Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

καβάλα-μύρινα

Αύγουστος 2015. Διακοπές στη Λήμνο. Ταξίδι με την Δήμητρα. Στο κατάστρωμα του πλοίου που πάει από την Καβάλα για την Μύρινα. Εν μέρει για να περάσει η ώρα εν μέρει για να ξεσκουριάσουμε, τσιμπολογάμε λέξεις από το "Περί Ηρώων και Τάφων" του Σάμπατο και βάζουμε ασκήσεις αφήγησης και προσπαθούμε να τις λύσουμε με τον ήλιο να μας επιτηρεί πάνω από τα κεφάλια μας. Από τις ασκήσεις αυτές προκύπτουν τέσσερις μικρές δικές μου ιστορίες. οι εξής:

Το μοναδικό πράγμα που μπόρεσε να φανταστεί, μόλις άκουσε τη σειρήνα, είναι πως επίκειται βομβαρδισμός. Ενώ έτρεχε προς το καταφύγιο, χαμογέλασε με τη σκέψη πως τα τελευταία χρόνια δεν είχε νιώσει ποτέ του έκπληξη.

Χρειάστηκε να περιμένω ακόμα δύο μέρες. Καθόμουν όλη την ώρα στο παράθυρο και περίμενα να τον δω να εμφανίζεται στο βάθος του δρόμου. Από την αγωνία μου ξέχασα να ταΐσω το χρυσόψαρο, το οποίο βρήκε τραγικό θάνατο.

Με πήρε ο ύπνος με το τσιγάρο αναμμένο. Κανονικά θα είχε σβήσει, αλλά έτσι όπως το είχα ακόμα ανάμεσα στα χείλη μου, συνέχισα να το καπνίζω μες στον ύπνο μου. Δεν μπορεί να παίζει κανείς με αυτά. Όταν, μετά από πολλές ώρες, ξύπνησα, βρέθηκα να είμαι θαμμένος μες στη στάχτη, λες και με είχε περιλούσει η λάβα του Βεζούβιου. Ήμουν, λέει, ανεβασμένος στην ταράτσα κι έβλεπα από εκεί ολόκληρη την πόλη. Ήταν νύχτα, αλλά τα φώτα δεν είχανε ανάψει κι έτσι μες στο σκοτάδι το μόνο που ξεχώριζα ήταν ένα κερί που ερχόταν προς το μέρος μου. Η φλόγα τρεμόπαιζε καθώς με πλησίαζε αυτός που το κρατούσε. Ένιωσα μια απειλή κι έψαξα μες στις τσέπες μου να βρω κάτι για να τον αντιμετωπίσω. Βρήκα ένα ξυράφι. Το δοκίμασα στο χέρι μου. Έκοβε μια χαρά. Το κερί όλο και με πλησίαζε. Η φλόγα του όλο και μεγάλωνε και ένιωθα σιγά- σιγά να με ζεσταίνει. Ξαφνικά, φύσηξε ο αέρας κι έσβησε. Την ώρα που έσβηνε, πρόλαβα και ξεχώρισα τα μάτια του. Από τον φόβο μου μου γλίστρησε το ξυράφι από το χέρι μου κι έπεσε στο κενό. Βούτηξα από την ταράτσα πίσω του κι εγώ να το προλάβω πριν ακουμπήσει στο έδαφος.

Οι δικές σου ιστορίες που είναι; 

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

το φορολογικο υποσυνειδητο

-τι σας οφειλω;
-20 ευρω.
-οριστε.
-αποδειξη θελεις;
-ε; ειναι προαιρετικο;
-ξερωγω, καποιοι δεν την ζητανε..
-οχι, για εσας ρωταω.. ειναι προαιρετικο να την κοψετε;
-καλα, περιμενε να σου δωσω μια.
-χμ.. αυτη ειναι χθεσινη.
-κ λοιπον; τι; θα την φας κ θα σε πειραξει;
-αυτο που κανετε, κυριε, ειναι παρανομο.
-σιγα, ρε φιλε. δεν σκοτωσα κ ανθρωπο.
-νομιζω οτι δεν εχετε καθολου φορολογικη συνειδηση.
-εγω; τι λες τωρα; εφιαλτης μου εχει γινει η εφορια. μεχρι κ στον υπνο μου την βλεπω..
-α, ενταξει.. εχετε τουλαχιστον φορολογικο υποσυνειδητο.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

