Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

αναμορφώνω τους ανθρώπους

θέλω να με κρεμάσουν και δε θέλω καμία παρέμβαση από σας, από τη βρομερή σας φάρα. ξέρω πολλά για τον κόσμο και το ανθρώπινο χαρακτηριστικό του κακού. και δεν υποκρίνομαι, είμαι περήφανος που σκότωσα μερικούς και μετανιώνω που δε σκότωσα περισσότερους. αναμορφώνω τους ανθρώπους. είμαι ο άντρας που περιπλανιέμαι στον κόσμο κάνοντας καλό στους ανθρώπους. το σύνθημά μου είναι, λήστεψέ τους, γάμησέ τους και μετά σκότωσέ τους. αυτός είμαι. αναμορφώνω τους ανθρώπους. αν δεν σας αρκούν αυτές οι ομολογίες, έχω και άλλες για εσάς, πολλές. έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και έχω δει όλα τα μέρη εκτός από την Κόλαση, αλλά κάτι μου λέει πως σύντομα θα τη δω κι αυτή. αναμορφώνω τους ανθρώπους. όλοι εσείς, αστυνομικοί δικαστές, δικηγόροι, φύλακες, γιατροί, επιτροπές, συγγραφείς, ενώσατε τις δυνάμεις σας προσπαθώντας να βρείτε τη γιατρειά για το έγκλημα, τα αίτια και τα αποτελέσματά του. με όλη αυτή τη συσσωρευμένη γνώση και τη δύναμη που διαθέτετε δεν καταφέρατε απολύτως τίποτα, εκτός ίσως από το να κάνετε τα πράγματα χειρότερα. αναμορφώνω τους ανθρώπους. προτιμώ να πεθάνω με αυτόν τον τρόπο και αν έχω ψυχή, να καεί στην κόλαση για εκατομμύρια χρόνια. εξακολουθώ να προτιμώ αυτό από έναν παρατεταμένο αγωνιώδη θάνατο σε κάποιο μπουντρούμι ή σε ένα προστατευμένο κελί κάποιου τρελοκομείου. το μόνο ευχαριστώ που θα πάρετε από μένα εσείς ή το είδος σας για τις προσπάθειές σας είναι η ευχή μου να είχατε όλοι ένα λαιμό και να είχα τα χέρια μου πάνω του. αναμορφώνω τους ανθρώπους. περιμένω τόσο ανυπόμονα να χορέψω στην άκρη του σχοινιού, όσο ανυπόμονα περιμένει ο γαμπρός τη νύχτα του γάμου του. αναμορφώνω τους ανθρώπους. δεν πιστεύω στον άνθρωπο, το Θεό ή το Διάβολο. μισώ όλη τη γαμημένη ανθρώπινη φυλή, συμπεριλαμβανομένου εμένα. καταδίωξα τους αδύναμους, τους άκακους και τους ανυποψίαστους. ιδού το μάθημα που μου έμαθαν οι άλλοι, η ισχύς φτιάχνει το δίκαιο. αναμορφώνω τους ανθρώπους. βρίσκομαι μπροστά σε αλλαγές που δεν θα αργήσουν

(Το παραπάνω κείμενο αποτελεί συρραφή φράσεων από την απολογία του διαβόητου εγκληματία Carl Panzram, έτσι όπως αντλήθηκαν από τον τόπο eglima.wordpress.com, από τους «δράστες» του οποίου ζητώ την κατανόηση.)

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

της πόλης και του κόσμου

«Εκάμαμεν όλον τον γύρον. Όθεν φυσικώς επιστρέψαμεν εις το πρώτον σημείον…» Το παίδεψα τέσσερις μήνες το κομμάτι, μα το δικό μου το κομμάτι δεν το έκανα. Δέκα σελίδες όλες κι όλες ήτανε το διήγημα, αλλά εγώ κόλλησα στην έβδομη παράγραφο. Πήγαν περίπατο η διασκευή, το έπαθλο κι η αναγνώριση. Μα εγώ τη θέση μου στιγμή δεν άφησα. Ήταν χειμώνας, όταν το επέλεξα. Τότε που διάλεξα να γυρίσω πίσω. Να ξεχειμωνιάσω κι έπειτα βλέπουμε. Και πέρασε ο χειμώνας. Και γλίστρησε η άνοιξη από του Μάη το ανοιχτό παράθυρο. Κρεμάστηκα στην καγκελόπορτα το δρόμο πάνω κάτω να κοιτάζω. «Εκάμαμεν όλον τον γύρον». Απ’ το κρεβάτι στην εξώπορτα. Απ’ του Δεκέμβρη τα υψίπεδα στη λιμνοθάλασσα του Ιούλη. Από το σπίτι στη δουλειά και πάλι πίσω. «Όθεν φυσικώς επιστρέψαμεν εις το πρώτον σημείον». Στο δρόμο. «Οι άλλοι έμειναν εις τα μισά». Στου δρόμου τα μισά. Στην καγκελόπορτα μου κρεμασμένος είδα τα παιδιά να παίρνουνε τους δρόμους. Τα παιδιά του δρόμου. Ποιοι θα κάνουν όλο το γύρο; Πόσοι θα μείνουν στα μισά; Ζήλεψε τον χιονιά το καλοκαιράκι κι έπνιξε την πόλη κάτω απ’ τη σκόνη και το χαρτοπόλεμο. Υπάρχουν πάγοι που δε λιώνουνε ποτέ. Έρχεται πάντα η ώρα που χρειάζεται τσεκούρι και φωτιά για να ανοίξεις το δικό σου δρόμο. Για να μη μείνεις στου δρόμου τα μισά. «…Οι άλλοι έμειναν εις τα μισά. Δεν ξεύρουν, ουδέ εικάζουν, που τελειώνει ο δρόμος». Ο δρόμος. Ένα λάθος κάνουν τα παιδιά. Το λάθος αυτό που αφήνει τον κόσμο έτσι ανάποδα να προχωρά. Που δίνει το άλλοθι στη ζωή έτσι στραβά να συνεχίζει. Καταλαμβάνουν κτήρια. Λες και δεν έχει περάσει ούτε στιγμή από τον καιρό που όλα τα κτήρια της πόλης και του κόσμου χάσανε την αξία τους. Ερήμωσαν οι ναοί. Τα κάστρα έγιναν τουριστικά αξιοθέατα, κέντρα διασκεδάσεως τα εργοστάσια. Οι φυλακές σχολεία και τα σχολεία φυλακές. Κάποτε γκρέμιζαν τα τείχη για να ανοίξουν δρόμους. Τώρα ο δρόμος είναι το τείχος που όλοι κάνουμε πως δεν το βλέπουμε κι ας κοπανάμε κάθε μέρα πάνω του τα κεφάλια μας. Αντέχουν τα κεφάλια, μα οι ιδέες και τα όνειρα ματώνουνε, σπάνε κομμάτια. Σκόνη και χαρτοπόλεμος. Ιούλιος και το ‘χει στρώσει. Σκεπάστηκε η καγκελόπορτα και σκαρφαλώνω πιο ψηλά να μη με φτάσει. Τη θέση μου όμως δεν την αφήνω. Βγες απ’ τα κτήρια, σου λέω. Κάνε κατάληψη στο δρόμο! Μόνο ο δρόμος απέμεινε να αξίζει κάτι πια. Μόνο στο δρόμο αυτό που πολεμάς πονάει. Μόνο αν τους δρόμους πάρεις, θα γίνει ο δρόμος ο δικός σου δρόμος. Πάρε το δρόμο και κράτα τον μέχρι το τέλος. Κι αυτός θα δεις – δε μπορεί – όλο και κάπου θα σε βγάλει. Κι αν κάνεις λάθος; Κι αν ξεχαστείς; Κι αν με άλλα πολεμώντας, τη μάχη την πραγματική την χάσεις; Ποιος θα βρεθεί να σε μαζέψει; Να σου φωνάξει γύρνα πίσω. Στο σπίτι, γρήγορα! Είναι αργά. Σαν τότε που ξέμενες στο δρόμο να κλωτσάς μια μπάλα μέχρι να σε φωνάξει η μάνα σου απ’ το μπαλκόνι. Στο σπίτι! Γρήγορα! Μια μπάλα να κλωτσάς μέχρι να πέσει η νύχτα. Μέχρι να μεγαλώσεις κι οι ρόλοι να αντιστραφούν. Να μεγαλώσεις. Να στρογγυλέψεις κι εσύ και οι ιδέες σου. Να γίνεις εσύ η μπάλα. Να σε κλωτσάνε άλλοι. Είναι αργά. Αρχίζω το κείμενο. Το περιοδικό με περιμένει. Ανοίγω την τηλεόραση, κάτι να παίζει μέσα στο δωμάτιο όσο εγώ δουλεύω. Αρχίζει το ματς. Βλέπω τον αρχάγγελο, το δεκάρι που δέκα χρόνια τώρα μου κράτησε παρέα να με αποχαιρετά. Έχει βγει στο δρόμο κι αυτός και προκαλεί τον κόσμο. Ένας αγώνας ακόμα και τα παρατάω. Τον έκαμα τον γύρο μου κι επέστρεψα στο πρώτο το σημείο. Νικήστε με, λοιπόν, να πάω σπίτι μου! Τελειώνω το κείμενο κι εκείνος ακόμα συνεχίζει. Σε τέσσερα χρόνια, στο επόμενο μουντιάλ, όλοι οι παίκτες θα είναι νεότεροι μου και δε θα με παίζουν πια.

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

η παρέα του πλατάνου

Ήταν μεσημέρι και καλοκαίρι ακόμα. Πίναμε κάτω από τον πλάτανο. Ένα από εκείνα τα μεσημέρια του καλοκαιριού που λες πως έχει ο χρόνος σταματήσει. Πως πάγωσε ο χρόνος κι ας καίγονται και λιώνουν τα πάντα μέσα του. Κάποιος κρατούσε μια εφημερίδα κι όταν σταμάτησαν οι άλλοι να μιλούν, άρχισε – έτσι για αστείο - να απαγγέλει τα ζώδια. Αυτά που καμιά φορά σου αρέσει κι εσένα να τα κρυφοδιαβάζεις. Για λόγους ευνόητους - μα πάντα σκοτεινούς - προσπερνάς το δικό σου ζώδιο και μελετάς τα υπόλοιπα. Έτσι, με την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να φανταστείς τι κάνουν πρόσωπα χαμένα στην άλλη πλευρά της μέρας και της πόλης. Δυσκολίες στα επαγγελματικά για τους Τοξότες κι αναπάντεχες εξελίξεις στα αισθηματικά για τους Ιχθύες. Φίλοι παλιοί και περασμένοι έρωτες. Πάλι καλά, αν σκεφτείς πως κάποτε έψαχνες να βρεις τις θερμοκρασίες και τα μποφόρ σε χώρες μακρινές κι άγνωστες θάλασσες. Ήταν που κάπως έτσι ένιωθες πως είχες κάποιο ταξίδι μπροστά σου να ετοιμάσεις. Πρωτοφανής για την εποχή κακοκαιρία σαρώνει της ακτές της Βαλτικής. Κι όλο και πιο συχνά πάνω σ’ αυτό το «για την εποχή…» να σκοντάφτεις. Μια δύσκολη για όλους εποχή και πρώτα απ’ όλα για προβλέψεις. Δύο με οχτώ βαθμοί κελσίου αύριο στο Μόναχο. Πόσα πουλόβερ στη βαλίτσα να στριμώξεις; Μάλλινες κάλτσες και νάιλον προορισμοί. Δε βαριέσαι, γεμάτες ψευδαισθήσεις χάσκουν της εφημερίδας οι σελίδες. Απ’ όπου και να τις πιάσεις τα δάχτυλά σου θα μαυρίσουν. Η απαγγελία προχωρούσε κι ενώ η παρέα του πλατάνου διέσχιζε τον Υδροχόο, κάποιος το χέρι σήκωσε να παραγγείλει, την προφητεία να ξορκίσει, να το προλάβει το κακό, που ήθελε να συστηθεί πριν καν το χέρι του απλώσει. Άλλη μία γύρα! Τελευταία, όμως, ε; Άλλη ψευδαίσθηση κι αυτή. Πόσα μεσημέρια κάτω από τον πλάτανο θα χρειαστούν ακόμα μέχρι να καταλάβεις πως τελευταίος γύρος δεν υπάρχει; Μέχρι το χέρι του ο άλλος ξανά να κατεβάσει, περάσαμε απ’ τον Καρκίνο στον Αιγόκερω. Μέχρι να φτάσει στο τραπέζι αυτή που τελευταία νομίζαμε πως θα ‘ναι, της ζωής οι τροπικοί ενώθηκαν και πήρε ο πλανήτης σχήμα αλλόκοτο κι αστείο. Είδε τριγύρω τους δορυφόρους και τα αστέρια μαζί του να γελούν και ντράπηκε και κοκκινίσαν οι τροχιές του. Ζητάς να ακούσεις το δικό σου ζώδιο και βλέπεις την παρέα να χαμογελά και βάφονται στο χρώμα της ντροπής τα ερωτηματικά σου. Είναι που πρόφερες με δύο ο την πρώτη συλλαβή; Από μικρός ζοόδια το έλεγες και τώρα πια, που να βρεθεί καιρός τα λάθη σου τα προπατορικά να διορθώσεις. Κι έπειτα κι αυτό το καταραμένο ω, τι το έχουν πει ω-μέγα, αν είναι όσο και το ό-μικρον να διαρκεί; Δύσκολη, σου λέω, εποχή. Αν όλα ίδια ακούγονται, πως να το δείξεις το δικό σου το περίσσευμα; Χαμήλωσαν τις οροφές έτσι που πάντα σκυφτός να περπατάς κι ήρθαν όλα και έδεσαν πάνω στο ίδιο το καλούπι. Την πρόβλεψη ακούς με προσοχή και κάτι σου θυμίζει. Όλα κάτι σου κρύβουνε κι εσύ το σκυφτό σου το κεφάλι να σπάσεις προσπαθείς, να αισθανθείς, να καταλάβεις. Θυμάσαι την πατρική εκείνη συμβουλή, τη μόνη ίσως που σου απέμεινε. Εκείνη που σε χρόνο ανύποπτο σου δόθηκε, να μη σε βρει μετά ο χρόνος γυμνό κι ανυποψίαστο και σε κατασπαράξει. Όσο και να σε αγαπήσει η ζωή, όσο ψηλά κι αν φτάσεις, τη μέρα ετούτη που περνά πίσω ποτέ δε θα την φέρεις. Τον κόσμο ολόκληρο δικό σου να τον κάνεις, την ίδια μέρα να φτιάξεις ξανά απ’ την αρχή δε θα μπορείς. Γι’ αυτό, πριν φύγει η μέρα - η κάθε μέρα – φρόντισε εσύ να αφήσει κάτι πίσω της να έχεις να την θυμάσαι. Ωραία! Το ‘σπασες το κεφάλι, τα κατάφερες. Στον πλάτανο και στην παρέα του επέστρεψες κι έδωσες εντολή: αδειάστε τα ποτήρια σας!

