει κ αυτος πιο εντονα, αλλα αλλαζει αιφνιδιως ρεπερτοριο, κανοντας ενα αλμα απο τις στεπες της ρωσιας ως τα λιμανια της αργεντινης. ο νεαρος δεχεται την προκληση, αφηνει το κομματι του κ τον σιγονταρει σε αυτο το ξελιγωμενο τανγκο του μεσημεριου. τωρα δεν τους παρακολουθουν μοναχα τα κοριτσια, αλλα ολοκληρη η πολη. τελειωνουν, ο κοσμος τους χειροκροτα, τα κοριτσια ριχνουν ακομα ενα κερμα, αυτη τη φορα μεσα στη θηκη του βιολιου κ απομακρυνονται, αφου εχουν πια ολοκληρωσει την αποστολη τους. "να σου πω, ρε μπαρμπα," φωναζει ο κιθαριστας στον βιολιστη, "τι λες; κανουμε συγκροτημα;" "κ δεν κανουμε", του απαντα ο αλλος. "κ πώς λες να το πουμε;" "ξερωγω.. οι αφραγκοι σου αρεσει;"

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ama La Natura

η αγία αφροδίτη

Τα Χριστούγεννα του 2003 τα πέρασα στο Μόναχο. Είχα ξεκινήσει να ταξιδεύω με το τραίνο ολόκληρη τη γηραιά μας ήπειρο, αλλά επειδή, κάπου στα ιταλοελβετικά σύνορα τα σχέδιά μου διαψεύστηκαν, κατέληξα να περάσω τον περισσότερο καιρό στο μπούνκερ του φίλου μου του Γιώργου στη σιωπηλή πρωτεύουσα της Βαυαρίας.
Τις βέβηλες μέρες που προηγήθηκαν εκείνης της άγιας νύχτας τριγυρνούσα σαν τον λύκο στις γειτονιές γύρω από τη Max Weber Platz, μέχρι που ένα βράδυ, περιμένοντας το τραμ σε κάποια στάση, μπροστά σε μία φωτισμένη διαφήμιση, όπου η δεσποινίδα Χάιντι Κλουμ διαφήμιζε κάποια επώνυμα εσώρουχα -χαρά στο θάρρος της, μέσα σε αυτήν την παγωνιά...- γνώρισα μια καναδή βιολαντσελίστρια, που δούλευε σε μια από τις πολλές συμφωνικές ορχήστρες της πόλης. Την κάλεσα στο πάρτυ και ύστερα της πρότεινα να φέρει και τη χάρτινη φίλη της μαζί, που χαμογελαστή μας άκουγε χωρίς να παρεμβαίνει. Σίγουρα το φαγητό θα έφτανε για όλους.
Δυστυχώς από το τραπέζι της παραμονής τίποτα δεν περίσσεψε για την επόμενη ημέρα. Όσοι έχουν βρεθεί να επισκέπτονται κάποια καθολική πρωτεύουσα τη μέρα των Χριστουγέννων και δεν έχουν φροντίσει από πριν να κάνουν τις κατάλληλες προμήθειες, έχουν γνωρίσει σίγουρα το φάσμα της λιμοκτονίας. Το απόγευμα της 25ης κι ενώ απελπισμένοι περπατούσαμε με το Γιώργο στους έρημους δρόμους του Shwaben, ψάχνοντας για κάποιο εστιατόριο ή έστω κάποιο μπαρ που να σερβίρει σούπες, πέσαμε πάνω σε μια ταβέρνα ελληνική, που έφερε το όνομα κάποιου νησιού του Αιγαίου. Ήταν επίσης και αυτή κλειστή, μα εμείς σταθήκαμε και προσπαθήσαμε να χορτάσουμε την πείνα μας διαβάζοντας το αναρτημένο της μενού που είχε στη βιτρίνα. Κι ύστερα αρχίσαμε να προσέχουμε τη διακόσμηση του μαγαζιού κι η όρεξη μας κόπηκε μαχαίρι.
Πάντοτε πίστευα ότι τα ελληνικά εστιατόρια του εξωτερικού συναγωνίζονται σε ένα άτυπο πρωτάθλημα κακογουστιάς, μα αυτό που έβλεπα ξεπερνούσε κάθε διεστραμμένη φαντασία. Εκεί, στα ημιφωτισμένα ενδότερα του καταστήματος, μέσα σε μια προθήκη που θα την ζήλευε και ο Λούβρος, εκτίθετο ένα γύψινο ομοίωμα της Αφροδίτης της Μήλου, του οποίου η θεία γύμνια, ωστόσο, καλυπτότανε από μια άθλια κόκκινη στολή κι ένα ασορτί σκουφάκι. Οι ιδιοκτήτες της ταβέρνας είχαν κατορθώσει με την ιδέα τους αυτή να εξευτελίσουν ταυτόχρονα δυο σύμβολα και έβαζαν πλέον πολύ ψηλά τον πήχη στο αγώνισμα της κιτς πλειοδοσίας. Δεν τολμήσαμε ούτε καν να το φωτογραφίσουμε εκείνο το ανοσιούργημα κι αφήσαμε τη μίζερη εικόνα των μανικιών με τα λευκά γουνάκια, που κρέμονταν από τα σπασμένα χέρια του ομοιώματος για να απομακρυνθούμε όσο γινότανε πιο γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος.
Λίγο πιο κάτω βρήκαμε τελικά ανοιχτό ένα συνοικιακό καπνοπωλείο. Αγοράσαμε τσιγάρα και αλμυρά μπισκότα κι ο μπάρμπας που το είχε μας γέμισε και από ένα ποτηράκι με φτηνό κονιάκ, ευχόμενος μας κάτι. Το ήπιαμε και παραγγείλαμε ακόμα μία γύρα. Ρίξαμε μια ματιά στο μαγαζί. Τρεις-τέσσερις μεθυσμένοι, μοναχικοί πελάτες είχαν ριχτεί σε έναν αβυσσαλέο εσωτερικό μονόλογο, αλλά έτσι δυνατά που σκέφτονταν ήταν σαν να τα λένε ή σαν να προσεύχονταν ομαδικά στον άγνωστο θεό που έκρυβαν εκεί, μες στα κεφάλια τους.
"Η ομορφιά", μου είπε ο Γιώργος χτυπώντας το ποτήρι μου. "Η ομορφιά", επανέλαβα εγώ. Ήπιαμε, ζεσταθήκαμε και βγήκαμε ξανά στο δρόμο.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

La Voie Royale

σαν να μην υπάρχει αυριο

Θέλεις να την περάσουμε μαζί
την τελευταία νύχτα;

Να δώσουμε στις λέξεις νόημα;
Να κοιμηθούμε αγκαλιά;
Να φάμε ο ένας τον άλλον;

Θέλεις το τέλος να κάνουμε αρχή;
Να πιούμε από τις υποσχέσεις μας;
Να φύγουμε από το χρόνο μακριά;
Να γίνουμε τα πάντα;

Θες να με κρύψεις μέσα σου;

Και αν μας πιάσουν,
πάνω στην κρίσιμη στιγμή,
θα πούμε, "όχι, δεν είναι αυτό που εσείς νομίζετε!"

Να είσαι εσύ τριγύρω μου.
Να είμαι εγώ ανάμεσα σε σένα και σε σένα.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ο αιώνιος αντάμης

Το «L'Éternel Adam» είναι ένα από τα λιγότερα γνωστά βιβλία του Ιουλίου Βερν, το οποίο ωστόσο προσωπικά θεωρώ πως ίσως είναι και το καλύτερό του. Πρόκειται για μία σύντομη νουβέλα, επιστημονικής φαντασίας εννοείται, όπου ο κεντρικός του ήρωας ύστερα από μια κάποια συντέλεια του κόσμου βρίσκεται ξαφνικά να είναι –σχεδόν- ο μόνος κάτοικος του πλανήτη Γη και αναλαμβάνει όχι μόνο να διαφυλάξει τον ανθρώπινο πολιτισμό, αλλά και να δημιουργήσει πάνω σε αυτήν την κληρονομία –ως περίπου μόνος κληρονόμος- τη νέα ανθρωπότητα. Δεν πρόκειται να αποκαλύψω εδώ την τραγική κατάληξη της αποστολής του, η οποία από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα για ένα σωρό άλλα βιβλία.
Ωστόσο, η ιδέα πως ο κόσμος όλος, για κάποιο λόγο, καταστρέφεται και ο ένας και μοναδικός επιζών αυτής της καταστροφής είμαι εγώ είναι μια από τις πιο αγαπημένες εμμονές που μπαινοβγαίνουν, από τα παιδικά μου χρόνια ακόμα, στις σκέψεις και στα όνειρά μου. Και για να μην παρεξηγούμαι, δεν είναι κάτι που στ’ αλήθεια να το επιθυμώ και ούτε καν με θέλγει ως ενδεχόμενο σενάριο. Άλλο αν κάποτε σε κάποια στιγμή συγγραφικής εμπάθειας τόλμησα περίπου να το ευχηθώ. Και ακόμα πιο άλλο, φυσικά, που πάντα νόμιζα ότι η προφητεία του μεγάλου Γάλλου λογοτέχνη, που έντεχνα διατύπωσε με τον «Αιώνιο Αδάμ» του, κάπου σε κάποια πιθανή πραγματικότητα ίσως και να αφορούσε εμένα.
Δεν ξέρω πόσο επικείμενη είναι η τελική καταστροφή. Δεν έχω ιδέα αν θα μπορέσω ποτέ ο ίδιος να ανταποκριθώ στις προφανείς υποχρεώσεις και τις άγνωστες συνθήκες ενός κόσμου μετά την αποκάλυψη. Και δε γνωρίζω βέβαια αν τελικά θα άντεχα το ρόλο το δυσβάσταχτο του μόνου επιζώντα. Αυτό για το οποίο όμως είμαι σίγουρος είναι πως αν υπήρχε κάποιος τρόπος, λέει, να πληροφορηθώ πως έρχεται η μέρα η ρημάδα της συντέλειας και χρόνος δεν υπάρχει παρά μονάχα για τακτοποιήσω τις πιο επείγουσες από τις εκκρεμότητές μου, τότε ένα από τα πράγματα που οπωσδήποτε θα έκανα θα ήταν να κάτσω και να γράψω ένα βιβλίο σαν κι αυτό. Κάτι, ας πούμε, σαν αποχαιρετισμό μα και σαν καλωσόρισμα ταυτόχρονα.

Και κάτι ακόμα. Δεν είναι τόσο το τέλος του κόσμου που με ανησυχεί, όσο ο κόσμος του τέλους που στ’ αλήθεια με τρομάζει. Άλλωστε, η συντέλεια έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Δε φταίει αυτή αν δεν την καταλάβαμε.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

ρώτα με πρώτα!