περούτζια

Τον Δεκέμβριο του 2003 βρέθηκα στην Περούτζια. Ήταν ένας φίλος μου που σπούδαζε εκεί και πήγα για λίγες μέρες να με φιλοξενήσει. Ο φίλος, καλό παιδί, παλιός συμμαθητής μου από το Γυμνάσιο, θέλησε να με ξεναγήσει στην πρωτεύουσα της Ούμπρια και να μου δείξει όλα τα μνημεία και τα αξιοθέατά της.
Τις δυο πρώτες μέρες συνέχεια γυρίζαμε μαζί και δεν αφήσαμε μουσείο και καθεδρικό που να μην επισκεφτούμε. Είχε και μια έκθεση κάπου, θυμάμαι, σε μια αίθουσα με έργα του Τισιάνο. Πολύ ωραία, δεν λέω.
Την Τρίτη μέρα ο φίλος έπρεπε να πάει στο πανεπιστήμιο και έτσι με άφησε να τριγυρίσω και λίγο μόνος μου, επιτέλους. Επειδή τα βασικά τα είχα ήδη όλα δει, είπα να ψάξω να βρω τίποτα λιγότερο γνωστό που όμως να αξίζει. Έτσι, έψαξα σε έναν τουριστικό οδηγό, που βρήκα στη βιβλιοθήκη του οικοδεσπότη μου, και είδα πως υπάρχει μια παλιά μεσαιωνική γέφυρα, πέτρινη εννοείται, λίγο έξω από τα τείχη του ιστορικού κέντρου, η οποία, έλεγε ο οδηγός, είναι συνδεδεμένη με έναν θρύλο εξίσου παλιό, όπως αυτή, κι ίσως εξίσου πέτρινο.
Αφού, λοιπόν, ήπια δυο-τρεις εσπρέσο σε ένα καφέ σε μια στοά, που το είχε μια γυναίκα που έμοιαζε με την βασίλισσα Ελισάβετ –όχι τη μάνα του Καρόλου, την άλλη, την παλιά, την ελισαβετιανή, που λένε- και που την έλεγαν Ελιζαμπέττα και αυτήν, και ήξερε να δίνει οδηγίες, να βρίσκουν οι τουρίστες εύκολα τα μεσαιωνικά μνημεία, ξεκίνησα να πάω να βρω το αξιοθέατο αυτό, που μάλλον και οι ίδιοι οι Περουτζιανοί το είχανε ξεχάσει.
Στο δρόμο, όμως, χάθηκα και ύστερα από μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση –πρέπει να έκανα κύκλους ατελείωτους, αφού το σέντρο ιστόρικο της πόλης δεν είναι και τεράστιο- κατέληξα στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου, κατάκοπος πια, γευμάτισα χαζεύοντας τα τρένα και τους επιβάτες τους.
Την ώρα που μασουλούσα το πανίνι μου, το μάτι μου έπεσε πάνω σε έναν πίνακα που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, πίσω από τις αποβάθρες. Έτσι όπως εναλλάσσονταν μπροστά μου οι συρμοί και λόγω της απόστασης –ακόμα δεν ήξερα πως έχω αστιγματισμό- μόλις που τον διέκρινα.
Μου άρεσε το σχήμα και τα χρώματά του, η αίσθηση που δημιουργούσε εκεί, ανάμεσα στα τρένα και τους διερχόμενους, αλλά μου ήταν αδύνατο να καταλάβω από τόσο μακριά τι ακριβώς αναπαράσταινε. Κι επίσης, μου ήταν απολύτως ανεξήγητο το ότι είχανε οι Ιταλοί έτσι απλά κρεμάσει ένα έργο τέχνης μέσα σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό, όπου κανένας δεν φαινόταν να το πρόσεχε και να το εκτιμούσε.
Σηκώθηκα από το παγκάκι όπου καθόμουνα, κατέβηκα της σκάλες, διέσχισα την υπόγεια διάβαση και βγήκα στην απέναντι πλευρά για να γνωρίσω από κοντά μία από τις πιο μεγάλες μου εμμονές, αν όχι και την μεγαλύτερη, που τότε ακόμα αγνοούσα. Στη θέση αυτού που εγώ είχα περάσει για πίνακα ζωγραφικής υπήρχε μια μεταλλική επιφάνεια, που είχε κολλημένες πάνω της διάφορες αφίσες και ανακοινώσεις, παλιές οι περισσότερες, σκισμένες και αλληλοκαλυπτόμενες με τέτοιον τρόπο που συνέθεταν μια μάζα τρισδιάστατη, πολύχρωμη, γεμάτη από κραυγαλέα και αντικρουόμενα μηνύματα, που όλα μαζί ερχόντουσαν και έδεναν με ένα σύνθημα γραμμένο με κόκκινη μπογιά που κάποιος είχε περάσει από πάνω τους.
Στάθηκα αποσβολωμένος να κοιτώ αυτό εκεί το πράγμα και προσπαθούσα να δώσω μια απάντηση σε ένα ερώτημα που ακόμα κανείς δεν μου είχε θέσει. Γιατί δεν έφευγα; Γιατί δεν απογοητεύτηκα; Γιατί το λάθος μου αυτό μου είχε τόσο αρέσει;
Την ώρα εκείνη μπήκε στο σταθμό ένα ακόμα τρένο και ο μηχανοδηγός του διάλεξε τον τελευταίο διάδρομο για να το προσαράξει. Το τρένο σταμάτησε ακριβώς πίσω από την πλάτη μου, ανοίξανε οι πόρτες του και άρχισαν να κατεβαίνει ο κόσμος.
Ενώ περνούσαν από δίπλα μου, σέρνοντας τις αποσκευές τους, χειρονομώντας και φωνάζοντας, όπως το συνηθίζει αυτός ο έξαλλος λαός, εγώ έβγαλα από την τσέπη του παλτού μου τη φωτογραφική μου μηχανή, έκανα ένα βήμα πίσω και φωτογράφισα για πρώτη μου φορά ένα κομμάτι τοίχου. Κάποιος επιβάτης σκόνταψε άθελά του πάνω μου και ύστερα γελαστός, αφού έριξε μια βιαστική ματιά πρώτα στη μηχανή και ύστερα στο θέμα μου, μου φώναξε κάτι που τότε στα αυτιά μου ακούστηκε σαν «ρε άνθρωπε, τι βγάζεις;».
Ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που έκανα και η αλήθεια είναι πως εάν δεν ήταν και τόσο ρητορική εκείνη η ερώτηση, δεν θα είχα εκείνη τη στιγμή μια σοβαρή απάντηση να δώσω. Πάντως, αμέσως ένιωσα να με καταλαμβάνει μια αίσθηση πρωτόγνωρη, σαν να είχα μόλις ανακαλύψει μία χαμένη ήπειρο και ταυτόχρονα σαν να είχα διαπράξει κάποια παρανομία, που ωστόσο καμιά ποινική νομοθεσία δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ασχοληθεί μαζί της.
Η αποβάθρα άδειασε μέσα σε ελάχιστα λεπτά και απέμεινα και πάλι μόνος μου. Κοίταξα προσεκτικά τριγύρω μου, να δω αν κάποιος με παρακολουθεί και στη συνέχεια έκρυψα πάλι τη φωτογραφική μου μηχανή μέσα στην τσέπη μου και απομακρύνθηκα όσο γινότανε πιο γρήγορα από το εκείνο το έργο τέχνης, το τόσο ανεπανάληπτα εκφραστικό και τόσο σπαρακτικά εφήμερο. Αυτόν τον πίνακα που μόνο εγώ κατόρθωσα να δω, την ώρα που ολόκληρος ο κόσμος περνούσε διπλά του χωρίς να τον προσέξει. Όχι, αυτό δεν ήτανε απλώς μια ανακάλυψη.
Μέχρι να βγω ξανά στο δρόμο, έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό, είχα ήδη αποκρυπτογραφήσει τα μυστηριώδη αίτια εκείνου του ενθουσιασμού, που ελάχιστα λεπτά νωρίτερα θα μου φαινόταν τόσο παράλογος και κωμικός. Είχα μόλις απεκτήσει την δική μου υπερδύναμη. Μπορεί να μην είχα καταφέρει να γίνω εγώ ο ίδιος αόρατος, όπως πάντα ονειρευόμουν, αλλά με κάποιον τρόπο ανεξήγητο είχε γίνει αόρατο το βλέμμα μου. Κανείς ποτέ του δεν θα μάθαινε τι έβλεπα εκεί όπου όλοι νόμιζαν ότι απλώς κοιτούσα. Κανένας δεν θα καταλάβαινε ποτέ τι είναι αυτό που στο εξής κάθε φορά θα προσπαθούσα να απομονώσω μέσα στο φακό μου.
Στο δρόμο της επιστροφής κοιτούσα πλέον διαφορετικά σχεδόν τα πάντα γύρω μου. Κοντοστεκόμουν μπροστά στους τοίχους με τις σκισμένες αφίσες και τα μισοτελειωμένα συνθήματα και τους παρατηρούσα με ύφος τεχνοκριτικού, που φρόντιζα να το αλλάξω αμέσως με εκείνο του συλλέκτη, μόλις κάποιος περαστικός ερχόταν να σταθεί στο πλάι μου ή κάποιος από τους ενοίκους εκείνων των σπιτιών έβγαινε στο παράθυρο. Δεν ήθελα κανείς τους να υποψιαστεί τον θησαυρό που είχα ανακαλύψει. Δεν ήθελα με κανέναν τους να μοιραστώ την λεία μου.
Λίγο πριν φτάσω ξανά στο διαμέρισμα του φίλου μου, έκανα πάλι μία στάση στο καφέ της βασιλίσσης Ελισάβετ. Αυτή, όταν με είδε, με ρώτησε αμέσως πώς μου είχε φανεί η μεσαιωνική η πέτρινη η γέφυρα και αν είδα πως όντως ισχύει τελικά ο θρύλος που την συνοδεύει.
Έξω από το καφέ η νύχτα τύλιγε την Ούμπρια και η στοά χανότανε μέσα σε ένα γλυκό ημίφως.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

στον ογδοο

-ποιος ειναι;
-ναι, συγγνωμη.. μου ανοιγετε, σας παρακαλω;
-ποιος;
-σας παρακαλω, ανοιξτε μου. εχω ξεχασει τα κλειδια μου.
-που τα ξεχασατε;
-ε; τι που; μεσα.. στο σπιτι μου.
-ε, γιατι δεν πατε να τα παρετε κ χτυπατε τα ξενα κουδουνια βραδυατικα;
-μα αυτο θελω να κανω.
-ποιο αυτο; να χτυπατε τα κουδουνια; αλητης ειστε;
-οχι, κυρια μου. να μπω μεσα θελω, στο σπιτι μου κ να παρω τα κλειδια μου.
-να τα κανετε τι; να χαραζετε τα αυτοκινητα, ε; καλα σας καταλαβα.. ειστε αλητης. τωρα.. θα παρω την αστυνομια.
-καλα, αφηστε το.. θα χτυπησω αλλου.
-να μην χτυπησετε πουθενα. εδω ειμαστε ησυχοι ανθρωποι. δεν ενοχλουμε τους αλλους.
-μα το ξερω. κ εγω εδω μενω.
-που μενετε;
-στον ογδοο.
-ποιον ογδοο;
-τον οροφο.
-εχουμε ογδοο οροφο; αφου το ασανσερ μεχρι το 7 παει.
-εχει ακομα εναν μετα, αληθεια.
-ναι, ε; κ πώς πατε μεχρι εκει.
-με το ασανσερ μεχρι τον εβδομο κ υστερα με τις σκαλες..
-χμμ.. θα παω να δω αν λετε αληθεια. αν ειναι ετσι, θα σας ανοιξω. αν οχι, θα καλεσω την αστυνομια.
-οχι, μην μπαινετε στον κοπο. αφηστε το.. ενταξει, μου ανοιξανε.
-ποιος;
-μια κοπελα τωρα, εδω.. που εβγαινε.
-εβγαινε; κ που πηγαινε;
-ε, δεν ξερω. δεν την ρωτησα.
-τα κλειδια της τα πηρε ή θα μας χτυπαει μετα κ αυτη να της ανοιξουμε;

