Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Αμάλια

Τον καιρό εκείνο ταξίδευα συχνά στην εθνική. Το γούσταρα ακόμα τότε αυτό το πήγαινε - έλα. Δεν είχα αρχίσει να πλήττω και από την πλήξη να πληγώνομαι. Το απολάμβανα, όπως και κάθε μου μοναχική στιγμή. Τότε ακόμα οι στιγμές αυτές μου ήταν εξαιρετικά λυτρωτικές. Και το ταξίδι στην εθνική μοναδική δημιουργική διαδικασία. Ο δρόμος, το τιμόνι, τα φωτάκια του πόλο, ο καφές και τα τσιγάρα, το ασήμαντο τοπίο. Οι μουσικές μου, όλα δημιουργούσαν ένα μοναδικό και σχεδόν ανεπανάληπτο έργο τέχνης.
Αν και έκανα πάντα την ίδια ακριβώς διαδρομή, μέχρι κάποια στιγμή μπορούσα και τα ξεχώριζα τα πήγαινε και τα έλα μου. Πάντα υπήρχε κάτι που έκανε το καθένα τους διαφορετικό. Ήταν αυτό που άκουγα στο ράδιο ξανά και ξανά την Ροντρίγκεζ και πάλευα τι σήμαιναν οι στίχοι να μαντέψω. Ή το άλλο που μιλούσα στο τηλέφωνο με την Κατερίνα για πάνω από 100 χιλιόμετρα και τίποτα να πούμε δε τολμούσαμε. Κι εκείνο που τρέχοντας σα βλάκας, λίγο πριν τη Θήβα έσκασε σαν έντομο πάνω στο τζάμι μου η ιδέα να γράψω αυτήν την ιστορία και λέρωσε το μυαλό μου. Μετά άρχισα να τα μπερδεύω. Με τρόμαξε ο δρόμος ξαφνικά. Μέχρι που έφτασα στο σημείο και να φοβάμαι ακόμά να ταξιδεύω μόνος μου. Γιατί μέχρι τότε μόνος μου ταξίδευα. Και το απολάμβανα. Μόνος μου και συνήθως νύχτα.
Νύχτα και μόνος μου ήταν και τότε που λίγο μετά τη Λάμια αντίκρισα, φευγαλέα είναι αλήθεια μα και τόσο έφτανε, το πιο φριχτό, το πιο αποτρόπαιο θέαμα. Εντάξει, κουφάρια ζώων είχα δει πολλά στους δρόμους μου. Ζώα που χτυπήθηκαν από διερχόμενα οχήματα και στη συνέχεια κομματιάστηκαν κάτω από τις ρόδες των άλλων που ακολούθησαν. Άτυχα ζώα. Σκυλιά, γάτες, αλεπούδες, αρουραίους, φίδια, πουλιά – τι ειρωνεία, πουλιά! – ακόμα και μια ολόκληρη αγελάδα μια φορά, θυμάμαι. Κουφάρι ανθρώπινο πάντως πρώτη φορά έβλεπα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου