Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Στον αέρα

Στα όνειρά μου βλέπω πως πετάω. Σχεδόν σε όλα μου τα όνειρα. Και στους εφιάλτες μου ακόμα.
Ο τρόπος που πετάω είναι μάλλον αστείος. Πετάω σαν να κολυμπάω. Κολυμπάω στον αέρα. Όλα τα στιλ κολύμβησης τα έχω δοκιμάσει στα όνειρά μου για να πετάξω. Και πετάω πολύ καλά. Ποτέ δεν βουλιάζω. Το ξέρω πως πρέπει να έχω πολλή πλάκα, αλλά ως τώρα κανείς δεν τόλμησε να γελάσει με το πέταγμά μου. Στα όνειρά μου τουλάχιστον κανείς.
Δεν πετάω ιδιαίτερα ψηλά. Συνήθως μέχρι τις σκεπές και τις ταράτσες των σπιτιών φτάνω. Και ποτέ δεν πετάω για πολλή ώρα συνεχόμενα. Κατεβαίνω στο έδαφος, μάλλον για να πάρω νέες δυνάμεις και μετά ξαναπαίρνω ύψος. Ξανά και ξανά. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως, επειδή καπνίζω πολύ στον ξύπνιο μου, οι αντοχές μου έχουν εξασθενίσει ακόμα κι όταν κοιμάμαι κι ονειρεύομαι. Παλιότερα θυμάμαι πως τα κατάφερνα καλύτερα.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως στα όνειρά μου μόνο εγώ πετάω. Κανένας άλλος. Δεν έχω δει ποτέ κανέναν ούτε καν να προσπαθεί. Το ξέρουν όλοι τους πως είναι μια ικανότητα που κατέχω μόνο εγώ αποκλειστικά και το δέχονται. Άδικο, το ξέρω. Στο κάτω κάτω όμως δικά μου είναι τα όνειρα. Αν θέλουν οι άλλοι, ας πετάξουν στα δικά τους.
Πάντως αυτή η αποκλειστικότητα στο πέταγμα έχει φανεί εξαιρετικά χρήσιμη στους εφιάλτες μου. Πολλές φορές έχω γλιτώσει απ’ το κακό έτσι, πετώντας μακριά του. Και γελάω βλέποντάς το να με κοιτάζει να απομακρύνομαι, ανήμπορο να με ακολουθήσει. Άλλωστε ο βαθμός σοβαρότητας και επικινδυνότητας των εφιαλτών μου σχεδόν πάντα από αυτό εξαρτάται. Από το πόσο ψηλά και γρήγορα προλαβαίνω να πετάξω.
Πάντως το πέταγμά μου το απολαμβάνω. Κι όταν ξυπνώ, ξυπνώ συνήθως στενοχωρημένος. Που δεν μπορώ να πετάξω και στον ξύπνιο μου. Αν και τελευταία με ενοχλεί λιγάκι που ξυπνάω με τα μπράτσα μου να πονάνε από την υπερπροσπάθεια.
Κάποτε έτυχε να ζω ακόμα μια ζωή όπου όνειρο και πραγματικότητα είχαν και πάλι γίνει ένα και δεν ξεχώριζαν. Και ξεχάστηκα μια χαραυγή και δοκίμασα να πετάξω και στον ξύπνιο μου. Τι κρίμα που τελείωσε έτσι γρήγορα και άδοξα εκείνη η ζωή!

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Τα τέλεια

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, στην Ελβετία νομίζω ή στην Αργεντινή, έγινε μια πρωτότυπη δημοσκόπηση. Οι δημοσκοπήσεις βέβαια δεν γίνονται, αλλά διενεργούνται. Η συγκεκριμένη πάντως έγινε, στ’ αλήθεια. Δείγμα της αποτέλεσε αποκλειστικά ο ανδρικός πληθυσμός της χώρας. Και η ερώτηση ήταν η εξής, «Αν είχατε να επιλέξετε ανάμεσα στο να κάνετε έρωτα με την πιο όμορφη, την πιο ελκυστική, την πιο ερωτική γυναίκα στον κόσμο, αλλά να μη μιλήσετε ποτέ γι’ αυτό σε κανέναν και στο να κυκλοφορήσετε με τη γυναίκα αυτή, να βγείτε και να τη γνωρίσετε σε όλους τους φίλους και τους γνωστούς σας με τρόπο τέτοιο, ώστε όλοι να θεωρήσουν πως είσαστε ζευγάρι κι εκείνη τρελά ερωτευμένη μαζί σας, αλλά έρωτα να μην κάνετε ποτέ, τι θα προτιμούσατε;» Πολύ δύσκολη ερώτηση. Και πολύ μεγάλη. Να τη διαβάσεις κουράζεσαι. Πόσω μάλλον να την απαντήσεις. Κι όμως απάντηση δόθηκε. Πάνω από το ογδόντα τοις εκατό των ερωτηθέντων επέλεξε το δεύτερο. Και για άλλη μια φορά η ματαιοδοξία νίκησε!
Κι εγώ, που ευτυχώς την εποχή εκείνη ούτε στην Ελβετία ζούσα μα ούτε και στην Αργεντινή, θα απαντούσα, ή μάλλον δεν θα απαντούσα, πως τα μυστικά είναι σαν τα εγκλήματα. Τέλεια δεν υπάρχουν.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Αλκυονίδες Νύχτες

Αρχίζω να γράφω αυτό το κείμενο Παρασκευή και 13 και επειδή είναι ήδη αργά, μάλλον θα το τελειώσω του Αγίου Βαλεντίνου. Κατά κάποιον τρόπο θα πρέπει να ξεκινήσω κακότυχος για να καταλήξω ερωτευμένος. Ευτυχώς απαλλαγμένος από το βάρος των προκαταλήψεων και των προτηγανισμένων επετείων, προτιμώ να εκτίθεμαι στα παιχνίδια της τύχης και του έρωτα, ανεξαρτήτως ημερολογίου.
Χθες, την ίδια ώρα περίπου, έτρωγα φακές (fakes) και τσαλαβουτούσα στα κανάλια των βραδινών δελτίων, όπου η αλήθεια μοιράζεται με το δελτίο, περίπου όπως και οι φακές πριν από μερικές δεκαετίες. Αφού ξεπέρασα με σχετική ευκολία τα πρώτα θέματα, τα σχετικά με τις θυελλώδεις συγκρούσεις των πολιτικών μας αρχηγών -ξέρετε, αυτά που παρακολουθεί ολόκληρος ο πλανήτης με κομμένη την ανάσα- έφτασα σε δύο ειδήσεις τοπικού ενδιαφέροντος που με έκαναν να φουσκώσω τελικά από υπερηφάνεια και όχι από τα όσπρια.
Η πρώτη είχε να κάνει με μια ομάδα “ρομπέν των φτωχών” που έδρασαν σε super market στη Λάρισα, “απαλλοτριώνοντας” τρόφιμα, τα οποία και μοίρασαν στη συνέχεια σε παρακείμενη λαϊκή αγορά. Δύο αγόρια και δύο κορίτσια ηλικίας από 19 έως 21 ετών συνελήφθησαν και κατηγορούνται για “ληστρική κλοπή κατά συναυτουργία”. Ο καλόκαρδος ιδιοκτήτης του καταστήματος δεν υπέβελε μήνυση –έλα, μωρέ… παιδιά είναι- και οι συλληφθέντες, αφού απολογήθηκαν στον ανακριτή, αφέθηκαν ελεύθεροι. Εδώ παραμένουν ελεύθερες οι τιμές στα βασικά είδη τροφίμων…
Αμέσως μετά το ενδιαφέρον της ειδησεογραφίας μετατοπίστηκε κατά 60 περίπου χιλιόμετρα στην πίστα της Γρηγορίου Λαμπράκη, όπου ένας ξέγνοιαστος Βολιώτης υπερήρωας εισέβαλε με το αμαξάκι του με 120 χιλιόμετρα την ώρα μέσα σε ένα σουβλατζίδικο. Ο νεαρός οδηγός γλίτωσε από θαύμα με ένα ράγισμα στη μύτη του, ενώ οι θαμώνες του καταστήματος ακόμη δεν μπορούν να πιστέψουν πως βγήκαν σώοι από αυτήν την περιπέτεια. Εκεί που περίμεναν αμέριμνοι να τυλίξει η πίτα το σουβλάκι τους, έπεσαν θύματα τροχαίου! Γι’ αυτό σας λέω φακές και πάλι φακές!
Αρκετά όμως με το τηλεοπτικό μας μικροσκόπιο – ήρθε η ώρα να σας δώσω τις δικές μου αποκλειστικές υπερ_αστικές ειδήσεις:
*Ρελάνς ετοιμάζει το ρεπουμπλικανικό κόμμα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2012. Ήδη αναζητείται υποψήφιος μεταξύ των ελαχίστων επιζώντων των φυλών Τσερόκι και Σεγιέν, ξορκίζοντας έτσι μετά τη δουλεία και το δεύτερο προπατορικό αμάρτημα του περιούσιου λαού. *Κοινή υποψηφιότητα θα καταθέσουν το Ισραήλ, ο Λίβανος και η Ιορδανία για τη συνδιοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2020. *Την έκπληξη κάνει για ακόμα μια φορά η κυβέρνηση της Pyong-Yang στο παζλ της διεθνούς διπλωματίας, ανακοινώνοντας την συνένωση της Βορείου Κορέας με τη Νότιο Υεμένη. Έμπειροι και εμπύρετοι αναλυτές προβλέπουν παρόμοιες κινήσεις και μεταξύ των κρατών της Δυτικής Σαχάρας και του Ανατολικού Τιμόρ. *Εθνική συναίνεση και ομοψυχία ζήτησε ο ελληνική κυβέρνηση – να τσοντάρουμε όλοι από κάτι μπας και ανανεωθεί το ιατροφαρμακευτικό υλικό στα νοσοκομεία. Στο μεταξύ συστοιχίες μαχητικών αεροσκαφών –αγορασμένων σε τιμή ευκαιρίας- θα εμψυχώνουν τους ασθενείς πετώντας πάνω από τα κρεβάτια τους. *Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ θα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το μνημειώδες αριστούργημα “Σχέδιο Τρόμου”, με τον Τομ Χανκς στο ρόλο του Γκούσταβ του γάτου-ιμπρεσιονιστή ζωγράφου. *Μετεωρίτης στο μέγεθος της Γροιλανδίας αναμένεται να συγκρουστεί αύριο με τη Γη.
Κάποτε προσπάθησα να εξηγήσω σε ένα Νορβηγό τι είναι οι αλκυονίδες μέρες. Με τα λίγα νορβηγικά που ξέρω, μάλλον κατάφερα να τον εξοργίσω παρά να τον ενημερώσω. “Καλά, δε σας φτάνουν πέντε μήνες καλοκαίρι και θέλετε και ένα μικρό ηλιόλουστο διάλλειμα μες στην καρδιά του –κάτι σαν- χειμώνα σας;”
Φυλάξτε κάτι από αυτές τις μέρες και τις νύχτες κάπου μέσα σας, γιατί έρχονται ακραία καιρικά φαινόμενα…