Μη με ρωτάς, "γιατί εμένα;".
Ρώτα σωστά!
Ρώτα με πρώτα!
Ρώτα τα άλλα να σου πω.
Μη με ρωτάς, "γιατί εμένα;".
Μη με ρωτάς. Δε θα σου πω.
Ρώτα για εμένα!
Ρώτα εμένα!
Πρώτα εκεί, ύστερα εδώ.
Μη με ρωτάς, "γιατί εμένα;".
Ρώτα εσένα! "Γιατί εγώ;"

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

σαν τον κλέφτη μες στη νύχτα

Δε θα σε ειδοποιήσει από πριν.
Χρόνο να το σκεφτείς δεν πρόκειται να σου αφήσει.
Να ετοιμαστείς κατάλληλα,
να υλοποιήσεις τις τελευταίες σου ευχές,
να χαιρετήσεις ότι αγαπάς,
να εκδικηθείς όσα έχεις μισήσει.
Αν περιμένεις να έρθει και να σου το πει,
δεν πρόκειται ποτέ σου να προλάβεις.
Δε θα μάθεις ποτέ το πότε και το πώς.
Ξέχνα τις προφητείες τις σοφές
 και τις σαφείς προβλέψεις.
Δε θα σου πει, "έχε το νου σου, έρχομαι!".

Απλώς, κάποια στιγμή, θα έρθει.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

η κρυψώνα

Το έχουν, λέει, προγραμματίσει από καιρό
να γίνει η συντέλεια
μία από αυτές τις μέρες.
Όσο το ξέρουν ήδη, έχουνε φτιάξει καταφύγια.
Όσοι το υποψιάζονται, ήδη ψάχνουν κρυψώνες.

Κι εγώ, που τα αστεία πάντα τα παίρνω σοβαρά,
που πάντα αυτά τα σοβαρά νομίζω για αστεία,
θυμήθηκα πως πρέπει κάπου να κρυφτώ
την τελευταία ώρα.

"Βάλε με εδώ, στην άκρη των χειλιών σου!" σου είπα χθες το βράδυ.
"Κρύψε με εδώ, για λίγο, μέχρι που να περάσει το κακό
και ύστερα θα δούμε.
Μόνο το νου σου, σε παρακαλώ, μη σου γλιστρήσω και με καταπιείς
μαζί με τον καφέ σου!"

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

jokers


Να ‘μαστε πάλι εδώ, μαλάκα! Πάνε κοντά δύο χρόνια… Δεν επιστρέφουν τελικά μόνο οι δολοφόνοι στον τόπο του εγκλήματος. Καμιά φορά γυρνάνε και τα θύματα. Και μάλιστα στο ίδιο γαμημένο μεξικάνικο. Τι στον πούτσο μεξικάνικο είναι αυτό; Με ιταλικό όνομα, Κινέζο μάγειρα και Ελληνάρα μαίτρ; Α, ρε κρίση που σας χρειάζεται! Τι στο διάολο, πάλι πρώτος έφτασα;
-Καλησπέρα! Έχετε κάνει κράτηση;       
-Ε…  ναι! Αλλά δεν ξέρω σε ποιο όνομα… Μισό λεπτό παρακαλώ!
-Μάλλον είστε για τα γενέθλια της Αγγελικής.
-Φαίνεται, ε;
Ναι αμήχανε μαλάκα! Για την Αγγελική είμαι. Παπάρα, ε παπάρα! Όλη κι όλη μια παρέα έχεις και το παίζεις και δύσκολος, να πούμε…
-Περάστε! Από εδώ παρακαλώ!
Ναι! Ξενάγησε με στις Βερσαλλίες σου, ξιπασμένε! Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Τι γυρεύω εδώ, γαμώτο; Ποιος είμαι; Που πάει ο κόσμος τα σαββατόβραδα; Τι έμπνευση κι αυτή, να έρθω στα γενέθλια της πρώην μου; Γαμώ τον πολιτισμό μου, γαμώ! Γεια σας, πολιτισμένοι άνθρωποι!
-Γεια σου! Είσαι ο Γιάννης, ε;
-Φαίνεται, ε;
Χάρηκα! Χάρηκες! Χαρήκαμε! Άλλη μια χειραψία και θα ξεράσω τα μπουρίτος που ακόμα δεν έφαγα.
-Η Αγγελική;
-Ε, την ξέρεις τώρα την Αγγελική. Θα άργησε πάλι για να κάνει εντύπωση. Εγώ είμαι ο Στέφανος. Συνάδερφος. Οι περισσότεροι εδώ δουλεύουμε στο ίδιο γραφείο.
Στ’ αρχίδια μου!
-Έχουμε ακούσει ένα σωρό πράγματα για σένα. Είναι σχεδόν σαν να σε ξέρουμε.
Με συγκινείτε! Η τουαλέτα που είναι;
-Με τη δικηγορία ασχολείσαι ακόμα ή το έχεις ρίξει τελείως στα καλλιτεχνικά;
Θεέ μου! Αγγελική! Τι τους έχεις πει, γαμώτο;
-Καπνίζουμε εδώ;
-Να ‘το και το τιμώμενο πρόσωπο!
-Χρόνια πολλά!
-Πολύχρονη, Αγγελικούλα!
Φιλιούνται, αγκαλιάζονται. Ρε την Αγγελική! Αγέραστη! Κι ανέραστη επίσης… Όπα! Αυτή η ψηλή μαζί της ποια είναι;
-Χρόνια πολλά, Αγγελική!
-Γιάννη μου, δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένη με έκανες που ήρθες απόψε!
Καλά! Μην κλάψεις κιόλας!
-Αυτό είναι για σένα!
-Σε ευχαριστώ πολύ! Γνωρίστηκες με τα παιδιά, ε; Παιδιά, ο Γιάννης!
-Γνωριστήκαμε, γνωριστήκαμε… Την κοπέλα δεν ξέρω μόνο.
-Α! Η Βασιλική! Βασιλική ο Γιάννης, που σου έλεγα!
Γεια σου Βασιλική! Είμαι ο Γιάννης, ο πρώην της ευτυχισμένης εορτάζουσας. Που παράτησα τη δικηγορία για τα καλλιτεχνικά. Τι λες; Τους γαμάμε όλους τώρα και φεύγουμε καλπάζοντας στο ηλιοβασίλεμα;
-Χάρηκα!
-Γεια σου Γιάννη!
Τι μάτια είναι αυτά! Από πού τα πήρες; Να πάω να πάρω κι εγώ δύο. Να τα έχω να με κοιτάνε. Κάθισε δίπλα μου, σε παρακαλώ!
-Εγώ, παιδιά, θα κάτσω δίπλα στο Γιάννη! Με συγχωρείτε, αλλά έχω κοντά δυο χρόνια να τον δω. Παραγγείλατε;
Τον πούλο!

-Τι έγινε, Γιαννάκη; Σαν πολύ δεν την κοιτάζεις τη μικρή;
Κι εσένα τι σε νοιάζει; Αδερφή σου είναι;
-Καμία σχέση! Πως σου ήρθε αυτό;
-Τι πώς μου ήρθε; Μάτια έχω και βλέπω…
-Όχι ρε! Αφού σου εξήγησα… δεν είμαι σε φάση.
-Δεν είσαι, αλλά το έχεις φάει το κορίτσι. Αφού σου αρέσει. Γιατί δεν το παραδέχεσαι;
-Δε λέω…
-Όχι αυτό σου έλειπε να πεις κιόλας. Πάντως, αν θες να μάθεις, είναι ελεύθερη…
Α, μια χαρά!
-…και ψάχνεται κιόλας.
Τι λες τώρα;!
-Άσε που είναι και στο στυλ σου…
-Ποιο είναι το στυλ μου;
-Ε… ξέρεις τώρα… αυτό… το εναλλακτικό.
Εναλλακτική να σε πουν τα παιδιά σου, πατσαβούρα!
-Λες, ε;
-Λέω. Εσύ τι λες; Να κανονίσω για κανένα ποτάκι μετά;
-Να σου πω. Δε νομίζεις ότι είναι λίγο άκυρο να μου κάνεις προξενιό τη φίλη σου;
-Καλέ γιατί; Αφού σας αγαπάω και τους δύο κι αφού ταιριάζετε…
-Όπα, όπα! Άραξε! Ακόμα δεν τον είδαμε…
-…Γιάννη τον βαφτίσαμε! Εγώ, πάντως, θα το προτείνω, Γιάννη.
-Όχι, ρε! Περίμενε!
Ναι, μωρή βλαμμένη! Κάνε και κάνα καλό! Μην πάει και στράφι όλη η βραδιά, να πούμε. Σκυλοβαρέθηκα με τους μαλάκες τους συναδέρφους τους και τις παπαριές τους. Με τις ερωτήσεις τους μου ήπιανε με τα μπουρίτος τους το αίμα! Έτσι και τα είχαμε ακόμα, δηλαδή, με αυτούς θα βγαίναμε; Τι γλίτωσα, Θεέ μού!
-Παιδιά, θα πάμε για ποτάκι μετά, ε; Δε θα μου την κοπανίσετε!
-Εγώ έχω πρωινό ξύπνημα.
-Εγώ, σόρρυ, αλλά έχω και τη μάνα μου στο σπίτι.
-Εγώ δεν πίνω. Παίρνω αντιβίωση.
-Εγώ…
Ξέρω, ξέρω… Εσύ έχεις να βγάλεις βόλτα τη αρκούδα. Τι διάολο; Συνεννοημένοι είναι όλοι τους; Καλά, όχι πως θα μου λείψουνε. Αλλά τι; Στο τέλος θα καταλήξουμε οι τρεις μας…
-Εσύ, Βασιλική. Θα έρθεις για ένα ποτάκι, έτσι;
-Ε… εγώ…
-Θα έρθεις, θα έρθεις. Τι, μόνοι μας θα πάμε;
Κάτι βρωμάει εδώ. Αλλά έτσι και συνήθισες στα βρώμικα, στο τέλος σου αρέσουν.
-Και… που θα πάμε;
-Τι πού; Στο Τζόκερς! Δουλεύει και το μωρό μου απόψε.
Ε, πες το ρε Αγγελικούλα πως είσαι μες στον έρωτα. Λέω κι εγώ, από που κι ως που μας βγήκες και υπεράνω; Οπότε θα είμαστε και μια ωραία ατμόσφαιρα…
-Λέω να σας ακολουθήσω και εγώ. Βαριέμαι να γυρίσω από τώρα.
Αυτή η αδερφή ο Στέφανος τον είχα κόψει απ’ την αρχή να ‘ναι της προσκολλήσεως. Τι το θες, ρε κακομοίρη, το ποτό. Δεν πας, να πούμε, στο σπιτάκι σου, να παίξεις με τις κούκλες;

