Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Οι πρώτες μας φορές (μέρος γ')

Το βράδυ εκείνο επιλέξαμε να μείνουμε στο σπίτι. Όλοι οι άλλοι, οι συγκάτοικοι κάτι είχαν κανονίσει. Όχι πως από εμάς μας έλειπε η όρεξη. Το αντίθετο. Απλώς, με άλλα πέντε άτομα διαρκώς –και μεταφορικά ασφαλώς- μέσα στα πόδια μας, δε βρίσκαμε το χρόνο να μπούμε κυριολεκτικά ο ένας μέσα στα πόδια του άλλου.
Είχε μαγειρέψει ρύζι με κάτι –ίσως γαρίδες, δε θυμάμαι ακριβώς- και γκρίνιαζε διαρκώς πως δε το είχε πετύχει. Εγώ έκοψα μονάχα τη σαλάτα. Είχαμε πάρει και ένα φτηνό κόκκινο κρασί από το supermercado, που ωστόσο δεν ήταν τόσο κακό όσο ίσως ακούγεται. Και ειδικά υπό αυτές τις περιστάσεις.
Το ρύζι ήταν μια χαρά. Το «κάτι», με το οποίο το είχε συνοδέψει, νομίζω πως ακόμα δεν το χώνεψα, αλλά μέσα σε μία τόσο νόστιμη βραδιά, σιγά μη κάτσω να σταθώ σε λεπτομέρειες.
Φάγαμε, ήπιαμε, τα είπαμε λιγάκι –σε λίγες μέρες θα επέστρεφα και οι γνώστες ανησυχίες μας πάλι ξαναγεννιόνταν- και ύστερα σηκωθήκαμε ταυτόχρονα. «Εγώ θα πάω να ξαπλώσω», μου είπε με ένα ύφος, και καλά, πως ήταν κουρασμένη. «Καλά. Πλένω τα πιάτα κι έρχομαι κι εγώ», της είπα, δήθεν αδιάφορα. «Να μην αργήσεις», νομίζω πως της ξέφυγε, κοιτάζοντας την πλάτη μου, σχεδόν ενοχλημένη.
Γενικά, μου αρέσει να πλένω τα πιάτα αμέσως μετά το φαγητό. Το βρίσκω σα μέρος αναπόσπαστο της διαδικασίας. Κι επίσης, επειδή μαζί με όλο το σπίτι μοιραζόμασταν και την κουζίνα και το νεροχύτη φυσικά, δεν έπρεπε να αφήνουμε τα άπλυτα να στοιβάζονται. Σίγουρα, θα μπορούσα να το κάνω πιο μετά, αλλά η ιδέα της σύντομης και τόσο φανερά αδικαιολόγητης εκείνης προσμονής μας τρέλαινε εξίσου και τους δύο.
Όταν πήγα κι εγώ επιτέλους στο δωμάτιο, εκείνη είχε ήδη διαλέξει τη σωστή τη μουσική και, κάτω από την κουβέρτα της, έκανε πως διαβάζει. Ξεντύθηκα, άρπαξα το βιβλίο και το πέταξα στο πάτωμα και άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό και ύστερα πιο κάτω. Εκείνη, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να φωνάζει. «Όχι, δε θέλω, άσε με!», και άλλα τέτοια που με έκαναν απλά να συνεχίζω. Σύντομα οι φωνές της υποχώρησαν. Έγιναν βόμβοι, αναστεναγμοί, πνιχτές προσκλήσεις αμετάφραστες, να μπω όσο πιο μέσα γινόταν στο δωμάτιο, αφού ως εκεί, που είχα βρεθεί, δεν έφτανε καθόλου. Κι ύστερα, την ώρα που μοιραζόμουν με την κλειτορίδα της τα γνώριμα -πολύ δικά μας- μυστικά, άκουσα να μου ψιθυρίζει, «τώρα!».
Το πήδημά μας ήταν άγριο. Την κάρφωνα για ώρα στο κρεβάτι. Κι ο εναλλασσόμενος τόνος της πηδημένης της φωνής, μαζί με τους σπαρακτικούς τριγμούς του αρχαίου κρεβατιού της, έδιναν τον κατάλληλο ρυθμό στην κίνηση ολόκληρου του κόσμου.