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

O Κακοπρίγκιπας

Μια φορά κι έναν καιρό όλος ο κόσμος ήταν κακός. Τόσο κακός, που δεν ήξερε το καλό τι είναι. Και νόμιζε πως κάνοντας το κακό έκανε καλά. Τόσο κακός κόσμος!
Έπειτα όμως, ο κόσμος άρχισε να γίνεται καλύτερος. Κι όλο και περισσότεροι μάθαιναν το καλό τι σημαίνει. Στο τέλος ούτε ένας κακός άνθρωπος δεν έμεινε. Αλλά και καλός ο κόσμος και πάλι πιο κακός φαινότανε.
Κι ύστερα φτάσαμε κακοί να υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Όλοι οι ήρωες κακοί ήταν. Κακές νεράιδες και κακές μάγισσες, δράκοι και πρίγκιπες, όλοι τους ήταν πραγματικά κακοί και μόνο το κακό των άλλων ήθελαν. Πώς να υπάρξεις μες στο παραμύθι σου αν είσαι ο μοναδικός καλός εκεί μέσα;
Κι ανάμεσα σε όλους τους ήρωες των παραμυθιών ξεχώριζε ένας πρίγκιπας για τη μεγάλη του κακότητα. Ένας πρίγκιπας τόσο κακός, που κι οι κακοί ακόμα για κακό τον είχαν. Κι ας μην το καταλάβαινε ο ίδιος. Ο καημένος τόσο κακός ήταν, που όχι μόνο δεν ένιωθε πως ήταν ένας κακός πρίγκιπας, αλλά στο τέλος και πως ήταν πρίγκιπας το ξέχασε. Τόσο κακός πρίγκιπας!
Κι αφού ο πρίγκιπας ο κακός πως ήταν πρίγκιπας το ξέχασε, έπρεπε να βρει τι άλλο ήταν. Το ρόλο του στον κόσμο των παραμυθιών να ανακαλύψει. Κι έτσι, έβαλε κάτω το κακό του το μυαλό και άρχισε να σκέφτεται. Ήταν στ’ αλήθεια πολύ τρομακτικό να βλέπεις έναν τόσο κακό πρίγκιπα να σκέφτεται. Δεν του πήρε χρόνο να το βρει. Και γρήγορα το αποφάσισε. Αφού πρίγκιπας δεν του άρεσε, θα ήταν δράκος!
Τι ήταν, όμως, αυτό που έκανε τον πρίγκιπα την πριγκιποσύνη του ν’ αρνηθεί; Στον κόσμο τον αληθινό, μα και στα παραμύθια, σπάνια βρίσκονται πρίγκιπες να θέλουν να γίνουν δράκοι. Κι όταν αυτό καμιά φορά συμβεί, είναι που μια πληγή μεγάλη τους κάνει τη φύση τους να απαρνηθούν. Μια αληθινή πριγκιποπληγή, που από πριγκιπόδρακους τους κάνει δρακοπρίγκιπες. Γιατί στην αρχή ο κάθε πρίγκιπας κρύβει έναν δρακούλη μέσα του κι ο κάθε δράκος έναν πριγκιπάκο.
Και κάποτε είναι που ξυπνά ο δρακούλης μες στην ψυχή του πρίγκιπα και τον πρίγκιπα τον καταπίνει. Έτσι ο πρίγκιπας δράκος γίνεται. Και φέρεται σαν δράκος, όσο κι αν ξεγελάει ακόμα η πριγκιπική του η εμφάνιση. Μα όλα ξεκινάν από την πριγκιποπληγή. Και κανενός πρώην πρίγκιπα τη δρακοσυμπεριφορά κανείς να καταλάβει δε μπορεί, αν δε μάθει πρώτα ποια πριγκιποπληγή τού την προκάλεσε. Πόσο μάλλον του πρίγκιπα αυτού του παραμυθιού, του πιο κακού πρίγκιπα που πέρασε ποτέ από τα παραμύθια!
Σε κάθε πρίγκιπα, σε κάποια στιγμή της πριγκιποζωής του, δίνεται μια ευκαιρία πως είναι πρίγκιπας να αποδείξει. Όχι στον κόσμο, ούτε στο παραμύθι του, αλλά σε εκείνη για την οποία πρίγκιπας γεννήθηκε. Σε εκείνη, για την οποία ο μεγάλος παραμυθάς έτσι, πρίγκιπα τον έφερε στον παραμυθόκοσμό του. Γιατί όλοι στα παραμύθια το πιστεύουνε, πως στον κάθε πρίγκιπα αντιστοιχεί και μια εκείνη. Και όταν μάλιστα αυτή η εκείνη δεν είναι από τη φύση της πριγκίπισσα, τότε ο πρίγκιπας με την πριγκιποσύνη του πριγκίπισσα την κάνει. Τι γίνεται, όμως, όταν εκείνη τον πρίγκιπα δε θέλει;
Γιατί έτσι τα έφερε η τύχη που ο πρίγκιπας για πριγκίπισσά του να θελήσει κάποια που όχι μόνο για πρίγκιπά της δεν τον ήθελε, αλλά και πως είναι πρίγκιπας ακόμα δεν το έβλεπε. Προσπάθησε ο πρίγκιπας, παραμυθοπαιδεύτηκε, χίλιες πριγκιποστρατηγικές δοκίμασε, μα εκείνη την προσφορά του την πριγκιπική δεν έλεγε να τη δεχτεί. Κι όλο, πως αλλιώς τον πρίγκιπά της τον φαντάζεται του έλεγε, και πως αυτός δεν του έμοιαζε καθόλου. Μα ο πρίγκιπας επέμενε κι ας το ένιωθε πως σε κακό θα του έβγαινε στο τέλος. Και όλο την πριγκιποπρόσφορά του την ανέβαζε. Μα εκείνη δεν το έβλεπε και για να τον πειράξει δράκο τον έλεγε.
Κακός κι ο πρίγκιπας, κακή κι εκείνη. Μέσα στον πιο κακό απ’ τους παραμυθοκακόκοσμους συναντηθήκανε. Κακή ήταν η ιστορία τους από την αρχή. Κακός κι ο μεγάλος παραμυθάς που την έγραψε, κακοί κι αυτοί που τη διαβάζουν. Ε, αλλιώτικα πώς θα μπορούσε να γίνει; Θύμωσε ο πρίγκιπας, πείσμωσε και διάλεξε το κακό να συνεχίσει. Για να μπορεί με άνεση στο παραμύθι το κακό κι άλλο κακό να κάνει, άρχισε του δράκου τα καμώματα, μα κράτησε του πρίγκιπα την όψη. Κι έτσι τα κατάφερε που, όσο κακό κι αν τον τριγύρναγε, αυτός να το ξεπεράσει μπόρεσε. Να γίνει ο πιο κακός απ’ όλους τους κακούς τους δράκους και τους πρίγκιπες μαζί. Κι ήταν αυτό τίτλος που για πάντα ήθελε να κρατήσει. Αφού το δικό του τον τίτλο έτσι άδικα τον είχε χάσει.
Έτσι άρχισε σαν πρίγκιπας να εμφανίζεται σε όλες εκείνες, που ακόμα τον δικό τους δεν είχανε γνωρίσει. Και ήταν πολλές ακόμα αυτές μέσα στο παραμύθι του. Κι αφού τις ξεγελούσε τάζοντάς τους τύχες πριγκιπικές, κι αφού τις έπειθε πως ήταν αυτός ο πρίγκιπας που είχε στην καθεμιά η τύχη τους κληρώσει, κι αφού με την κακοπριγκιποσύνη του να τον ακολουθήσουνε τις κατάφερνε, τις έπαιρνε και μακριά από τους δικούς τους κι από τον παραμυθόκοσμό τους μακριά τις πήγαινε. Τις έκρυβε στις πιο απόμακρες παραμυθοερημιές –πως είναι εκεί το πριγκιπάτο του – τις παραμύθιαζε. Και τότε, στου παραμυθιού την ερημιά, άφηνε από μέσα του ο δράκος να ξυπνήσει. Κι έβγαινε ο δράκος από μέσα του. Κι όλες εκείνες τις δρακοκατάπινε, την δρακοπείνα του να πριγκιποχορτάσει.
Ήταν πολλές εκείνες που έτσι δρακοχάθηκαν πριγκιποαναζητώντας. Ρήμαξε ο παραμυθόκοσμος από το κακό που έσπερνε ο Κακοπρίγκιπας. Ερήμωσε ο τόπος από παραμυθοεκείνες, αφού αχόρταγος ο δράκος μες στον πρίγκιπα δε σταματούσε να θερίζει. Και τότε οι άλλοι πρίγκιπες ανησυχήσανε και είπανε πως στο κακό, τέλος κακό πρέπει να βάλουν. Το κακό με άλλο κακό, ακόμα πιο μεγάλο, να νικήσουνε. Γιατί όσο μεγάλο και να ’ναι το κακό, πάντα υπάρχει κάπου κάποιο κακό χειρότερο, που περιμένει την κατάλληλη στιγμή να μετρηθεί μαζί του. Κι ενώσανε όλοι οι πρίγκιπες τις δυνάμεις τους και φτιάξανε ένα όμορφο κακό, μεγάλο και πριγκιπικό, που όμοιο του δεν είχε ξαναφανεί σε κανένα παραμύθι.
Και βγήκανε οι πριγκιπόδρακοι τον δρακοπρίγκιπα να βρουν στις ερημιές του παραμυθιού και να τον τιμωρήσουν. Μέρες πολλές τριγύρναγαν στο ερημοπριγκιπάτο τον κακοερημοπρίγκιπα ψάχνοντας. Μα εκείνος, που τους είχε δει από μακριά να έρχονται, τρόμαξε σαν είδε τόσο όμορφο κακό να ’ρχεται μαζεμένο. Κι έτρεξε και κρύφτηκε μέσα στην πριγκιπική του τη δρακοσπηλιά κι από εκεί μέσα άρχισε ν’ αναζητά τρόπο να βρει για να ξεφύγει. Μα ήτανε τόσο το κακό που είχε δρακοκαταπιεί, που με δυσκολία πια να κινηθεί μπορούσε. Αφού την είχε χάσει πια για τα καλά την παλιά του την πριγκιπογρηγοράδα.
Κι έφτασαν οι εχθροί του, και να βγει έξω απ’ τη σπηλιά στου παραμυθιού τον ερημότοπο να μετρηθεί μαζί τους τον καλέσανε. Φοβότανε μες στη σπηλιά ο Κακοπρίγκιπας, μα έβραζε ο δράκος μέσα του και ήθελε πριν φύγει απ’ τη ζωή όσους μπορούσε άλλους πρίγκιπες μαζί του να τους πάρει. Και βγήκε απ’ τη σπηλιά και ρίχτηκε με λύσσα άγρια και με όση δύναμη του είχε απομείνει στο πιο μεγάλο κι όμορφο κακό που είχε ποτέ παραμυθοφτιαχτεί, τέλος κακό στο παραμύθι του να δώσει. Και η λύσσα του μεγάλωνε, σαν έβλεπε πόσο άσχημος μπροστά στο εχθρικό κακό αυτός φαινόταν.
Η μάχη δεν κράτησε πολύ, και όσους κι αν πρόλαβε εχθρούς ο Kακοπρίγκιπας να τους κακοσκοτώσει, στο τέλος τον περικυκλώσανε. Του πήρανε τα όπλα και τα ρούχα τα πριγκιπικά και την τελευταία του κουβέντα του ζητήσανε πριν και τη ζωή του πάρουν. «Δώστε τα όπλα μου σε εκείνη!», είπε κι ακούστηκε η πριγκιποφωνή μέσα στα δρακολόγια. «Και πείτε της άλλον πρίγκιπα να έρθει μη περιμένει! Και πρίγκιπας η ίδια στο παραμύθι της να γίνει!» Και ήταν τα λόγια αυτά η πιο κακή στον κόσμο πριγκιποκουβέντα.
Και σήκωσαν οι πρίγκιπες τα σπαθιά του Κακοπρίγκιπα τη ζωή να κακοπάρουν. Και τα πριγκιποσπαθιά τον άνοιξαν στα δύο. Και μέσα από τον πρίγκιπα έβγαλαν τον δράκο, που ακόμα μέσα του λυσσούσε. Μα όταν έκαναν να ανοίξουν και τον δράκο, είδαν άλλον πρίγκιπα από μέσα του να πετιέται. Τον σκότωσαν κι αυτόν κι ύστερα κι άλλον δράκο μικρότερο, που μέσα του κρυβόταν. Κι έτσι να σφάζουν συνεχίζανε, μια πρίγκιπα – μια δράκο. Γιατί και η σφαγή αυτή δουλειά πριγκιπική ήταν.
Η πριγκιποδουλειά τους δε θα τέλειωνε ποτέ, αν δεν ανακαλύπτανε μες στην καρδιά του πιο μικρού δρακούλη, έναν ακόμα μικροπρίγκιπα. Που τόσο τους φάνηκε μικρός που, όσο κακοί κι αν ήταν, να τον σκοτώσουν δεν τολμούσανε. Όσο κακό κι αν ήτανε το παραμύθι τους, τον άφησαν να ζήσει. Άμυαλοι κακοπρίγκιπες, δε μπορούσανε να φανταστούν πώς ήταν δυνατό κακό να κάνει ένας τόσο δα μικρούλης πριγκιπάκος.
Μα ο πριγκιπάκος ο μικρός μεγάλωσε. Μαζί του μεγαλώσανε και ο κακοπαραμυθόκοσμος και ο κακόκοσμος ο αληθινός και η κακία η ίδια. Μεγάλωσε και ο παραμυθάς και είδε τα παραμύθια του κι αυτά να μεγαλώνουν. Και τα άφησε μονάχα, να βρουν την τύχη τους μακριά. Αφού κοντά του, μόνο κακό πια μπορούσε να τους κάνει. Κι αυτά μόνο κακό σε εκείνον.
Κι άλλα από τα παραμύθια του ξεκίνησαν μακριά να ταξιδέψουν, κόσμο καλύτερο να βρουν στον παραμυθόκοσμό τους να ταιριάζει. Κι άλλα τρέξανε και κρυφτήκανε μες σε βαθιά υπόγεια, γιατί το ξέρανε καλά πως έτσι που ο κόσμος πια μεγάλωσε, δεν ήθελε πια για παραμύθια να ακούει.
Και μερικά βρήκαν και φώλιασαν κάτω από κάποιων κοριτσιών τα παραμυθομαξιλάρια. Και κάθε που τα κορίτσια πλαγιάζανε, τον έβλεπαν τον πρίγκιπα που είχε η μοίρα για την καθεμιά παραμυθοφυλάξει.
Μα κάποιες, όταν ξύπναγαν, το ’βλεπαν καθαρά πως πρίγκιπες δεν υπήρχαν. Κι αν κάποιες δεν το είδανε, αυτές κοιμούνται ακόμα. Και ζήσανε αυτές καλά. Κι εμείς καλύτερα.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Αρμαγεδδών