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

η λευκή σελίδα

Την άλλη μέρα την πέρασα ολόκληρη επάνω στο κρεβάτι της φωνής, η οποία πια δεν ήταν μόνο μια φωνή, αφού μετά την ιστορία μου γύρισε και μου έδειξε το πρόσωπό της και ύστερα το σώμα της. Κάποια στιγμή, εκεί, επάνω στο κρεβάτι της, θυμήθηκα το τηλεφώνημα και ζήτησα να μάθω ποιος ήτανε ο λόγος που με κάλεσε. Αυτή, σαν να είχε λησμονήσει να κάνει ή να πει κάτι πολύ σημαντικό, τινάχτηκε αμέσως όρθια κι έτσι γυμνή άρχισε να ψάχνει μέσα στα συρτάρια της. Εγώ, που μέχρι τότε νόμιζα ότι ο λόγος της αυτός δεν ήτανε παρά μονάχα μία πρόφαση, πως δεν υπήρχε λόγος, ξαφνιάστηκα και αφού ανασηκώθηκα πάνω στα μαξιλάρια, περίμενα να αποκαλυφθεί η λύση ενός μυστηρίου, που πίστευα πως είχα ήδη καταργήσει και μόνο με την παρουσία μου. Αφού ξεσήκωσε ολόκληρο το σπίτι, το βλέμμα της έπεσε πάνω στον σάκο μου. Τον άρπαξε, τον άνοιξε, χωρίς να με ρωτήσει , και άρχισε να τον ψαχουλεύει αδιάκριτα. Δυο-τρία ρούχα, που είχα ρίξει μέσα βιαστικά, έτσι για να υπάρχουν, τα πέταξε από το παράθυρο και ύστερα, κάτω από άχρηστα χαρτιά και ενθύμια διάφορα, ξετρύπωσε εκείνο το γαλάζιο σημειωματάριο που πάντα μαζί μου κουβαλάω. Όταν επέστρεψε μαζί του δίπλα μου ξανά, κατάλαβα πως η πραγματική περιπέτεια άρχιζε μόλις εκείνη τη στιγμή. Πως όλα όσα είχανε προηγηθεί δεν ήταν παρά ο πρόλογος αυτής της ιστορίας. Ξάπλωσε δίπλα μου, και ακουμπώντας το τετράδιο πάνω στο στήθος μου, άρχισε να το ξεφυλλίζει. Όλες του οι σελίδες ήταν μουτζουρωμένες, γεμάτες από λέξεις δυσανάγνωστες, γραμμένες σε μια γλώσσα που είχα πια ξεχάσει. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου έδειξε μία λευκή σελίδα. «Διάβασε εδώ» , μου είπε. Μα δεν υπάρχει τίποτα. «Το ξέρω. Αν υπήρχε, δεν θα υπήρχες τώρα εσύ εδώ. Για αυτό σου τηλεφώνησα. Για αυτό σου ζήτησα να έρθεις όσο πιο γρήγορα γινότανε. Διάβασε τώρα! Δυνατά και καθαρά. Διάβασε! Σε ακούω…» Πήρα στα χέρια το τετράδιο. Σήκωσα την κενή σελίδα του στο φως, ελπίζοντας πως έτσι θα αποκάλυπτα το μυστικό που το εκείνο το χάρτινο κενό τόσο καλά προστάτευε. Όχι, δεν είδα τίποτα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Να αποδεχτώ την ήττα μου. Εκείνη έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια μου. «Καλά τα πήγες ως εδώ, μα αν θες να συνεχίσεις, πρέπει να βρεις μια αφορμή καλύτερη από ένα τηλεφώνημα ανώνυμο. Χρειάζεσαι έναν λόγο. Ο λόγος βρίσκεται εδώ, μπροστά στα μάτια σου. Αν δεν τον βλέπεις, αν δεν γνωρίζεις, αν δεν θυμάσαι, μάντεψε! Παίξε καλά! Σειρά σου. Μα κάνε λίγο γρήγορα. Ο χρόνος σου τελειώνει», είπε και δάγκωσε τα χείλη της. Όλο το αίμα μου είχε συγκεντρωθεί εκεί, μες στην παλάμη της. Ήθελα τόσο πολύ ξανά να την φιλήσω. Μα ήξερα πως οι δοκιμασίες δεν θα τελειώνανε ποτέ, αν δεν εξόρκιζα οριστικά ετούτη την κατάρα. Αν της λευκής σελίδας το μυστήριο δεν έλυνα. Αν δεν της διάβαζα την άγραφη ιστορία. Την έφερα όσο γινόταν πιο κοντά στα μάτια μου. Το φως της μέρας που ερχόταν πάνω μας από το ανοιχτό παράθυρο άρχισε να γεμίζει τα κενά με το αντεστραμμένα γράμματα της άλλης πλευράς του φύλλου. Και τότε η όρασή μου ξαφνικά πλημμύρισε από το μελάνι τους. Κατάλαβα πως έτσι, όχι μονάχα μπορούσα να διαβάσω, μα και να βγάλω κάποιο νόημα . Να δώσω ένα νόημα σε αυτήν τη νέα μέρα. Να χτίσω πάνω στο νόημα αυτό έναν καινούριο κόσμο. Μπορεί τα γράμματα αυτά να έφτιαχναν λέξεις ανυπόστατες. Μπορεί αυτές οι λέξεις να μην σχημάτιζαν κάποιες προτάσεις λογικές. Μπορεί εκείνες οι προτάσεις να μην συνέθεταν μια ιστορία που να έχει τέλος και αρχή, κάποιο σημείο να πιαστείς, να την κρατήσεις κάπως. Μα τώρα το έβλεπα, ολοένα και πιο καθαρά, πως είχε έναν ήρωα, ο οποίος, όχι, ακόμα δεν ήμουνα εγώ, μα που μπορούσα, διαβάζοντάς την δυνατά και καθαρά, κάποια στιγμή να γίνω. Ο ήρωας ήτανε το φως. Όχι το φως ως έννοια αφηρημένη και αόριστη - το φως που είχα μπροστά μου. Το φως της μέρας που ερχόταν πάνω μας από το ανοιχτό παράθυρο. Γύρισα και την κοίταξα. «Λοιπόν», αυτή μου είπε. Άρχισα να της διαβάζω αυτό που τόσην ώρα, τόσο καιρό είχα μπροστά στα μάτια μου. Άρχισα να της αφηγούμαι αυτό ακριβώς που ήθελε να ακούσει. Το οποίο πήγαινε ως εξής: Σήκω, πάμε μια βόλτα