Κάποια στιγμή ακούσαμε να ανοίγει η εξώπορτα. Κάποιοι, μπορεί και όλοι, από τους παρείσακτους είχανε επιστρέψει. Κοιταχτήκαμε, χωρίς να διακόψουμε στιγμή την πάλη μας και ύστερα εκείνη έκανε να απλώσει μηχανικά το χέρι της, να φτάσει ως τον υπολογιστή, να δυναμώσει του τραγουδιού την ένταση, να μας εξαφανίσει.
Η στάση μας όμως δεν επέτρεπε τέτοιες ενέργειες πολύπλοκες και έτσι, βγαίνοντας για λίγο από μέσα της, την άφησα να μετακινηθεί, να κάνει τη δουλειά της. Εκείνη γύρισε το σώμα της ανάποδα και έρποντας πάνω στα σεντόνια μας, έφτασε μέχρι τους πρόποδες του σιδερένιου κρεβατιού -εκεί από όπου πήγαζε της νύχτας μας το σάουντρακ- και ανέβασε στα τέρματα τον ήχο.
Την ώρα εκείνη η λίστα έπαιζε ένα άγριο τραγούδι μεθυσμένο.
Η θέα του κώλου της, έτσι όπως είχε το σώμα της τεντώσει, με το κεφάλι της να κρέμεται στου κρεβατιού τα βάραθρα, με έβαλε σε σκέψεις αναπόφευκτες. Έκανε να γυρίσει πάλι ανάσκελα, εκεί που είχαμε μείνει, κι εγώ αμέσως την εμπόδισα. Ξάπλωσα από πάνω της και την ακινητοποίησα με πόδια και με χέρια. «Τι κάνεις;», μόλις που πρόλαβε να πει, ενώ εγώ εισέβαλα ξανά μέσα στην άβυσσό της.
Η μουσική ήτανε λες και είχε σχηματίσει ξαφνικά έναν αόρατο άτρωτο ηχοφράχτη ανάμεσα στους άλλους και σε εμάς. Ανάμεσα στο σύμπαν μας κι όλον τον άλλο κόσμο. Μας έκρυβε καλά και μας προστάτευε. Μας δέσμευε μες στον δικό της το ρυθμό και μας απελευθέρωνε ταυτόχρονα. Ακόμα και τη δική της τη φωνή ήτανε πια αδύνατο για να την καταλάβω.
Ακόμα και τη σκέψη μου να ακούσω δε γινόταν πια. Δεν άκουγα τη σκέψη μου, αλλά δεν ξέρω αν έφταιγε στ’ αλήθεια το τραγούδι ή ήτανε κάτι άλλο. Κάτι, την ένταση του οποίου πλέον δεν ήταν ικανός κανείς να ψάξει τρόπο ασφαλή, κάπως να την ελέγξει.
Ακούγαμε τις τελευταίες πια στροφές του τραγουδιού, και τότε ήταν που άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της με αληθινή μανία. Του κρεβατιού η πλάτη βαρούσε πια με ερωτευμένη, ακατανίκητη οργή τον τοίχο μας. Τα πόδια του στο δάπεδο ανοίγανε κρατήρες. Σαν να έστελνε το κρεβάτι μας μηνύματα, με κάποιο άγνωστο μυστηριώδη κωδικό, σε όσους τριγύρω από μας νομίζανε πως ζούσαν. Δεν ξέρω αν ένιωσε κανείς την απειλή. Λίγο ακόμα και το οικοδόμημά τους θα κατέρρεε. Και ίσως μαζί με αυτό να γκρεμίζονταν και η Μαδρίτη κι ολόκληρη η γηραιά μας ήπειρος. Δεν ξέρω αν αισθάνθηκε κανείς εκείνην την ελπίδα. Το νέο κόσμο που ίσως να ξαναγεννιότανε μέσα από εκείνα τα περήφανα ερείπια του ίδιου του έρωτά μας.
Το επόμενο τραγούδι ήταν πολύ πιο ήρεμο. Και οι δυο μας, ξαπλωμένοι πια και σφιχταγκαλιασμένοι, αφουγκραζόμασταν την λαχανιασμένη ικανοποίηση μαζί με τον παμφάγο βρυχηθμό του «θέλω κι άλλο ακόμα».
Τι πάει να πει «ακόμα»; Θέλεις και άλλο; Τι εννοείς; Εμείς μόλις αρχίσαμε. Αυτή ήταν μόλις η πρώτη μας φορά. Μία ακόμα πρώτη.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Οι πρώτες μας φορές (μέρος β')