Πίσω στα 1999. Δυο μήνες πριν απ’ το μιλένιουμ και όλα δείχνουν πως η συντέλεια του κόσμου πλησιάζει. Σεισμοί, πλημμύρες, γενοκτονίες και λιμοί. Παραστρατημένοι μετεωρίτες απειλούν το διαστημόπλοιο Γη και ο Καίσαρας επισκέπτεται το λίκνο της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού.
Μες στον παλιόκαιρο αυτό διάλεξα να ταξιδέψω απ’ το Μπορντό στην Μπαρτσελόνα. Με τρένο. Ξημερώματα ξεκίνησα κι ως την Τουλούζη έπληττα μονάχος στο κουπέ.
Κι ύστερα ήρθε εκείνη και κάθισε απέναντί μου. Εν μέρει για να εξακριβώσω μιαν εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, βάλθηκα να τη φλερτάρω. Γρήγορα παρασύρθηκα. Βιάστηκα, μα το αποφάσισα. Αν ήταν να ζήσω τον Αρμαγεδδώνα, ας ήταν μαζί της.
Μετά την Καρκασόνα την κέρασα καφέ στο μπαρ. Κι εκείνη, γαλατική ευγένεια κι ένα χαμόγελο δελφινιού η ανταπόκρισή της. Μα εγώ επέμενα. Έπρεπε να βιαστούμε.
Στα γαλλοϊσπανικά σύνορα ανέβηκε κι ο κουμπάρος. Ήρθε και κάθισε στ’ αριστερά μου κι ο άδειος χώρος του κουπέ αίφνης εξαντλήθηκε. Ένας τεράστιος Βερολινέζος. Φωτογράφος εξ επαγγέλματος. Κάτοικος Βενετίας και Μαδρίτης εκ περιτροπής. Με φιλαράκια στην Κρήτη και μόνη του αποσκευή μια μεταλλική μποτίλια. Κρασί με ρόδες. Μυρίστηκε το φλερτ στην ατμόσφαιρα και εθελοντικώς προσφέρθηκε. Μας κάλεσε να δειπνήσουμε μαζί του στο Ραβάλ. Θα μας κερνούσε μάλιστα για κάποιο λόγο που κανείς μας –ούτε και ο ίδιος νομίζω– δεν κατάλαβε ποτέ. Δυσκολεύτηκα να κρύψω τον ενθουσιασμό μου. Κι εκείνη την αμηχανία της. Απολογήθηκε. Δυο μέρες θα έμενε μονάχα στην Μπαρτσελόνα, κι ήταν πολλά αυτά που είχε να κάνει και να δει. Την κάρτα του πάντως την πήρε. Κι εγώ συνέχιζα να ελπίζω.
Κι ύστερα φτάσαμε. Και το μυστήριο λύθηκε. Και το σανίδωμα υποχώρησε από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Κι η ευρυθμία του σύμπαντος αποκαταστάθηκε. Στην Μπαρτσελόνα υπήρχε κάποιος που την περίμενε. Κι εκείνη για αυτόν τον κάποιο ταξίδευε στην Μπαρτσελόνα. Για να τον συναντήσει. Την είδε να κατεβαίνει κι έτρεξε προς το μέρος της. Έτρεξε πραγματικά. Στο τέλος πέταξε τις πατερίτσες του και πέταξε κι ο ίδιος στην αγκαλιά της. Πέταξε στ’ αλήθεια. Αφού να τρέξει δεν μπορούσε πια. Πώς μπορεί να τρέξει άλλωστε κανείς με ένα μόνο πόδι; Μπορεί και να περάσανε και τις δύο εκείνες μέρες εκεί, πλάι στις αποβάθρες του σταθμού, αγκαλιασμένοι.
Ο κουμπάρος, κάνοντας επίδειξη του επαγγελματισμού του, πρόλαβε και τους φωτογράφισε. Το έκανε διακριτικά. Μα κι αδιάκριτα να το είχε κάνει, δεν νομίζω να τον προσέχανε.
Το βράδυ φάγαμε μόνοι μας στο Ραβάλ μιλώντας για το ταξίδι του στη Σομαλία, απ’ όπου μόλις που είχε επιστρέψει.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Έπρεπε να λείψω

Είχα φύγει να ταξιδέψω στην Ευρώπη. Ένα μήνα ολόκληρο. Μόνο ένα μήνα τριγύρναγα εδώ κι εκεί χωρίς σκοπό και πρόγραμμα. Στην Ιταλία συνάντησα φίλους παλιούς και γνώρισα νέους εχθρούς στη Γερμανία. Ήπια καφέδες στο Παρίσι και στην Πράγα βροχή κι αψέντι. Στην Κοπεγχάγη μια νύχτα έμεινα μονάχα. Μια νύχτα ήταν αρκετή για να μπλεχτώ σε περιπέτειες απίστευτες. Έγινα ήρωας μυθιστορήματος στην κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία. Κι ύστερα πάλι συγγραφέας εν πλω στην Αδριατική. Το εισιτήριό μου το εξάντλησα, μα να εξαντληθώ και πάλι δεν κατάφερα. Επέστρεψα κουρασμένος και ανήσυχος. Γεμάτος όρεξη για τα πάντα. Για τον κόσμο ολόκληρο. Και πρώτα απ’ όλα για εκείνη. Όταν βρεθήκαμε ξανά, με φίλησε γλυκά κι ένα «μου έλειψες» ψιθυριστά στο αφτί μού κάρφωσε. Τι θλιβερό! Έπρεπε να λείψω για να της λείψω.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Το έτος του βοδιού

4, 3, 2, 1 και… καλή (κοψο)χρονιά! Ναι, είναι αλήθεια: ένα νέο, ολοκαίνουριο έτος ανέτειλε στη νεραϊδοχώρα και οι πιστοί υπήκοοι φαίνονται, για ακόμα μια φορά, πρόθυμοι να κρύψουν κάτω από το ιπτάμενο χαλάκι τους τις στάχτες και τα θρύψαλα, που άφησε πίσω του φεύγοντας νύχτα κι από το παράθυρο ο γερο_χρόνος. La grande illusion!
Δεν ήθελε και πολύ… Λίγο το παμφάγο πνεύμα των Χριστουγέννων, λίγο ο νέος σεμνός και ταπεινός ανασχηματισμός του -μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε- κυβερνείου, λίγο ο τηλεπαθητικός απόηχος του μεσανατολικού σφαγείου… ταρακουνήθηκαν συθέμελα οι καναπέδες και τα καναπεδάκια της επικράτειας και ανανεώθηκε η εμπιστοσύνη μας στις αρετές και τα αγαθά της κληρονομικής μας δημοκρατίας.
Ποιος είπε ότι περνάει κρίση η αγορά; Ξεπούλησαν τις μέρες αυτές οι μυαλοπώληδες τοις μετρητοίς, αδειάσανε τα στοκ των επί πιστώσει μεταπραττών της λαϊκής συνείδησης. Μαζί με την εμπιστοσύνη κατάφερε το χριστεπώνυμο καταναλωτικό κοινό να ανανεώσει και το εμπόρευμα. Και -δόξα τω θεώ- απ’ όλα είχε μπαχτσές: από σταφύλια της οργής μέχρι και μικροαστικές κουτοχορτόπιτες για τους μικρούς και τους μεγάλους φίλους μας.
Και μετά το λύκειο, τι (;), αναρωτήθηκε ο σχολικός επαναστατικός προσανατολισμός. Ούτε μέσα στο εθνικό μας παραβάν τέτοια αποφασιστικότητα! Και μετά τους βάρβαρους, πως (;;;), βρυχήθηκε ο μεγαλονοικοκύρης της διπλανής πόρτας. Τον πρόλαβε όμως ο -κατ’ εικόνα (του) και καθ’ ομοίωση- χειριστής του play station και αφού έβαλε τα ρούχα του αλλιώς, έφυγε πάνω στο γκάλοπ του καλπάζοντας.
Στο μεταξύ ο Ηρώδης βομβαρδίζει στην τύχη τα νηπιαγωγεία στις οθόνες μας, μπας και πετύχει το θείο βρέφος που του ‘ταξαν οι μάγοι του επιτελείου και πάρει καμιά ψήφο παραπάνω στις επερχόμενες. Μας θυμίζει κάτι; Ή μήπως πλακωθήκαμε στους λωτούς χθες βράδυ και μας πειράξανε; Χα! Για κοίτα: Λίγη εξοστρακισμένη κρατική καταστολή, λίγη τρομοκρατική νεκρανάσταση, λίγος χαβαλές κάτω από το καλύτερα φρουρούμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης και… ποιος Εφραίμ και ποια Siemens… (για να μη πω ποιο κοινωνικό κράτος και ποια ποιότητα ζωής και φανώ γραφικός). Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μας τα πούνε αυτά - μη τα θυμάσαι τώρα και στενοχωριέσαι! Εντάξει, δεν είναι το ίδιο πράγμα τα ληγμένα της ΕΛΑΣ με τα F16 του Δαυίδ, αλλά στο δικό μας θερινό σινεμαδάκι οι παρωδίες κόβουνε εισιτήρια χειμώνα-καλοκαίρι.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του διαβόλου είναι που μας έπεισε ότι υπάρχει και ο μεγαλύτερος θρίαμβος του συστήματος είναι ότι πλέον καταπίνουμε αμάσητο το παραμύθι πως χωρίς αυτό δεν υπάρχει αύριο. Λίγο να αισθανθούμε τις τεκτονικές του πλάκες να σαλεύουν κάτω από τα πόδια μας και ψυχοπλακωνόμαστε κι ύστερα ψάχνουμε γιατρειά στο αντικαταθλιπτικό on-off της ηλεκτρονικής μας υποστήριξης.
Και όσον αφορά την κρίση που πλήττει την αγορά που πλήττει, ας το ξανασκεφτούνε όλοι εκείνοι στις μικρές μας πόλεις που μετρούσαν τα τελευταία χρόνια την ανάπτυξη σε κυβόλιθους και τραπεζοκαθίσματα, την ώρα που οι έμποροι των εθνών φουσκώνανε μπαλόνια με τα ευγενή τους και μη αέρια.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Rien ne va plus