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

αφού αντελήφθησαν ότι είχαν ληφθεί ασφυκτικά μέτρα ασφαλείας στους χώρους γύρω από τις φυλακές και η οποιαδήποτε απόδρασή τους ή άλλη ενέργεια δεν ήταν πλέον εφικτή. κατά το ίδιο χρονικό διάστημα της εξεγέρσεως και συγκεκριμένα τις πρωινές ώρες της 16.11.1995, ο κατηγορούμενος Ν.Π. μαζί με τον συγκρατούμενό του Κ.Φ. εισήλθαν στον ειδικό χώρο κράτησης της πτέρυγας Γ’, όπου γινόταν η απομόνωση ορισμένων κρατουμένων για διάφορους λόγους. την ώρα εκείνη στο κελί 1 του χώρου αυτού (απομόνωσης) βρισκόταν ο Δ.Κ., που εξέτιε μικρή ποινή ως τοξικομανής. ο κατηγορούμενος Ν.Π., εντελώς αιφνιδιαστικά και απρόκλητα, σε συνεργασία με τον Κ.Φ. επιτέθηκαν κατά του παθόντος Δ.Κ. και κατάφεραν κατ’ αυτού με τα χέρια γρονθοκοπήματα στη κεφαλή και άλλα σημεία του σώματός του και με αιχμηρά αντικείμενα, μικρό σουβλί, και άλλα όργανα είκοσι τρία (23) πλήγματα στην καρδιά και στην πλάγια θωρακοοσφυϊκή χώρα. από τα κτυπήματα αυτά και τα πλήγματα με αιχμηρά αντικείμενα υπέστη ο παθών κακώσεις στην κεφαλή, στη γνάθο, στα οστά, στην προκάρδια χώρα, τρώσεις στην καρδιά, στην επιφάνεια της σπλήνας και περινεφρική θλάση αριστερά, όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται και στο διατακτικό της παρούσης, (βλ. ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας). στη συνέχεια και ενώ ο παθών ήταν ακόμη ζωντανός, οι ανωτέρω δράστες απαγχόνισαν αυτόν με τη χρησιμοποίηση του σεντονιού του ως βρόχο και προκάλεσαν έτσι το θάνατό του. μετά δε το θάνατό του, έθεσαν φωτιά, αφού περιέλουσαν το σώμα με πετρέλαιο με την συνεργασία και άλλων, μεταξύ των οποίων των αδελφών Π.Σ. και Χ.Σ., με αποτέλεσμα να απανθρακωθεί ο παθών κατά το 70% της επιφανείας του. από το αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι δε συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων περίπτωση ελαττωμένου καταλογισμού, αφού αυτοί προέβησαν στην τέλεση των πράξεών τους σε κατάσταση πλήρους συνειδήσεως, αυτοπεποιθήσεως και εκφράσεως του εσωτερικού ψυχικού τους κόσμου και των άγριων ενστίκτων τους. αφού αντελήφθησαν ότι είχαν ληφθεί ασφυκτικά μέτρα ασφαλείας στους χώρους γύρω από τις φυλακές και η οποιαδήποτε απόδρασή τους ή άλλη ενέργεια δεν ήταν πλέον εφικτή

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

12.00

- Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου είναι Σαούλ.
- Και τι θα κάνεις τώρα που οι έφυγαν οι δαίμονες και σε άφησαν μονάχο σου εκεί μέσα;
- Δεν ξέρω. Θα μείνω, ίσως, για λίγες μέρες στη Δεκάπολη, μήπως και θυμηθώ του κόσμου τις συνήθειες και ύστερα θα έρθω να σε βρω.
- Και μετά;
- Θα γίνω η σκιά σου. Θα έρχομαι πάντα από πίσω σου κρυφά και αθόρυβα. Θα είμαι της σκιά σου η σκιά. Θα βρίσκομαι στο πλάι σου, στο περιθώριο της πολυπρόσωπής σου συντροφιά, αλλά μονάχα εσύ θα το γνωρίζεις. Θα είμαι η σκιά της σκιάς της σκιάς του κόσμου.
- Και μετά;
- Θα προσφέρω υπηρεσίες στη διοίκηση ή στο ιερατείο. Θα γίνω ωφέλιμος και αρεστός. Θα κάνω υπομονή, μέχρι εσύ να φύγεις και ύστερα θα γίνω ο πιο φανατικός διώκτης σου, ώσπου θα έρθεις ξανά πίσω να με λυτρώσεις.
- Και μετά;
- Μετά, θα δεις. Σου το φυλάω για έκπληξη. Ξέρεις, στο δικό μου το όνειρο, το σταυρό που κουβαλάς στην πλάτη σου, τον έχω εγώ κατασκευάσει.
- Θέλεις τα λάθη μου να διορθώσεις;
- Θέλω το έργο σου να ολοκληρώσω.
- Λες πως δεν είμαι αρκετός;
- Λέω πως είσαι πιο πολύς από όσο υπολόγιζες. Θέλεις να μπεις μες στα κεφάλια τους, μα δε χωράς και κομματιάζεις το μυαλό τους. Χρειάζεσαι μετάφραση.
- Και είσαι εσύ αυτός που θα την κάνει;
- Μπορεί να μην υπήρξα ποτέ ο εκλεκτός, μα τώρα είμαι ο κατάλληλος. Μπορεί από μέσα μου να πήρες τις φωνές, αλλά μου άφησες τις λέξεις.
- Και είσαι τόσο σίγουρος πως φτάνουν μόνο αυτές για να τα καταφέρεις;
- Όχι, μου λείπει ακόμα κάτι, αλλά νομίζω πως ξέρω που πρέπει να ψάξω να το βρω.
- Εκεί που εγώ δεν έχω ψάξει.
- Τι εννοείς;
- Δεν πέρασα από παντού. Έκανα λίγα βήματα μόνο και μόνο για να δώσω στους άλλους το ρυθμό και να τους δείξω την κατεύθυνση. Εγώ δε γίνεται να είμαι για πάντα εδώ. Πρέπει να μάθουν να κοιτούν με τα δικά τους μάτια.
- Είδες πως αλληθώρισαν τα μάτια τους, όταν σε άκουσαν να γίνεσαι χοιροβοσκός και να τα ταΐζεις με το κοπάδι σου τα κύματα;
- Δε ξέρουν ακόμα πως, αλλά κάποια στιγμή θα μάθουν.
- Πότε; Τι περιμένεις; Τελειώνουν οι μέρες της θνητής σου ύπαρξης και αυτοί από τώρα πίσω από την πλάτη σου άρχισαν ήδη να συνωμοτούν. Δε σε πιστεύουν. Πια, δε σε εμπιστεύονται. Στ’ αλήθεια, ποτέ δε σε κατάλαβαν. Δεν έχεις επιλέξει τους σωστούς. Γιατί, επιτέλους, δεν το παραδέχεσαι;
- Τους διάλεξα στην τύχη.
- Τότε φάνηκες άτυχος. Δεν είναι, ωστόσο, αργά. Μπορείς μαζί μου τώρα να ρεφάρεις.
- Ό,τι και αν διάλεγα, ό,ποιους και αν είχα από τους ανθρώπους επιλέξει, τίποτα δε θα άλλαζε. Τώρα εσύ μιλάς, γιατί έτυχε απλώς της ιστορίας το χάρισμα να σε έχει ευεργετήσει. Όλοι σας είστε ίδιοι. Αφού είναι ίδιος με εμένα ο καθένας σας, τότε είστε και ίδιοι μεταξύ σας.
- Μόνο που ετούτο είναι άλγεβρα και όχι ιστορία. Σου αρέσει με εξισώσεις να μιλάς, όμως εγώ δεν εξισώνομαι. Εγώ μπορώ και μέσα από τον ίδιο το χρόνο να περάσω. Γιατί δε με αφήνεις να σου δείξω;
- Ο χρόνος είμαι εγώ.
- Τότε άφησέ με να γίνω η κλεψύδρα σου! Χρειάζεσαι κάποιον δίπλα σου που να μπορεί να σε μετράει. Αν ήθελες να γινόταν διαφορετικά, ας είχες φτιάξει και εμάς χωρίς αρχή και τέλος. Τώρα, έτσι όπως τα κατάφερες, χωρίς εμένα, χωρίς τις λέξεις, χωρίς τους αριθμούς, πως περιμένεις να σε κατανοήσουν οι άλλοι; Θα φύγεις και θα έχεις πίσω σου αφήσει μια σκιά, χάρισμα στους συντρόφους σου. Και ύστερα αυτοί θα αρχίσουν τη σκιά σου να διπλώνουν, να τη μαζεύουν, να τη φέρνουνε στα μέτρα τους. Στο τέλος, θα τη κόψουν κομμάτια και θα τη μοιράσουνε, κανείς τους ριγμένος να μη νιώσει. Αυτό είναι που θέλεις;
- Αυτό που θέλω είναι να μη θέλω.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