Μες στη μαλακία το Τζόκερς. Παλιά τουλάχιστον έπαιζε και καμιά μουσική της προκοπής. Ο Στέφανος στο στοιχείο του. Κοίτα χορό ο πούστης! Βασίλισσα της βραδιάς! Ο δε μπάρμαν-νέο γκομενάκι της Αγγελικής, δε μπορεί, μια λοβοτομή την έχει σίγουρα χτυπήσει. Αλλά τι κάθομαι και ασχολούμαι; Για άλλη δουλειά είμαστε εδώ. Κι αυτό το κορίτσι, που πήγε και στριμώχτηκε εκεί μέσα; Συμπληγάδες πρέπει να περάσω για να της πάρω καμιά κουβέντα.
Κάτσε, ρε Στέφανε, να πούμε! Θα μας βγάλεις κανένα μάτι!
-Συγνώμη! Συγνώμη! Επ! Τι έγινε;
-Καλά! Εσύ;
-Καλά μωρε! Απλά γέρασα μάλλον και δεν τα αντέχω αυτά…
-Ε, όχι και γέρασες! Πόσο είσαι;
-Πόσο με κάνεις;
Πιο κοινότυπος πεθαίνεις…
-Τριάντα; Τριάντα δύο;
-Τριάντα, ε; Τι πίνεις να σε κεράσω, κοπελιά;
-Α, όχι! Ευχαριστώ! Δε θα πιω άλλο.
-Καλά! Δεν το εννοούσα. Που λέει ο λόγος…
-Τι πράγμα;
-Τίποτα.
-Όχι, πες!
-Άμα είναι να σε κεράσω, πάμε αλλού!
-Που αλλού; Τώρα ήρθαμε, αφού..
-Ε, έλεγα να πηγαίναμε πουθενά πιο ήσυχα να τα λέγαμε…
-Τι λες;
-Είδες! Πώς να γίνει κουβέντα εδώ μέσα;
-Δεν καταλαβαίνω.
-Εσύ, έρχεσαι συχνά εδώ;
-Ε… με την Αγγελική…
-Σε σέρνει, ε;
-Α όχι, όχι! Μου αρέσει!
-Έχεις πολύ όμορφο χαμόγελο!
-Τι πράγμα;
-Λέω, θέλω να σε γαμήσω!
-Μα τι λες; Δε σε ακούω!
Το ξέρω! Μόλις έκανα τσεκ. Καλά πάω να κάνω ένα τσιγάρο έξω. Ξελαρυγγιάστηκα, να πούμε…
-Πάω έξω!
-Οκ! Έρχομαι!
Όπα! Όταν θέλεις, μια χαρά ακούς, ε; Πάμε, πάμε! Κάτσε όμως γιατί για να περάσουμε από εδώ μέσα πρέπει να ρίξουμε ξύλο. Κάτσε ρε Στέφανε χορευταρά! Θα ξεβιδωθείς και άντε να σε ξανασυναρμολογούμε μετά. Συγνώμη! Συγνώμη! Άντε Γαμήσου! Συγνώμη! Φτου, ξελεφτερία! Αυτά είναι!
-Γιάννη, ξέχασα τα τσιγάρα μου μέσα;
-Πάρε από τα δικά μου, μωρέ! Πού να ξαναμπαίνεις τώρα;
-Ευχαριστώ!
-Έχεις πολύ όμορφο χαμόγελο, Βασιλική!
-Το ξαναείπες αυτό.
-Νόμισα ότι δε με άκουγες…
Ωχ! Μαλακία! Όλα τα άκουγε μάλλον και με έπαιζε το καριολάκι. Αλλά, αν είναι έτσι, τότε γουστάρει μάλλον, ε; Ε, ναι! Τι;
-Είναι λίγο περίεργο, ε;
-Ποιο πράγμα;
-Ε, που εσύ και η Αγγελική… μετά από τόσο καιρό… δηλαδή…
-Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, Βασιλική!
-Τι είναι αυτά που λες;
-Τίποτα. Ένα τραγούδι…
-Πρώτη φορά το ακούω.
Άμα σε φιλήσω τώρα, θα γίνει το τραγούδι μας.
-Θέλω να σε φιλήσω.
-Γιατί;
-Τι γιατί; Γιατί έτσι! Γιατί μου αρέσεις.
-Κι εμένα μου αρέσεις, Γιάννη… Αλλά… η Αγγελική; Ε… Μμμ…
Κορίτσι μου! Ε… Χμμ… Τα τσακίσαμε τα σκορδόψωμα, ε;

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ρυθμίσεις λογαριασμού

Τι σκέφτεστε;
Καίγεται ο κόσμος, παρανάλωμα,
και μόλις οι φλόγες του αγγίξαν τα ντουβάρια σας,
εσείς τότε ξαφνικά αρχίσατε να τρέμετε από το κρύο και να κουκουλώνεστε.

Ενημερώστε την κατάστασή σας!
Δεν υπήρξατε ποτέ αυτό που ονειρευόσασταν,
δεν είσαστε καν αυτό που πάντα προσποιούσασταν
και δε θα γίνετε ούτε για μια στιγμή αυτό που δήθεν αποφεύγετε.

Γράψτε κάτι!
Κάτι ακίνδυνο, κανέναν να μην ενοχλεί, κανείς να μην το καταλάβει.

Σχολιάστε!
Κοινοποιήστε!
Προσθέστε!
Ταξινομήστε!
Δείτε περισσότερα!

Σας αρέσει;

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Τσεζάρια

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες μπήκα στο γιου-πορν
μια τσόντα για να κατεβάσω.
Οι άφθονοι στύσεις και οι οργασμοί
εις όλες μοιάζουν. Όλες είναι κόπυ-πέιστ
και μίζερες αναπαραγωγές•
κάθε ξεκώλιασμα των αγγαρεία.
Αν πεις και για τες πορνοστάρ, κι αυτές,
όλες η Σύλβιες κ’ η Καταλίνες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα επιτέλους κάπως να καυλώσω
θάφινα το λαπ-τοπ αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, της Τζεζάρια
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως.....

A, να, ήρθες συ με τα εξαίσια
βυζιά σου. Στο ίντερνετ λίγα
λινκς μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα μοιραία κ’ εξωτική.
Η καύλα μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρωξώδη εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντασιώθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η οθόνη μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—
εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες• ως θα ήσουν
μες στα καταχυμένα στούντια της Γκόλνετν Άι,
χλωμή και κουρασμένη, ιδεώδης εν τω πολλαπλώ σου οργασμώ,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι ανώμαλοι —που ψιθύριζαν το «Σακ μι μπέιμπι».

Το Λάθος και το Πάχος

Τι υπήρξαμε;
Τι κάναμε;
Τι έχει απομείνει;
Σίγουρα λάθος άνθρωποι,
λάθος ίσως στιγμή
σε λάθος τόπο μάλλον.
Δυο λάθη μπορεί ένα σωστό κάποτε να το έφτιαχναν.
Τα τρία λάθη όμως;

Ήρθες ως λάθος μες στη ζωή μου τη σωστή
και τη διόρθωσες.
Και ύστερα, έτσι ξαφνικά,
έγινε πάχος μου το λάθος.
Και τώρα να ‘μαι εδώ να αναζητώ,
σε άλλα λάθη, πιο σωστά,
τρόπους το πάχος μου αυτό το περιττό
για πάντα να αποβάλω.

Ας παίξουμε!

Εγώ θα είμαι αυτός που θα ρωτά.
Εσύ θα απαντάς μονάχα.
Μόνο μια λέξη να χρησιμοποιήσεις δε μπορείς.
Ψάξε, αν θες, συνώνυμα!
Ψάξε, μα δεν υπάρχουν!

Για πες, λοιπόν, θα ήθελες;
Α, κρίμα!
Κιόλας έχασες, πριν καν αρχίσει το παιχνίδι.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Η θαυμαστή συνέχεια της ύπαρξής μου

Χθες βράδυ, πριν πλαγιάσω, έβαλα το ρολόι μου κάτω από το μαξιλάρι.
Ύστερα κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα τον άνεμο.
Όλη τη νύχτα το ρολόι χτυπούσε στο ρυθμό της καρδιάς μου.
Συντονιστήκαμε.
Εγώ, το ρολόι μου, ο άνεμος. Τα πάντα.

Η Αποσύνθεση

Αν δοκιμάσω να αποσυνθέσω τα εγκλήματά μου,
στο τέλος αυτό που θα απομείνει
θα είναι
ένας παμφάγος έρωτας,
το πείσμα μου μπροστά στο αναπόφευκτο,
μια ζωντανή μνησικακία.

Που σημαίνει:
με άλλα τόσα
τα κάνω όλα ξανά από την αρχή
και πάλι παραμένω αόρατος, αγνός κι ασύλληπτος.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Lloviendo!

Café de la Luz


“Madrid es una ciudad segura”, decía mostrando con el pulgar la ventana. “Piensa, ahora es como si estuviéramos en la plaza Eurípides de Atenas ¿Andarías tú así por Eurípides?”. ¿Cómo que así? Continuó impasible con sus alusiones, indiferente a mi, creo, razonable pregunta, “ten en cuenta que Sol es como plaza de la Concordia ¿Cabe la posibilidad de que vayas a dar una vuelta por Concordia de noche?” ¿Y donde viven las chicas? “¿La Plaza de España? también como Concordia” ¿Tanta concordia en una sola ciudad? Pero las chicas me dijeron que tuviera cuidado porque roban en el metro, dicen. “¡Claro! si no tienes cuidado te robarán. En todos los sitios pasa ¿Qué culpa tiene los rateros si eres descuidado? Te digo que en general la ciudad es una de las capitales más seguras. Pero si de verdad buscas una razón para poder tener miedo, te tengo algo extraordinario”. ¡Claro! Eso es. Encendí el cigarro con el que llevaba un buen rato enredando entre los dedos y me acerqué a él. “¿Qué haces? ¿Te has olvidado? Está prohibido fumar aquí.” Tú eres el que se olvida de que somos invisibles. “Sí, pero todos ven el humo que sale de tu cigarro.” Vale, ¡pues si quieren que echen el humo a la calle! A nosotros no nos molestan. Pero dime de una vez ¿qué es eso de lo que tengo que tener miedo? Miró receloso dos veces a la izquierda y a la derecha, como si hubiera la más mínima posibilidad, aunque fuéramos visibles, de que alguien estuviera espiándonos precisamente a nosotros de entre todos los asiduos del café, y después lo soltó: “¡Los hombres estatua!” ¿Que son...? “Hombre, son los que hacen de estatuas en las plazas,” ¿Qué quieres decir? ¿No son estatuas de verdad? “¡Déjate de tonterías! Hablo en serio. Lo único a lo que debes tener miedo en esta ciudad son todas esas estatuas que hacen de personas”. ¿Has bebido mucho y empiezas a confundir las palabras? “Nada de eso, para nada.” Y si no me crees te tengo una historia preparada como prueba”. Entonces la cosa cambia. ¡Venga, dime, por favor!