Παίζετε χαρτιά το βράδυ της πρωτοχρονιάς; Χάσατε πολλά πέρσι και φέτος θέλετε να ρεφάρετε; Γουστάρετε να σας βρουν τα ξημερώματα της πρώτης μέρας του χρόνου να μπλοφάρετε και να κρυφοκοιτάζετε; Τότε καλύτερα αποφύγετε να με καλέσετε στο εορταστικό σας ρεβεγιόν - θα σας το χαλάσω!
Δεν είναι που δεν αγαπώ τα τυχερά παιχνίδια – το αντίθετο, σέβομαι τους κανόνες τους, εκτιμώ τις προθέσεις των δημιουργών τους και κατανοώ τις ανάγκες των φανατικών τους πιστών. Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσα να συμβιβάσω με το μπλακ τζακ και την πόκα τα συναισθήματα που μου γεννούν το προαναγγελθέν τέλος μιας χρονιάς και η πανηγυρική έναρξη μιας άλλης. Κι ας είναι όλα αυτά ακόμα ένα μεγάλο ψέμα! Μια μπλόφα του μυαλού, ένα κρυφοκοίταγμα στο χρόνο…
Πάντοτε πίστευα πως οι χειρότεροι παίκτες είναι αυτοί που πιστεύουνε υπερβολικά στην τύχη. Εκείνοι που αντιμετωπίζουν σαν τυχερό παιχνίδι τη ζωή και χωρίζουνε το χρόνο σε παρτίδες. Δεν ισχυρίζομαι πως η τύχη δε παίζει μεγάλο ρόλο στις ζωές μας. Προϊόντα συμπτώσεων είναι λίγο-πολύ ολονών τα έργα και οι ημέρες μας. Μόνο που στα τυχερά παιχνίδια υπάρχουν κανόνες που οι παίκτες γνωρίζουνε καλά, πριν καθίσουν στο τραπέζι και τους αποδέχονται, πράγμα που, αν θυμάμαι καλά, πριν μπούμε στο παιχνίδι της ζωής μάλλον δε συμβαίνει.
Δεν θέλω να πουλήσω αρχές και νόμους ηθικής – δεν είναι δική μου δουλειά και δε θα έπρεπε να είναι κανενός. Και αν υπάρχουν ακόμα κάποιοι που ηθικολογούν κατ’ επάγγελμα, τότε έχουμε να κάνουμε με τη μόνη ίσως εξαίρεση στον κανόνα “καμιά δουλειά δεν είν’ ντροπή…”. Όπως και κανένας δε θα έπρεπε να πουλάει τρόπους ζωής ή μάλλον να εμπορεύεται τον δικό του τρόπο ζωής. Άλλωστε, αφού “η αισθητική είναι η φιλοσοφία της σημερινής εποχής”, πόσο απέχουμε από το να θεωρείται το lifestyle η ηθική του μέλλοντος;
Λένε πως ό,τι κάνει κανείς στην αρχή του νέου έτους, με αυτό ακριβώς θα ασχολείται τις επόμενες 365 μέρες, μέχρι να σπάσει η ευχή ή… η κατάρα. Υποθέτω πως οι άνθρωποι παίζουν χαρτιά το βράδυ της πρωτοχρονιάς, όχι με την προσδοκία να διανύσουνε μία ολόκληρη χρονιά προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσοι βαλέδες έχουν περάσει, αλλά με τη λαχτάρα στο τέλος να βγούνε από το παιχνίδι κερδισμένοι. Με την -κατά συνέπεια- ελπίδα πως, μέχρι να ολοκληρώσει ο πλανήτης τη νέα του τροχιά γύρω από τον ήλιο, εκείνοι θα έχουνε ζήσει τυχεροί και ευτυχισμένοι, χαράσσοντας ολοένα κύκλους ομόκεντρους γύρω από τη μοναδικότητά τους. Αλλά όλα αυτά είναι λαϊκοί αφορισμοί και αλλόκοτες προλήψεις ή μήπως όχι;
Προς το παρόν και μέχρι η επιστήμη να δώσει εξηγήσεις στα αλλόκοτα και να μας ξενερώσει όλους, ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει. Μέχρι να φτάσουμε ο καθένας να θέλει ό,τι πιστεύει, κάποιοι μπορούν να καμαρώνουν πως ο επικρατών αφ_ορισμός του lifestyle είναι “αυτό που κάνουν οι πολλοί”. Μέχρι να αποκτήσει σε αυτή τη χώρα ο καθένας μας τα μέσα να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, θα ψάχνουμε στο μεταξύ να βρούμε τον “καταλληλότερο” ανάμεσα στον Μπόλεκ και τον Λόλεκ. Και μέχρι να συμβιβαστεί κι ο τελευταίος με την ιδέα πως σε αυτή τη ζωή δε γίνεται να θέλει ό,τι κάνει, πάντα θα υπάρχουνε τρελοί κι ονειροπόλοι.
Θα ήθελα να ευχηθώ σε όλους όσους έχασαν πολλά τη χρονιά που φεύγει, να κατορθώσουν να ρεφάρουν μέσα στο νέο έτος. Θα ήθελα όσοι κερδίσανε πολλά, αλλά δεν παίξαν τίμια, να το ξανασκεφτούν και να επιστρέψουνε τα κέρδη τους, πριν είναι αργά. Θα ήθελα να θέλατε ό,τι θέλω, αλλά αυτό ούτε ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο δε μπορεί να το έχει…
Ανήκω στους αναποφάσιστους: τρεις βδομάδες έμειναν μέχρι να φύγει το 2008 και δε ξέρω πως θα ήθελα να περάσω το βράδυ της πρωτοχρονιάς. Και ίσως και τρεις ώρες πριν αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την εκτόξευση του 2009 να μην έχω διαλέξει ακόμα. Για αυτό σας λέω, μη με περιμένετε! Ξεκινήστε εσείς και θα τα πούμε μέσα!

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Θέλω να πέφτει χιόνι

Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ έτσι. Τόσο μεθυσμένο. Τόσο αλλού. Για την ακρίβεια, δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ γενικά. Μόλις εκείνο το βράδυ ήταν που γνωριστήκαμε. Είχαμε αρχίσει να πίνουμε μόνοι, ο ένας πλάι στον άλλον, και είπαμε να συνεχίσουμε παρέα. Δεν ξέρω αν είναι που εγώ αντέχω περισσότερο ή που εκείνος είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από μένα. Πάντως έπεσε πρώτος. Κατέρρευσε. Αλλά τη θέση του δεν έλεγε να την εγκαταλείψει. Όχι, δεν ήταν από αυτούς. Έκρυψε το πρόσωπό του μονάχα κάτω απ’ τις παλάμες του κι άρχισε να κλαίει. Νόμισε πως έτσι δεν θα τον καταλάβαινα. Αλλά δεν χρειαζόταν να τον δω. Ήδη τον άκουγα από ώρα να σπαράζει. Του τράβηξα τα χέρια και το «γιατί» το βλάσφημο, το μοχθηρό τον ρώτησα. «Θέλω να πέφτει χιόνι», μου απάντησε. Κι ήταν ακόμη Αύγουστος. Μα και τον Γενάρη ακόμη σπάνια χιονίζει σε τούτα εδώ τα μέρη.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Δι' ασήμαντον αφορμήν

Το πρωί εκείνο έγινα μάρτυρας ενός ακόμη επεισοδίου δι’ ασήμαντον αφορμήν. Ήμουν στους πρώτους της ημέρας μου κόκκους καφέ, όταν άκουσα τις φωνές τους. Πελάτες και προσωπικό, καμιά δεκαριά άτομα όλοι, τρέξαμε έξω. Να δούμε, αφού να τους ακούμε μονάχα δεν μας έφτανε.
Τα πρόσωπα του δράματος ήταν δύο. Ένας με μια άσπρη ποδιά σφιχτά στη μέση του δεμένη κι ένας άλλος. Ένας από αυτούς τους άλλους που κάθε φορά, όταν τους συναντώ, γνωρίζω την κεραυνοβόλο αντιπάθεια. Η διαφορά τους είχε ως αφετηρία την επικίνδυνη οδήγηση ενός από τους δύο. Ή και των δύο, δεν κατάλαβα ακριβώς. Δεν προσπάθησα να καταλάβω. Αυτομάτως και ενστικτωδώς πήρα το μέρος του τύπου με την άσπρη ποδιά. Όση ώρα κάποιοι από τους περαστικούς –πόσο περαστικοί αλήθεια είναι κάποιοι άνθρωποι;– ανέπτυσσαν εθελοντικώς τις ειρηνευτικές τους πρωτοβουλίες, εγώ βάλθηκα να φαντάζομαι τι ακριβώς σήμαινε η άσπρη αυτή ποδιά. Και στενοχωρήθηκα πολύ, όταν πάνω στην αψιμαχία, αυτή λύθηκε, έπεσε χάμω και βάναυσα ποδοπατήθηκε. Αν έπρεπε μέσα σ’ αυτόν τον χαμό κάτι στο τέλος να σωθεί, ήταν η λευκότητα αυτής της ποδιάς. Κανείς όμως δεν το σκέφτηκε. Κανείς στον κόσμο ολόκληρο. Μόνον εγώ, που κάπνιζα και παρατηρούσα το επεισόδιο με ενδιαφέρον σχεδόν φίλαθλο.
Τελικά το αιματοκύλισμα απεφεύχθη. Και όλοι επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Κι εγώ, στο μεταξύ, είχα για ακόμη μια φορά πέσει έξω. Ο τύπος με την ποδιά στη μέση είχε άδικο.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

H Αναξοπούλα

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα πολύ μεγάλο βασίλειο. Ένα από εκείνα τα βασίλεια, που τόσο μεγάλα και δυνατά ήταν, που δεν αντέξανε στο φύσημα του χρόνου και σωριάστηκαν. Και βασιλεύουν τώρα πια μόνο στα παραμύθια.
Στο βασίλειο εκείνο τότε βασίλευε ένας γεροβασιλιάς που ήταν τόσο μεγάλος όσο και το βασίλειο το ίδιο. Και όλοι έλεγαν πως μετά τον θάνατό του θα πάψει και το βασίλειο να υπάρχει, αφού να τον διαδεχτεί δεν είχε ο γεροβασιλιάς βασιλογιό κανέναν. Είχε μια κόρη όμως – μια βασιλοπούλα.
Την αγαπούσε υπερβολικά την κόρη του ο γεροβασιλιάς. Κι όλα της τα χατίρια τής τα έκανε. Όσο παράλογα μερικές φορές κι αν ήταν. Και τόσο πολύ μεγάλη αδυναμία της είχε που άρχισε κάποτε ο λαός του βασιλείου να ενοχλείται. Και λέγανε, «Φτάνει πια! Αρκετά ανεχτήκαμε τη βασιλοκόρη και το βασιλοπατέρα της! Το βασίλειο θέλει έναν νέο βασιλιά!»
Γέρος σοφός και πονηρός όμως ο βασιλιάς, άκουσε τη μουρμούρα του λαού και επανάσταση μυρίστηκε. Κι έτρεξε να προλάβει. Τι κι αν ήταν τόσο γέρος, όσο και το ίδιο του το βασίλειο. Να την προλάβει έτρεξε σα νέο παλικάρι. Κι έκανε αυτό που πάντα κάνουν οι βασιλιάδες κι οι άρχοντες στα παραμύθια και στη ζωή την ίδια την επανάσταση για να προλάβουν: έβαλε τους υπηκόους να παίξουνε παιχνίδια!
Χάρηκε ο λαός που είχε τόσο παιχνιδιάρη γεροβασιλιά και όλοι τις δουλειές τους παρατήσανε στα παιχνίδια του να πάρουν μέρος. Κι όσα του είχαν μαζεμένα του βασιλιά και της κακομαθημένης του βασιλοκόρης, όλα τα ξεχάσανε. Και την επανάσταση που ετοίμαζαν την ξέχασαν κι αυτήν. Τέτοιος λαός παιχνιδιάρης, πού να το βρει το μυαλό επανάσταση να κάνει; Και χάρηκε κι ο βασιλιάς που χάρηκε ο λαός του και έβαλε μέγα έπαθλο για τον νικητή των παιχνιδιών του.
Κι ήταν το μέγα έπαθλο η ίδια του η βασιλοκόρη η βασιλοκακομαθημένη. Χάρηκε ο λαός του βασιλείου δυο φορές που είχε τόσο γενναιόδωρο γεροβασιλιά και όλα τα παλικάρια ρίχτηκαν στα παιχνίδια να δοκιμαστούν για να κερδίσουν την καρδιά της βασιλοπούλας, κι ας ένιωθαν πως τα παιχνίδια ήταν επικίνδυνα πολύ και πως μπορεί και τη ζωή τους να έχαναν παλεύοντας για τη νίκη. Τέτοιος λαός γενναιόδωρος που κι οι μανάδες τους ακόμα τον κίνδυνο δεν έβλεπαν! Και στα παιχνίδια έσπρωχναν τα παιδιά τους να χαθούνε.
Κι ήταν, στα αλήθεια, τα παιχνίδια επικίνδυνα. Με τέρατα θανατερά έπρεπε τα παλικάρια να τα βάλουν. Να παλέψουνε με σκιές για αίμα διψασμένες. Να ζήσουνε σ’ ανθρωποφάγες ερημιές και σε ποτάμια δάκρυα να κολυμπήσουν. Στις πιο ψηλές του φόβου κορυφές έπρεπε να ανεβούν. Να κατεβούνε σε πηγάδια γεμάτα σκοτεινές κατάρες. Να χτυπηθούνε με ανίκητα στοιχειά της φύσης της πανούργας και με τον άγνωστο τον τρόμο, τον αόρατο να μετρηθούνε. Κι έτσι τα παλικάρια χάνονταν το αδύνατο κυνηγώντας. Τη ζωή τους να αλλάξουνε πολέμαγαν κι έχαναν τη ζωή τους.
Μα είναι γραφτό στον κόσμο των παραμυθιών και στη ζωή την ίδια πως χρειάζεται χιλιάδες παλικάρια να χαθούν για να κερδίσει ένα. Κι έτσι βρέθηκε ανάμεσα στα τόσα ένα παλικάρι παραμυθοπαλικαρότερο απ’ όλα τα άλλα. Που τον έλεγαν Δημήτρη κι ήταν, στ’ αλήθεια, ένας ήρωας πραγματικός. Ένας Παλικαροδημήτρης! Που είδε πως με τα παιχνίδια του γεροβασιλιά θα χανόταν όλο το βασίλειο στο τέλος, κι έφυγε αυτός μονάχος του να νικήσει σ’ αυτό που τόσοι χάθηκαν πολεμώντας. Γιατί, όπως και στη ζωή την ίδια, έτσι και στον κόσμο των παραμυθιών είναι γραφτό πως χρειάζεται ένα παλικάρι να χαθεί για να σωθούν χιλιάδες άλλα.
Και μπροστά στον γεροβασιλιά στάθηκε ο Παλικαροδημήτρης υπόσχεση να δώσει πως θα είναι αυτός ο μεγάλος νικητής. Κι υπόσχεση από τον γεροβασιλιά να πάρει πως σα γυρίσει νικητής θα είναι δικό του το έπαθλο το μέγα. Τον χτύπησε στην πλάτη ο γεροβασιλιάς κι η κόρη έστειλε βασιλοχαμόγελο γλυκό. Κι ορκίστηκε το παλικάρι στο βασιλογλυκό αυτό χαμόγελο πως θα γυρίσει νικητής. Θαύμασε κι ο γεροβασιλιάς που, όσο κι αν είχαν αφανίσει τα παιχνίδια του το βασίλειο, υπήρχε ακόμα ένα τέτοιο παλικάρι. «Πες μου, σοφέ μου άρχοντα! Διάταξέ με, βασιλιά μου!», είπε ο Δημήτρης, « σε τι άθλους ορίζεις να ριχτώ; Τι εχθρούς να πολεμήσω θέλεις; Και με τι δώρα μαγικά πρέπει εδώ, πίσω να γυρίσω;»
Κι ο γεροβασιλιάς έβγαλε βαριά, σοφή και γέρικη παραμυθοβασιλοφωνή και είπε: «Τρεις άθλους για σένα έχω φυλαγμένους, παλικάρι μου. Που άλλος κανείς ποτέ δε μπόρεσε ούτε να τους τολμήσει. Τρεις άθλους μοναδικούς. Ένα ξεχωριστό, πραγματικό παλικαροτρίαθλο! Που με κανένα άλλο απ’ τα παιχνίδια μου να παραμυθοσυγκριθεί δε γίνεται. Πρώτον, να ταξιδέψεις στα μακρινά νησιά στο πέλαγος της θλίψης και να μου φέρεις το βασιλοθλιμμένο μαγικό σπαθί! Δεύτερον, τους δαίμονες της θυμωμένης ερήμου να ημερέψεις και σύμμαχους πιστούς του βασιλιά σου να τους κάνεις! Και τρίτον, να σκαρφαλώσεις στης θέλησης το πιο ψηλό βουνό και απ’ των δρακόπουλων τη φωλιά ένα ασημένιο τους αυγό να κλέψεις κι εδώ, πίσω να το φέρεις!»
Κι έφυγε ο Παλικαροδημήτρης, όπως και τόσοι άλλοι πριν απ’ αυτόν στου γεροβασιλιά τα βασιλοπαιχνίδια να πάρει μέρος. Κι είχε στο νου του διαρκώς το βασιλοχαμόγελο της κόρης. Κι ήτανε για το χαμόγελο αυτό που ήθελε περισσότερο από κάθε τι άλλο πίσω νικητής να επιστρέψει. Κι έφυγε και ταξίδεψε στα μακρινά νησιά στο πέλαγος της θλίψης. Άγριο θηρίο η θλίψη τον περίμενε με δόντια κοφτερά καλά ακονισμένα. Γενναίος όμως, ο Δημήτρης μαζί της πάλεψε μέρες και νύχτες αμέτρητες. Πως πέρασε όλη του η ζωή, του φάνηκε στα μακρινά αυτά νησιά. Στο τέλος το τσάκισε το φοβερό θηρίο και το σπαθί το μαγικό, το βασιλοθλιμμένο της το πήρε. Να μη μπορεί άλλους ποτέ με θλίψη να ματώσει.
Και πήγε μετά στη θυμωμένη έρημο. Και πέρασε κι εκεί κι άλλες πολλές μέρες και νύχτες πολεμώντας τους αλήτες τους δαίμονες να ημερέψει. Άλλη μια ολόκληρη ζωή του φάνηκε πως πέρασε στη θυμωμένη έρημο. Κι ήταν οι δαίμονες δύσκολος αντίπαλος. Τόσο που αλήτης δαίμονας κινδύνεψε πολλές φορές κι ο ίδιος να καταντήσει. Μα στάθηκε δυνατός. Κι είχε συνέχεια της βασιλοπούλας το βασιλοχαμόγελο στο νου θάρρος συνέχεια να του δίνει. Στο τέλος υποτάχτηκαν κι οι δαίμονες κι έγιναν του βασιλιά του σύμμαχοι πιστοί. Και πίσω απ’ το άλογό του τους έδεσε. Πιστά σκυλιά συντρόφους να τους έχει, μέχρι στο σπίτι πίσω να γυρίσει.
Κι άρχισε ύστερα στης θέλησης το πιο ψηλό βουνό να σκαρφαλώνει. Μα ήταν οι μέρες που ξόδεψε στα μακρινά νησιά στο πέλαγο της θλίψης, αμέτρητες. Κι ήταν πολλές στ’ αλήθεια οι νύχτες που περάσανε στη θυμωμένη έρημο. Και τότε ο Παλικαροδημήτρης για πρώτη φορά ένιωσε να κουράζεται. Και είπε, «Δεν πειράζει. Ας κοιμηθώ λιγάκι εδώ στους πρόποδες της θέλησης. Και αύριο μέρα είναι. Ανίκητα είναι τα δρακόπουλα της θέλησης. Πώς να τα βάλω εγώ μαζί τους έτσι όπως από δυνάμεις ξέμεινα; Άλλωστε των παιχνιδιών οι όροι του ύπνου τη βοήθεια τη βασιλοεπιτρέπουν.»
Μα ήταν τόσο κουρασμένο το παλικάρι που κοιμήθηκε νύχτες πολλές. Και πέρασαν κι άλλες μέρες πολλές ώσπου να ξυπνήσει πάλι. Και όταν επιτέλους ξύπνησε, είδε πως όλος του ο κόπος, όσο κοιμόταν, χαμένος πήγε. Λύθηκε το μαγικό σπαθί το βασιλοθλιμμένο και τους ανθρώπους πάλι να πληγώσει κυνηγούσε. Λευτερώθηκαν οι αλήτες, οι θυμωμένοι δαίμονες και βάλθηκαν τις αδύναμες ψυχές ξανά να καταδιώκουν. Και είδε ψηλά απ΄ τα βουνά της θέλησης τα φοβερά δρακόπουλα να ορμάν να τον ξεσκίσουν.
Πάλεψε με όλες τις δυνάμεις του, μα αυτή τη φορά, τόσο κακό μαζεμένο ήταν να το νικήσει αδύνατο. Και πίσω από ένα βράχο έτρεξε να φυλαχτεί το παλικάρι. Και λυπημένο έτρεμε που πήγαν χαμένοι οι κόποι του. Και προσπαθούσε το γλυκοχαμόγελο της βασιλοκόρης στο μυαλό του να φέρει για να παρηγορηθεί, μα είχε κι αυτό πετάξει. Και τότε εμφανίστηκε ο μέγας βασιλοκριτής των παιχνιδιών και φώναξε στο παλικάρι να βγει απ’ την κρυψώνα.
«Μέχρι εδώ καλά τα είχες πάει, παλικάρι μου», είπε ο βασιλομέγας ο κριτής. «Κι αν έχασες δεν είναι παρά γιατί σε εγκαταλείψαν οι δυνάμεις σου και θέλησες να κοιμηθείς λιγάκι. Γι’ αυτό κι ο σοφός μας βασιλιάς θα σου δώσει ακόμα μία ευκαιρία. Κι ένα ακόμα γλυκοβασιλοχαμόγελο η κόρη θα σου στείλει για να το πάρεις πάλι το παλικαροτρίαθλό σου απ’ την αρχή.»
Ήταν μεγάλη η βασιλοτιμή που του έκαναν, μα ο Παλικαροδημήτρης δε μπορούσε τη στιγμή εκείνη να τη νιώσει. Μέτρησε τις ζωές που ξόδεψε κυνηγώντας τις βασιλοπαιχνιδιάρες χίμαιρες. Πως η ζωή του τόσες φορές να παλικαροχαθεί κινδύνεψε, θυμήθηκε. Μα το γλυκοχαμόγελο το ’χε πικροξεχάσει.
«Φτάνουνε τα παιχνίδια σας! Τα χόρτασα. Έχασα, μα ξέρω πως θα μπορούσα να κερδίσω. Μα δεν το θέλω πια. Μου τα πήρατε όλα με τρόπο παιχνιδιάρικο: τους φίλους μου, την πόλη μου, την ίδια την τιμή μου. Μα τη ζωή μου, όχι, δε σας την ξαναδίνω! Δε θέλω την Αναξοπούλα σας. Να ζήσω θέλω!»
Έτσι μίλησε ο Παλικαροδημήτρης και αμέσως Δημήτρης έγινε κανονικός. Και στο βασίλειο δεν ξαναγύρισε ποτέ. Κι από τον κόσμο των παραμυθιών το έσκασε, αφού χώρος γι’ αυτόν πια δεν υπήρχε. Και έζησε.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Μιχάλης και Αργυρώ

σκηνή 1η: ημέρα, εξωτερικό (στάση λεωφορείου)
Ο Μιχάλης, γύρω στα 40, και η Αργυρώ, μαθήτρια γυμνασίου, περιμένουν κάτω από το υπόστεγο της στάσης του αστικού λεωφορείου. Η Αργυρώ κάθεται στο παγκάκι. Φοράει φούστα ως το γόνατο και ψηλές κάλτσες. Έχει σχολική τσάντα στην πλάτη της. Κουνιέται μπρος-πίσω ρυθμικά, σα να ακούει κάποιο τραγούδι. Μασάει τσίχλα. Ο Μιχάλης αλλάζει διαρκώς θέσεις κάτω από το υπόστεγο. Κοιτάζει την Αργυρώ και φαίνεται νευρικός αμήχανος. Έχει μαζί του ένα χαρτοφύλακα που άλλοτε τον κρατάει και άλλοτε τον ακουμπάει δίπλα του. Είναι άνοιξη και νωρίς το πρωί. Ο δρόμος είναι σχεδόν έρημος από ανθρώπους και τα διερχόμενα οχήματα είναι ελάχιστα. Η Αργυρώ γυρίζει ξαφνικά και κοιτάζει τον Μιχάλη. Το βλέμμα της κατεβαίνει από το πρόσωπο στην κοιλιά του. Ο Μιχάλης κοιτάζει εκεί που κοιτά η Αργυρώ και βλέπει πως ένα κουμπί από το πουκάμισό του έχει φύγει. Σηκώνει το χαρτοφύλακά του και τον αγκαλιάζει σχεδόν, κρύβοντας έτσι την κοιλιά του. Η Αργυρώ τον κοιτάζει στα μάτια. Κάνει μια φούσκα με την τσίχλα της και γυρίζει το βλέμμα της αλλού. Ο Μιχάλης κάθεται δίπλα της.

Μιχάλης
Καλημέρα!

Η Αργυρώ γυρίζει, τον κοιτάζει ξανά και αμέσως αποστρέφει με αδιαφορία το βλέμμα της. Ο Μιχάλης ακουμπάει ξανά δίπλα του το χαρτοφύλακα.

Μιχάλης
Καλά;

Η Αργυρώ ξαναγυρίζει. Κάνει άλλη μια φούσκα και μένει να κοιτάζει τον Μιχάλη απαθής.

Μιχάλης
Άργησε, ε; Έχουν γίνει και οι συγκοινωνίες με όλες αυτές τις νέες ρυθμίσεις… άσε! Καλύτερα ήμασταν πριν…
Έχεις αργήσει κι εσύ, ε; (…) Εδώ κοντά μένεις;
Ε… εγώ εδώ… λίγο παρακάτω… στην πλατεία.

Αργυρώ
Κι εγώ στην πλατεία.

Μιχάλης
Α! Είδες! Και το ‘λεγα… κάπου σε έχω ξαναδεί.

Αργυρώ
Στην ίδια πολυκατοικία μένουμε.

Μιχάλης
Έλα; Σοβαρά; Για κοίτα… αποξένωση, ε;
Είμαστε γείτονες και δε γνωριζόμαστε… Έχουν γίνει και οι ανθρώπινες σχέσεις… άσε!
Καλύτερα ήμασταν πριν…

Αργυρώ
Πότε πριν;

Μιχάλης
Πριν… που… Πω, πω! Άργησε πολύ το γαμημένο!
Όταν βιάζεσαι, ποτέ δεν είναι στην ώρα του, ε;
Κι εγώ, μη νομίζεις, θα έπαιρνα το αυτοκίνητο, αλλά είπα να περπατήσω λίγο σήμερα…
Έχει και ωραία μέρα, ε;

Αργυρώ
Δε σας το πήρε ο γερανός το αυτοκίνητο;

Μιχάλης
Ε; Ο… γερανός, ναι.
Το πήρε για να το πάει στο συνεργείο…
για να το φτιάξουν.