10.55

- Δεν ξέρετε τι λέτε. Δε νιώθετε τι κάνετε. Δε θέλετε να δείτε. Δε σας αξίζουν τα ίδια σας τα μάτια. Έχετε όλοι τρελαθεί!
- Και γιατί να είμαστε τρελοί όλοι εμείς και μόνο εσύ ο γνωστικός.
- Γιατί εγώ πιστεύω.
- Και εμείς πιστέψαμε, αλλά με κάποιους όρους.
- Και ποιος τους πείραξε τους όρους σας; Τι είναι αυτό που σας κρατούσε τόσο καιρό εδώ και τώρα πια σας κάνει να θέλετε να φύγετε μακριά του;
- Περίμενε! Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν καταλήξαμε ακόμα σε μια κοινή απόφαση.
- Σωστά! Όπως και εσύ, και εγώ να μείνω θέλω. Μα πρέπει πρώτα να μάθω το γιατί. Ζητάω εξηγήσεις.
- Είσαι δειλός. Να φύγεις θέλεις σαν και εμάς, αλλά γυρεύεις δικαιολογίες και αφορμές για να οχυρώσεις τη φυγή σου.
- Όλοι μας θέλουμε εξηγήσεις. Ούτε εγώ θέλω να φύγω με άδεια χέρια και ερημωμένο το μυαλό. Ας φύγουμε, μα πρώτα ας πάρουμε κάτι μαζί μας για το δρόμο!
- Ηρεμήστε! Ας μη μιλάμε όλοι μαζί, γιατί ακουγόμαστε χειρότεροι και από τον δαιμονισμένο. Ας πει ο καθένας ό,τι έχει να πει και ύστερα αποφασίζουμε.
- Και εκείνος, άλλωστε, αυτό θέλει να κάνουμε. Ελεύθεροι να κρίνουμε και μόνοι να διαλέξουμε το δρόμο μας.
- Εγώ δεν είδα καμιά ελευθερία, όταν εκείνος άνοιξε την πόρτα και βγήκαν από τη φωλιά τους οι ακάθαρτοι.
- Και όμως, όταν ζήτησαν έλεος αυτοί, εκείνος τους έκανε τη χάρη.
- Ζήτησαν να μη τους στείλει μακριά. Να τους αφήσει να μείνουν μες στη χώρα.
- Και το έκανε. Τους έδωσε το δικαίωμα.
- Όπως τώρα το δίνει και σε μας. Όμοιοι και εμείς, λοιπόν, με τα βδελύγματα!
- Δεν είναι το ίδιο.
- Ναι, εμείς τόσο καιρό γυρνάμε γύρω από τη σκιά του, ενώ οι πονηροί στριμώχνονταν μέσα στου Λεγεώνα το κεφάλι. Μεγάλη διαφορά.
- Πολλές σκιές για έναν άνθρωπο…
- Πολλές ψυχές για μια σκιά!
- Εγώ, πάντως θα φύγω. Δεν έχω μαζί σας να κερδίσω άλλο τίποτα. Τα λόγια σας δεν έχουν κάτι άλλο να μου πουν. Μα τώρα πια γνωρίζω πώς θα κάνω τα λόγια αυτά να ακουστούν καλύτερα.
- Τι εννοείς;
- Θα γράψω. Θα ξαναγράψω τα πάντα από την αρχή. Θα αφηγηθώ, όχι μονάχα αυτά που ήδη έχουν συμβεί, αλλά και όσα θα γίνουν στη συνέχεια. Και θα τα γράψω όλα, μα έτσι όπως θέλω εγώ και έτσι όπως πρέπει οι άνθρωποι μετά να τα γνωρίσουν. Και για να είμαι πειστικός, θα φτιάξω, όχι μονάχα μια ιστορία, αλλά πολλές, μία για τον καθένα σας, σα να τις γράφετε εσείς. Θα γράψω τον καθέναν σας ξανά από την αρχή. Θα σας ξαναγεννήσω. Θα ζήσετε ξανά μες στο κεφάλι μου και έπειτα θα πεθάνετε στο χαρτί μου.
- Τι είναι όλα αυτά που λες; Τι έπαθες; Μήπως σε μόλυναν τα πνεύματα και εσένα;
- Θα ξέφυγε κανένα τους και αντί να πάει στα γουρούνια, θα κρύφτηκε στη γλώσσα του.
- Μπορεί και να είναι έτσι. Πάντως, εγώ αυτόχοιρος δε γίνομαι. Δεν πρόκειται να αφήσω να με κατασπαράξουν έτσι εύκολα τα κύματα. Έχω μεγάλη αποστολή μπροστά μου.
- Είσαι βλάσφημος! Για αποστολή ούτε εκείνος δεν τόλμησε ακόμα να μιλήσει. Και είσαι και ανόητος, αφού ούτε το ίδιο σου το όνομα σου δεν έχεις μάθει καλά-καλά να γράφεις.
- Το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου…
- Πάει αυτός. Εμείς οι υπόλοιποι τι κάνουμε;
- Να φύγουμε, όσο υπάρχει χρόνος!
- Όχι, πρέπει να μείνουμε ως το τέλος;
- Ποιο τέλος; Δεν άκουσες; Αφού για εκείνον δεν υπάρχει τέλος και αρχή.
- Εγώ λέω ας μείνουμε μαζί του μέχρι τη Σιών και βλέπουμε μετά.
- Και μέχρι τότε θα πολεμάμε στους δρόμους τους Γαζαρηνούς, κάθε φορά που εκείνος θα αποφασίζει να ανακατεύει του κόσμου τις δυνάμεις.
- Μιλάς για πόλεμο εσύ, που όταν είδες τους χωριάτες να καταφτάνουν με σίδερα στα χέρια, έτρεξες στα βράχια να κρυφτείς;
- Αν είναι να έχουν μόνο οι παλικαράδες δικαίωμα στο λόγο, τότε γιατί ζητήσατε ομόφωνη απόφαση;
- Σταματήστε τους καυγάδες! Δεν είναι αυτό το θέμα μας.
- Πρέπει να φύγω! Πρέπει να πάω να γράψω!
- Κάνε ό,τι θες! Αλλά αν μείνουμε εμείς, τότε και εσύ θα μας ακολουθήσεις. Ένας μονάχος του δε φεύγει από εδώ. Και όσο για την αποστολή, μπορεί να περιμένει. Την έχουν οι αποστολές αυτή την ικανότητα.
- Όπως θα περιμένουμε και εμείς.
- Και οι εξηγήσεις; Πως γίνεται έτσι απλά μαζί να συνεχίσουμε, όσο ακόμα εκείνος κάτι μας χρωστάει;
- Θα έρθει η ώρα και για αυτό. Όταν θα φτάσουμε στην πόλη, όλα θα μας τα πει. Το υποσχέθηκε.
- Και εσύ ακόμα τον πιστεύεις;
- Μπορεί να έχασα την πίστη μου, αλλά δεν έχω ακόμα χάσει την υπομονή μου. Μέχρι την πόλη μπορώ να περιμένω.
- Εσύ τι έχεις να πεις για όλα αυτά;
- Ναι, εσύ μόνο να μας μαλώνεις ως τώρα ήξερες, λες και έχεις αυτοχριστεί υπαρχηγός και τώρα που έφτασαν τα δύσκολα, δεν έχεις πει κουβέντα.
- Λέω πως είσαστε όλοι σας δειλοί, αλλά και εγώ καλύτερος δεν είμαι. Θέλω να μείνω ως το τέλος, ό,ποιο και να είναι αυτό. Ακόμα και αν τέλος στο τέλος δεν υπάρχει. Μα μόνος μου δεν είμαι πια καθόλου σίγουρος αν θα μπορέσω να το αντέξω.
- Πρέπει να γράψω με λέξεις την αποστολή με λέξεις τα πάντα από την αρχή με λέξεις όσα ήδη έχουν συμβεί με λέξεις όσα μετά θα γίνουν…
- Εντάξει λοιπόν, ας συμφωνήσουμε όλοι μας σε αυτό. Και ας κρύψουμε κάπου τον τρελό! Μην τον αφήσουμε ούτε στιγμή μονάχο του με εκείνον. Ας συνεχίσουμε το δρόμο μας. Ας κάνουμε όλη τη διαδρομή, όπως εκείνος την έχει σχεδιάσει. Ας το ολοκληρώσουμε μαζί ετούτο το ταξίδι έτσι, όπως μαζί το ξεκινήσαμε. Ας φτάσουμε ως την πόλη. Και ύστερα βλέπουμε…

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

09:20

- Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου…
- Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου είναι Λεγεών, γιατί είμαστε πολλοί.
- Από πού έρχεσαι;
- Από το πουθενά. Τη νύχτα ζω στα μνήματα, τη μέρα κρύβομαι στον κόσμο. Εγώ μένω εδώ. Εσείς είσαστε επισκέπτες.
- Γιατί έχεις σίδερα στα χέρια σου;
- Δεν ξέρω.
- Γιατί είναι το πρόσωπό σου ματωμένο;
- Δε θυμάμαι. Το δικό σου γιατί είναι τόσο καθαρό; Τι γυρεύεις γιε του ανθρώπου; Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα. Σήκω τώρα και φύγε!
- Θα φύγω, στο υπόσχομαι. Μα πρώτα θα μιλήσουμε.
- Δεν έχουμε να πούμε τίποτα. Άφησέ με! Άφησέ μας ήσυχους!
- Δεν είσαι ήσυχος. Ξύπνησες τους συντρόφους μου.
- Έπρεπε να το κάνω. Εσύ μόνο να τους κοιμίζεις ξέρεις.
- Τους φοβίζεις.
- Ρώτα τους να σου πουν ποιον από τους δυο μας φοβούνται περισσότερο!
- Θα το κάνω. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.
- Όλο τα ίδια λες. Αν δεν αρχίσεις να αλλάζεις, γρήγορα θα σε βαρεθούνε.
- Για αυτό εσύ αλλάζεις διαρκώς. Φοβάσαι μη γίνεις βαρετός;
- Δε φοβάμαι τίποτα. Και δεν αλλάζω. Εγώ κάθε στιγμή είμαι και ένας άλλος, επειδή μέσα μου άλλοι υπάρχουνε πολλοί. Εσύ πάντα θα είσαι μόνος.
- Όλοι μας μόνοι είμαστε. Και όλοι αυτοί που έχουν τώρα φωλιάσει μέσα σου, ο καθένας τους είναι και ένας μόνος.
- Λες ψέματα. Εμείς έχουμε ο ένας τον άλλο για παρέα. Για αυτό ήρθαμε. Για αυτό δεν πρόκειται να φύγουμε ποτέ.
- Δεν ήρθατε. Κάνεις ποτέ δεν έρχεται από μόνος του. Εσύ προσκάλεσες τους δαίμονές σου και τώρα πια δεν ξέρεις πώς να τους πεις να φύγουν.
- Γιατί να φύγουν; Εδώ είναι το σπίτι τους.
- Κάποτε το σπίτι αυτό θα σωριαστεί στο χώμα και ο άνεμος μετά θα το σκορπίσει. Μέχρι τη μέρα εκείνη, όμως, ο νοικοκύρης θα έχει χαθεί μέσα στους καλεσμένους. Θα έχει ξεχάσει πως αυτός είναι ο κύριος του σπιτιού, όπως και εσύ έχεις τώρα ξεχάσει το όνομά σου. Ποιο είναι το όνομά σου;
- Το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου, το όνομά μου…
- Ποιο είναι το όνομα σου, άνθρωπε;
- Λεγεών είναι το όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί. Τι δουλειά έχεις εσύ με μας; Σε εξορκίζουμε να μη μας βασανίσεις!
- Τι περισσότερο έχω εγώ στα βάσανά σου να προσθέσω; Από εσένα μόνο να αφαιρέσω τώρα πια μπορώ.
- Μη το κάνεις! Μάζεψε τους συντρόφους σου που τρεμοκρύβονται πίσω από τη σκιά σου και φύγετε αμέσως από εδώ!
- Θα φύγουμε, αλλά θα έρθεις και εσύ μαζί μας. Μα πρώτα πρέπει να σε καθαρίσουμε, γιατί αν σε δουν, έτσι όπως είσαι τώρα, δε θα σε αφήσουν ούτε καν τις πύλες της Σιών να πλησιάσεις.
- Δε θέλω να Σιών δε θέλω γιατί αν σε δουν μαζί μαζί μας εσύ!
- Πρόσεξε καλά τη γλώσσα σου! Δε φτάνει μόνο να μιλάς. Πρέπει και οι άλλοι να μπορούν να σε καταλαβαίνουν.
- Οι άλλοι μαζί μας εσύ δε θέλω να μιλάς τη γλώσσα να μιλάς!
- Μη προσπαθείς με λέξεις τον κόσμο να τρομάξεις! Βρες ιστορίες να τους πεις και οι λέξεις θα έρθουν από μόνες τους μετά.
- Με λέξεις μαζί μας τον κόσμο να μιλάς θα έρθουνε με λέξεις!
- Θα σου πω εγώ μια ιστορία και αν δε σου αρέσει, τότε σηκώνομαι και φεύγω. Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος που ήθελε, λέει, να γίνει βασιλιάς. Ήταν όμως φτωχός πολύ και ασήμαντος και δε μπορούσε ούτε την εύνοια των γειτόνων και των συγγενών του να κερδίσει. Και έφυγε από το σπίτι του και άρχισε παντού να ταξιδεύει, μήπως και βρει πάνω στη γη μια χώρα που να τον θέλει για ηγέτη της. Μα από όπου και αν περνούσε, όλοι τον είχανε μονάχα για παλιάτσο και αφού του κάνανε φριχτά μαρτύρια για να κακογελάσουν, στο τέλος πάντοτε τον έδιωχναν. Εκείνος, όμως, δεν τα παρατούσε και συνέχιζε να προχωρά ονειροαναζητώντας, βέβαιος πως κάπου υπήρχε ένα ορφανοβασίλειο, που να τον περιμένει. Τα χρόνια πέρασαν και μαζί τους πέρασε και ολόκληρη η γη κάτω από τα πόδια του. Μέχρι που κάποτε τα βήματά του τον έφεραν πίσω ξανά στο σπίτι του. Ο δρόμος όμως και η ζωή τον είχαν τόσο πολύ αλλάξει, που δε βρέθηκε δικός του άνθρωπος κανείς να τον αναγνωρίσει. Και αντί για τον εξόριστο τρελό είδαν στο πρόσωπό του τον αρχηγό που επιτέλους θα τους λύτρωνε από τα θηρία και τους ληστές που ρήμαζαν τον τόπο. Τους φάνηκε σε όλους άνδρας σοφός και δυνατός, έτσι όπως είχε η μορφή του σμιλευτεί από του κόσμου τις πληγές και τις προθέσεις των ανθρώπων. Μα όταν άρχισε αυτός να δίνει διαταγές και να μοιράζει ευθύνες, εκείνοι δεν τον καταλάβαιναν και όλο ζητούσαν εξηγήσεις. Αφού διαρκώς κάθε του λέξη έμοιαζε να αναιρεί την άλλη. Λες και είχαν οι μισθοφόροι ολόκληρης της γης στρατοπεδεύσει μέσα του και με όρκους και απειλές πάλευε ο καθένας του στρατεύματος να αναλάβει τη διοίκηση. Και τότε είπαν οι άντρες του χωριού στα δυο να τον ανοίξουν, μήπως και ανακαλύψουν έτσι ανάμεσα στους στρατιώτες μέσα του τον στρατηγό και τον ελευθερώσουν. Και έτρεξαν οι γυναίκες του χωριού στα σπίτια τους στους άντρες τους να φέρουν μαχαίρια και ψαλίδια. Και μόλις γέμισαν όλοι με σίδερο τα χέρια τους, ξεκίνησαν το σώμα του να κομματιάζουν. Μα αφού τον έκοψαν χίλια φτωχά πολύ και ασήμαντα κομμάτια, είδαν πως τίποτα δεν υπήρχε μέσα του καλό και ωφέλιμο για αυτούς και το χωριό τους. Και θύμωσαν που είχαν έτσι είχαν γελαστεί και καταράστηκαν τον ψευτοβασιλιά που ήρθε να τους γελάσει. Μα, ωστόσο, γλύτωσαν για πάντα από τους ληστές και τα θηρία που τους βασάνιζαν, αφού στο μεταξύ, χωρίς να το έχουν καταλάβει, τους είχε κάνει η σφαγή θηριοληστές χειρότερους. Και τότε άρχισαν να ρημάζουν οι ίδιοι πρώτα τα γειτονικά χωριά και ύστερα κατέβηκαν στις πόλεις. Και τέλος ολόκληρη τη γη την έπνιξαν στο αίμα και στο δάκρυ.
- Τέλειωσες, γιε του ανθρώπου;
- Εγώ δεν έχω τέλος και αρχή, μα εσένα έφτασε η ώρα σου.
- Νίκησες, μα πριν σηκώσεις τη φωνή σου πάνω μας, άφησε, σε ικετεύουμε, να σου ζητήσουμε μια τελευταία χάρη!
- Σε ακούω.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