“Hace un año, en la Plaza Mayor apareció uno de esos artistas de la calle espontáneos. Nadie sabía de dónde nos había venido. Nadie supo nunca cuál era su nombre. Vino así, de repente, se colocó al lado de los escalones del metro y empezó a representar ejemplarmente la figura de bronce de un desconocido poeta castellano que murió joven y que vivía, al menos mientras se encontraba en vida, en alguna de las ventanas que daban a la plaza. La verdad es que el primer día la gente poca atención le prestó. La mayoría pasaba indiferente por su lado, pensando en sus propios asuntos y los pocos ociosos, tras echarle un breve vistazo volvían rápidamente su interés a otros hombres-estatua. En cierto momento cayó la noche en la gloriosa capital de nuestro reino y todos ellos, los actores al aire libre, se bajaron de sus improvisados pedestales, agotados por una larga inmovilidad creativa. Se estiraron, desperezaron sus anquilosados cuerpos y discretamente se alejaron del enlosado escenario público para satisfacer sus necesidades fisiológicas muy privadamente. Sin embargo, el desconocido que había venido de ningún sitio se quedó en su sitio, insistiendo obstinadamente en su inquebrantable espectáculo hasta la siguiente mañana, cuando la sorprendida ciudad lo encontró exactamente tal y como lo había dejado. Esto se repitió durante casi una semana, hasta que cuantos pasaban empezaron a preocuparse por su salud y sus colegas a sentir que sus intereses estaban bajo amenaza. Pasaron los días y la gente empezó a reunirse a su alrededor e incluso los más incrédulos difícilmente podían ocultar su admiración, incluso los que hasta ayer no diferenciaban las estatuas de los golfos. Las parejitas empezaron a fotografiarse a su lado, los chavales jugaban al escondite alrededor de su sombra y en un mes incluso los turistas lo incluían entre los monumentos y las curiosidades dignas de ver en la ciudad. A la otra gente que representaba estatuas los ignoraban, algo que como tú bien sabes raramente perdonan los artistas –incluso los de la calle-. Así que ya te podrás imaginar la continuación. Se reunieron en consejo un domingo por la tarde en el centro de la plaza. Era de verdad muy gracioso y daba miedo observar a todos esos actores empedrados y a los bañados en oro hablando y argumentando para encontrar una solución. Al final concluyeron en una decisión secreta y, sin hablar, se repartieron por todas las calles de alrededor. La gente creyó que todos ellos habían renunciado frente a la irreal superioridad del extraño. Pero sin embargo, una vez más la gente estaba equivocada. En mitad de la noche regresaron todos juntos al lugar del futuro crimen, se reunieron alrededor del intruso con ganchos y cuerdas y tras atarlo fuerte, sumaron toda la fuerza de la calle, lo atrajeron cerca de ellos y lo derribaron. Él, al caer sobre el suelo enlosado, se rompió en cien pedazos que los otros recogieron con mucho cuidado, no los fueran a encontrar por la mañana y -como se suele hacer- les dieran a los fragmentos de la amenaza un valor todavía mayor. Así que a la mañana siguiente la ciudad entera volvió a su ritmo habitual y al final de la semana nadie recordaba esta pequeña desviación, y todo fue olvidado”.

Al mismo tiempo que la narración, se terminó también la cerveza de mi baso. Extendí el brazo al otro lado de la barra para volver a llenarlo y entonces oí un espantado chillido e inmediatamente vi en el espejo de enfrente que mi imagen estaba volviendo poco a poco. Dos o tres dedos, un ojo, un poco del cuello, nada importante, pero capaz de sembrar el pánico. Probablemente el efecto de las pastillas se había debilitado. Mi amigo ya se había puesto el abrigo. Me levanté yo también. Abrimos la puerta y dejando a nuestras espaldas maldiciones e insultos, nos perdimos en la penumbra de la calle Barco.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

η ζωή και οι ευαισθησίες της


«Αλέξη! Τι στο διάολο γυρεύεις εσύ εδώ;»
Μόνον αυτόν τον κερατά δεν περίμενα να δω μπροστά μου τέτοια μέρα. Κόντεψα να γκρεμιστώ από το κρεβάτι από την έκπληξή μου. Την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί ήταν και πάλι στο νοσοκομείο. Μόνο που τότε ο επισκέπτης ήμουνα εγώ. Κι ο Αλεξάκης ήταν ο αναξιοπαθών, που όλες οι τεθλιμμένες γκόμενες τον φρόντιζαν και τον περιποιούνταν. Λες κι ήταν ο βετεράνος που γύρισε από το Βιετνάμ κι όλες τους διψούσαν να ακούσουνε τα κατορθώματά του. Μαλάκα Αλεξάκη, από το μηχανάκι είχες πέσει, καημένε! Ενώ εγώ, ολόκληρο εργατικό ατύχημα! Σφάγιο στο βωμό της μισθωτής της εργασίας. Ένας κανονικός working class heroe και μόνο δυο-τρεις παπάρες από τη δουλειά ήρθανε να με δουν κι αυτοί από υποχρέωση.
«Τι κάνεις, Βασιλάκη μου; Πονάς; Τι είπαν οι γιατροί;»
«Πως δε θα μπορέσω να ξαναπαίξω πιάνο. Τι θες να είπανε;»
«Έπαιζες πιάνο, Βασίλη μου; Δεν το ήξερα.»
«Εσύ, εκτός από το πουλάκι σου, έμαθες να παίζεις τίποτα άλλο;»
«Γιατί ρε μου μιλάς έτσι; Εγώ φταίω που ενδιαφέρθηκα.»
«Καλά ρε, πως το έμαθες;»
«Έπεσα πάνω στη Ζωή στην είσοδο και μου το είπε. Εγώ περαστικός ήμουνα. Είχα έρθει για να δώσω αίμα.»
«Ήρθε η Ζωή εδώ; Πότε;»
«Ήρθε, λέει, να σε δει, αλλά εσύ κοιμόσουν.»
«Και γιατί δε με ξύπνησε, γαμώτο;»
«Που θες να ξέρω, ρε φίλε; Θα σε λυπήθηκε μάλλον. Αν θες να ξέρεις, την είδα πολύ ταραγμένη. Της είπα να κάτσει να την κεράσω έναν καφέ, αλλά δεν ήθελε. Βιαζόταν, λέει.»
«Ναι, μη χάσεις, χαμένε, ευκαιρία και δεν παρηγορήσεις τα γυναικόπαιδα.»
«Χα! Τι πλάκα που έχεις, ρε φίλε! Χαθήκαμε, ρε γαμώτο. Μου έλειψες.»
«Εμένα μου έλειψαν τα λεφτά που μου έφαγες.»
«Αφού σου εξήγησα, ρε συ, ήτανε σίγουρη η επένδυση, αλλά μας πρόλαβαν οι άλλοι. Ας μην είχα πάθει τότε το ατύχημα και θα σου έλεγα εγώ…»
«Να σου πω, ρε άχρηστε, κανένα τσιγάρο έχεις;»
«Έχω, αλλά μήπως απαγορεύεται;»
«Κλείσε την πόρτα και δώσε μου! Και άνοιξε και το παράθυρο!»
Μην του δώσεις ταυτόχρονα πάνω από μία εντολή αυτού του παιδιού, θάλασσα θα τα κάνει. Από τη λαχτάρα του να φανεί σε κάτι χρήσιμος, άνοιξε πρώτα το παράθυρο και το ρεύμα που δημιουργήθηκε κοπάνισε με δύναμη την πόρτα, σκορπώντας σοβάδες σε όλο το δωμάτιο. Και ύστερα πάλι, από την τρομάρα του, πέταξε το πακέτο με τα chesterfield μες στο καλάθι με τα αποφάγια από το βρώμικο που μου είχαν φέρει τα παιδιά και τις χρησιμοποιημένες γάζες. Αυτά είναι! Να είσαι στο κρεβάτι του πόνου και να έχεις πέσει στην ανάγκη αυτού του κόπανου. Α, ρε Ζωή! Εσύ κι οι ευαισθησίες σου… Και τώρα, με τα χεράκια σταυρωμένα και το χαζό χαμογελάκι του, να περιμένει να τον μαλώσουν οι μεγάλοι για τη μαλακία του.
«Μπράβο, Αλεξάκη! Πάλι τρίποντο έβαλες!»
«Εντάξει, μωρέ, δεν έγινε και τίποτα.»
«Μάζεψέ τα, μωρέ μαλάκα! Τι περιμένεις; Και δώσε μου ένα αναμμένο! Ή μάλλον μάζεψέ τα πρώτα και ύστερα θα σου πω τι θα κάνεις.»
«Καλά, ρε Βασίλη. Δεν είμαι και χαζός.»
«Το ξέρω ρε! Απλώς το παίζεις, για να γουστάρουνε οι γκόμενες.»
Ο Αλέξης κάθισε στο κρεβάτι, αναστέναξε, κι αφού άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε δυο τζούρες, το ακούμπησε στα χείλη μου. Λες και κάτι άσχημο είχε μόλις θυμηθεί κι η ανάμνηση πάγωσε το ακαταμάχητο χαμόγελο του βλάκα.
«Ποιες γκόμενες, ρε φίλε; Ποιες γκόμενες; Τι νομίζεις; Στο σχολείο είμαστε ακόμα; Εσύ τουλάχιστον έχεις και τη Ζωή, να περιμένεις να έρθει να σε δει. Να θες να σε ξυπνήσει. Εγώ, ο μαλάκας, για πάντα όρθιος θα κοιμάμαι.»

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

ο καθρέφτης

Όταν σε είδα, νόμισα πως ήδη σε γνωρίζω.
Δυο μέτρα μας χωρίζανε - πήγα να πω, «τι κάνεις;».
Όταν σε είδα, θύμωσα. Ήθελα να σε ξέρω.
Να σου μιλήσω γούσταρα. Με ‘πιασαν οι ντροπές μου.
Όταν σε είδα, αγρίεψα: «Μ’ αυτήν θα ασχολούμαι;
Άλλες δουλειές δεν έχουμε; Κακός μπελάς μας βρήκε.»
Όταν σε είδα, κόλλησα, καρφώθηκα σα βλάκας.
Και ύστερα, αρνήθηκα άλλο να σε κοιτάζω.