Μια άλλη πρώτη μας φορά, που έτσι τυχαία μου έρχεται στο νου, ήταν εκείνη στη Θεσσαλονίκη. Εντάξει, αυτή ήταν κι η τελευταία μας, θα έλεγε εκείνη με το λογιστικό της το μυαλό ή ίσως θα επισήμανε κάποιος σχολαστικός και ηδονοβλεψίας αναγνώστης. Κι όμως, ακόμα και η τελευταία μας φορά, ως μια χαρά πρώτη φορά εγώ θα τη θυμάμαι.
Ήτανε η παραμονή των γενεθλίων της. Ήταν σε πένθος –είχε μόλις πεθάνει ο παππούς- κι έτσι δε σκόπευε να τα γιορτάσει. Είχε ανεβεί να βρει τις φίλες της, με τις οποίες την επόμενη θα έφευγαν για τις διακοπές τους. Εγώ ανέβηκα για να της πω χρόνια πολλά και να τη δω λιγάκι. Γενικά όλοι μας τότε ακόμα ανεβαίναμε ή έτσι τουλάχιστον νομίζαμε. Η πτώση ξεκίνησε μετά.
Ίσως τελικά να πήγα στη Θεσσαλονίκη, όχι για να τη δω, μα πιο πολύ για να με δει εκείνη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Είναι εκεί που μάλλον αρχίζουν να μαλώνουνε μες στο κεφάλι του αναγνώστη η ιδιότητα του σχολαστικού με εκείνη του ηδονοβλεψία.
Εγώ έμενα στο Νίκο. Εκείνη από εδώ και από εκεί, όπως της άρεσε, σε αυτή τη φάση της ζωής της.
Κανονίσαμε να συναντηθούμε σε κάποιο μέρος κεντρικό. Είχα μαζί μου ελάχιστα λεφτά. Μόλις που μου έφταναν για μια-δυο μπύρες και για τα εισιτήρια. Ο Νίκος έλειπε και ούτε καν να δανειστώ το βράδυ εκείνο δε μπορούσα.
Από το να πάω με άδεια χέρια και να έχω για να πληρώσω τα ποτά, διάλεξα φυσικά το πρώτο. Έφαγα μισή ώρα στην Εγνατία να ψάχνω λουλουδάδικο. Στο τέλος βρήκα ένα πλάι σχεδόν στο μέρος όπου είχαμε ορίσει για το ραντεβού.
Δεν ξέρω τι απέγινε εκείνο το κόκκινο –νομίζω- τριαντάφυλλο. Είναι πολλά αυτά που αναρωτιέμαι τί απέγιναν ή τί θα απογίνουν.
Δεν το είχε αποφασίσει αν θα κοιμόμασταν μαζί το βράδυ εκείνο. Ίσως να ήταν η εξέλιξη του ραντεβού που να την έκανε να έρθει τελικά κι αυτή στο σπίτι όπου έμενα. Ίσως και να ήταν κάτι άλλο.
Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του Νίκου – εγώ κανονικά κοιμόμουνα στον καναπέ. Θυμάμαι πόσο γρήγορα άλλαξα τα σεντόνια και πόσο αργά και βασανιστικά τα ξαναάλλαξα το επόμενο πρωί, πριν επιστρέψει ο φίλος μου στο σπίτι.

Λίγο νωρίτερα στο Ούρμπαν μου είχε κάνει κάτι περίεργα παράπονα. Πως νιώθει, έλεγε, περίεργα με το σώμα της. Πως δεν της δείχνω πόσο πολύ το αγαπώ. Μου είχαν φανεί τόσο πολύ εξωφρενικά. Αυτό το σώμα είχε πια μες στο μυαλό μου πάρει διαστάσεις μεταφυσικές. Δεν ήταν απλώς ο ορισμός της θηλυκότητας, μα η ίδια η εμπράγματη αφήγηση κάθε απωθημένου και φαντασίωσης μου. Δεν ξέρω αν δεν το έδειχνα πραγματικά. Ίσως δεν ξέρω αν τελικά το έχω στο να δείχνω. Πάντως, νομίζω πως τουλάχιστον λιγάκι υπερέβαλε. Από την άλλη ποιος είμαι εγώ, που θα μιλήσω για υπερβολές;