04:37

- Πρέπει να γυρίσουμε. Σε λίγο οι άλλοι θα ξυπνήσουν και αν δουν πως λείπουμε, ποιος ξέρει τι θα σκεφτούνε πάλι.
- Λίγο ακόμα. Δεν ακούς; Πλησιάζουμε.
- Έπρεπε να περιμένουμε. Δεν είναι δουλειά δική μας να νυχτοαναζητούμε αόρατες φωνές.
- Εμείς τις ακούσαμε, εμείς πρέπει και να τις βρούμε πρώτοι.
- Εσύ τις άκουσες. Εγώ, αν εσύ δε με ξυπνούσες, θα άκουγα ακόμα το όνειρό μου.
- Ντρέπεσαι για τα όνειρά σου και όταν εκείνος σε ρωτά τι βλέπεις, εσύ πάντα του απαντάς με ψέματα. Σε έχουν όλοι καταλάβει.
- Και εκείνος;
- Εκείνος ξέρει.
- Τότε, γιατί ζητάει να του πω;
- Για να σε δοκιμάσει, ανόητε. Ακόμα δεν κατάλαβες πως πάει το παιχνίδι. Εμείς πάντα τον πιστεύουμε ενώ εκείνος παντού μας δοκιμάζει. Δίκαιο, έτσι;
- Δε ξέρω πια τι είναι δίκαιο και άδικο.
- Ξέρεις γιατί; Γιατί η πίστη και τα ωραία λόγια δεν αρκούν. Χρειαζόμαστε κανόνες.
- Χρειαζόμαστε εκείνον.
- Εκείνον και κανόνες. Εκείνος δε θα βρίσκεται για πάντα ανάμεσά μας.
- Είναι φορές που μας μιλά και δεν καταλαβαίνω τίποτα, μα δεν τολμώ να του ζητήσω εξηγήσεις.
- Για αυτό σου λέω, όταν εκείνος φύγει από εδώ, οι κανόνες θα έχουν μείνει πίσω του για να τον ερμηνεύουν. Και τους κανόνες αυτούς θα τους ορίζουμε εμείς και ο κόσμος θα υπακούει.
- Και όταν θα φύγουμε και εμείς;
- Εμείς θα υπάρχουμε για πάντα. Θα ζούμε μέσα από τους κανόνες μας, όπως και εκείνος τώρα υπάρχει μέσα από εμάς.
- Κουράστηκα. Δυο ώρες τώρα σκοταδοψηλαφούμε και όλο μου λες πως πλησιάζουμε, μα κάθε που νιώθω πως αγγίζω τις φωνές, αμέσως πάλι νομίζω πως τις χάνω.
- Είμαστε κοντά. Πρέπει να βρούμε τις φωνές πριν σηκωθούν οι άλλοι. Πριν να ξυπνήσει εκείνος.
- Φοβάμαι. Είμαστε δυο και αυτοί ακούγονται χιλιάδες. Πως θα τα βάλουμε μαζί τους;
- Δε πάμε με κανέναν να τα βάλουμε. Θα τους μιλήσουμε και αυτοί θα ακολουθήσουν. Θα μας πιστέψουν, όπως και εμείς πιστέψαμε εκείνον. Κοίτα αυτά τα βράχια! Άκου εκείνη τη σπηλιά! Από εκεί μέσα έρχονται τα λόγια τους. Ήδη κάποιες κουβέντες τους μπορώ να τις διαβάσω.
- Τι λένε;
- Δεν ξέρω. Δε βγάζω νόημα. Λέξεις ριγμένες η μια πάνω στην άλλη. Δεν έχουν δύναμη. Μια μόνο να τραβήξεις και ύστερα σωριάζονται οι υπόλοιπες στο χώμα.
- Και αν πέσουν πάνω μας;
- Το χώμα είμαστε εμείς. Μα όποτε θέλουμε, δακρύζουμε, ιδρώνουμε, γινόμαστε και λάσπη. Πάμε να πιάσουμε μια λέξη μόνο από ψηλά, προσεχτικά και φρόνιμα. Και ύστερα βλέπουμε.
- Δε θέλω να σε ακολουθήσω στη σπηλιά. Αλλά και εδώ να μείνω μονάχος μου φοβάμαι.
- Μείνε εδώ, μίλα στον εαυτό σου και περίμενε! Θα δεις, δε θα αργήσω.
- Μένω και μου μιλάω. Βλέπω το σύντροφο μες στη σπηλιά να χάνεται, αναζητώντας των ξένων τις φωνές, και μένω πίσω μόνος μου με τη δική μου τη φωνή να μου ψευτοκρατάει παρέα. Και τώρα που δεν έμεινε, πέρα από τη μαύρη ερημιά και το αδειανό σκοτάδι, κανείς να με ακούει, τρομάζω με ετούτη την παράξενη φωνή, έτσι όπως δικιά μου, άλλα και τόσο άγνωστη, στα αυτιά μου ανεβαίνει. Τι θέλω στο κατώφλι της σπηλιάς εγώ; Τι είναι αυτό που ψάχνω; Τι έχουν να μου πουν των άλλων οι φωνές, αν δε μπορώ ακόμα με τη δική μου να ταιριάξω; Τι ψάχνω στης γης την ερημιά, ενώ αφήνω την έρημο του ίδιου μου του εαυτού βουβή και ανεξερεύνητη; Να ανακαλύψω τι ζητώ στου κόσμου το σκοτάδι, όταν μέσα στη νύχτα του μυαλού μου βήμα να κάνω δεν τολμώ; Όσο μονάχος μου μιλώ, τόσο πιο μόνος νιώθω. Για αυτό σιωπώ και μένω να κοιτάζω τη σπηλιά. Κοιτώ μέχρι που βλέπω ξανά το σύντροφο να βγαίνει. Δεν επιστρέφει νικητής, αλλά κυνηγημένος. Κάτι φωνάζει, μα χάνονται τα λόγια του στο δρόμο. Τι λέει; Τι λες;
- Λάθος, λάθος! Τρέξε μαζί μου! Τρέξε γρήγορα και μην κοιτάξεις πίσω! Έρχεται!

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

02:42

- Θα φύγω.
- Όλο τα ίδια λες. Κατάλαβέ το, δεν έχεις πουθενά να πας! Εδώ θα μείνεις. Μαζί μας ως το τέλος.
- Ποιο τέλος; Ποιο εδώ; Κάθε μέρα ακούω πως όλο και κάπου φτάνουμε και την επόμενη ξανά από το ίδιο ακριβώς σημείο ξεκινάμε. Όμως κανείς σας δεν το βλέπει πια. Τίποτα δεν καταλαβαίνετε. Να, κοίταξε τα συνανθρωπάκια σου πως ονειρεύονται μακάρια γύρω από τη σκιά του!
- Μη μιλάς έτσι! Δεν έχεις το δικαίωμα. Κανένας δε σε ανάγκασε να τον ακολουθήσεις. Εσύ ειδικά μόνος σου ήρθες και απρόσκλητος. Αν βρεις κάτι καλύτερο, να ξέρεις, κανείς μας δε θα σε εμποδίσει.
- Υπάρχει το καλύτερο. Το ξέρω και το ξέρετε.
- Εκείνος είναι το καλύτερο. Και μίλα πιο σιγά, γιατί θα τον ξυπνήσεις.
- Αν ήταν στ’ αλήθεια εκείνος το καλύτερο, τώρα δε θα κοιμόταν. Κάθε φορά που πέφτω εγώ να κοιμηθώ, αισθάνομαι αγκάθια πραιτοριανούς μέσα από τη γη να με τρυπάνε. Μα εκείνος ακουμπά την πλάτη του στην έρημο και είναι σαν να πλαγιάζει στην κάμαρα του Ηρώδη.
- Αφού έτσι, χωρίς λόγο, ξαγρυπνάς, δεν κάθεσαι στη θέση μου, μπας και ξεκλέψω λίγο ακόμα ύπνο.
- Το βλέπεις; Μόνο αυτό σας νοιάζει. Ο ύπνος. Όχι το όνειρο. Δεν είστε σαν και εμένα μαχητές. Δεν πολεμάτε.
- Αν ήθελα να γίνω μαχητής, τότε θα ακολουθούσα άλλους.
- Και ξέρεις τι είναι, άραγε, αυτό που θα ήθελες να γίνεις;
- Ξέρει εκείνος.
- Και τότε, τι περιμένει να στο πει; Να μεγαλώσεις πρώτα;
- Εκείνος ακολουθεί το σχέδιο και από πίσω του εγώ ακολουθώ εκείνον. Και αυτό, προς το παρόν, μου φτάνει.
- Και αν κάνει λάθος; Και αν δεν υπάρχει σχέδιο; Και αν είναι όλα αυτά μόνο μες στο κεφάλι του και εκείνος στο δικό μας; Αλήθεια, δε φοβάσαι μη πέσεις καμιά νύχτα ανάσκελη και πάνω σου δε βρίσκεις ουρανό να σε σκεπάζει; Δε τρέμεις μη ξυπνήσεις το πρωί και δεν υπάρχει δρόμος κάτω σου που να σε συνεφέρει πίσω;
- Πίσω που;
- Πίσω σ’ αυτά που άφησες.
- Δε θυμάμαι τι έχω αφήσει πίσω μου. Ξέρω μονάχα ότι προχωρώ και σου είπα, αυτό μου φτάνει.
- Ναι. Προχωράς στην έρημο. Ψάχνεις να βρεις την έξοδο μέσα σε έναν λαβύρινθο τυφλό, χωρίς ντουβάρια και διαδρόμους. Μέσα στην πλάνη σου πλανιέσαι και δε πηγαίνεις πουθενά.
- Και εσύ, τι κάνεις;
- Εγώ σκέφτομαι. Εγώ φωνάζω, αμφισβητώ. Τώρα είμαι εδώ, έτσι, γιατί το θέλησα και αύριο πάλι μπορεί να ψάχνω για φορτηγό στην Τύρο. Και ίσως, σε ένα φεγγάρι από σήμερα, να κολυμπώ μες στη ρακή και να γελώ με την ανάμνησή σας.
- Αλήθεια; Που; Μες στην κοιλιά του κύτους;
- Και εκεί ακόμα, αν έτσι έρθουν τα πράγματα. Εγώ δεν έχω φορτωθεί καμιά βαριά αποστολή στην πλάτη μου και ούτε που ζήτησα ποτέ ζωή του εκλεκτού να ζήσω. Εγώ και τη σκιά μου ακόμα, αν θέλω, τη διώχνω μακριά.
- Αν συνεχίσεις έτσι, μάλλον εκείνη θα σε βαρεθεί και θα σε παρατήσει. Ξέρεις, θυμάμαι εκεί, στην ξεχασμένη μου, παλιά ζωή, είχα γνωρίσει κάποτε έναν γέρο επαίτη, που αδικοτριγύρναγε στις όχθες της Τιβεριάδας, αλλάζοντας τις ιστορίες του με τα αποφάγια των ψαράδων. Του έδωσα να στραγγίξει το παγούρι μου και εκείνος, τότε, άρχισε να μου παραμιλάει για κάποιο παράξενο νησί, κάπου στις άσπρες θάλασσες, που το έχει ο ήλιος για φωλιά του. Από τον βράχο εκείνον, έλεγε, πέρασαν άνθρωποι πολλοί και ματαιοπροσπαθήσανε να απλώσουν πάνω τη σκιά τους. Φαίνεται, όμως, πως στου ήλιου το νησί καμιά σκιά δεν καταφέρνει να φυτρώσει. Γιατί, μπορεί να είναι το φως αυτό που φτιάχνει τη σκιά, αλλά καμιά σκιά μέσα στο φως το ίδιο δε χωράει. Εγώ το έχω διαλέξει το δικό μου φως, όπως το διάλεξες και εσύ, αλλά η αχόρταγη ψυχή σου δε σε άφησε ποτέ κοντά του να ησυχάσεις. Κάποτε, κάποιοι από εμάς θα βρούμε το δικό μας το νησί. Και ίσως και κάποιοι να μπορέσουν και να δουν κατάματα τον ήλιο. Και έστω και ένας από μας να καταφέρει, λέει, να γίνει ένα με το φως και έτσι να χάσει για πάντα τη σκιά του. Μα εσύ, όσο τα μάτια σου πεισματαρνούνται εκείνον στα μάτια να κοιτάξουν, φοβάμαι πως θα σέρνεις τη σκιά ξοπίσω σου, σαν καταδικασμένος.
- Μπορεί ο ήλιος ο δικός μου να βρίσκεται αλλού.
- Μη μιλάς!
- Γιατί; Δεν αντέχουν τα λόγια μου τα αυτιά σου;
- Σώπα, σου λέω και άκου! Οι φωνές! Έρχονται!