Την πλάτη μου σου έστρεψα, γύρισα από την άλλη.
Μόνο δεν υπολόγισα εκείνον τον καθρέφτη.
Και πάλι, έτσι ανάποδα, έβλεπα το είδωλό σου.
Σαν έργο τέχνης, τώρα πια, μες στην παλιά κορνίζα.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

η άκρη, οι άκριες

Ξύπνησα πριν το ξυπνητήρι μου. Συνήθως δεν το άκουγα. Κι όταν κάποιες φορές ο ήχος του τρυπούσε μες στον ύπνο μου και με πετούσε έξω από το όνειρο, δε μου άρεσε καθόλου. Είχα αλλάξει, μόλις πριν λίγες μέρες συσκευή, κι ακόμα τους νέους ήχους της κλήσης και των μηνυμάτων δεν έλεγα να συνηθίσω. Βαρούσε το τηλέφωνο κι εγώ κοιτούσα τριγύρω αδιάφορα. Τον ήχο όμως της αφύπνισης τον ήξερα καλά. Τον ήξερε κι ο ύπνος μου.
Γύρισα στο πλάι και την είδα να κοιμάται ακόμα χαμογελαστή. Ποιος ήξερε τι έβλεπε; Προσπάθησα να φανταστώ. Να καταλάβω τι ήταν αυτό που έκρυβε αυτό το δελφινίσιο το χαμόγελο. Την φίλησα στις άκριες των χειλιών της. Σιγά, προσεκτικά, αθόρυβα. Να μη χαλάσω αυτήν την όμορφη καμπύλη, την σπαράσσουσα. Πως βρέθηκες εσύ εδώ; Ποιος σου άνοιξε την πόρτα; Ποιος σε έφερε στο σπίτι μου, στην πόλη μου, σε αυτό το μαξιλάρι;
Ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά, άρχισε να χτυπάει η νέα συσκευή μου. Πάτησα το αθόρυβο, φιμώνοντας, όπως μπορούσα βιαστικά, όλον τον έξω κόσμο. Κοίταξα τα μηνύματα. Με έψαχναν. Έπρεπε να πάω στο γραφείο. Είχα υποτίθεται μια καθημερινότητα. Πήγα να σηκωθώ, μα είδα το στήθος της να φανερώνεται μέσα από τα σεντόνια. Με κοίταζε. Μπορεί να είχε τα μάτια της κλειστά, μα οι θηλές εκείνες ακόμα ξαγρυπνούσαν.
Έσκυψα και τις φίλησα. Αυτό μάλλον το ένιωσε. Είδα καλά την ίσαλο γραμμή του στόματος της να κυματίζει επικίνδυνα. Ζαλίστηκα. Μια πρωινή νοσταλγική ναυτία. Θυμήθηκα πως μόλις είχαμε συναντηθεί. Πριν από λίγες ώρες. Θυμήθηκα πως ήταν σα να γνωριζόμαστε μισή ζωή και κάτι. Θυμήθηκα όλα αυτά που θέλησα να ζήσω. Μια ανάμνηση τερπνή απροσδιόριστη από ένα κάποιο μέλλον. Σηκώθηκα. Σηκώθηκε κι ο κόσμος μου μαζί μου.
Ενώ περίμενα να γίνει ο καφές, άρχισα να κοιτάζω τα χθεσινά μηνύματα. Σα να έπαιζα, λέει, σε νουάρ και έψαχνα να ανακαλύψω ετούτου του μυστηρίου νήματος την μπερδεμένη άκρη. «Ας συναντηθούμε! Τι λες;» «Ας είναι καλύτερα το βράδυ της Τετάρτης!» «Ας γίνει! Καλημέρα!» Ευχές, ειδοποιήσεις, προσταγές. Ακόμα δεν είχα τις λέξεις της με τη φωνή της συνδυάσει. Ακόμα έψαχνα τον τόνο της. Ακόμα το ρυθμό μου αναζητούσα.
Όπως μέσα στη νύχτα. Όπως εκεί, κάτω από τα σεντόνια μου. Όπως στις παρυφές της φύσης της, εξερευνούσα, χαρτογραφούσα, ανακάλυπτα, της μαγεμένης ηδονής της τον παλμό. Τι θέλεις; Τι είναι αυτό που προτιμάς; Ύστερα, τι υπάρχει; Μετά από αυτούς εδώ εμάς, ποιοι εμείς μας περιμένουμε στου νήματος την άλλη κομποδεμένη άκρη; «Ας αφουγκραστούμε τον κοινό μας το ρυθμό!» «Ας παίξουμε!» «Ας γίνει! Καλημέρα!»

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

παραβολή γ'


Όλοι το ξέραν πως αυτό ήταν το τελευταίο καλοκαίρι.
Κάποιοι φροντίσαν από πριν να το περάσουν όμορφα με αυτούς που αγαπούσαν.
Άλλοι δοκίμασαν σε αυτούς για πρώτη κι ίσως για τελευταία τους φορά να δείξουν την αγάπη τους.
Και κάποιοι άλλοι λίγοι, έτσι για πλάκα, ζώντας -αν θα μπορούσε αυτό ζωή να ονομαστεί- τη φάση τους την ανεξήγητη -πως να τα εξηγήσουν στον εαυτό τους όλα αυτά την ώρα της συντέλειας;- εκεί στην τελευταία την πανσέληνο εκείνου του Αυγούστου, που ήδη ο κόσμος μετρούσε το χρόνο του ανάποδα και ήδη ο χρόνος τον κόσμο τον ανάποδο μετρούσε, εκείνη την κρίσιμη στιγμή τα πάντα απαρνήθηκαν.
Φιλεύσπλαχνος ο Αύγουστος για ακόμα μια φορά, κανόνισε από πριν στην τελευταία του παράσταση να παίξει δυο φεγγάρια, μα κάποιοι αυτό δεν τον κατάλαβαν.
Δεν την εκτίμησαν του μήνα την προνοητικότητα.
Δε θέλησαν να δούνε πέρα από τα μάτια τους.
Δε μπόρεσαν τα άλλα μάτια τα απέναντι ούτε να τα κοιτάξουν.
Μα κι αν τα μάτια συγχωρούν, οι μήνες εκδικιούνται.
Όχι αυτούς που δεν αγάπησαν, δεν είναι αυτή δουλειά τους, τους μήνες τέτοια θέματα δεν τους απασχολούνε, αλλά αυτούς τους άλλους, αυτούς που μέσα σε όλο αυτό το φως καθόλου δεν κοιτάξανε κι ακόμα περισσότερο εκείνους ειδικά που μέσα στο σκοτάδι τους νόμισαν πως είδαν.
Γιατί, είπαμε, καλός χρυσός ο Αύγουστος, μα η ρημάδα η συντέλεια θα γίνει το χειμώνα.

πολύ νουάρ, σχεδόν καθόλου ποίηση

σκηνή 1η, ημέρα, εσωτερικό (αστυνομικό τμήμα)
Ένας άντρας μεταξύ 35 και 40 κάθετα σε μια καρέκλα μπροστά σε ένα γραφείο. Χαμογελάει και κοιτάζει αδιάφορα έξω από το παράθυρο τα κλαδιά ενός δέντρου, που μοιάζει να έχει μόλις ανθίσει. Το παράθυρο είναι μισάνοιχτο. Μέσα από το γραφείο κάθεται ένας άλλο άντρας σχεδόν συνομήλικός του πρώτου. Μοιάζει εκνευρισμένος και κοιτάζει διαδοχικά τα χαρτιά που έχει μπροστά του, το παράθυρο και τον επισκέπτη του.

Υπαστυνόμος
Θα σου το πω ακόμα μια φορά:
Δεν πρόκειται να φύγεις από εδώ μέσα,
αν δε μου πεις όσα ξέρεις για την τύπισσα.

Γιάννης
Ότι ήξερα, σου το είπα. Μακάρι να γνώριζα κι εγώ περισσότερα, όργανο.

Υπαστυνόμος
Και μη με ξαναπείς «όργανο». Ακούς;

Γιάννης
Ακούω, ακούω…

Πάνω στο γραφείο του υπαστυνόμου ξεχωρίζει μια φωτογραφία. Μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 25. Μελαχρινή, με πράσινα μάτια. Φοράει ένα μαύρο παλτό και χαμογελάει στον ήλιο.
  
σκηνή 2η, ημέρα, εξωτερικό (παραλία)
Η γυναίκα της φωτογραφίας στέκεται μπροστά σε μια εγκαταλειμμένη καντίνα και ποζάρει. Ένας φωτογράφος την καθοδηγεί με τις κινήσεις των χεριών του. Αν και αυτός της ζητάει να κοιτάξει το φακό, αυτή μοιάζει σα να χαζεύει προς τη θάλασσα. Σκύβει, βγάζει τα παπούτσια της, ανεβάζει λίγο τα μπατζάκια του παντελονιού της και περπατάει πάνω στην άμμο. Ο φωτογράφος την ακολουθεί. Βουτάει τα πόδια της στο νερό και γυρίζει προς το μέρος του φωτογράφου και του χαμογελάει. Αυτός συνεχίζει να τη φωτογραφίζει διαρκώς. Για μια στιγμή το χαμόγελό της παγώνει. Σαν κάτι περίεργο να έχει τραβήξει την προσοχή της. Σκύβει και μαζεύει από την άμμο ένα τσαλακωμένο χαρτί. Ένα σημείωμα. Το ξεδιπλώνει και το διαβάζει. Γελάει δυνατά.
  
σκηνή 3η, ημέρα, εσωτερικό (διαμέρισμα)
Ο Γιάννης κάθεται στο τραπέζι του σπιτιού του. Πίνει καφέ, καπνίζει και έχει μπροστά του ένα κομμάτι χαρτί και γράφει. Στην άλλη άκρη του δωματίου, η γυναίκα των προηγούμενων σκηνών κοιμάται στο κρεβάτι του. Αν και σκεπασμένη με ένα πάπλωμα, τα μέρη του σώματός της που διακρίνονται μαρτυρούν πως είναι γυμνή. Ο Γιάννης σηκώνει το κεφάλι του από το χαρτί και την κοιτάζει. Συνεχίζει να γράφει: «Πρέπει να πάω λίγο στο γραφείο. Δε θα αργήσω. Θα μου λείψεις. Καλημέρα.». Σβήνει το τσιγάρο του και πάει προς το κρεβάτι. Ακουμπά το σημείωμα πλάι στο κεφάλι της.  Αυτή χαμογελάει μέσα στον ύπνο της. Ο Γιάννης σκύβει και φιλάει το χαμόγελό της.
  
σκηνή 4η (συνέχεια της 1ης), ημέρα, εσωτερικό (αστυνομικό τμήμα)
Ο υπαστυνόμος αρπάζει τη φωτογραφία πάνω από το γραφείο του, σηκώνεται, πλησιάζει τον Γιάννη και τη κολλάει σχεδόν στο πρόσωπό του.

Υπαστυνόμος
Θες να μου πεις ότι περάσατε δυο μέρες μαζί
και ύστερα, έτσι ξαφνικά εξαφανίστηκε;

Γιάννης
42 ώρες.

Υπαστυνόμος
Τι 42 ώρες;

Γιάννης
Τόσες περάσαμε μαζί.

Υπαστυνόμος
Και ήσασταν συνέχεια μαζί αυτές τις 42 ώρες,
εκτός από τη μια ώρα που εσύ την άφησες να κοιμάται
και πήγες στο γραφείο σου. Σωστά;

Γιάννης
Λάθος.

Υπαστυνόμος
Τι λάθος;

Γιάννης
Δεν έπρεπε να την αφήσω.