Αργυρώ
Κι εσείς φωνάζατε, όταν σας το έπαιρνε.
Ότι για λίγο το αφήσατε πάνω στην πλατεία.
Και μόνο να σας τα παίρνουν ξέρουνε και τέτοια…

Μιχάλης
Ε… ναι. Σε ποια τάξη πας, Αργυρούλα;

Αργυρώ
Τι;

Μιχάλης
Στο σχολείο λέω, σε ποια τάξη πας;

Αργυρώ
Ξέρετε το όνομά μου;

Μιχάλης
Ναι, βέβαια… το ξέρω!
Ε… δηλαδή έχω ακούσει τη μαμά σου να σε φωνάζει.
Η μαμά σου… Να! Είδες; Σε θυμήθηκα κι εγώ τώρα.
Στον δεύτερο δε μένετε; Σας θυμήθηκα καλά τώρα… ναι.
(…) Αχ, Αργυρούλα, συγχώρεσέ με!
Θέλω να σου πω… να σου… Θέλω να σου δώσω κάτι, κορίτσι μου… Μην τρομάξεις! Σε παρακαλώ… Δεν είναι…

Αργυρώ
Τι, κύριε Μιχάλη;

Μιχάλης
Α! Ξέρεις κι εσύ το όνομά μου… για κοίτα!

Αργυρώ
Το ξέρω. Ήσασταν ο παιδικός έρωτας της μαμάς.

Μιχάλης
Ε… τι; Ναι… ήμασταν με τη μαμά σου…

Αργυρώ
Μου τα έχει πει η μαμά. Μου τα είπε, όταν ήρθατε στην πολυκατοικία πέρυσι.

Μιχάλης
Αλήθεια; Τι σου είπε;

Αργυρώ
Δε σας λέω! Α! Το λεωφορείο!

Σηκώνονται και οι δύο. Ο Μιχάλης σηκώνει το χαρτοφύλακα, τον ανοίγει πολύ βιαστικά και βγάζει έναν χοντρό φάκελο από μέσα.

Μιχάλης
Στάσου, κορίτσι μου! Για τη μαμά σου ήθελα να σου πω…
Αυτό είναι για τη μαμά σου… για τα γενέθλιά της.
Θα το ‘ριχνα κάτω από την πόρτα σας, αλλά δε χωράει.
Θα της το δώσεις, σε παρακαλώ;
Είναι αύριο… τα γενέθλια…

Το λεωφορείο σταματάει ακριβώς μπροστά τους. Η Αργυρώ κάνει να μπει, αλλά κοντοστέκεται μπροστά στην πόρτα. Ο οδηγός τους κοιτάζει με απορία. Ο Μιχάλης δε φαίνεται να θέλει να ανέβει. Η Αργυρώ σπρώχνει το φάκελο πίσω και χαμογελάει.

Αργυρώ
Να της τον δώσετε εσείς, κύριε Μιχάλη!
Ελάτε αύριο σπίτι, να της το δώσετε!
Δε θα κάνουμε πάρτυ, αλλά…
Ξέρετε από τότε που ο μπαμπάς… δε γιορτάζουμε.
Αλλά να έρθετε αύριο, να της το δώσετε εσείς!

Οδηγός
Άντε, κοπελιά!

Αργυρώ
Ελάτε αύριο! Θα χαρεί…

Η Αργυρώ μπαίνει στο λεωφορείο. Η πόρτα κλείνει ξανά και το λεωφορείο ξεκινάει. Ο Μιχάλης κοιτάζει την Αργυρώ που κάθεται δίπλα στο παράθυρο. Η Αργυρώ γελάει και του δείχνει την κοιλιά του. Ο Μιχάλης βλέπει και πάλι το κουμπί από το πουκάμισο που λείπει και βάζει αμήχανα μπροστά του το χοντρό φάκελο για να το κρύψει.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Κάτια και Σταύρος

σκηνή 1η: νύχτα, εσωτερικό (υπνοδωμάτιο)
Ένα κόκκινο φως ανάβει και φωτίζει το υπνοδωμάτιο. Η Κάτια και ο σύζυγός της Σταύρος, 37 ετών, είναι στο κρεβάτι και κάνουν έρωτα. Η Κάτια είναι ξαπλωμένη μπρούμυτα. Ο Σταύρος είναι από πάνω της και την παίρνει με πολύ βίαιο τρόπο κρατώντας και πιέζοντας τους καρπούς των χεριών της. Η Κάτια φωνάζει και φαίνεται περισσότερο να πονάει παρά να το ευχαριστιέται.

Σταύρος
Έτσι καριόλα! Έτσι… φώναζε!
Ναι… έτσι!

Κάτια
Πιο… πιο σιγά…

Σταύρος
Ναι… έτσι… ναι…

Κάτια
Με πονάς! Σταύρο!
Με πονάς…

Ο Σταύρος γελάει. Η Κάτια φωνάζει ακόμα περισσότερο. Η κινήσεις του Σταύρου, που γίνονται ολοένα και πιο βίαιες, ρίχνουν κάτω μια κορνίζα που βρίσκεται πάνω στο κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι. Πριν πέσει, προλαβαίνουμε να δούμε στη φωτογραφία το ζευγάρι σε πολύ νεαρότερη ηλικία σε κάποια ευτυχισμένη τους στιγμή.

Κάτια
Άσε… άσε με!

Σταύρος
Να σε αφήσω; Να σε αφήσω;
Ε; Έτσι! Έτσι… ναι…

Η Κάτια έχει χώσει το κεφάλι της μέσα στο μαξιλάρι. Ο Σταύρος της το πιέζει. Εκείνη τινάζεται. Σταματάει ξαφνικά να φωνάζει. Στρίβει το λαιμό της και τον κοιτάζει στα μάτια. Ο Σταύρος χαλαρώνει απότομα το ρυθμό του.

Κάτια
Άσε με να έρθω από πάνω!
Άφησε με!

Με πολύ γρήγορες κινήσεις το ζευγάρι αλλάζει θέσεις στο κρεβάτι. Ο Σταύρος έχει ξαπλώσει ανάσκελα και έχει φέρει τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του. Χαμογελάει. Η Κάτια έχει καθίσει πάνω του. Αρχίζει να κουνιέται αργά αργά.

Κάτια
Σου αρέσει έτσι;
Ε; Σου αρέσει; Πες μου!

Οι κινήσεις της Κάτιας γίνονται κάπως πιο γρήγορες. Ο Σταύρος δε μιλάει. Αναστενάζει όλο και πιο γρήγορα. Ο σταυρός που φοράει η Κάτια στο λαιμό της κουνιέται σαν εκκρεμές ανάμεσα στα πρόσωπα τους.

Κάτια
Κάτι σε ρώτησα.

Σταύρος
Ε; Τι; Συνέχισε! Έτσι…

Κάτια
Κάτι σε ρώτησα, γαμώτο!

Η Κάτια ανεβοκατεβαίνει πάνω στο Σταύρο ολοένα και πιο γρήγορα. Τα λόγια της μόλις που ακούγονται χαμένα μέσα στους αναστεναγμούς και τα βογκητά και των δύο.

Κάτια
Πες μου! Σου αρέσει έτσι;
Πες μου!

Σταύρος
Μου αρέσει…
Συνέχισε… έτσι… συνέχισε!

Ο Σταύρος φέρνει τα χέρια του πάνω στους μηρούς της Κάτιας. Εκείνη συνεχίζει με πιο έντονο ρυθμό. Ο Σταύρος κλείνει τα μάτια του και βγάζει μικρές κραυγές. Φαίνεται πως είναι πολύ κοντά στο να τελειώσει.

Σταύρος
Έτσι… έτσι… ναι…

Κάτια
Έχω να σου πω…

Σταύρος
Έτσι… συνέχισε… έτσι… ναι…

Κάτια
Θα σε αφήσω Σταύρο. Θέλω να χωρίσουμε.
Έχω σχέση με κάποιον και θέλω να χωρίσουμε.
Θέλω να ζήσω μαζί του…

Ο Σταύρος γουρλώνει τα μάτια. Αφήνει τους μηρούς της Κάτιας. Η Κάτια του πιάνει τα χέρια και κρατώντας τα συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Ο Σταύρος αναστενάζει βαριά. Είναι περισσότερο κοντά από ποτέ στο να τελειώσει.

Κάτια
Τελειώσαμε Σταύρο! Το ξέρεις. Το ήξερες…
Πες μου, θέλεις να σταματήσω; Πες μου!

Σταύρος
Θέλω να…Θέλω να βγεις… να βγω…
Άσε με! Άσε…

Ο Σταύρος τελειώνει. Η Κάτια σηκώνεται και τυλίγει το σεντόνι γύρω της. Ο Σταύρος κάνει να την σταματήσει. Η Κάτια πηγαίνει κοντά στο παράθυρο και τεντώνεται. Ο Σταύρος έχει σκεπάσει το πρόσωπο του με το μαξιλάρι. Μόλις που ακούγεται η φωνή του μέσα σε αναφιλητά.

Σταύρος
Γιατί ρε Κάτια; Γιατί;

Κάτια
Τι γιατί ρε Σταύρο; Τι γιατί; Έτσι!

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Ανδρέας και Κάτια

σκηνή 1η: νύχτα, εσωτερικό (δωμάτιο ξενοδοχείου)
Το δωμάτιο φωτίζεται από ένα μικρό φως πάνω από το κρεβάτι και από ένα μεγάλο κόκκινο Τ που τρεμοσβήνει έξω από το παράθυρο. Η Κάτια, γύρω στα 34, κάθεται στο κρεβάτι με την πλάτη στον τοίχο. Έχει τραβήξει το σεντόνι για να κρύψει το γυμνό της στήθος. Φαίνεται αναστατωμένη. Ο Ανδρέας, γύρω στα 29, είναι όρθιος δίπλα στο παράθυρο και καπνίζει κοιτάζοντας έξω. Είναι γυμνός.

Κάτια
Τι θα πει αυτό, Ανδρέα;

Ανδρέας
Αυτό που άκουσες!

Κάτια
Να σου πω! Δεν τα λένε έτσι αυτά!
Ανδρέα! Σου μιλάω…

Ανδρέας
Δεν ξέρω πως τα λένε…
Εγώ το ήθελα και σ’ το είπα.

Κάτια
Ναι, άλλα εγώ…
Ανδρέα! Μπορείς να με κοιτάς όταν σου μιλάω;

Ο Ανδρέας γυρίζει, σκύβει, σβήνει το τσιγάρο στο τασάκι που βρίσκεται στο πάτωμα, σηκώνεται, σταυρώνει τα χέρια του και την κοιτάζει.

Κάτια
Είσαι απίστευτος, έτσι;

Ανδρέας
Γουστάρεις;

Κάτια
Δεν είναι αστείο, Ανδρέα! Καθόλου αστείο!
Το ξέρεις ότι με γάμησες με αυτό που είπες;
Το ξέρεις; Δεν παίζουν με αυτά, Ανδρέα!

Ανδρέας
Δεν παίζουν; Εγώ νόμιζα ότι να παίζεις μόνο θέλεις… με αυτά.

Κάτια
Ξέρεις, τι εννοώ…

Ανδρέας
Κι εσύ ξέρεις τι εννοώ.

Κάτια
Δώσε μου ένα τσιγάρο!

Ανδρέας
Είπαμε μέχρι έξι τη μέρα. Εσύ τα έκανες τα δικά σου…

Κάτια
Δεν είναι ώρα για τέτοια.
Δώσε μου ένα, σε παρακαλώ!

Ανδρέας
Πότε δεν είναι ώρα… Όλο έτσι λες. Με βάζεις και μένα να το ελαττώσω και μετά από δυο-τρεις μέρες φτάνεις πάλι το πακέτο.

Κάτια
Είπα, δεν είναι ώρα για τέτοια! Μη με τσατίζεις τώρα!

Ανδρέας
Μάλιστα, κυρία!

Ο Ανδρέας ανάβει ένα τσιγάρο και το βάζει στα χείλη της Κάτιας. Με το δείκτη του κάνει να της χαϊδέψει τα μαλλιά, αλλά η Κάτια τινάζεται και του απομακρύνει το χέρι απότομα.