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

01:11

- Γιατί δεν κοιμάσαι;
- Κοιμόμουν, αλλά με ξύπνησε το όνειρο.
- Γιατί δεν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς ξανά;
- Φοβάμαι μήπως και το ξαναδώ. Μην έρθει μέσα μου το όνειρο και πάλι με ξυπνήσει.
- Τι είδες;
- Δε θέλω να σου πω. Θα γελάσεις.
- Και είναι κακό αυτό; Γιατί κανένας σας δε θέλει να γελάω;
- Δεν ξέρω. Δε θέλω εσύ μαζί μου να γελάς.
- Αυτό είναι; Πες μου! Τι είδες; Μη φοβάσαι!
- Δε φοβάμαι εσένα. Φοβάμαι το όνειρο.
- Εμένα είδες;
- Ναι.
- Τότε φοβάσαι εμένα.
- Δεν ήσουν μόνος.
- Ποιος άλλος ήταν εκεί μαζί μου;
- Εγώ.
- Τότε φοβάσαι εσένα. Πες μου! Τι είδες;
- Σε είδα, λέει, να προχωράς μπροστά, γυμνός και ματωμένος. Κάπου ανέβαινες και σήκωνες έναν βαρύ σταυρό στην πλάτη.
- Αυτό ήταν, λοιπόν; Μα αυτό είναι το όνειρο που έχουν δει και οι άλλοι.
- Σου το είπα, θα γελάσεις.
- Δε γελάω. Και εσύ που ήσουν; Τι έκανες εσύ εκεί;
- Εγώ ήμουν καρφωμένος πάνω στο σταυρό. Γυμνός και εγώ και ματωμένος και ανέβαινα μαζί σου. Μαζί με τον βαρύ σταυρό σήκωνες, λέει, στην πλάτη σου και εμένα.
- Παράξενο. Αυτό το όνειρο μόνο εγώ το έχω δει.
- Τι πάει να πει αυτό;
- Τίποτα.
- Πως τίποτα; Όλα κάτι σημαίνουν.
- Μην προσπαθείς συνέχεια τα πάντα να ερμηνεύεις! Στα όνειρα είναι που οι πράξεις ξαγρυπνούν και όχι στις λέξεις που αφυπνίζονται τα όνειρα. Έλα τώρα, προσπάθησε να κοιμηθείς ξανά!
- Φοβάμαι! Και αν δω το ίδιο πάλι;
- Εάν το ξαναδείς, μείνε εκεί, στο όνειρο και δες το ως το τέλος! Θα έρθει μια μέρα κάποτε που δε μπορεί, θα λες, όνειρο είναι, μα θα είναι η αλήθεια. Θα ψάχνεις να κρυφτείς στον ύπνο σου, μα ο ήλιος θα έχει την κρυψώνα σου για πάντα φανερώσει.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

αντενδείξεις (σχέδιο σεναρίου για ένα φιλμ μικρού μήκους)

σκηνή 1η: ημέρα, εσωτερικό/διαμέρισμα
Ο Α κοιμάται στο κρεβάτι του. Ακούγεται ο επίμονος ψίθυρος (off) μιας γυναίκας που λέει «ξύπνα!», που ολοένα και δυναμώνει, ενώ από πιο μακριά ακούγονται νερά να τρέχουν. Μετά την τέταρτη-πέμπτη επανάληψη ο Α ανοίγει απότομα τα μάτια του. Κοιτάζει στο πλάι του και βλέπει την Β να κοιμάται. Ο Α ανασηκώνεται στο κρεβάτι του και βλέπει την Β απέναντι από το κρεβάτι καθισμένη με γυρισμένη την πλάτη της στον Α να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να χτενίζεται. Το είδωλο της Β στον καθρέφτη κοιτάζει τον Α και του χαμογελά. Ο Α σηκώνεται και περπατάει στο διαμέρισμα. Ανοίγει την πόρτα του μπάνιου. Ο ήχος των νερών που τρέχουν ακούγεται εντονότερος. Πίσω από την κουρτίνα φαίνεται πως κάποιος πλένεται, ενώ μέσα από τον ήχο του νερού ακούγεται η ίδια γυναικεία φωνή να μουρμουρίζει ένα σκοπό. Ο Α τραβάει την κουρτίνα και βλέπει την Β γυμνή και βρεγμένη. Η Β σταματάει απότομα το τραγούδι και κάνει πως δήθεν τρομαγμένη κρύβει το στήθος της και κλείνει ξανά την κουρτίνα. Πάνω στον θολωμένο από τους υδρατμούς καθρέφτη του μπάνιου είναι γραμμένη η λέξη «ξύπνα!». Ο Α δε το βλέπει. Βγαίνει από το μπάνιο. Αφού περάσει μπροστά από την πόρτα της κουζίνας, μέσα στην οποία φαίνεται η Β να πλένει τα πιάτα μουρμουρίζοντας τον ίδιο σκοπό, κάθεται μπροστά σε ένα τραπέζι-γραφείο. Παίρνει στα χέρια του ένα βιβλίο και το ξεφυλλίζει. Το βιβλίο είναι γεμάτο από φωτογραφίες της Β. Το κλείνει απότομα. Σταματάει ο ήχος του νερού. Στο εξώφυλλο του φαίνεται γραμμένη η λέξη «ξύπνα!». Παίρνει τα κλειδιά του, που βρίσκονται επίσης πάνω στο γραφείο και κοιτάζοντας την Β που είναι καθισμένη στο κρεβάτι και τεντώνεται, σα να έχει μόλις ξυπνήσει, της λέει: «πάμε!».


σκηνή 2η: ημέρα, εξωτερικό/επαρχιακός δρόμος
Ο Α και η Β μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Α οδηγάει κοιτάζοντας τριγύρω του στο δρόμο σα να ψάχνει κάτι. Η Β αλλάζει διαρκώς σταθμούς στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, μέχρι που, μετά από παράσιτα και αναμεταδόσεις αγώνων, βρίσκει τελικά το τραγούδι που μουρμούραγε νωρίτερα στο σπίτι. Δυναμώνει την ένταση. Στο δρόμο δε φαίνονται να κυκλοφορούν άλλα αυτοκίνητα και το τοπίο είναι ερημικό. Κάποια στιγμή το αμάξι τους προσπερνάει ένα παγκάκι που υπάρχει στην άκρη του δρόμου. Ο Α φρενάρει απότομα. Ο Α και η Β βγαίνουν από το αυτοκίνητο, περπατούν λίγο αγκαλιασμένοι και κάθονται στο παγκάκι. Η Β ξαπλώνει ακουμπώντας το κεφάλι της στα πόδια του Α. Ο Α κοιτάζει μια την Α και μια τη θέα μπροστά του. Βάζει ένα τσιγάρο στο στόμα του και κάνει πως ψάχνει στις τσέπες του για αναπτήρα. Δεν τον βρίσκει και σηκώνεται. Πηγαίνει προς το αυτοκίνητο που είναι σταματημένο λίγα μέτρα μακριά από το παγκάκι. Η Β παραμένει ξαπλωμένη κοιτάζοντας τα σύννεφα και μουρμουρίζοντας πάντα το ίδιο τραγούδι. Ακούγεται το απότομο μαρσάρισμα της μηχανής του αυτοκινήτου. Η Β σηκώνεται απότομα και κοιτάζει το αυτοκίνητο να φεύγει προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθαν. Ο Α οδηγάει το αυτοκίνητο και ανάβει το τσιγάρο του. Ανοίγει ξανά το ραδιόφωνο και ακούγεται το ίδιο τραγούδι. Αλλάζει σταθμό, αλλά το τραγούδι ακούγεται συνέχεια από παντού. Πατάει με μανία τα κουμπιά του ραδιοφώνου, μέχρι που κάποια στιγμή ακούγονται από αυτό μόνο παράσιτα. Ο Α κάνει πως φτιάχνει τον καθρέφτη και βλέπει σε αυτόν το είδωλο της Β που του χαμογελάει καθισμένη στο πίσω κάθισμα. Ο Α φρενάρει απότομα. Βγαίνει από το αυτοκίνητο και απομακρύνεται από αυτό, αφήνοντάς το στη μέση του δρόμου με ανοιχτή την πόρτα του οδηγού. Εξακολουθούν να ακούγονται τα παράσιτα του ραδιοφώνου.


σκηνή 3η: νύχτα, εξωτερικό/στο δρομο
Ενώ μέσα από τα παράσιτα αρχίζουν να ξεχωρίζουν κάποια λόγια, ο Α φτάνει έξω από ένα φαρμακείο. Στη βιτρίνα του μαγαζιού υπάρχει μια διαφημιστική φωτογραφία κάποιου προϊόντος. Στην εικόνα φαίνεται η Β να κάθεται σε ένα παγκάκι στην άκρη του δρόμου. Αρχίζει να ξεχωρίζει ο ήχος της αναμετάδοσης κάποιου ποδοσφαιρικού αγώνα.


σκηνή 4η: νύχτα, εσωτερικό/φαρμακείο
Ο Α μπαίνει στο φαρμακείο. Ο φαρμακοποιός σκυμμένος πάνω από κάτι χαρτιά στον πάγκο του δε φαίνεται να προσέχει τον Α. Ο Α κοιτάζει τις φωτογραφίες της Β που βρίσκονται πάνω στις διαφημιστικές αφίσες παντού μέσα στο φαρμακείο. Κάποια στιγμή ο φαρμακοποιός σηκώνει απότομα το κεφάλι του, βλέπει τον Α, κλείνει το ραδιόφωνο που βρίσκεται επίσης πάνω στον πάγκο και του λέει: «παρακαλώ!». Ο Α συνεχίζει να κοιτάζει τις φωτογραφίες και δε του δίνει σημασία. Ο φαρμακοποιός χαμογελάει. Ο Α τον κοιτάζει. Ο φαρμακοποιός του κάνει νόημα να έρθει πιο κοντά του. Ο Α σκύβει πάνω από τον πάγκο. Ο φαρμακοποιός βγάζει από το στόμα του ένα χάπι και το προσφέρει στον Α. Ο Α ξανακοιτάζει μία από τις φωτογραφίες και ξανά το φαρμακοποιό. Ανοίγει το στόμα του και ο φαρμακοποιός του βάζει μέσα το χάπι. Ο Α κλείνει τα μάτια του (fade out). Ακούγεται ξανά ο ψίθυρος «ξύπνα!» που όσο πάει και εξασθενεί, ενώ εμφανίζονται εμβόλιμα πλάνα από τα σύννεφα και το αυτοκίνητο του να απομακρύνεται. Ακούγεται και πάλι η αναμετάδοση του αγώνα. (fade in) Ο Α ανοίγει τα μάτια, αλλά δεν είναι πια (…) ο Α. Ο Α και ο φαρμακοποιός έχουν αλλάξει θέσεις. Ο Α φοράει την λευκή ποδιά του φαρμακοποιού και είναι χαμένος στα χαρτιά πάνω στον πάγκο του και δε δίνει σημασία στην παρουσία του (πρώην) φαρμακοποιού που στέκεται από την άλλη πλευρά, φοράει τα ρούχα του Α και τον κοιτάζει σαστισμένος. Στις διαφημιστικές αφίσες το πρόσωπο της Β έχει εξαφανιστεί από παντού. Ο «νέος Α» χτυπάει τον πάγκο του νέου φαρμακοποιού φωνάζοντας «παρακαλώ!» για να τον κάνει να τον προσέξει, αλλά εκείνος δε του δίνει καμία σημασία. Ο ήχος της αναμετάδοσης του αγώνα χάνεται μέσα σε παράσιτα.


σκηνή 5η: νύχτα, εξωτερικό/στο δρομο
Ο Α φορώντας την ποδιά του φαρμακοποιού κατεβάζει τα ρολά του φαρμακείου. Στην εικόνα της διαφημιστικής αφίσας στη βιτρίνα του φαρμακείου φαίνεται ο φαρμακοποιός να φοράει τα ρούχα του Α και να κάθεται στο παγκάκι στην άκρη του δρόμου.


σκηνή 6η: ξημερώματα/επαρχιακός δρόμος
Ο Α –πάντα φορώντας την ποδιά του φαρμακοποιού- περπατάει στο δρόμο και κατευθύνεται προς το εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο, ενώ μουρμουρίζει τον ίδιο σκοπό. Από το αυτοκίνητο ακούγονται ακόμα τα παράσιτα. Μπαίνει στο αυτοκίνητο. Κλείνει το ραδιόφωνο, ανάβει τσιγάρο και ξεκινάει. Φτιάχνει τον καθρέφτη και κοιτάζει το πίσω κάθισμα. Δεν είναι κανείς.


σκηνή 7η: ημέρα, εσωτερικό/διαμέρισμα
Εικόνες από το διαμέρισμα. Ο καθρέφτης του υπνοδωματίου. Η κουζίνα. Το γραφείο. Η κουρτίνα του μπάνιου. Ακούγεται ο ήχος νερού που τρέχει σα να κάνει κάποιος μπάνιο. Στο κρεβάτι ο Α κοιμάται. Ο Α ανοίγει τα μάτια του. Ανασηκώνεται και κοιτάζει γύρω του. Ο ήχος ακούγεται να δυναμώνει. Σηκώνεται και πηγαίνει προς το μπάνιο. Ανοίγει την πόρτα και πλησιάζει αργά προς την κουρτίνα. Την τραβάει και βλέπει την κρεμασμένη λευκή ποδιά να μουσκεύει κάτω από το νερό του μπάνιου.

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

0,09

Το βράδυ του Σαββάτου σημειώθηκε σεισμός. Τη στιγμή εκείνη ανηφόριζα την Θεμιστοκλέους ψάχνοντας για ανοιχτό περίπτερο. Ήταν μόλις ένα ταπεινό 0,09 της κλίμακας και μάλλον ήμουν ο μόνος σε ολόκληρη την πόλη που το είχα καταλάβει. Την ίδια ώρα δυσάρεστες σκέψεις κατηφόριζαν από το μυαλό προς το στομάχι μου. Δεν είχα πιει –όσο έπρεπε τουλάχιστον- και ήθελα να καπνίσω. Ήθελα, στ’ αλήθεια, με μια μου εκπνοή να μετατρέψω όλους τους φιλήσυχους κατοίκους αυτής της ξάγρυπνης λιμνοθάλασσας σε παθητικούς καπνιστές της δικιάς μου προσωπικής ανησυχίας.
Διέσχισα τα Εξάρχεια χαζεύοντας τους ένστολους που έκαναν προληπτικούς ελέγχους στους περαστικούς. Η παρουσία μου φάνηκε να τους αφήνει αδιάφορους. Με αόρατο έμοιαζε για ακόμα μια φορά το πέρασμά μου. Με έκαναν να ζηλέψω περισσότερο. Πήρα μόνος μου την πρωτοβουλία και τους πλησίασα. Εσείς, παιδιά, τον καταλάβατε; Μα αυτοί, μόλις με είδανε, ντραπήκανε και μες στην αμηχανία τους άρχισαν να κοπανάνε με τα ρόπαλα ο ένας του άλλου το κεφάλι. Σάστισαν οι περαστικοί, αλλά δεν άργησαν πολύ να τους μιμηθούν κι εκείνοι. Αιώνιες παρέες και ζευγαράκια της στιγμής, σφιχταγκαλιασμένοι με ζήλο να αλληλομαχαιρώνονται πισώπλατα. Είχα άθελά μου προκαλέσει μια νέα, ολοκαίνουρια εξέγερση.
Έφτασα στην πλατεία, όπου η μάχη είχε πια για τα καλά ανάψει. Δε μπόρεσα να συναντήσω ανοιχτό περίπτερο, μα εκμεταλλεύτηκα τον πανικό και γκρέμισα εκείνο στη γωνία. Θυμήθηκα αργότερα που κάποτε ο περιπτεράς με είχε στα ρέστα κοροϊδέψει και μια χαρά τη δικαιολόγησα την πράξη μου. Γέμισα τις τσέπες μου καπνούς και σοκολάτες και πέρασα για ταξί απέναντι.
Οι οδηγοί τους είχανε μαζευτεί μπροστά στο καφενείο και παρακολουθούσανε το μακελειό με φίλαθλο ενδιαφέρον. Ποιος έχει σειρά, φώναξα και ο πρώτος σύρθηκε ξενερωμένος πίσω από το τιμόνι του. Στη Δάφνη, επί της Βουλιαγμένης, λίγο μετά τη Νανά, παρακαλώ! «Ποια είναι η Νανά;» με ρώτησε. Γιατί η Δάφνη ποια είναι; Και μέχρι να φτάσουμε δε τόλμησε να μου ξαναμιλήσει.
Στα φανάρια της Βασιλέως Κωνσταντίνου γύρισα και κοίταξα την Ακρόπολη. Είδα τα φώτα στο μνημείο να αναβοσβήνουν περίπου ρυθμικά. Αναρωτήθηκα αν ήταν και αυτό μέρος του εορταστικού περιτυλίγματος ή μήπως έπεφτε σιγά-σιγά του ρεύματος και του πολιτισμού η τάση.
Έφτασα στο σπίτι. Έπεσα να κοιμηθώ κι έχασα το καλύτερο. Τα ξημερώματα της Κυριακής, ένας δεκαεννιάχρονος κρυφά σκαρφάλωσε το βράχο, μα ελλείψει σβάστιγας, ετούτη τη φορά, κατέβασε τον Παρθενώνα.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