Ξαπλώσαμε λοιπόν στο ξένο το κρεβάτι –κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθώ να κάτσω και να απαριθμήσω όλα του κόσμου τα κρεβάτια που μας φιλοξένησαν- και αρχίσαμε αμέσως το παιχνίδι. 
Μου άρεσε τόσο πολύ να εξερευνώ με τη γλώσσα μου το σώμα της κι ακόμα πιο πολύ μου άρεσε να βλέπω πόσο πολύ της άρεσε εκείνης. Μετά όμως ειδικά από εκείνα τα περίεργα παράπονα της, η γλώσσα μου στ’ αλήθεια λαχταρούσε να της αποδείξει πόσο άδικο είχε τελικά. Και δε μιλάω μόνο για το μουνί της ή τον κώλο της. Αυτό θα ήτανε το προφανές. Και δε μιλάω μόνο για τα βυζιά της. Αυτά ποτέ δε μου έκαναν παράπονα. Μιλάω για το όλον της κορμί. Το σύνολο της επιφάνειάς της.
Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτή η εξερεύνηση. Δύσκολο σε τέτοιες καταστάσεις να κρατήσεις επαφή, υπό το βάρος όλως των άλλων των αισθήσεων, με την ασήμαντη την αίσθηση του χρόνου. Θυμάμαι μόνο πως συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχε η γλώσσα μου μουδιάσει, την ώρα που διέτρεχε για ακόμα μια φορά τη ραχοκοκαλιά της.
Σταμάτησα και είδα το σώμα της να πάλλεται. Όχι πως ήμουν σε καλύτερη κατάσταση εγώ. Μετά από τόσα πολλά ορεκτικά, κι οι δυο μας με μανία πια αναζητούσαμε του έρωτα μας το κυρίως πιάτο. Το μόνο που έμενε ήταν κάποιος να βρεθεί την ώρα την κατάλληλη και να το παραγγείλει.
Πηδηχτήκαμε όμορφα, αργά, αρμονικά. Χωρίς βία και ακροβατικά, που άλλοτε συνηθίζαμε. Και όταν τέλειωσα, ένιωσα πως τέλειωνε κι ο χρόνος μου μαζί μου.
Ξάπλωσα δίπλα της και την αγκάλιασα. «Σε αγαπώ», της είπα. Δεν ξέρω πως μου ήρθε. Πρώτη φορά πρέπει να λέω κάτι τόσο αυτονόητο μετά από του έρωτα τη σκοτεινή διαδικασία. Μου βγήκε έτσι αυθόρμητα. Λες κι ήτανε το σώμα μου εκείνο που το είπε. Λες κι ήταν το δικό της σώμα στο οποίο απευθύνοταν.
«Τι είπες», με ρώτησε, με ύφος σα να την αιφνιδίασα.
«Σε αγαπώ», της επανέλαβα.

«Τι είπες», ακόμα με ρωτάει.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Οι πρώτες μας φορές (μέρος α')

Μια από τις πιο δύσκολες ερωτήσεις που θα μπορούσα να απευθύνω στον εαυτό μου είναι πότε ήταν η πρώτη φορά που κάναμε έρωτα. Επίσης, ούτε στην ερώτηση πώς ήτανε η πρώτη μας φορά, μπορώ να δώσω με ασφάλεια απάντηση. Στην πρώτη περίπτωση, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μία πρώτη φορά, αλλά πολλές. Στην ουσία, λίγο πολύ, όλες μας οι φορές πρώτες ήταν. Όποτε, κάπως έτσι προκύπτει και η δυσκολία του δεύτερου ερωτήματος: υπάρχουν τόσα «πώς» όσες και οι πάντα πρώτες μας φορές.
Έτσι, στην τύχη, μπορώ να απαριθμήσω μερικές, και μάλιστα παραλείποντας την όντως πρώτη χρονικά ή έστω ημερολογιακά, αφού άλλο του ημερολογίου η εφεύρεση κι άλλο η σκοτεινή ψευδαίσθηση του χρόνου.

