Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

τα φρένα

Παίρνω ταξί από τα Κτελ για να πάω σπίτι. Λιγομίλητος ο οδηγός, περιορίζεται στο να με ρωτήσει μόνο από πού έρχομαι. «Από τα Γιάννενα», του απαντάω. Ο οδηγός το σκέφτεται. Ψάχνει να βρει μια ιστορία που να κολλάει με την απάντηση. Δεν βρίσκει. Αναστενάζει. Τελικά, λέει κάτι άσχετο για τον καιρό ή για την μπάλα ή για τη διάσπαση των νετρονίων… δεν έχει σημασία. Λίγο μετά, και ενώ περνάμε από το κέντρο, ο οδηγός φρενάρει απότομα μπροστά σε μία διασταύρωση. Τρομάζω. Γυρνάω και τον κοιτάω. Τον βλέπω να σταυροκοπιέται. Κοιτάω ξανά μπροστά. Κανείς. Ούτε πεζός ούτε όχημα ούτε καν αδέσποτο. «Παρά λίγο», λέει ξεφυσώντας ο ταξιτζής. «Παρά λίγο τι;» ρωτάω, βγάζοντας ήδη να πληρώσω, κι ας βρισκόμαστε ακόμα στα μισά της διαδρομής. «Παρά λίγο να ζήσουμε», μου απαντάει. Κάποιος κορνάρει από πίσω, μάλλον με απορία.
Το ταξί αρχίζει πάλι να κινείται. Πίσω, δίπλα, μπροστά, παντού τριγύρω μας, η ζωή κρατάει αποστάσεις.

45

-Συγγνώμη, κύριε… θα μου δώσετε ένα τσιγάρο;
-Όχι.
-Όχι; γιατί;
-Τι γιατί; Ποσό χρονών είσαι, ρε;
-Πέντε.
-Δεν νομίζεις ότι είσαι λίγο μικρός για να καπνίζεις;
-Εσύ ποσό είσαι, δηλαδή;
-Σαράντα πέντε.
-Αλήθεια; Δεν σου φαίνεται… Τόσο είναι ο πάππους μου.
-Α, ωραία. Καπνίζει ο πάππους σου;
-Κάπνιζε.
-Το έκοψε;
-Όχι. Πέθανε.
-Όλο και καλυτέρα... Αρά τόσο ήταν ο πάππους σου. Δεν είναι πια.
-Όχι, ακόμα σαρανταπέντε είναι.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Οι πεθαμένοι δεν μεγαλώνουν άλλο. Δεν το ξέρεις αυτό, σαρανταπέντε χρονών άνθρωπος;

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

οι φωνές από δίπλα

Ακούω έξω στον δρόμο φασαρία και βγαίνω στην πόρτα να δω τι παίζει. Δεν βλέπω τίποτα. Ξαναμπαίνω μέσα. Η φασαρία, όμως, συνεχίζεται. Σηκώνομαι και βγαίνω πάλι έξω. Μαζί με μένα έχουν βγει όλοι σχεδόν οι γείτονες στις πόρτες των καταστημάτων και από πάνω στα μπαλκόνια τους. Κοιταζόμαστε όλοι με απορία. Ακούμε φωνές, αλλά ούτε βλέπουμε κανέναν να φωνάζει ούτε καταλαβαίνουμε πού ακριβώς βρίσκονται αυτοί που μαλώνουν. Και όμως, μοιάζει σαν να είναι δίπλα μας, εκεί, ανάμεσά μας. Ολόκληρη η γειτονιά είναι στα πρόθυρα της ομαδικής παράκρουσης.
Όσο περνάει η ώρα, τόσο η ένταση αυξάνεται. Τώρα, οι αόρατοι καβγατζήδες δεν μαλώνουν απλώς. Σφάζονται. «Ρε παιδιά, κάτι να κάνουμε», πετάγεται ένας γείτονας. «Και τι να κάνουμε, ρε φιλέ;» του λέει ο διπλανός του. «Να φωνάξουμε την αστυνομία», προτείνει ένας τρίτος. «Δεν είναι δική μας δουλεία», ένας άλλος παρεμβαίνει. «Από εκεί, από την πολυκατοικία απέναντι, ακούγονται. Να ανέβουμε να δούμε τι συμβαίνει», προτείνει κάποιος. «Κι εσένα τι σε νοιάζει;» άλλος την πρότασή του αμέσως απορρίπτει.
Κουβέντα στην κουβέντα, αρχίζει να τσακώνεται ολόκληρη η γειτονιά. Φανερώνεται ο χαρακτήρας του καθενός. Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα, αλλά και ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών αντιλήψεων μιας κοινωνίας, διά ασήμαντο -που λένε- αφορμή, αποκαλύπτεται. Τώρα η πρώτη, η αρχική φασαρία έχει ξεχαστεί και οι φωνές που μας έβγαλαν στον δρόμο ούτε που ακούγονται. Και όμως, με έναν τρόπο παράδοξο, το μυστήριο των αόρατων καβγατζήδων λύνεται: Τελικά εμείς ήμασταν.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

siboney

Ένας μουσικός του δρόμου παίζει βιολί απέναντι από τη Μητρόπολη. Ένας βιαστικός περαστικός φρενάρει απότομα και σταματάει μπροστά του. Με το ένα χέρι ρίχνει λεφτά μέσα στη θήκη του βιολιού. Με το άλλο χέρι βγάζει το κινητό του, καλεί την καλή του, μάλλον, και μόλις ακούσει τη φωνή της, απομακρύνει τη συσκευή από το αυτί και τη φέρνει σε απόσταση αναπνοής από το πλανόδιο δοξάρι. Χαμογελάει ο περαστικός. Χαμογελάει ο βιολιστής. Χαμογελούν τα κέρματα μέσα στη θήκη του βιολιού και οι νότες στο κομμάτι. Η μόνη που δεν χαμογελά είναι η αόρατη ακροάτρια στην άλλη άκρη της γραμμής, που ακούγεται να επαναλαμβάνει, μηχανικά και αμήχανα ταυτόχρονα: «Κώστα, δεν σε ακούω. Πού είσαι, Κώστα; Τι λες; Δεν σε ακούω.»
Ολοκληρώνει ο βιολιστής και ο περαστικός κλείνει και ρίχνει μέσα στην τσέπη το τηλέφωνο. Οι δυο τους αποχαιρετιούνται με ένα βλέμμα συνωμοτικό, με μια ανείπωτη υπόσχεση: Ό,τι και να συμβεί, όσα και να περάσουν χρόνια, αυτό θα είναι για πάντα το κομμάτι τους.