το κεφάλαιό μου

Στο τέλος, αφού στράγγιξε τελείως το δωμάτιο και χάθηκε και η τελευταία σταγόνα της βροχής μέσα από τις χαραμάδες του δαπέδου, απέμεινα μόνος εγώ, ο ξαπλωμένος ναυαγός, πάνω στο επίμονα τετράγωνο κρεβάτι μου. Ήμουν και πάλι μόνος μου - λες και είχε ο προκατακλυσμιαίος επισκέπτης απορροφηθεί με κάποιον τρόπο μαγικό και αυτός μαζί με το νερό, μέσα από κάποιο κρυμμένο δίκτυο αγωγών, που ανάγωγα διακλαδίζονταν κάτω από την επιφάνεια του κελιού μου. Κοίταξα γύρω μου και είδα ξανά να είναι στη θέση τους τα πάντα, όπως και πριν - τα ρούχα, τα σεντόνια μου ακόμα και οι μουτζουρωμένες μου σελίδες είχαν όλα στεγνώσει.
Σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και είδα μέσα από την τετράγωνη σχισμή ένα μικρό γαλάζιο σύννεφο να με χλευάζει.
Και ύστερα ένιωσα την πόρτα του κελιού μου ανοιχτή και γύρισα αμέσως προς το μέρος της. Και είδα στο κατώφλι μου να στέκεται η γραμματέας του διευθυντή της φυλακής με ένα ξανθό χαμόγελο και εκείνη τη σιχαμερή συμπάθεια στο παγωμένο βλέμμα. Τι έγινε, πήγα να τη ρωτήσω, αν και ήξερα καλά πως όλες του κόσμου οι απαντήσεις είχανε χάσει πια το νόημά τους.
«Ελάτε! Έχουμε αργήσει», με πρόλαβε. Σηκώθηκα μηχανικά και αγρυπνοβατώντας περπάτησα προς το μέρος της, μέχρι που αισθάνθηκα τα αφυδατωμένα μου χαρτιά να με τραβάν από το μανίκι. Μπορώ να τα πάρω μαζί μου αυτά; «Μα, φυσικά! Για αυτά, άλλωστε, δε βρίσκεστε εδώ μέσα; Μα μην καθυστερείτε άλλο! Μας περιμένουνε.»
Δίπλωσα όλες μου τις λέξεις και αφού προσωρινά τις έκρυψα μέσα στις τσέπες της στολής μου, άρχισα τότε να ψάχνω τα παπούτσια μου. Το ένα το είχαν μάλλον τα κύματα ξεβράσει κάτω από το κρεβάτι μου - το άλλο δεν υπήρχε πουθενά. Κοίταξα παντού, αλλά μέσα σε αυτή την τετραγωνισμένη έρημο δε θα μπορούσε να κρυφτεί καλά καμιά καλή κρυψώνα. Σκέφτηκα πως ίσως το πήρε φεύγοντας μαζί του το νερό και το φαντάστηκα ήδη να ταξιδεύει μακριά σε άγνωστα πελάγη και ύστερα να γίνεται άνοστο θήραμα των δελφινιών και των απελπισμένων.
«Πρέπει να πηγαίνουμε», επέμεινε η ξανθιά φωνή. Μα πως θα γυρίσω πίσω έτσι, με ένα μόνο παπούτσι; Στο σπίτι μου, ξέρεις, δεν αγαπούν τους μονοσάνδαλους.

Περνώντας τη σιδερένια πόρτα, γύρισα και έριξα την τελευταία μου ματιά μες στο δωμάτιο. Το είχα μισήσει όσο κανένα άλλο μέρος από όσα με τα πόδια ή με τη φαντασία μου είχα ποτέ επισκεφτεί. Και όμως, μέσα μου κάπου λαχταρούσα έστω για μια στιγμή να αποκτούσε, λέει, φωνή ο πέτρινος μου κύβος, να μου ψιθύριζε «θα σε θυμάμαι, θα μου λείψεις» και να μου χάραζε ο ψίθυρος τα λόγια αυτά πάνω στην πλάτη μου για πάντα.

Όταν επέστρεψα ξανά το βλέμμα μου μπροστά, η γραμματέας είχε ήδη χωθεί μέχρι τη μέση μέσα σε μια καταπακτή μόλις δυο βήματα έξω από την πόρτα του κελιού μου. Θυμήθηκα τα λόγια του αδικοχαμένου συνδραπέτη μου, που μου έλεγε πως θα έπρεπε να αναζητώ την έξοδο αλλάζοντας επίπεδο και γέλασα από μέσα μου για ακόμα μια φορά με τον αστείο παντογνώστη αφηγητή αυτής της ιστορίας.
«Από εδώ! Ακολουθήστε με!» με πρόσταξε λίγο πριν την καταπιεί ολόκληρη η τρύπα. Προχώρησα δειλά και σκύβοντας προσεκτικά πάνω από το άνοιγμα της είδα τα πρώτα πέτρινα σκαλιά μιας στριφογυριστής διαφυγής. Είχα μπροστά μου μια κάθοδο που έπρεπε να δοκιμάσω οπωσδήποτε, μόνο και μόνο για να μάθω αν οδηγεί στον Άδη τελικά ή στην ελευθερία.
Και έτσι την ακολούθησα σχεδόν μαγνητισμένος, κοιτάζοντας σα βλάκας την ξανθιά αλογοουρά, όπως αυτή μαστίγωνε συμμετρικά τους ώμους της σε κάθε σκαλοπάτι. Σε μία μάλλον περιττή επίδειξη ευγένειας πρότεινα μάλιστα να προηγηθώ εγώ, αλλά αυτή ούτε για μια στιγμή δε γύρισε να με κοιτάξει και ειλικρινά δεν ξέρω τι με κράτησε και δεν της έριξα μια δυνατή κλωτσιά, μπας και τη βοηθήσω να φτάσει εκεί κάτω –που;- μια ώρα αρχύτερα. Της σκάλας –λένε- το κατέβασμα ίσως αποτελεί μοναδική περίπτωση όπου οφείλει ο άνδρας να προχωράει δυο βήματα μπροστά γυρίζοντας την πλάτη του σε εκείνη. Μα επιτέλους, δε σας μαθαίνουν καθόλου τρόπους εδώ μέσα;
Και επιτέλους θα μου εξηγούσε άραγε κανείς ποτέ τι ήταν εκείνο το «εδώ μέσα», το οποίο με φιλοξένησε πεισματικά τόσο καιρό στα σπλάχνα του και τώρα ξαφνικά με τόση προθυμία με ξερνούσε;
Η κάθοδός μας δεν είχε τελειωμό και εγώ ακολουθούσα μάταια προσπαθώντας μήπως θυμηθώ, αν είχα κατά την άφιξή μου εντοπίσει μέσα στη φυλακή ή έστω κάπου πάνω στο νησί τέτοιον ουρανομήκη πύργο. Σκέφτηκα όσο καιρό παρέμενα κρατούμενος αυτής της έμμονης ιδέας, πως το ίδρυμά μου δε μεγάλωνε μόνο σε μήκος και σε πλάτος, υψώνοντας καινούρια τείχη καθημερινά τριγύρω μου, αλλά επίσης πως ταυτόχρονα βυθίζοταν, διανοίγοντας όλο και νέες πτέρυγες βαθιά, στο σωφρονιστικό υπέδαφός του.
Το λίγο φως και η ολοένα και πιο έντονη ανάγκη για οξυγόνο εκεί, μέσα στα κυκλικά τοιχώματα, κάποια στιγμή με έφεραν τελικά κοντά στα όρια μου. Άλλωστε, τόσες μέρες περιορισμένος μέσα στο κελί, ανάμεσα στα άλλα, το σώμα μου είχε ξεχάσει, φαίνεται, ακόμα και τις πιο βασικές υποχρεώσεις του, που είχε υποτίθεται απέναντι στο χώρο και το χρόνο. Ξεχνάει το σώμα, ξεχνάει και το δεξί του βήμα ακόμα πως κάποτε το έβαζε μετά το αριστερό.
Είχα ήδη χάσει τον κόσμο μου από καιρό και τώρα έχανα πια σιγά-σιγά και τις δυνάμεις μου. Σύντομα μάλλον ακόμα και η ισορροπία μου θα αποτελούσε παρελθόν, την ώρα που το ένα και μοναδικό παπούτσι μου λίγο με βοηθούσε. Για να μη δω την αλυσίδα της απώλειας να συνεχίζεται σταμάτησα, στην τύχη κάθισα σε ένα σκαλοπάτι και ζήτησα από την ξανθιά ένα μικρό διάλλειμα.
«Μα τώρα; Τώρα που φτάνουμε;» Πες ό,τι θες, διάλειμμα…

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

σφαίρες ορφανές

Είμαι ο ένοικος του τρίτου ορόφου. Το σπίτι μου βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, κοντά στην παραλία. Τη θάλασσά της, όμως, περισσότερο την ακούω, παρά τη βλέπω, αφού το διαμέρισμά μου προτιμά να αντικρίζει πεισματικά το δρόμο. Ο δρόμος αυτός, αν και οδηγεί στην έξοδο της πόλης, μόνο με έξοδος δε μοιάζει, με όλα ετούτα τα πολύχρωμα αυτοκινητάκια να τσαλαβουτάνε νευρικά στις γκρίζες του λακκούβες. Κοιτάζω τα αμάξια από το μπαλκόνι μου και ξεχνιέμαι παρατηρώντας τη ροή τους. Και ύστερα πάλι προσπαθώ να φανταστώ τα πρόσωπα των οδηγών, να αναλύσω τις κινήσεις και να μαντέψω τις προθέσεις τους. Αυτοί εδώ οι άνθρωποι δε θέλουν να βρουν την έξοδο της πόλης, όχι - μόνο έξω από το δρόμο νοιάζονται να βγουν. Βιάζονται σαν ρούχο βρώμικο το δρόμο αυτόν από πάνω τους να τον πετάξουν.
Στης πολυκατοικίας μου τον τελευταίο όροφο, εκεί όπου το ασανσέρ και τα διαφημιστικά φυλλάδια ποτέ δε φτάνουν, υπάρχει ένα δωμάτιο. Εκεί, εδώ και χρόνια, στην κορυφή του οικοδομήματος, μένει μονάχος του ένας ελεύθερος σκοπευτής. Αυτός ο παράξενος ένοικος του ουρανού από τη θέση του μετακινείται σπάνια. Δύσκολα αφήνει τη φωλιά και την ταράτσα του για να κατέβει στους χαμηλούς ορόφους. Λένε οι άλλοι πως έξω, στο δρόμο, δε βγαίνει πια ποτέ. Κάθε πρωί γυαλίζει, καθαρίζει, λύνει και δένει τα όπλα του και ύστερα, μέχρι που να βραδιάσει, στήνεται στου πείσματός του τα περβάζια και από τις πολεμίστρες του βάζει σημάδι κάτω στο δρόμο τους περαστικούς. Χρόνια τώρα, ολόκληρη η πόλη έχει περάσει μέσα από τις διόπτρες του. Δύσκολα βρίσκεται στην πόλη ετούτη άνθρωπος που, έστω για μια φορά, ο κάτοικος του τελευταίου ορόφου να μην τον έχει σημαδέψει. Που να μη του έχει μετρήσει τη ζωή χαϊδεύοντας νωχελικά του όπλου του τη σκανδάλη. Κανείς σε αυτήν την πόλη δεν έμαθε ποτέ πόσο κοντά του έχει ο θάνατος περάσει και όλοι τους, περαστικοί από το κέντρο της πόλης και της ζωής τις γειτονιές, συνεχίζουνε αδιάφοροι να διαφεύγουν του μοιραίου, ανυποψίαστοι τον κίνδυνο να προσπερνούν και ατάραχοι να προχωράνε. Αμέριμνοι να μπαινοβγαίνουνε στο μάτι του πολιορκημένου σκοπευτή και στο βεληνεκές του.
Περνάνε οι μέρες, τα χρόνια φεύγουν και ο μοναχικός ελεύθερος σκοπευτής της πολυκατοικίας μας, ακούραστος και αμετανόητος, συνεχίζει όλη τη μέρα να σημαδεύει στο δρόμου τους περαστικούς, μα ακόμα αρνείται να τραβήξει τη σκανδάλη. Με σφαίρες ορφανές το πείσμα του οπλίζει, μα μοιάζει πια σαν να μη μπορεί τη θέλησή του να πυροδοτήσει. Οι άλλοι ένοικοι των χαμηλών ορόφων έχουν αρχίσει τελευταία μαζί του να γελούν και πίσω από την πλάτη του τις αλλόκοτες συνήθειές του περιπαίζουν. «Τι ελεύθερος σκοπευτής είναι αυτός, που μόνο να σημαδεύει ξέρει; Τι περιμένει; Γιατί επιτέλους δεν χτυπά;»
Στη μικρή μου πόλη έχει στηθεί από καιρό γιορτή μεγάλη. Εκεί που έλεγες, πως τώρα τίποτα πια δεν αγοράζεται, σήμερα όλα ξεπουλιούνται και οι κάτοικοι κρύβουν τη μάσκα του επαίτη και ύστερα φοράνε όλοι τα καλά τους για να κατέβουν στης πόλης μου την ανθρωποπανήγυρη. Εκεί που νόμιζες πως έχουν όλοι τους πέσει σε λήθαργο βαθύ, τους βλέπεις όλους με μάτια γουρλωμένα με μπερδεμένα όνειρα να επενδύουνε συμμετρικά της ανοχής τα τραπεζοκαθίσματα. Με τόση χρωματιστή ανάπτυξη, με τέτοια αρωματισμένη πρόοδο, ποιος να τολμήσει το χρέος και τα χρέη του να υπολογίσει; Πέφτουν τα τείχη της μικρής μας καφεδούπολης και οι εργολάβοι με τις πέτρες τους μπαζώνουνε δρόμους και συνειδήσεις. Στραβώνει ο ήλιος τις ακτίνες του πάνω στης πεζοδρομούπολής μας τη θαμπή επιφάνεια και από την αντανάκλαση στραβώνονται οι άνεργοι σκοπευτές εκεί πάνω στις επάλξεις τους. Τώρα πια, και να χτυπήσουν, θα χτυπήσουν στα τυφλά.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