Μια –πολύ- πρώτη μας φορά ήταν μόλις που είχα επιστρέψει από κάποιο σύντομο ταξίδι στην Αθήνα. Θυμάμαι πως έβρεχε σε όλη σχεδόν τη διαδρομή, όπως νομίζω πως θυμάμαι και τη μουσική που άκουγα στο δρόμο.
Πέρασα αμέσως από το σπίτι της, γιατί στ’ αλήθεια μου είχε λείψει αρκετά κι ήθελα να συνδέσω την επιστροφή μου με εκείνη. Άλλωστε, και στο εξής σε όλα τα επόμενα ταξίδια, όταν επέστρεφα, σε εκείνη ήταν που επέστρεφα και όχι φυσικά στην πόλη μου, στο σπίτι ή έστω στην καθημερινότητά μου.
Χτύπησα το κουδούνι της –ήμασταν στις αρχές ακόμα και δε μου είχε δώσει τα κλειδιά- και ανυπόμονος περίμενα να μου ανοίξει. Άργησε τόσο, που άρχισα να σκέφτομαι πως ίσως είχε βγει, μα πάνω που πήγα να βγάλω το τηλέφωνο την άκουσα να ξεκλειδώνει.
Ήταν τυλιγμένη στις πετσέτες της και το νερό έσταζε ακόμα από τα μαλλιά της, ενώ ρυάκια έτρεχαν στα μπούτια της και μούσκευαν το πάτωμα και τη διάθεσή μου.
Την αγκάλιασα και οι σταγόνες της βροχής αγκάλιασαν και αυτές του αχνίζοντος κορμιού της τις σταγόνες.
Δεν είπαμε πολλά. Ίσως και να μη μιλήσαμε καθόλου. Πήγαμε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Ξαπλώσαμε. Εκείνη ήδη ήτανε γυμνή. Εγώ ούτε που θυμάμαι πως ξεφορτώθηκα τη μπλούζα και το παντελόνι μου. Και τότε, μόλις τα σώματά μας αναγνωρίστηκαν ξανά, χωρίς την περιττή τη μεσολάβηση των ρούχων, ένιωσα ξαφνικά κάτι σαν ρεύμα θανατηφόρας έντασης να με διαπερνάει. «Τι είναι αυτό», αναρωτήθηκα, ενώ κρατώντας την από τη μέση, έχωνα λαίμαργα το πρόσωπό μου στο μουνί της.
Δε μπόρεσα μια πρόχειρη απάντηση να βρω. Και έτσι, όσο και να διψούσα για τα πληθωρικά υγρά της, έστρεψα ξανά την προσοχή μου στην επιδερμίδα της. Άρχισα να τη χαϊδεύω και να τη γλύφω με μανία. Δεν πίστευα αυτό που μου συνέβαινε. Ο εξωτερικός φλοιός του αντικείμενου του πόθου μου με είχε συνεπάρει. Ένιωθα λες και δεν ήμουνα εγώ που χάιδευα το δέρμα της, αλλά πως ήταν, με κάποιο τρόπο ανεξήγητο, το δέρμα της που χάιδευε τα δάχτυλά μου.
Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησαν αυτά τα προκαταρκτικά. Ίσως σε κάποιο σύμπαν άγνωστο, παράλληλο, τα χέρια μου να την εξερευνούν ακόμα. Θυμάμαι βέβαια πολύ καλά το ερωτευμένο πήδημα μας που ύστερα ακολούθησε. Έρωτας πλήρης, κυριολεκτικός. Και όχι «σεξ» και τέτοιες μονολεκτικές, σύντομες ιστορίες.
Από το απόγευμα εκείνο οι σκέψεις μου είχανε πλέον στοιχειωθεί από την έμμονη ιδέα του πιο μεθυστικού περιτυλίγματος που γνώρισε ποτέ η εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους. Έφευγα μακριά, ταξίδευα και η ανάμνηση αυτή ήταν η πρώτη που μου γεννούσε μέσα μου την αίσθηση της έλλειψης, πριν καν ακόμα δημιουργηθούν μες στο μυαλό η απόσταση και η απουσία.
Η καριολίτσα, αυτό το γνώριζε καλά. Και δεν παρέλειπε ποτέ να μου το υπενθυμίζει. «Σου λείπει η επιδερμίδα μου;» μου έστειλε ένα χιονισμένο βράδυ στις Βρυξέλλες σαδιστικά ένα μήνυμα. Και πριν προλάβω να δώσω την αυτονόητη απάντηση, μου σκάει και μια ημίγυμνη ημιτελή φωτογραφία. Όχι κάτι πολύ προκλητικό. Καμία σχέση με κώλους και βυζιά. Τίποτα τέτοιο. Ένα κομμάτι μόνο του λαιμού της. Κι όμως αρκούσε να μου θυμίσει πόσο πρώτη ήταν εκείνη η πρώτη μας φορά, το μουσκεμένο αυτό απόγευμα εκείνου του μακρινού, σαν να ήταν χθες τουλάχιστον, Οκτώβρη.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ο καλύτερος σκύλος του ανθρώπου