Ο Γιάννης γυρνάει το βλέμμα του ξανά προς τα κλαδιά του δέντρου έξω από το παράθυρο. Ένα ρεύμα αέρα κάνει το παράθυρο να κλείσει με δύναμη.
  
σκηνή 5η, (συνέχεια της 3ης), ημέρα, εσωτερικό (διαμέρισμα)
Ακούγεται το κλείσιμο μιας πόρτας. Η γυναίκα στο κρεβάτι ανοίγει τα μάτια της. Κοιτάζει το σημείωμα που ο Γιάννης της έχει αφήσει δίπλα στο μαξιλάρι της. Ανασηκώνεται και το διαβάζει. Το τσαλακώνει και το πετάει στο πάτωμα. Σηκώνεται. Είναι γυμνή. Πηγαίνει μέχρι το τραπέζι, παίρνει την κούπα με τον καφέ που έχει αφήσει ο Γιάννης και τον πίνει. Κοιτάζει τη βιβλιοθήκη του. Με το δάχτυλό της αγγίζει στη σειρά όλα τα βιβλία που βρίσκονται στο πρώτο ράφι. Όλα έχουν μαύρα εξώφυλλα. Μετά ξανακοιτάζει το τσαλακωμένο χαρτί στο πάτωμα. Αφήνει στο τραπέζι τον καφέ, πάει από πάνω του και το αγγίζει με το πόδι της.
  
σκηνή (συνέχεια τη 2ης), ημέρα, εξωτερικό (παραλία)
Ενώ εκείνη βαδίζει πλάι στα κύματα και χάνεται σιγά-σιγά στο βάθος της παραλίας, ο φωτογράφος έχει σκύψει πάνω από το τσαλακωμένο χαρτί στην άμμο και το φωτογραφίζει.





Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

ο αριθμός της τρέλας

Στο μεταξύ, και όσο εγώ απουσίαζα από την πόλη και τη χώρα, κάποιοι είχαν φροντίσει να ξεριζώσουν από τη μνήμη της ίδιας μου της γειτονιάς όλους τους ενοχικούς και εμπράγματους δεσμούς μου. Επέστρεψα τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς –η αλλαγή του χρόνου με είχε βρει να ταξιδεύω- και βρήκα σκισμένα τα βιβλία μου στους δρόμους χαρτοπόλεμο. Τα ακολούθησα και έφτασα στο σπίτι, μα αντί για σπίτι βρήκα ένα αχνιστό οικόπεδο και ότι είχε απομείνει από τη θλιβερή οικοσκευή να χάσκει ανάμεσα στα μπάζα. Χτύπησα τις πόρτες των γειτόνων μου, μα οι πιο πολλοί γλεντούσαν ύπνο μεθεόρτιο κι όσους κατάφερα να συναντήσω ξύπνιους, το παίζαν υπνοβάτες και μεθύστακες.
Έτσι αναγκάστηκα να εγκαταλείψω τα παλιά κι όλες τις μεσημεριανές φοβίες μου κι όλες τις μεταμεσονύχτιες μου ενοχές να μεταφέρω σε ένα μικρό διαμέρισμα, στο σπίτι κάποιας φίλης εξωγήινης. Εκεί στον τρίτο όροφο ενός παλιού, μα ευτυχώς καλά συντηρημένου, οικοδομήματος, στη δεξιά ασφυκτιούσα όχθη μιας από τους κεντρικότερες οδούς, που έφερε το όνομα κάποιου αρχαίου τυχοδιώκτη βασιλιά, μετέφερα το χάρτινο μου στρατηγείο. Στον ίδιο όροφο υπήρχε ακόμα ένα διαμέρισμα, όπου κάποιος αλλοδαπός πορνοβοσκός είχε μαντρώσει το κοπάδι του και από κάτω ακριβώς υπήρχε το γραφείο ενός πολιτευτή, που παριστάνοντας το πριγκιπόπουλο είχε κατορθώσει να γίνει μέλος της εθνοσυνέλευσης. Στα σκαλοπάτια και στο ασανσέρ, ανάμεσα στον τρίτο και τον δεύτερο στριμώχνονταν η ανυπομονούσα πελατεία των δύο εκλεκτών γειτόνων μου κι όλοι μαζί αντάλλαζαν φαντασιώσεις, εμπειρίες και παράπονα. Καμιά φορά άκουγα κι από δίπλα τις πουτάνες να δίνουν συμβουλές στον βουλευτή και αυτός να τους χαρίζει φθηνές και πρόστυχες υποσχέσεις.
Στο τέλος του Δεκέμβρη, για άλλους λόγους κατά τα φαινόμενα μα κατά βάθος για την ίδια αιτία ακριβώς, πολιορκήθηκαν για μέρες τόσο το διπλανό όσο και το από κάτω διαμέρισμα και τελικά λεηλατήθηκαν από αυτούς που επί ένα χρόνο φτιάχνανε παζλ με τις σχισμένες σελίδες των βιβλίων μου. Μάζεψα τότε και εγώ ότι μπορούσα μέσα στο σάκο και στις τσέπες μου να μεταφέρω, τα φώτα έσβησα, έκλεισα τα παράθυρα –η φίλη είχε ήδη επιστρέψει στον πλανήτη της- και το έσκασα από την πίσω πόρτας της διαφυγής, που μόνο οι πιο διεστραμμένοι επισκέπτες της πολυκατοικίας μας ως τότε είχαν την τύχη να γνωρίσουν.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

το βιβλίο και το μαχαίρι

Μου έδωσε ένα βιβλίο και ένα μαχαίρι και μου είπε να κάνω γρήγορα. Μέχρι να λούσει τα μαλλιά της να έχω κι εγώ τελειώσει. Σκέφτηκα πως είχα πολύ καιρό να τη δω με τα μαλλιά βρεγμένα. Με τη σκέψη αυτή ξεκίνησα να ξεκολλάω με όρεξη τις σελίδες.
Το μπάνιο ήταν ακριβώς δίπλα. Άκουγα το νερό να τρέχει. Κάποια στιγμή μάλιστα μου φάνηκε πως την άκουσα κάτι να τραγουδάει.
Τέλειωσα πριν από εκείνη. Άφησα στο πλάι το βιβλίο. Το μαχαίρι όμως το κράτησα. Σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα του μπάνιου. Ήταν σκυμμένη πάνω από τον νιπτήρα. Δεν με κατάλαβε. Θέλησα να τη φιλήσω για μια τελευταία φορά. Χαμηλά στη ραχοκοκαλιά της. Κάπου εκεί υπήρχε παλιά μια ανεξερεύνητη περιοχή όπου, τον καιρό που χαρτογραφούσα ακόμα το κορμί της, είχα πολλές φορές χαθεί. Κάποτε, θυμάμαι, αναγκάστηκα να περάσω μια ολόκληρη νύχτα εκεί περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας. Αφού άλλος τρόπος να γυρίσω πίσω δεν υπήρχε. Ήθελα πολύ να τη φιλήσω, μα δεν προλάβαινα. Το μαχαίρι ήταν κοντό και ελάχιστα κοφτερό. Αναγκάστηκα να βάλω πολλή δύναμη για να το βυθίσω στον λαιμό της. Ξέπλυνα τα χέρια μου και γύρισα στο κρεβάτι.
Έπιασα ξανά το βιβλίο και έκπληκτος ανακάλυψα πως δεν είχα κόψει τελικά όλες τις σελίδες. Ούτε στα μισά δεν είχα φτάσει.
Και τότε η πόρτα άνοιξε και μπήκε εκείνη στο δωμάτιο. Και την είδα επιτέλους ξανά με τα μαλλιά βρεγμένα. Κι εκείνη θύμωσε που δεν είχα ακόμα με το βιβλίο και το μαχαίρι τελειώσει. «Τι έκανες τόση ώρα;» Τι έκανα; Τι; Για να την ηρεμήσω, της διάβασα κάτι από τις σελίδες που είχα ήδη μαχαιρώσει.
«Δεν θρηνεί κανείς από αγάπη όποιον τον πρόδωσε, αλλά από εξευτελισμό επειδή δεν κέρδισε την πίστη του».

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Fast Food

θα τα ξεχάσεις όλα

σκηνή 1η, μέρα, εξωτερικό (αυλή μονοκατοικίας) 

Δυο άντρες, ένας ηλικιωμένος και ένας νεαρός κάθονται και πίνουν καφέ. Ο νεαρός φοράει κοντομάνικο μπλουζάκι και βερμούδα. Ο ηλικιωμένος είναι επίσης ντυμένος ελαφρά, αλλά έχει ριγμένη και μια ζακέτα στους ώμους του. Η αυλή είναι στρωμένη από πεσμένη φύλλα. Ησυχία πρωινού Κυριακής. Φυσάει λίγο. Οι δύο άντρες κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο και κοιτάζουν το σκυλί που είναι ξαπλωμένο στη σκιά απέναντί τους. Ο ηλικιωμένος είναι ήρεμος και οι κινήσεις του αργές. Ο νεαρός μοιάζει ιδιαίτερα ανήσυχος. Κοιτάζει διαρκώς το κινητό του. Χτυπάει νευρικά τα πόδια του. Σβήνει το τσιγάρο του και αμέσως ανάβει ένα άλλο. Ο ηλικιωμένος του ρίχνει κλεφτές ματιές. Ένα έντομο κάθεται πάνω στη μύτη του σκυλιού και το αναστατώνει. Σηκώνεται και γαυγίζει στον αέρα. Ξαναξαπλώνει. Ο παππούς χαμογελάει. Γυρίζει και βλέπει τον εγγονό να κοιτάζει για ακόμα μια φορά το κινητό του και να σβήνει θυμωμένα το τσιγάρο του. Απλώνει το χέρι και τον ακουμπάει στον ώμο. Εκείνος φαίνεται σα να τρομάζει.

εγγονός 
Τι είναι ρε παππού; 

παππούς 
Θα κάνεις οικογένεια. Θα κάνεις παιδιά. Και θα τα ξεχάσεις όλα. 

Ο εγγονός κοιτάζει τον χαμογελαστό παππού του με απορία. Το σκυλί γυρίζει πλευρό. Ο αέρας ρίχνει και άλλα φύλλα πάνω στις πλάκες τις αυλής.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

το σπίρτο

Ήμουν πολύ μικρός. Νομίζω πως ούτε σχολείο δεν πήγαινα ακόμα. Δεν το λέω για να δικαιολογηθώ. Και λίγο μεγαλύτερος να ήμουν, μάλλον ως βουβός και αποσβολωμένος θεατής και πάλι θα το παρακολουθούσα. Μπορεί να μην ήτανε δικιά μου η ιδέα. Μπορεί και να ψιθύρισα, κάποια στιγμή, ένα, «όχι, ρε παιδιά, κρίμα είναι το καημένο», έτσι δειλά, αθόρυβα. Ίσα-ίσα να το ακούσω μόνο εγώ. Να έχω μετά να το θυμάμαι, όταν θα έπεφτα τη νύχτα στο κρεβάτι μου και η εικόνα του παραναλώματος θα τρύπωνε εφιαλτικά κάτω από τα σεντόνια.
Τα περισσότερα από εκείνα τα παιδιά, τα μέλη εκείνης της εγκληματικής παρέας, ζούνε ακόμα στην παλιά μου γειτονιά. Τους βλέπω. Με κάποιους ακόμα λέμε ένα «γεια». Οι πιο πολλοί έχουν παιδιά στην ηλικία που τότε ήμασταν εμείς – αναρωτιέμαι, στ’ αλήθεια με τι είδους ιστορίες τα ταΐζουν. Είμαι απολύτως σίγουρος, πως αν τους έπιανα ποτέ και τους ρωτούσα, «θυμάστε, ρε, τι κάναμε, τότε, εκεί, στο πάρκο», θα σήκωναν τους ώμους τους, αλλού θα γύριζαν το βλέμμα. Ίσως και να βρισκόταν κάποιος λίγο πιο θρασύς, λίγο πιο τολμηρός από όλους μας στην καθημερινή τη μάχη με τη μνήμη, που να μου απαντούσε: «Έλα μωρέ! Αφού ήμασταν μικρά παιδιά. Παιχνίδι ήταν όλα. Πάει τώρα. Μεγαλώσαμε. Τώρα είμαστε άλλοι.»
Και πάλι δεν ξέρω αν θα μπορέσω να του φέρω αντίρρηση. Ίσως ξανά κάτι να ψιθυρίσω. Όχι από φόβο ετούτη τη φορά. Όχι, καμία σχέση. Μα πιο πολύ από δισταγμό. Δεν λέω, ίσως να έχει δίκιο. Αναγνωρίζω του παιχνιδιού το κίνητρο την ώρα που κάποιος επιτήδειος άρπαξε από τα πόδια ένα γατί και το έδεσε στο δέντρο. Το ξέρω, ήμασταν μικροί και τώρα πάει, μεγαλώσαμε. Τώρα ποιος θα σηκωνόταν να τρέξει ως το σπίτι του, να φέρει το μπουκάλι με το οινόπνευμα, να λούσει ένα άμοιρο τετράποδο, την ώρα που θα παλεύει να απελευθερωθεί από τα δεσμά της τρυφερής κακίας μας; Πραγματικά, μπορεί και να είμαστε άλλοι.
Μόνο το σπίρτο εκείνο -δεν θυμάμαι ποιος από όλους μας το πέταξε- που, αντί να κάψει, πάγωσε για πάντα τα όνειρά μας, δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως το έχω ξαναδεί. Πρέπει να είναι το ίδιο σπίρτο ακριβώς, που χθες το βράδυ έκαιγε πλάι στο παράθυρό μου. Αυτό που τώρα, ετούτη τη στιγμή, εδώ ακριβώς, κάτω από τα μάτια μου, τα βλέφαρά μου ακόμα τσουρουφλίζει.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

από το πουθενά

από το πουθενά

σκηνή 1η: νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος, 28 χρονών, μαζεύει τα άδεια πιάτα από ένα τραπέζι. Είναι αργά και έχουν απομείνει ελάχιστοι πελάτες. Από το εσωτερικό της ταβέρνας ακούγονται λαϊκά τραγούδια. Το κινητό του Γιώργου χτυπάει κι εκείνος αφήνει το δίσκο πάνω στο τραπέζι για να απαντήσει.

Γιώργος
Έλα, ρε! Δε σ΄ ακούω… Γυρίσατε;

σκηνή 2η: νύχτα, εξωτερικό - μπητσόμπαρο
Δυνατή χορευτική μουσική. Παρέα νέων. Κάποιος προσπαθεί να μιλήσει στο τηλέφωνο. 

Φίλος του Γιώργου
Με ακούς; Εδώ είμαστε ακόμα. Θα μείνουμε άλλες 2-3 μέρες. Μαλάκα, είναι γαμάτα! Έπρεπε να έρθεις κι εσύ… γαμώ την Αγγλία σου!

σκηνή 3η (συνέχεια της 1ης): νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος κλείνει το κινητό ενώ ακούγεται ο φίλος του να του μιλάει ακόμα. Ξαναπαίρνει το δίσκο.


Πελάτης
Φιλαράκι, έρχεσαι να σε πληρώσουμε;

σκηνή 4η: νύχτα, εσωτερικό - ταβέρνας
Ο Γιώργος μπαίνει στην ταβέρνα κρατώντας το βαρυφορτωμένο δίσκο. Μια τηλεόραση σε κάποιο ράφι ψηλά παίζει χωρίς ήχο ξένα βιντεοκλίπ. Όλες οι καρέκλες μέσα στο μαγαζί είναι ανεβασμένες πάνω στα τραπέζια. Ο Γιώργος ακουμπάει το δίσκο πάνω στο πάγκο που χωρίζει την κουζίνα από το υπόλοιπο μαγαζί. Μέσα από τον πάγκο δύο άντρες με άσπρες λερωμένες ποδιές κάνουν την λάντζα.

Γιώργος
Ε! Βασίλη! (πιο δυνατά) Μάγειρα!

Ο πιο μεγάλος από τους δύο με τις άσπρες ποδιές γυρίζει, κοιτάζει τον Γιώργο και του χαμογελάει:

Μάγειρας
Τι έγινε, ρε; Τελειώσαμε;

Γιώργος
Πάμε να πιούμε καμιά μπύρα;

Μάγειρας
Που να πάμε ρε Γιώργο; Άσε!
(του δείχνει με το κεφάλι το ψυγείο)
Έχουμε κι εδώ μπύρες...

σκηνή 5η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Ο Γιώργος γυρίζει με τα πόδια σπίτι του. 2-3 στενά πιο κάτω από την ταβέρνα όπου δουλεύει. Κρατάει μια σακούλα με μπύρες. Οι δρόμοι είναι έρημοι. Διαβάζει ένα σύνθημα σε ένα τοίχο: «όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι». Ξεκλειδώνει την εξώπορτα.

σκηνή 6η: νύχτα, εσωτερικό - διάδρομος πολυκατοικίας
Ο Γιώργος κατεβαίνει λίγα σκαλιά, περπάτα στον διάδρομο και κατευθύνεται προς μια πόρτα. Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα αλλά δεν μπορεί. Χτυπάει το κουδούνι. Το φως του διαδρόμου σβήνει και ο Γιώργος το ξανανάβει. Η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται ο Αλέξανδρος, ο συγκάτοικος του Γιώργου. Φαίνεται αναστατωμένος και φοράει μόνο το σώβρακο του. Ο Γιώργος του δείχνει τις μπύρες χαμογελώντας.

Αλέξανδρος
Ωχ… Καλώς τον! Τι νέα; Να σου πω... είσαι κουρασμένος, ε; Θέλεις να κάνεις καμιά βόλτα και να ξανάρθεις... πιο μετά;
 
Ο Γιώργος κάνει να κοιτάξει από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Γιώργος
Τι έγινε, ρε;

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει λίγο μέσα ενώ κλείνει περισσότερο την πόρτα.

Αλέξανδρος
Είναι η...

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει τις μπύρες, τεντώνεται και τραβάει μια από τη σακούλα.

Αλέξανδρος
...έλα! Μέχρι να τις πιεις θα έχουμε τελειώσει...
Καλή βόλτα!

Ο Αλέξανδρος κλείνει την πόρτα και το φως στο διάδρομο σβήνει ξανά.

σκηνή 7η: νύχτα, εξωτερικό - έρημοι δρόμοι
Ο Γιώργος περιπλανιέται στα στενά των Εξαρχείων. Κρατάει ακόμα τη σακούλα με τις μπύρες ενώ έχει ανοίξει μια και πίνει. Ακούγονται τα βήματά του και θόρυβος από κάποια μηχανή που περνάει από κάποιο κεντρικό δρόμο εκεί κοντά. Σταματά έξω από ένα θερινό σινεμά και κοιτάζει τις φωτογραφίες.

σκηνή 8η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στα σκαλάκια στο Στρέφη. Βγάζει από το τζιν μπουφάν του τα ακουστικά και τα τσιγάρα του. Ανάβει τσιγάρο, βάζει τα ακουστικά και αρχίζει να κάνει κυκλάκια με τον καπνό ενώ χαζεύει τα φώτα της πόλης. Ξαφνικά γυρίζει το κεφάλι του απότομα και βλέπει πίσω του μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 24. Φοράει ένα λευκό φόρεμα που μοιάζει λίγο με νυφικό. Σηκώνεται απότομα όρθιος και τραβάει τα ακουστικά από τα αυτιά του.

Αγγελική
Σε τρόμαξα;

Γιώργος
Όχι…
Εντάξει, λίγο.

Αγγελική
Να μείνω λίγο μαζί σου;

Γιώργος
Που;
Αγγελική
Εδώ, στα σκαλάκια... (κάθεται) Είμαι η Αγγελική.

Γιώργος
Γεια σου, Αγγελική!

Αγγελική
Θα μου δώσεις κι ένα τσιγάρο;

Γιώργος
Ένα τσιγάρο... ναι!

Ο Γιώργος βάζει ένα τσιγάρο βιαστικά στα χείλη του και το ανάβει.

Αγγελική
(γελάει) Θα μου δώσεις κι εμένα ένα;

Γιώργος
Ωχ, ναι…

Ο Γιώργος της δίνει ένα τσιγάρο και της ανάβει προσπαθώντας να μην την κοιτάει στα μάτια, ενώ η Αγγελική τον κοιτάει συνέχεια.

Αγγελική
 Μάλλον σε τρόμαξα πολύ, ε;

Γιώργος
Δεν σε άκουσα… Από πού…

Αγγελική
Δεν με περίμενες. (γελάει) Γιατί δεν κάθεσαι;

Ο Γιώργος κάθεται. Η Αγγελική έρχεται πιο κοντά του.

Αγγελική
Λοιπόν, τι νέα;

σκηνή 9η :νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Η ταβέρνα έχει κλείσει. Τα φώτα είναι σβησμένα. Στο τζάμι της πόρτας μέσα στο ημίφως φαίνεται ο μάγειρας. Πίνει μία μπύρα από το μπουκάλι και φαίνεται να κοιτάζει με ενδιαφέρον κάπου απέναντι.