βασανιστήρια. γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

έτσι μου μίλησε ο…

Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Όλοι σας ξέρετε τι ακολούθησε μετά, όπως και το τι είχε όλων αυτών προηγηθεί όλοι πολύ καλά γνωρίζατε. Μόνο που κανείς από σας δε φρόντισε να μου το πει εγκαίρως και έτσι με αφήνατε τόσο καιρό να γράφω τα δικά μου.
Τι απέγινε, όμως, ο ήρωας αυτής της ιστορίας, ύστερα από την πτώση των τειχών, κανένας σας ποτέ δεν νοιάστηκε να μάθει. Όσο καιρό βρισκόταν φυλακισμένος εκεί μέσα, όλοι σας είχατε κάπως βολευτεί. Τον βλέπατε να προσπαθεί να δραπετεύσει, ακούγατε τα βήματά του να αναζητούν την έξοδο και λέγατε «εντάξει, καλά είμαστε εμείς εδώ, ελεύθεροι, ειρηνικοί και έντιμοι».
Και όταν μετά τον ξαναείδατε να προχωρά, με ένα μόνο παπούτσι, μέσα από τα καπνισμένα ερείπια του τείχους της ντροπής σας, τρομάξατε και αφού πετάξατε από πάνω σας όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία, τρέξατε τότε όλοι σας μέσα στο πλήθος να κρυφτείτε.
Μάταια υπήρξε η προσπάθεια -πώς θα μπορούσε, άλλωστε, το πλήθος μέσα στο πλήθος να κρυφτεί;- είχα αρχίσει ήδη, φαίνεται, τα κόλπα σας σιγά-σιγά να τα μαθαίνω και γρήγορα ξανά σας ανακάλυψα.

Τη μέρα εκείνη με ξύπνησαν τα κύματα.
Αφού περπάτησα αρκετά, μέσα στο δάσος και τη νύχτα, ακολουθώντας στα τυφλά τον ήχο του σπαράγματός τους, κατάφερα να διανύσω την απόσταση που χώριζε τα ερείπια της Βαστίλης μου από την παραλία.
Στο δρόμο δε συνάντησα ψυχή, παρά μονάχα τα αχνίζοντα κουφάρια κάποιων δεσμοφυλάκων και δυο ξεκοιλιασμένους ηλεκτρόλυκους, που είχαν απομείνει να ουρλιάζουν ακίνδυνοι και αδέσποτοι στην ερημιά.
Μάζεψα από κάτω μια πέτρα ξεροκέφαλη, και τσάκισα με αυτή τις αλυσίδες μου, μα δεν κατάφερα να τις ξεφορτωθώ τελείως και έτσι με αυτές να κρέμονται πεισματικά από τους σκουριασμένους μου καρπούς, συνέχισα να προχωράω προς τη θάλασσα.
Θα είχα φτάσει ήδη στου δρόμου τα μισά και τότε ξαφνικά, μέσα από τα αποκαΐδια του χαμού, που είχα πίσω μου αφήσει, ξεπήδησε μια τελευταία έκρηξη. Γύρισα αυθόρμητα και κοίταξα της έκρηξης τη λάμψη, που φώτιζε ξεδιάντροπα το ουράνιο στερέωμα και την επόμενη ακριβώς στιγμή αισθάνθηκα το ωστικό της κύμα να με πετάει στο χώμα. Από εκεί κάτω θαύμασα τους φλογισμένες πέτρες των τειχών μες στο σκοτάδι να διαγράφουν μαγικές τροχιές και σκέπασα το πρόσωπό μου με τα χέρια, δήθεν για να κρυφτώ από τους μετεωρίτες του ιδρύματος.
Όταν κόπασε πια η πύρινη εκείνη καταιγίδα, σηκώθηκα και κοίταξα για άλλη μία, τελευταία, φορά προς την παλιά μου φυλακή, μα η πεφωτισμένη σκόνη της δεν άφηνε στην όρασή μου μεγάλα περιθώρια. Δεν αισθανόμουν λύπη, δεν ένιωθα χαρά, μονάχα έστεκα εκεί χωρίς αισθήσεις και αισθήματα και κοίταζα απλά χωρίς να βλέπω. Και τότε ήταν που ήρθε από το πουθενά μια σκέψη απρόσκλητη για να με συνεφέρει - που είναι οι σημειώσεις μου;
Ήμουν στ’ αλήθεια σίγουρος πως τις είχα όλες τους φυλάξει διπλωμένες, βαθιά μέσα στις τσέπες τις στολής μου, μα τότε έκπληκτος πρόσεξα, για πρώτη μου φορά, πως δεν υπήρχαν τσέπες στα ρούχα του κρατούμενου. Προσπάθησα όσο μπορούσα να ηρεμήσω και να συγκεντρωθώ, μήπως και έτσι θυμηθώ καλύτερα, ανακαλώντας στην καπνισμένη μνήμη μου όλες τις τελευταίες φυλακισμένες μου κινήσεις. Θυμήθηκα τα πάντα, άλλα και αυτό ακόμα ελάχιστα με βοήθησε. Εκτός από μονάχα τρεις-τέσσερις σελίδες, με τις οποίες είχα τα χέρια μου τυλίξει για να πληγώνονται από τις αλυσίδες όσο το δυνατό λιγότερο, όλες οι άλλες είχαν πια χαθεί.
Αν και η προσπάθεια μου δεν είχε αποτελέσματα, μου ενέπνευσε, ωστόσο, ελπίδα και προοπτική. Αφού γινόταν να θυμάμαι τόσο καθαρά όλα αυτά που μου είχαν συμβεί, σίγουρα θα μπορούσα και να τα κατεβάσω, αργά ή γρήγορα, από το μυαλό μου πίσω και πάλι στο χαρτί. Έτσι, η έντονη επιθυμία να επιστρέψω το συντομότερο και πάλι στο γραφείο μου και να βουτήξω εκεί ξανά μέσα στις λέξεις με έκανε να στρέψω οριστικά την πλάτη στο κακό και να επιταχύνω τη φυγή μου προς την τελευταία έξοδο.
Και ενώ πια έτρεχα ανάμεσα στα δέντρα, μαντεύοντας το μονοπάτι μου, ένιωσα δίπλα μου μια δεύτερη ροή να κατεβαίνει σχεδόν παράλληλα με εμένα. Χωρίς να ελαττώσω της απόδρασής μου το ρυθμό, γύρισα λίγο το κεφάλι μου και είδα πλάι μου ένα μικρό ποτάμι. Σκέφτηκα πως είχα σίγουρα διαλέξει τη σωστή κατεύθυνση, αφού τόσο εγώ όσο και το νερό είχαμε τον ίδιο ακριβώς προορισμό και έτσι συνέχισα να κυλάω παρέα με το ποτάμι, αναζητώντας τις κοινές μας εκβολές. Μόνο που -σε αντίθεση με εμένα- όσο κατέβαινε εκείνο, τόσο δυνάμωνε η ορμή του και τόσο η επιφάνειά του πλάταινε. Και κάποια, μάλιστα, στιγμή μου φάνηκε πως ήταν πια αδύνατο, μέσα στο νυχτωμένο δάσος, να διακρίνω την άλλη του όχθη απέναντι. Λες και σκοπός του ποταμιού δεν ήταν να φτάσει να χυθεί κάποτε μες στη θάλασσα, μα να προλάβει πριν τη θάλασσα να γίνει θάλασσα το ίδιο.
Και τότε το άκουσα να μου μιλά, να μου ζητά βοήθεια.
Σταμάτησα και με ότι είχε περισσέψει από το φως του φεγγαριού κατάφερα να ξεχωρίσω εκεί, καταμεσής του ποταμοπελάγους, το πιο αλλόκοτο θέαμα που θα μπορούσε το νησί ως τελευταίο του αποχαιρετισμό να μου επιφυλάξει. Είδα ενα κοπάδι από γουρούνια να παλεύουν να επιπλεύσουν πάνω στα ορμητικά του κύματα, ενώ τα περισσότερα έμοιαζαν να έχουν πια παραδοθεί μες στην υδάτινη μανία του και να βουλιάζουν μες σε εκείνη την κτηνώδους μοίρας ξέφρενη περιδίνηση. Μα ακόμα πιο φρικιαστικές, από αυτήν την απερίγραπτη εφιαλτική εικόνα ήταν οι εκείνες των ζώων οι κραυγές που, όσο και αν αρνούμουν εκείνη τη στιγμή να το παραδεχτώ, πεισματικά μετέωρος στην άκρη του γκρεμού της λογικής μου, δε έμοιαζαν των απελπισμένων ανθρώπων τις φωνές, αλλά και περιείχαν μέσα τους σωστές και ακέραιες ανθρώπινες κουβέντες.
Προσπάθησα να βγάλω κάποιο νόημα, αλλά παρασυρμένος από το νόημα που κατά βάθος θα ήθελα εγώ στα λόγια αυτά να δώσω, έμεινα δυστυχώς με την εντύπωση και άφησα την ουσία να χαθεί μαζί τους στο βάθος του νεκροφόρου ορίζοντα.
Μετά από αυτό και μέχρι να φτάσω επιτέλους στην ακτή, τίποτα άλλο δεν ήρθε για να διακόψει την διψασμένη από φυγή πορεία μου. Μα όταν συνάντησα στο τέλος του μονοπατιού τη θάλασσα, δε μου είχε περισσέψει αντοχή για να αρχίσω αμέσως να αναζητώ μέσο για να αποπλεύσω και έτσι σωριάστηκα ανάσκελα κάτω στην αμμουδιά και μέχρι να αποκοιμηθώ, έμεινα μόνο να κοιτάζω τον ουρανό από πάνω μου, που τώρα πια μόνο τετράγωνος δεν ήταν.

Την ίδια ώρα περίπου οι πιο πολλοί από εσάς είχατε ήδη επιστρέψει στα σπιτάκια σας. Βολέψατε στον πάτο της ντουλάπας σας τα σύνεργα της εκκωφαντικής σας επανάστασης, στριμώξατε στου συρταριού τα βάθη τις εναλλακτικές απόψεις σας και στηθήκατε γρήγορα ξανά μπροστά στους διάπλατους σας δέκτες, γιατί σας είχαν από πριν υποσχεθεί, ότι μετά την εκπομπή θα ακολουθούσε πλούσιο πρόγραμμα εορταστικό, που τόσο το είχατε ανάγκη.
Σας είπαν ψέματα - εσείς ήσασταν το πρόγραμμα, εσείς και η εκπομπή. Μόνο που όσα προλάβατε να εκπέμψετε, ύστερα τα ξεχάσατε και όσα είχατε για μετά προγραμματίσει, τα αναβάλατε και αυτά, γιατί ήταν δύσκολη, λέει, πολύ η εποχή και το ισοζύγιο ένστολων και ασυστόλων σπατάλες πιο πολλών δυνάμεων δε συγχωρούσε. Στο τέλος σας έμεινε ίσως η γιορτή – και σίγουρα η ανάγκη.