Οι άνθρωποι, τα σκυλιά και οι κατσίκες είναι τα μόνα ζώα που μπορούν να επιβιώσουν σε όλα τα μήκη, τα πλάτη και τα ύψη του πλανήτη. Και αν μια αδέσποτη κατσίκα που περιφέρεται στους δρόμους δεν είναι και το πιο συνηθισμένο θέαμα, οι άλλοι δύο φαίνεται πως τα καταφέρνουμε, δημιουργώντας εκεί έξω, εδώ και αιώνες, ένα παράλληλο σύμπαν σε διαρκή κίνηση.
Η ιστορία της αλητείας της ιστορίας. Οι νόμοι του δρόμου υπακούουν αποκλειστικά στο σύνταγμα των αισθήσεων. Οι αλήτες της πόλης, όπως και οι πλάνητες του κόσμου, αναγνωρίζονται μεταξύ τους από την ποσότητα του δρόμου που κουβαλάνε πάνω τους. Ανώνυμοι τροφοσυλλέκτες ή ερωτοσυλλέκτες διασταυρώνονται και χαιρετιούνται δείχνοντας τα δόντια τους.
Αντιστροφή της εξέλιξης των ειδών. Οι κοινωνικές συμβάσεις υποχωρούν, ενώ τα άγρια ένστικτα αφυπνίζονται. Ο ύπουλος πόνος της απώλειας υπάρχει για να θυμίζει σε όλους τη βάρβαρη καταγωγή μας. Τα δεσμά της ασφαλούς συμβίωσης αντικαθίσταται από τη συνοχή και τη συνενοχή της αγέλης. Η εξάρτηση καταλύεται και οι αδέσποτοι γίνονται απελεύθεροι.
Η πόλη μου και τα σκυλιά σας. Αν δε μπορούν να ζουν χωρίς εμάς, τότε να τα στειρώσουμε ή να τα αποκεφαλίσουμε! Αν είναι επικίνδυνα, τότε να τα μεταμορφώσουμε σε πυλώνες της ΔΕΗ! Αν είναι αντιαισθητικά, τότε να στήσουμε πάνω τους ακόμα μια σειρά με τραπεζοκαθίσματα! Η πόλη έχει ανάγκη τους αλήτες της. Οι αλήτες ξέρουν. Η πόλη, αν δεν τους ρωτήσει, δε θα μάθει ποτέ.

«…οι δε κύνες μάλλον αίσθησιν παρείχον του αποβαίνοντος δια το ξυνδιαιτάσθαι.» Θουκυδίδης

(προλογικό σημείωμα για την έκθεση της Μαρίας Ανδρομάχης Χατζηνικολάου "My Best Friend", Μάιος 2009) 

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

πέτρες

Τα τέσσερα ντουβάρια που ορίζουνε το σπίτι σου.
Ο τοίχος που είχατε βάλει από παιδιά ως σύνορο της γειτονιάς σου.
Οι αρχαίες οχυρώσεις που κάποτε προστάτευαν την πόλη σου
- μεγάλωσε η πόλη σου,
και τώρα αυτά, μπάζα καταμεσής στο κέντρο, περισσέψαν.
Τα νέα τείχη τα αόρατα τριγύρω από τον κόσμο.
Ο βράχος που έστειλες εκεί ψηλά, στη σιωπηλή στρατόσφαιρα,
τροχιές να διαγράφει διαρκώς γύρω απ' τον εαυτό σου.

Τα βότσαλα που ξεχαστήκαν μες στο σάκο σου
και θα τα βρεις ξανά το άλλο καλοκαίρι. 