Ανδρέας
Μπορείς να ηρεμήσεις, ε; Πες μου, μπορείς;

Κάτια
Να ηρεμήσω, ε; Εσύ, θα ήσουν ήρεμος αν σου έλεγα εγώ κάτι τέτοιο;
Εσύ δεν ήσουν που έλεγες να μην μπλέξουμε με έρωτες και τέτοια; Να περνάμε καλά μονάχα και δεν είναι για εμάς αυτά;

Ανδρέας
Ναι, ρε Κάτια, έτσι έλεγα. Έτσι άρχισε. Αλλά τα πράγματα αλλάζουν… Κι εμείς αλλάζουμε… Τώρα είναι αλλιώς…

Κάτια
Τι αλλιώς, ρε γαμώτο;

Ανδρέας
Τώρα δε μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα! Ούτε να σε μοιράζομαι άλλο αντέχω πια…

Κάτια
Αυτά τα είχαμε ξεκαθαρίσει, ρε γαμώτο! Αφού το ξέρεις ότι εγώ δεν… Ότι είμαι… Ότι… Ανδρέα;

Ανδρέας
Τι;

Κάτια
Είσαι σίγουρος, ρε γαμώτο;
Το πιστεύεις στ’ αλήθεια;

Ο Ανδρέας κάθεται στο κρεβάτι στο πλάι της Κάτιας και αρχίζει να της χαϊδεύει τα μαλλιά της.

Κάτια
Μην παίζεις μαζί μου, γαμώτο…

Ο Ανδρέας αρχίζει να την φιλάει με πάθος και ένταση. Η Κάτια ανταποκρίνεται. Αγκαλιάζονται. Το τσιγάρο της Κάτιας πέφτει ανάμεσα στα σεντόνια. Το μεγάλο κόκκινο Τ έξω από το παράθυρο τρεμοσβήνει ακόμα μια φορά και τελικά σβήνει.

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μαρία και Αντώνης

σκηνή 1η: ημέρα, εσωτερικό αυτοκινήτου
Η Μαρία, 27 χρονών μπαίνει στο ταξί και κάθεται στη θέση του συνοδηγού. Ο Αντώνης, 50 ετών, οδηγός του ταξί, την κοιτάζει, ενώ εκείνη προσπαθεί να βολέψει ανάμεσα στα πόδια της τη θήκη ενός μουσικού οργάνου.

Αντώνης
Να το βάλουμε πίσω, κοπελιά;

Μαρία
Όχι, όχι! Εντάξει… Στο κέντρο, παρακαλώ! Ασκληπιού.

Αντώνης
Ασκληπιού, Ασκληπιού…

Μαρία
Ασκληπιού… στα Εξάρχεια.

Αντώνης
Το ξέρω, κοπελιά.

Μαρία

Ο Αντώνης δυναμώνει το ράδιο. Ακούγεται μουσική ροκ. Η Μαρία κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Το τραγούδι τελειώνει και αρχίζουν να ανακοινώνονται οι τίτλοι των ειδήσεων. Ο Αντώνης χαμηλώνει την ένταση.

Αντώνης
Έχεις λεφτά μαζί σου;

Μαρία
Ε;

Αντώνης
Λεφτά, λέω… Έχεις μαζί σου;

Μαρία
Φυσικά!

Αντώνης
Πολλά;

Μαρία
Συγνώμη;

Αντώνης
Πόσα έχεις μαζί σου, ρε κοπελιά;

Μαρία
Ε, δεν ξέρω… 10, 15 ευρώ… Δε θα φτάσουν;

Αντώνης
Όχι.

Μαρία
Πως όχι; Συνήθως ποτέ δε δίνω πάνω από 6.. 7 ευρώ.

Αντώνης
Δε θα φτάσουν, σου λέω!
Χρειάζομαι περισσότερα…

Μαρία
Τι;

Αντώνης
Λεφτά, λέω… Χρειάζομαι περισσότερα!
2.600 ευρώ. Τόσα χρειάζομαι.

Μαρία
Χα! Κι εγώ… Θέλω να αγοράσω
καινούριο όμποε…

Αντώνης
Χρειάζομαι 2.600 ευρώ, σου λέω, κοπελιά!
Καταλαβαίνεις; Έχω λογαριασμούς να
πληρώσω…

Μαρία
Χα, χα! Λυπάμαι, δεν έχω…

Αντώνης
Τι γελάς; Αστείο σου φαίνεται;

Μαρία
Όχι, όχι! Συγνώμη…

Αντώνης
Πόσα έχεις μαζί σου;

Μαρία
Σας είπα. 15 ευρώ.

Αντώνης
Στην τράπεζα; Να περάσουμε από την τράπεζα να πάρουμε;
Ε; Τι λες; Στην τράπεζα έχεις, ε;

Μαρία
Όχι, ούτε στην τράπεζα δεν έχω.

Αντώνης
Με κοροϊδεύεις; Όλοι έχουν στην τράπεζα.
Όλοι! Να σταματήσουμε; Ε, κοπελιά;

Μαρία
Δεν έχω την κάρτα μαζί μου.

Αντώνης
Ψέματα λες!

Μαρία

Ο Αντώνης κλείνει τις ασφάλειες. Η Μαρία τον κοιτάζει σαστισμένη. Κάνει να βγάλει το κινητό της.

Αντώνης
Λοιπόν, αν δε μου δώσεις 2.600 ευρώ, θα σε σφάξω!

Μαρία
Σταματήστε, σας παρακαλώ!

Αντώνης
Θα σε σφάξω, ακούς! Ξέρεις πόσους έχω σφάξει εγώ;
Πριν έρθω εδώ, ήμουν στη Γερμανία… στη Στουτγάρδη.
Έχεις πάει στη Στουτγάρδη, κοπελιά;

Μαρία
Ε… όχι.

Αντώνης
Α, χάνεις! Πολύ ωραία πόλη! Ξέρεις πόσους έχω σφάξει στην Στουτγάρδη; Ε;
Κάθε μέρα καθάριζα και έναν. Κυρίως γέρους.
Βαρέθηκα όμως. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Είκοσι χρόνια στην Γερμανία, βαρέθηκα.
Μου ‘λειψε η πατρίδα…Ξέρεις τώρα…

Μαρία
Ναι.

Αντώνης
Τι ναι;

Μαρία
Ξέρω.

Αντώνης
Τίποτα δεν ξέρεις!
Έχεις πάει στη Στουτγάρδη; Ε; Ε;

Μαρία
Όχι.

Αντώνης
Χάνεις… πολύ ωραία πόλη!

Μαρία

Ο Αντώνης ξαναδυναμώνει την ένταση στο ράδιο. Ξανά ροκ μουσική. Η Μαρία κοιτάζει τον Αντώνη με συμπάθεια. Το ταξί μοιάζει κολλημένο στην κίνηση.

Αντώνης
Μπλέξαμε, κοπελιά… Από πού να πάμε τώρα; Ε;

Μαρία
Απ΄ όπου σας βολεύει.

Αντώνης
Απ’ όπου με βολεύει, ε; Ξέρεις τι με βολεύει εμένα, ξέρεις;
Να γυρίσω πίσω, στο χωριό μου, να βόσκω τις κατσίκες μου…
Αυτό με βολεύει!

Μαρία

Ο Αντώνης δυναμώνει κι άλλο την ένταση του ήχου. Παρά το ροκ τραγούδι που ακούγεται, εκείνος αρχίζει να τραγουδάει κάποιο δημοτικό. Η Μαρία τον κοιτάζει. Τα χέρια της σφίγγονται γύρω από τη θήκη του οργάνου της.

σκηνή 2η: ημέρα, εσωτερικό αυτοκινήτου
Το ταξί είναι σταματημένο έξω από το Ελληνικό Ωδείο στην Ασκληπιού. Ο Αντώνης δίνει ρέστα στη Μαρία. Ακούγονται κορναρίσματα. Η Μαρία κάνει να ανοίξει την πόρτα. Δεν ανοίγει. Κοιτάζει τον Αντώνη. Ξανά κορναρίσματα.

Αντώνης
Α, ναι! Περίμενε!

Ο Αντώνης ξεκλειδώνει τις ασφάλειες. Η Μαρία ανοίγει την πόρτα.

Μαρία
Γεια σας!

Αντώνης
Καλά Χριστούγεννα, κοπελιά!

Η Μαρία ξανακοιτάει τον Αντώνη. Χαμογελάει. Με μια πολύ γρήγορη κίνηση τον φιλάει στο μάγουλο. Πολλά κορναρίσματα. Η Μαρία ανοίγει την πόρτα και κατεβαίνει από το ταξί. Κλείνει την πόρτα χτυπώντας την δυνατά.

Αντώνης
Σιγά τις πόρτες, κοπελιά! Σιγά!

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

μπετόβεν

σκηνή: ημέρα, εσωτερικό (παιδικό δωμάτιο)
Δύο αγοράκια γύρω στα έξι. Ο μικρός Γιάννης παίζει τη σονάτα του σεληνόφωτος σε ένα πιάνο χωρίς ουρά, που είναι στριμωγμένο μέσα στο παιδικό δωμάτιο. Φοράει ένα μαύρο κουστούμι και έχει ξεκούμπωτο το λευκό πουκάμισό του. Ο μικρός Δημήτρης έχει δέσει μια μαύρη γραβάτα γύρω από το μέτωπό του και καθισμένος στο κρεβάτι περιεργάζεται ένα ψεύτικο όπλο. Ο Γιάννης τελειώνει όπως-όπως το κομμάτι και βγάζει τη γλώσσα του στην παρτιτούρα.

Δημήτρης
Γιάννη;

Γιάννης
Τι θες;

Δημήτρης
Γιατί πέθανε ο παππούς σου;

Γιάννης
Γιατί ήταν καραγκιόζης!

Δημήτρης
Μη λες βλακείες! Δεν πεθαίνουν έτσι οι παππούδες. Ο δικός μου πέθανε για την καρδιά του…

Γιάννης
Κι ο δικός μου. Έτσι λέει ο μπαμπάς… Η μαμά, όμως, είπε πως δεν πέθανε στα αλήθεια…

Δημήτρης
Δεν πέθανε;!

Γιάννης (ψιθυριστά)
Όχι! Αυτοκτόνησε μόνος του…


Δημήτρης
Μόνος του;!

Γιάννης
Ναι! Την άκουσα να το λέει στους άλλους…
Και πως δεν πρέπει λέει να το μάθει ο παπάς, γιατί θα τον αφήσει να πάει αδιάβαστος…

Δημήτρης
Που να πάει αδιάβαστος;!

Γιάννης
Ξέρω κι εγώ… Βλακείες…

Δημήτρης
Η μαμάδες μόνο γι’ αυτό νοιάζονται… να μη πάμε αδιάβαστοι…
Κι η δικιά μου…

Γιάννης
Η θεία, όμως, φώναζε κι έλεγε στον μπαμπά ότι αυτός τον σκότωσε…

Δημήτρης
Τι;! Αλήθεια;

Γιάννης
Ναι…

Δημήτρης
Έχει σκοτώσει και άλλους ο μπαμπάς σου;

Γιάννης
Δεν ξέρω… μπορεί…

Δημήτρης
Εμένα, δεν έχει σκοτώσει κανένα, μάλλον… Η μαμά λέει ότι ο μπαμπάς τίποτα δεν μπορεί να κάνει σωστά.

Γιάννης
Ναι, αλλά ο δικός σου δεν είναι μαλάκας.

Δημήτρης
Δεν είναι;

Γιάννης
Όχι! Ο δικός μου είναι… μου το είπε ο αδερφός μου.

Δημήτρης
Δεν τον συμπαθώ καθόλου τον αδερφό σου.

Γιάννης
Ούτε κι εγώ.

Ο Γιάννης ξαναγυρίζει προς το πιάνο του και αρχίζει πάλι να παίζει το ίδιο κομμάτι, κάνοντας συνέχεια λάθη.

Δημήτρης
Γιάννη;

Γιάννης
Τι θες;

Δημήτρης
Τι είναι αυτό που παίζεις;

Γιάννης
Μπετόβεν…
… καλός καραγκιόζης ήταν κι αυτός!

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργος και Γιάννης

σκηνή: ημέρα, εσωτερικό (στο αυτοκίνητο)
Στη θέση του οδηγού βρίσκεται ο Γιώργος, 24 ετών. Δίπλα του κάθεται ο εξάχρονος αδερφός του Γιάννης. Ο Γιάννης κοιτάζει διαρκώς έξω από το παράθυρο, ενώ ο Γιώργος προσπαθεί, φανερά εκνευρισμένος, να βρει στο ράδιο έναν σταθμό που να μην έχει διαφημίσεις. Και οι δύο φοράνε μαύρα κουστούμια. Ο Γιώργος τελικά κλείνει το ράδιο. Το αυτοκίνητο σταματάει μπροστά σε ένα κόκκινο φανάρι. Ο Γιώργος κοιτάζει τον αδερφό του, μετά την αφίσα που διαφημίζει ένα τσίρκο στο πλάι του δρόμου -την οποία φαίνεται να κοιτάζει και ο μικρός- και ύστερα πάλι τον αδερφό του. Ακούγονται κορναρίσματα. Ο Γιώργος βλέπει ότι το φανάρι έχει πρασινίσει και ξεκινάει.