σκηνή 10η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Στον τοίχο, όπου υπήρχε το σύνθημα όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι κάποιος με σπρέι συμπληρώνει από κάτω: «Άρα είσαι καθ…»  Ακούγεται ο ήχος μιας μηχανής κάπου εκεί κοντά, το τρίξιμο των φρένων της και μετά ο ήχος μιας σφοδρής σύγκρουσης. Ο τύπος με το σπρέι σταματά και τρέχει προς το σημείο, απ’ όπου ακούστηκε ο θόρυβος. Τρέχει μπροστά από ένα ανοιγμένο παράθυρο ημιυπόγειου διαμερίσματος στην πολυκατοικία του Γιώργου. Από μέσα ακούγεται μια λαχανιασμένη φωνή:

Γυναικεία φωνή
Α… Αλέξανδρε; …τι …τι ήταν αυτό;

σκηνή 11η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι

Έξω από το θερινό σινεμά κάποιος προσπαθεί να κλέψει μια φωτογραφία από τα προσεχώς. Ακούγονται σειρήνες από κάπου εκεί κοντά. Τελικά τα καταφέρνει, βάζει τη φωτογραφία κάτω από το μπλουζάκι του και φεύγει τρέχοντας.

σκηνή 12η
νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη (2 ώρες μετά στο ίδιο μέρος με την 8η σκηνή)
Ο Γιώργος και η Αγγελική είναι ακόμα στα σκαλάκια. Μπροστά τους έχουν τα άδεια μπουκάλια από τις μπύρες. Στο βάθος φαίνεται να χαράζει. Η Αγγελική προσπαθεί να κάνει κυκλάκια με τον καπνό. Γελάνε. Η Αγγελική χαϊδεύει τους ώμους της. Ο Γιώργος ρίχνει το τζιν μπουφάν του στην πλάτη της.

Γιώργος
Χα! Κάτι ήξερα που το πήρα μαζί μου.
Μάλλον σε περίμενα λίγο... τελικά

Αγγελική
Ποιος ξέρει…

Γιώργος
Δεν μου είπες όμως, εσύ πως και ξέμεινες εδώ καλοκαιριάτικα; Καλά εγώ. Έπρεπε να δουλέψω…
Εσύ γιατί δεν έφυγες;

Αγγελική
Έφυγα…

Γιώργος
Αλήθεια;

Αγγελική
(σοβαρεύεται απότομα) Γιώργο, γιατί μαζεύεις λεφτά για να πας στην Αγγλία;

Γιώργος
(γελάει ακόμα) Γιατί δεν έχω!

Αγγελική
Όχι! Εννοώ τι θα πας να κάνεις εκεί;
Η Αγγελική ανάβει ένα ακόμα τσιγάρο και τσαλακώνει το πακέτο.
Γιώργος
Ε... δε ξέρω ακόμα.
Θα μείνω στην αρχή σε κάτι φίλους στο Λονδίνο και μετά... αν βρεθεί κάτι καλό... καμιά δουλειά...

Αγγελική
Κι αν δε βρεθεί;

Γιώργος
Αν δε βρεθεί... δεν ξέρω. Μάλλον θα γυρίσω πίσω.

Αγγελική
Στην ταβέρνα;

Γιώργος
...στην ταβέρνα. Δεν ξέρω.
Χρωστάω και κάτι μαθήματα ακόμα...
είναι και οι δικοί μου στο Ναύπλιο...

Αγγελική
Στο Ναύπλιο;

Γιώργος
Έχεις πάει;

Αγγελική
Ναι, νομίζω… με το σχολείο

Γιώργος
Στην Αγγλία;

Αγγελική
Όχι, δεν πρόλαβα

Γιώργος
Δεν… τι;

Η Αγγελική σβήνει το τσιγάρο και σηκώνεται απότομα.
Αγγελική
Πρέπει να φύγω.
Γιώργος
Μείνε λίγο ακόμα!
Αγγελική
Ξημερώνει... πρέπει να γυρίσω.
Η Αγγελική κάνει να βγάλει το μπουφάν. Ο Γιώργος της πιάνει το χέρι και τη σταματάει.
Γιώργος
 Μα εσύ είσαι παγωμένη…
Σε παρακαλώ, κράτησε το!

Αγγελική
Να το κρατήσω;

Γιώργος
Αγγελική, θέλω πολύ να σε ξαναδώ!

Αγγελική
Γιατί;

Γιώργος
Γιατί… ε… θέλω

Αγγελική
Γιατί όλα αυτά Γιώργο;

Γιώργος
Φεύγω την άλλη Παρασκευή… Θέλω να…

Η Αγγελική σκύβει, πιάνει το κεφάλι του και τον φιλάει στα χείλη στιγμιαία.

Αγγελική
Πέρνα να το πάρεις το απόγευμα.
Ορφέως 2, στο Χαλάνδρι. Όχι όμως μετά τις 7!
(χαμογελάει παιχνιδιάρικα) Γεια σου τώρα!

Ο Γιώργος παγωμένος μένει να την κοιτάζει να κατεβαίνει τα σκαλιά και να χάνεται.

σκηνή 13η: μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος ακουμπάει δύο μπουκάλια μπύρες σε ένα τραπέζι όπου κάθονται δύο γυναίκες. Όλα τα τραπέζια έξω είναι γεμάτα και ακούγεται φασαρία από τις φωνές των πελατών. Είναι τρεις περίπου το μεσημέρι. Ο Γιώργος προχωράει λίγα μέτρα μπροστά από το μαγαζί βάζει το ανοιχτήρι στη μία κωλότσεπη και βγάζει από την άλλη το κινητό του. Κάποιος πελάτης τού φωνάζει αλλά ο Γιώργος κάνει ότι δεν τον ακούει. Αρχίζει να μιλάει στο κινητό.

Γιώργος
Έλα! Μ' ακούς;


σκηνή 14η: μέρα, εσωτερικό - ρεσεψιόν ξενοδοχείου
Ο Αλέξανδρος είναι καθισμένος πίσω από την ρεσεψιόν.  

Αλέξανδρος
Που είσαι, ρε μαλάκα; Τι ώρα γύρισες σπίτι;

σκηνή 15η (συνέχεια της 13ης): μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα

Γιώργος
Καλά είμαι. Θα σου πω... Τι ώρα τελειώνεις;
Θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη...

σκηνή 16η: μέρα, εσωτερικό - στο αυτοκίνητο του Αλέξανδρου
Ο Αλέξανδρος οδηγάει φορώντας ακόμα τα ρούχα της δουλειάς. Στο ράδιο ακούγονται αθλητικά. Έχει πολύ κίνηση στο δρόμο και έχουνε κολλήσει κάπου στην Κηφισίας. Ο Γιώργος κοιτάζει το ρολόι του αυτοκινήτου. Είναι 18:29.

Αλέξανδρος
Επέστρεψαν όλοι οι καριόληδες!
Μια χαρά ήμασταν τόσες μέρες…

Γιώργος
Δεν θα προλάβουμε…

Αλέξανδρος
Θα προλάβουμε, μωρέ μαλάκα! Μην αγχώνεσαι!
Δηλαδή αν είσαι εκεί 7:30 τι έγινε;
Δεν θα σε αφήσει να μπεις; Αλλά μάλλον ναι!
Θα έχει κανονίσει με άλλον πελάτη για μετά… (γελάει)

Γιώργος
Όχι, ρε… δεν είναι έτσι!

Αλέξανδρος
Τι δεν είναι έτσι, ρε χαζέ;
Επαγγελματίας είναι η γκόμενα.
Απ’ αυτές που δέχονται στον χώρο τους και τέτοια!
Τι νομίζεις; Έτσι, από το πουθενά, έρχονται οι γυναίκες; 3 τη νύχτα τριγυρνάν στο Στρέφη ντυμένες νυφούλες;

Γιώργος
Δεν είναι έτσι, σου λέω!

Αλέξανδρος
Ναι καλά… Λεφτά έχεις μαζί σου;

σκηνή 17η: μέρα, εξωτερικό - στην αρχή κάποιου δρόμου
Ο Γιώργος έχει βγει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει τριγύρω. Είναι στην οδό Ορφέως. Στην αρχή του δρόμου υπάρχει ένα νεκροταφείο και μετά πολυκατοικίες και λίγες μονοκατοικίες. Ο Αλέξανδρος με ειρωνικό ύφος τον κοιτάζει μέσα από το αυτοκίνητο.

Αλέξανδρος
Να σε περιμένω;

Γιώργος
Όχι, σου είπα… Φύγε!

Αλέξανδρος
Καλά… Το νου σου, ε;

Ο Γιώργος αρχίζει να ψάχνει τα κουδούνια στα πρώτα σπίτια δίπλα στο νεκροταφείο. Πηγαίνει από τη μία πλευρά του δρόμου στην άλλη. Κοιτάζει τα νούμερα και δεν βλέπει το 2 πουθενά. Φαίνεται αγχωμένος και σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Επιστρέφει βιαστικά στην αρχή του δρόμου προς την είσοδο του νεκροταφείου, όπου στέκεται κάποιος φύλακας. Βλέπει τον αριθμό 2 στην πύλη του νεκροταφείου.

Γιώργος
Με συγχωρείτε…

Ο Γιώργος σταματάει απότομα μόλις βλέπει μέσα από τα κάγκελα της περίφραξης ένα μπουφάν όμοιο με το δικό του κρεμασμένο πάνω σε ένα σταυρό.  Περνάει την πύλη του νεκροταφείου με βήμα διστακτικό.

Φύλακας
Νεαρέ, 7 η ώρα κλείνουμε… Κάνε γρήγορα!

σκηνή 18η: μέρα, εξωτερικό - νεκροταφείο
Ο Γιώργος πλησιάζει τον τάφο με το μπουφάν. Δεν ακούγεται τίποτα και είναι σαν να έχει σκοτεινιάσει απότομα. Το βλέμμα του τώρα είναι πολύ ανήσυχο. Φτάνει δίπλα στον τάφο. Αναγνωρίζει το μπουφάν του αγγίζοντας ένα σκίσιμο στο μανίκι. Το τραβάει απότομα από το σταυρό. Έκπληξη και τρόμος ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του. Κάνει ένα βήμα πίσω. Το όνομα Αγγελική είναι χαραγμένο πάνω στο σταυρό και στη βάση του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της Αγγελικής τού χαμογελά.

σκηνή 19η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στο ίδιο μέρος, στα σκαλάκια και καπνίζει. Το βλέμμα του είναι ανέκφραστο. Ακούγονται βήματα πίσω του. Γυρίζει και βλέπει τον Αλέξανδρο να κρατάει μια σακούλα μπύρες. Ο Αλέξανδρος κάθεται δίπλα του. Του χαμογελάει φιλικά και ο Γιώργος κουνάει το κεφάλι του σαν να λέει: Ναι, ξέρω. Ακούγεται μόνο ο θόρυβος της πόλης. Ανοίγουνε δύο μπύρες. Ο Γιώργος ακουμπάει το μπουκάλι στα χείλη του, αλλά ο Αλέξανδρος τον σταματάει. Κοιτάζονται. 

Αλέξανδρος
(Τσουγκρίζοντας τα μπουκάλια) Καλό ταξίδι, ρε φίλε!

Γιώργος

Καλό ταξίδι