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

η παρεξηγηση

"θα ηθελα να ησουν εδω", του ειπε. "κ εγω το ιδιο θα ηθελα", απαντησε εκεινος. εκλεισαν το τηλεφωνο κ αρχισαν αμεσως κ οι δυο να ετοιμαζονται. ειχαν κ οι δυο ταυτοχρονα την ιδια ακριβως ιδεα. κ οι δυο τους, ομως, ειπανε να την κρατησουν μυστικη, να μην χαλασουνε την εκπληξη. λιγες ωρες αργοτερα η λαχταρα που ειχανε να δει ο ενας τον αλλον ειχε τουλαχιστον διπλασιαστει, μα η μεταξυ τους χιλιομετρικη αποσταση παρεμενε η ιδια

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

ή μήπως δεν το ξέρατε;

Το ξέρατε πως δε θα ερχόμουν μόνος μου.
Το ξέρατε πως η παρέα μου τα γούστα σας πληγώνει.
Το ξέρατε πως θα αδειάσω τα μπουκάλια σας.
Το ξέρατε πως το τραπέζι θα τσακίσω.
Το ξέρατε πως θα έκαναν παράπονα οι γείτονες.
Το ξέρατε πως κάποτε θα έφταναν οι μπάτσοι.
Το ξέρατε πως θα ριχνόμουν στις γυναίκες σας.
Το ξέρατε πως όλων σας θα έσπαγα τα μούτρα.

Εσείς με προσκαλέσατε.
Δεν ήρθα από μόνος μου.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

συνεννόηση

Εγώ θα βάζω τις φωνές
κι εσύ θα μεταφράζεις.

Εσύ θα φέρνεις λέξεις στο μυαλό
κι εγώ θα τις μαντεύω. 

Εγώ θα λέω ό,τι μου 'ρχεται
κι εσύ θα απολογήσε:
"Μην τον ακούτε! Έχει πιει.
Μην τον παρεξηγείτε!"

Εγώ θα ψάχνω λόγια μαγικά
κι εσύ θα μου τα βρίσκεις.
Εσύ θα ψάχνεις λόγια ακριβά
κι εγώ θα σου τα κλέβω.

Εγώ θα λέω αυτό που θες
κι εσύ θα λες πως θέλεις.

Εσύ θα λες, "σε κλείνω, είναι αργά"
κι εγώ θα σε ανοίγω.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

μικρή βδομάδα

Δευτέρα άφησα το σπίτι μου.
Πήρα μαζί μου το κλειδί, μα λίγο αργότερα το πέταξα βαθιά σ' έναν υπόνομο.

Τρίτη γυρνούσα μες στην αγορά.
Κάποιος προσπάθησε να μου πουλήσει δυο πουλιά αρπακτικά.
Προτίμησα να του τα κλέψω.

Τετάρτη ήρθα κάτω απ' το μπαλκόνι σου.

Πέμπτη σε είδα πίσω απ' τις κουρτίνες σου να με κοιτάς.
Θα 'παιρνα όρκο πως μου χαμογέλασες.

Παρασκευή έσφαξα κι έφαγα τα δυο αρπακτικά.
Για ώρες τα άκουγα να φτερουγίζουν στο στομάχι μου.

Σάββατο βράδυ αναστήθηκα.

Κυριακή επέστρεψα στο σπίτι μου.
Είδα τους γείτονες μου στα παράθυρα και ζήτησα συγνώμη για την αναστάτωση.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

η έξοδος

Εσείς που μου ζητήσατε να φύγω από εδώ.
Εσείς που δείξατε με τρόπο το δρόμο προς την έξοδο.
Εσείς που απλώσατε τα πόδια σας πάνω στη μόνη αδειανή καρέκλα.
Εσείς που τίποτα δεν κάνετε να με κρατήσετε λιγάκι παραπάνω.
Εσείς που είπατε, "είναι πια αργά, δε θέλεις τώρα να πηγαίνεις;".
Εσείς που αδειάσατε μέσα στις γλάστρες το ποτήρια σας.
Εσείς που προτιμήσατε να δώσετε το δείπνο στα σκυλιά σας.

Εσείς κι όσοι από εσάς τουλάχιστον προλάβω μαζί μου να σας πάρω.