Γιώργος
Μικρέ, σου είπα ψέματα.

Ο Γιάννης γυρίζει και κοιτάζει τον μεγάλο του αδερφό.

Γιώργος
Με ακούς, ρε;

Γυρίζει απότομα και βλέπει ότι ο μικρός αδερφός του τον κοιτάζει.

Γιώργος
Μια χαρά είναι ο μπαμπάς! Έτσι σου είπα ότι πέθανε. Για πλάκα... Γιατί βασικά ξέρω ότι ούτε εσύ τον γουστάρεις. Γιατί ξέρεις ότι τώρα που βρήκε πάλι γκόμενα θα παρατήσει και τη δική σου τη μάνα, όπως έκανε με τη δικιά μου...
Μια χαρά είναι ο μαλάκας! Ζει και βασιλεύει! Αυτός μου είπε να έρθω και να σε πάρω από το σχολείο. Δεν προλάβαινε βλέπεις…
(…)
Τέλος πάντων… δε ντύθηκες τζάμπα έτσι μασκαράς…
Πέθανε ο παππούς…
Καλός καραγκιόζης ήταν κι αυτός!

Ο Γιάννης ξαναγυρίζει το κεφάλι του στο πλάι και συνεχίζει να κοιτάζει έξω από το παράθυρο.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Άρης και Ειρήνη

σκηνή 1η: ημέρα, εξωτερικό (πλαζ λουόμενων)
Ο Άρης, 29 ετών και η Ειρήνη 32 είναι ξαπλωμένοι πάνω στις πετσέτες τους και λιάζονται. Ανάμεσά τους υπάρχουν άλλες δυο πετσέτες και τριγύρω τους άλλα σκορπισμένα ρούχα, αντρικά και γυναικεία, τσάντες, σανδάλια κ.λπ. Η Ειρήνη ασχολείται με το κινητό της και ο Άρης βάζει ξανά και ξανά αντηλιακή κρέμα στους ώμους του. Ο ένας ρίχνει κλεφτές ματιές στον άλλον ώσπου τα βλέμματά τους διασταυρώνονται.

Άρης
Ωραία, ε;

Ειρήνη
Τι είπες;

Άρης
Ωραία θάλασσα!

Ειρήνη
Ναι, καλά είναι.

Άρης
Δε θα μπεις;

Ειρήνη
Που να μπω;

Άρης
Στη… θάλασσα.

Ειρήνη
Α, μπα! Είμαι αδιάθετη.
Εσύ;

Άρης
Κι εγώ.

Ειρήνη
Τι κι εσύ;

Άρης
Ε… κι εγώ… Βαριέμαι.

Ειρήνη
Α…

Άρης
Εγώ είμαι ο Άρης.

Ειρήνη
Κι εγώ η Ειρήνη.

Η Ειρήνη αφήνει κάτω το κινητό της και απλώνει το χέρι της προς τον Άρη χαμογελώντας τυπικά. Ο Άρης πάει να δώσει το χέρι με το οποίο άπλωνε την αντηλιακή, το ξανασκέφτεται κοιτάζοντας το και τρίβοντας τα δάχτυλά του και δίνει το άλλο.

Άρης
Χάρηκα!
Αν και νομίζω ότι μας σύστησαν χθες τα παιδιά.

Ειρήνη
Α, ναι;

Άρης
Είσαι με τον Ηλία;

Ο Άρης δείχνει με το κεφάλι δύο τύπους που παίζουν ρακέτες στα αριστερά της Ειρήνης. Η Ειρήνη γυρίζει το κεφάλι της. Ο ένας από τους δύο που παίζουν ρακέτες τη χαιρετάει. Η Ειρήνη του στέλνει ένα φιλί και ξαναγυρίζει προς τον Άρη.

Ειρήνη
Τι εννοείς;

Άρης
Ε… είστε… μαζί;

Ειρήνη
Α! Όχι, όχι!

Άρης
Ευτυχώς! Δεν τον πάω καθόλου. Δεν είναι πολύ δήθεν;

Ειρήνη
Ο Ηλίας είναι αδερφός μου.

Άρης
Α, ναι; Ε… από ρακέτες σκίζει πάντως, ε;

Ο Άρης ξαναρχίζει να βάζει αντηλιακό στους ώμους και τα χέρια του. Η Ειρήνη τον κοιτάζει χαμογελαστή.

Ειρήνη
Από πού είσαι, Χάρη;

Άρης
Άρη!

Ειρήνη
Άρη… ναι!

Άρης
Μένω στην Αθήνα, αλλά η καταγωγή μου είναι από την Κρήτη.

Ειρήνη
Αλήθεια; Μέσα από την Κρήτη; Έχω μια φίλη που…

Χτυπάει το κινητό της. Κοιτάζει την οθόνη και το ξαναφήνει δίπλα της χωρίς να απαντήσει. Ο Άρης κοιτάζει το κινητό και μετά την Ειρήνη.

Άρης
Εσύ;

Ειρήνη
Ε… εγώ… δουλεύω σε τράπεζα.

Άρης
Καλή φάση!
Έχω κι εγώ μια φίλη που…

Το κινητό χτυπάει όλο και πιο δυνατά. Ο Άρης και η Ειρήνη κοιτάζουν πρώτα τη συσκευή και μετά ο ένας τον άλλον.

Ειρήνη
Είναι ο πρώην μου. Δε θέλω να του απαντήσω.

Άρης
Χωρίσατε;

Ειρήνη
Ε, για να είναι πρώην μου;

Άρης
Σωστά!

Ειρήνη
Εσύ;

Άρης
Τι; Αν θέλω να του απαντήσω;

Ειρήνη
Η φίλη σου που είναι;

Άρης
Α! Κι εγώ, κι εγώ…

Ειρήνη
Τι; Χωρίσατε;

Άρης
Όχι! Ε… έφυγε… Δε ζει πια…

Ειρήνη
Ωχ! Με συγχωρείς! Δεν ήθελα…

Άρης
Όχι, όχι! Δε ζει πια στην Ελλάδα! Έφυγε για την Αμερική. Μεταπτυχιακά…

Ειρήνη
Α! Δε θα πας να την βρεις;

Άρης
Μπα! Δύσκολο. Φοβάμαι και τα αεροπλάνα…

Ειρήνη
Έλα ρε! Τι φοβάσαι; Το πιο ασφαλές μέσο είναι το αεροπλάνο. Περισσότερες πιθανότητες έχεις να πάθεις κάτι αν ταξιδεύεις με το αυτοκίνητο.
Κι έπειτα αν είναι η ώρα σου…

Άρης
Ναι, ξέρω… Κι αν είναι η ώρα του πιλότου, εγώ τι φταίω;

Ένα κίτρινο μπαλάκι έρχεται και χτυπάει με δύναμη τον Άρη στο μέτωπο. Ο Άρης πιάνει το κεφάλι του. Η Ειρήνη ανασηκώνεται, γυρίζει προς τον αδερφό της και μετά προς τον Άρη. Πιάνει το μπαλάκι και το πετάει στη θάλασσα. Πλησιάζει τον Άρη και αγγίζει το χέρι του, το οποίο κρύβει το πρόσωπό του.

Ειρήνη
Είσαι καλά; Χάρη;

Άρης
Άρη!

Ειρήνη
Ωχ! Σου μαύρισε το μάτι! Γαμώτο!

Άρης
Ο αδερφός σου ήταν;

Ειρήνη
Όχι… ο άλλος.

Άρης
Τον πούστη! Θα τον γαμήσω!

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Άννα και Μαρία

σκηνή 1η: ημέρα, εσωτερικό (εστιατόριο ΝΕΟΝ στην Ομόνοια)
Είναι δύο το μεσημέρι. Η αίθουσα του εστιατορίου είναι γεμάτη κόσμο. Στο ταμείο έχει σχηματιστεί ουρά από πελάτες. Από τα τραπέζια ακούγονται έντονοι διάλογοι σε διάφορες γλώσσες. Κυριαρχούν τα σπαστά ελληνικά. Κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα της εισόδου, ο θόρυβος της πόλης εισβάλλει μέσα στο χώρο. Στο ταμείο έρχεται η σειρά της Άννας να πληρώσει. Είναι γύρω στα τριάντα με μακριά μαύρα μαλλιά. Πληρώνει και ψάχνει με το βλέμμα της να βρει άδειο τραπέζι. Προσπαθεί με δυσκολία να ισορροπήσει το δίσκο της αλλά και τον τεράστιο σάκο που έχει κρεμασμένο στον ώμο. Όλα τα τραπέζια είναι γεμάτα. Βλέπει ένα τραπέζι για τέσσερα άτομα, στο οποίο κάθεται μόνη της μια γυναίκα. Είναι στην ηλικία της Άννας, με κοντά βαμμένα κόκκινα μαλλιά. Φαίνεται πως έχει τελειώσει το γεύμα της και πίνει μπύρα διαβάζοντας μία εφημερίδα. Η Άννα πλησιάζει το τραπέζι και ακουμπάει στην άκρη του το δίσκο της. Η άλλη γυναίκα τον κοιτάζει με την άκρη του ματιού της.

Άννα
Συγνώμη! Μπορώ να καθίσω;

Μαρία
Περιμένω παρέα…

Άννα
Μαρία!;

Μαρία

Άννα
Μαρία, τι κάνεις; Δε με θυμάσαι; Η Άννα είμαι…

Μαρία
Α, γεια σου Άννα! Ε... δε σε γνώρισα.

Η Άννα κάθεται, κρεμάει το σάκο της στη διπλανή καρέκλα και ξεκουμπώνει το παλτό της. Η Μαρία παρακολουθεί της κινήσεις της, ενώ κοιτάζει το ρολόι της νευρικά.

Άννα
Δεν το πιστεύω! Πόσα χρόνια έχω να σε δω, ρε; Καλά, έχεις αλλάξει τελείως! Άλλος άνθρωπος…

Μαρία
Ναι… Κι εσύ.

Άννα
Τι κι εγώ, μωρέ; Εγώ ίδια έμεινα. Κι απέξω κι από μέσα. Όπως τα θυμάσαι.

Μαρία
Ναι, ε;

Άννα
Γάμησε τα! Τέλμα… Πάλι καλά που κατεβαίνω και καμιά βόλτα στην Αθήνα να δω τον αδερφό μου και αλλάζω λίγο παραστάσεις. Εσύ, μένεις τώρα μόνιμα εδώ, ε;

Μαρία
Ναι. Πέντε χρόνια τώρα.

Άννα
Α! Από τότε, ε; ( … ) 
Θα 'χεις κάνει καινούριους φίλους εδώ, ε; Μη μου πεις!
Τι παρέα περιμένεις; Κανένα πρόσωπο; 
Παίζει τίποτα καλό;

Μαρία
Κανέναν δεν περιμένω, Άννα. Για να μη καθίσεις μαζί μου το είπα. Γιατί δε γούσταρα. Σε είδα που έψαχνες για τραπέζι και προσπάθησα να κρυφτώ. Να μη με δεις. Δεν είχα καμία όρεξη ούτε να σε ξαναδώ ούτε να τα ξαναπούμε. Κι ας περάσανε πέντε χρόνια από τότε. Και εκατόν πέντε να περάσουν, δε θα αλλάξει τίποτα για μένα. Δε θέλω να ξέρω τίποτα. Ούτε για σένα ούτε για εκείνον. Για μένα δεν υπάρχετε. Μη σηκώνεσαι, σε παρακαλώ! Δεν προκείται να βρεις ελεύθερο τραπέζι τέτοια ώρα. 
Κάθισε! Εγώ, άλλωστε, έχω τελειώσει…

Η Μαρία σηκώνεται, μαζεύει το μπουφάν και την τσάντα της, φιλάει την Άννα βιαστικά στο μέτωπο και φεύγει, αφήνοντας πάνω στο τραπέζι την εφημερίδα που διάβαζε. Η Άννα έχει μείνει να κοιτάζει την άδεια αποσβολωμένη. Έχει σχεδόν βουρκώσει. Πιάνει το πιρούνι της, το φέρνει στη σαλάτα και το αφήνει πάλι κάτω. Βγάζει και ανάβει ένα τσιγάρο. Το βλέμμα της πέφτει πάνω στην εφημερίδα της Μαρίας και κυρίως σε μια φωτογραφία που ξεχωρίζει ανάμεσα στις ειδήσεις. Το χέρι της τρέμει, καθώς τραβάει την εφημερίδα κοντά της.