Όταν ξύπνησα, είχε ήδη μεσημεριάσει. Ο ήλιος, κάπου διακριτικά κρυμμένος πίσω από φορτωμένα σύννεφα, με είχε αφήσει να χορτάσω από ύπνο, που ούτε ένα όνειρο ελάχιστο δεν τόλμησε να έρθει να με ενοχλήσει.
Σηκώθηκα και περπάτησα κατά μήκος της -σαν ψέμα όμορφης- ακτής, μα η εξερεύνησή μου δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο δείγμα κάποιου πολιτισμού –και αυτό της παρακμής- που μπόρεσα εκεί να συναντήσω, ήταν μια στοίβα στάχτες, που ανάμεσά τους μόλις που διακρίνονταν τα απομεινάρια ενός καρβουνιασμένου τετραδίου. Κάποιος είχε μέσα στη νύχτα, φαίνεται, βάλει φωτιά στις λέξεις για να ζεσταθεί.
Συνέχισα μέχρι τη δυτική της άκρια και αφού σκαρφάλωσα στα βράχια της, είδα στο πλάι μια δεύτερη ακτή πανομοιότυπη. Κατέβηκα ξανά και αφού διέσχισα την παραλία ανάποδα, δοκίμασα την τύχη μου στο ανατολικό της όριο, αλλά και πάλι δεν κατάφερα παρά να πέσω πάνω στο ίδιο -ειδυλλιακό αλλά και εφιαλτικό ταυτόχρονα- τοπίο.
Επέστρεψα στη θέση μου, ενώ η πείνα και η δίψα μου είχαν ήδη αρχίσει να εκτρέπουν την αναζήτησή μου σε άλλους στόχους ταπεινότερους. Ήθελα σαν τρελός να φύγω και ήδη βρισκόμουν εκεί, μπροστά στη θάλασσα, μα η θάλασσα από μόνη της σχεδόν ποτέ δε φτάνει.
Αργά το απόγευμα ο ουρανός, πιστός στις υποσχέσεις του, ξεκίνησε να βρέχει. Θυμήθηκα πως είχα δει κάποια σπηλιά κάπου ανάμεσα στα βράχια και έτρεξα να προφυλαχτώ. Κρύφτηκα μέσα της και από εκεί έμεινα να χαζεύω για λίγο τη βροχή και ύστερα ξάπλωσα και κοιμήθηκα ξανά, ελπίζοντας για άλλη μια φορά σε ακόμα μια απόδραση δια μέσω των ονείρων.

Δε θυμάμαι τι είδα, δε ξέρω στ’ αλήθεια αν πράγματι κάτι ονειρεύτηκα, όμως θα πρέπει να πέρασα ώρες πολλές στον ύπνο μου μάλλον παραμιλώντας, αφού, όταν στο τέλος ξύπνησα, ο αντίλαλος της φωνής μου ταξίδευε ακόμα ανάμεσα στων βράχων τα τοιχώματα. Και τότε, μέσα από τις δικές μου παλλόμενες φωνές, ξεχώρισα μια άλλη φωνή, πιο σταθερή να έρχεται από την είσοδο, «είναι κανείς εδώ;»
Σηκώθηκα και ψηλαφώντας το σκοτάδι της σπηλιάς κινήθηκα προς την έξοδο, αψηφώντας την ίδια τη μυστική μα επίμονη ανησυχία μου, πως ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Η απάντησή μου και ίσως ακόμα πιο πολύ η όψη μου τρόμαξαν και αιφνιδίασαν τους δύο επισκέπτες. Αυτοί το έβαλαν στα πόδια πανικόβλητοι, άλλα εγώ τους ακολούθησα, μέχρι που είδα να επιστρέφουν στην ομάδα τους, από όπου είχαν προφανώς αποσπαστεί για να με αναζητήσουν.
Τους άκουσα να μεταδίδουν το φόβο στους συντρόφους τους και ύστερα τρέμοντας όλους να στριμώχνονται πίσω από την πλάτη του αρχηγού τους.
Εκείνος δεν έμοιαζε καθόλου να φοβάται. Δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχα στη ζωή μου δει. Πάνω του δεν υπήρχε τίποτα από όσα είχα στον κόσμο συναντήσει.
Τον είδα να απλώνει τη σκιά του πάνω στο νησί και να με πλησιάζει.
Και ύστερα με ρώτησε…
«Ποιο είναι το όνομά σου;»

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

ο πλούτος των εθνών μου

Είμαι ένας από τους ελάχιστους επιζώντες του πολέμου των Εσωτερικών Ινδιών. Στα έξι περίπου χρόνια των επιχειρήσεων υπηρέτησα, ως έφεδρος απολυμαντής, κυρίως στο ανατολικό μέτωπο. Και βέβαια δεν εγκατέλειψα τη θέση μου παρά μονάχα για ένα μικρό διάστημα, κατά το τελευταίο καλοκαίρι της σφαγής, οπότε και αποσπάστηκα, για λόγους μάλλον προφανείς, στο γενικό στρατοδικείο της τετραρχικής διοίκησης.
Εκεί, μετά από μία σύντομη εκπαίδευση από ειδικούς επί του θέματος κατηχητές, που μάλλον δεν κατόρθωσαν να βρουν κάτι καινούριο να μου μάθουν, άσκησα τα καθήκοντα του ανακριτή και εξομολογητή για μόλις δεκαεννιά νύχτες. Δε ξέρω αν έφταιγαν οι ανάγκες στα ανατολικά ή ο πάντα υπερβάλλον ζήλος μου, που εξέθεσε για ακόμα μια φορά τους ανωτέρους μου, σύντομα πάντως με έστειλαν πίσω ξανά στα χαρακώματα παρέα με ένα σφηγκοκοπάδι αναμνήσεων, που σφύριζαν αμέριμνα εμβατήρια πίσω από τις κόρες των ματιών μου.

Στο έβδομο υπόγειο των διαβόητων κρατητηρίων της Νήσου Τρομελίν υπήρχε μία αίθουσα, που δεν ήταν ακριβώς η κόλαση, αλλά που κάποιοι είχαν στ’ αλήθεια φροντίσει αρκετά, ώστε να τη θυμίζει. Αν και η ταπεινή μου διαβάθμιση δε μου επέτρεπε την είσοδο στο συγκεκριμένο αυτόν τομέα, μια μέρα και ενώ αναζητούσα καθαρό νερό για να ξεπλύνω τα χέρια μου καλά, ύστερα από κάποια επιχείρηση, άθελά μου σχεδόν πέρασα το κατώφλι του.
Έμοιαζε κάπως με μια τεράστια αίθουσα χορού, χωρίς όμως τους χορευτές, που μάλλον, σκέφτηκα, θα βρίσκονταν θαμμένοι ζωντανοί κάτω από τα λεία σανίδια του δαπέδου της. Μου ήταν αλλιώς αδύνατο να βρω καλύτερη εξήγηση για όλες εκείνες τις πνιχτές αόρατες κραυγές, που είχαν ολόκληρο το χώρο πλημμυρίσει.
Κινήθηκα προσεκτικά και αθόρυβα στην αίθουσα και έφτασα στο κέντρο, εκεί, όπου τριγύρω από ένα στρόγγυλο παράταιρο τραπέζι μια ομάδα συμπολεμιστών, μέσα από τα ακουστικά και τις οθόνες τους, επιτηρούσαν και κατέγραφαν.
Δε με άκουσαν να πλησιάζω, έτσι όπως ήταν στην τέχνη τους δοσμένοι και μάλλον τρόμαξαν, όταν με είδαν ξαφνικά να στέκω πάνω από τα κεφάλια τους. Με ρώτησαν τι δουλειά είχα εγώ εκεί και ποιος με άφησε να μπω και φυσικά σε ποια ομάδα αίματος ανήκω. Τους είπα αυθόρμητα μια αλήθεια και δυο ψέματα και εκείνοι τότε με άφησαν να παρακολουθήσω τη δουλειά τους. Μάλιστα, ο νεότερος της ομάδας φάνηκε πρόθυμος πολύ να μου εξηγήσει τι ακριβώς συνέβαινε στο έβδομο υπόγειο και να μου λύσει τις όποιες ενδεχόμενές μου απορίες.
Μου πρόσφερε τα ακουστικά του και δείχνοντας μου με καμάρι την οθόνη του μου αποκάλυψε περήφανα το πρόσωπο της φρίκης. Προσπάθησα πολύ να καταλάβω τι ήταν αυτό που έβλεπα και άκουγα, αλλά ακόμα και το δικό μου, το τόσο εγκληματικά ευφάνταστο μυαλό, χωρίς βοήθεια δε θα μπορούσε να καταδυθεί ποτέ σε τέτοιο βάθος παράνοιας και τρόμου.
Ο πρώην άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου –κάποιος δικός μας λιποτάκτης προφανώς ή αιχμάλωτος των άλλων- μιλούσε σε κάποια άγνωστη και σκοτεινή διάλεκτο και έλεγε κάποια λόγια, που ίσως μονάχα στον κόσμο των νεκρών να έβρισκαν κάποιο νόημα, ενώ συνόδευε τις αναρχοφωνές του με έναν ασπόνδυλο δαιμονικό χορό, καθώς κινούνταν διαρκώς και ακατάληπτα μέσα σε ολόκληρο το εύρος της εικόνας.
Έμεινα να τον παρατηρώ για όση ώρα η ανοχή των αισθήσεών μου το επέτρεπε και όταν τελικά απέστρεψα την προσοχή μου ζαλισμένος, είδα τότε στα πρόσωπα των συναδέλφων μου την γνώριμη ανθρωποφάγα όρεξη των παλαιών να προκαλέσουν τον πρωτάρη. Τι είναι αυτό, τους ρώτησα, χωρίς καν να χρειαστεί το στόμα μου να ανοίξω.
«Αυτό είναι η κόλαση, κύριε απολυμαντή! Δεν έχετε ποτέ ακούσει να μιλούν για αυτήν;» Να μιλούν οι άλλοι, ναι, πολλές φορές - μα εδώ μιλάει από μόνη της η κόλαση. Τι είναι αυτό; «Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας. Η κορωνίδα της δημιουργίας. Η αποθέωση των δυνάμεων του σύμπαντος και ταυτόχρονα η ίδια η κατάλυσή τους».

Είχα ακούσει, πολύ πριν καταταχτώ, πως οι τετραρχικές δυνάμεις ασφαλείας είχαν αρχίσει πειραματικά να κάνουν χρήση νέων ερευνητικών μεθόδων, κατά τις οποίες οι ύποπτοι εμβολιάζονταν με την ψευδαίσθηση ενός πολύ αληθοφανούς θανάτου, προκειμένου να είναι πιο φιλικοί και συνεργάσιμοι. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια της κατήχησής μου στη σχολή είχα την ευκαιρία –τολμώ να πω και την τιμή- να συμμετάσχω και ο ίδιος σε παρόμοια περιστατικά εικονικών εκτελέσεων, που περιλάμβαναν από άνυδρους πνιγμούς έως και λιθοβολισμούς με πέτρες ολογράμματα. Είχα τολμήσει, μάλιστα, να αμφισβητήσω εγγράφως την αποτελεσματικότητα αυτών των πειραμάτων σε έκθεση προς τον προϊστάμενό μου, ο οποίος μου υποσχέθηκε να μελετήσει επισταμένως τις προτάσεις μου.
Δυστυχώς δεν πρόλαβε να τηρήσει αυτήν του την υπόσχεση, αφού μια έρευνα του γραφείου πολύ εσωτερικών υποθέσεων της Νήσου ενέταξε σύντομα και τον ίδιο στην αποικία των υπόπτων.

«Ο εικονικός θάνατος από μόνος του δεν αρκεί. Αυτό που είδατε και ακούσατε είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μέθοδο ανάκρισης. Ονομάζεται Σεόλ και θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί ένα είδος εικονικής κολάσεως. Οι ύποπτοι, μετά τον ψευτοθάνατό τους –εν προκειμένου συνήθως προτιμούμε μια σχετικά ανώδυνη εκτέλεση- τοποθετούνται μέσα σε ειδικά διαμορφωμένα κλουβιά, κατασκευασμένα αποκλειστικά από καθρέφτες. Εκεί δε μπορούν παρά να έρθουν αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον εαυτό, την ύπαρξή τους -ή ό,τι έχει απομείνει από αυτή- πολλαπλασιαζόμενη εις το διηνεκές μέσω των πολλαπλών ειδώλων. Κανένα άλλο πρόσωπο δεν μπορούν να δουν και κανένα άλλο βλέμμα δεν είναι δυνατόν να τους κοιτάξει. Στο μεταξύ, οι αντιδράσεις τους καταγράφονται από ειδικά τοποθετημένες κρυφές κάμερες και μικρόφωνα και μεταφέρονται σε αυτήν εδώ την αίθουσα, όπου εμείς τις αποκωδικοποιούμε και τις αναλύουμε».
Ο ξεναγός μου στον τεχνητό Άδη θεώρησε μάλλον ότι μου είχε δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ζητούσα, μα εγώ ήθελα να μάθω κάτι ακόμα. Πόσο διαρκεί αυτό το μαρτύριο;
«Στην πραγματικότητα μερικές ώρες, ώσπου οι βιολογικές ανάγκες του υπόπτου να του προδώσουν αργά ή γρήγορα το τέχνασμα. Μέσα στο μυαλό του όμως, έτσι όπως του έχει χειρουργικά αφαιρεθεί η αίσθηση του χρόνου και όπως έχει δια του εικονοθανάτου του πειστεί για τα καλά πως έχει ήδη στην άλλη πλευρά περάσει, θα λέγαμε ότι μάλλον κρατάει λίγο παραπάνω.»
Όλοι οι παριστάμενοι που κάθονταν γύρω από εκείνο το τραπέζι ξέσπασαν ξαφνικά στα γέλια, εκτός από εμένα, που αν και η υποψία της απάντησης είχε αρχίσει ήδη να μου ροκανίζει το στομάχι, επέμεινα.
Δηλαδή; «Δηλαδή, κύριε απολυμαντή, για πάντα!»

Έξι χρόνια μετά και άγνωστο πόσους μήνες, αιχμάλωτος μιας φάρσας που είχα στήσει μόνος μου, αναρωτιόμουν πως θα αντιδρούσαν άραγε όλοι εκείνοι οι παλιοί συνάδελφοι, αν με έβλεπαν εκείνη τη στιγμή να ψηλαφώ τους τοίχους και το κρεβάτι του κελιού μου ψάχνοντας μήπως στην τύχη βρω κρυμμένα εξαρτήματα καταγραφής των αντιδράσεων μου. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως ίσως όλα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο τελικά πέρα από μια παρόμοια φριχτή ανθρωποπαγίδα, που μέσα της είχα εγκλωβιστεί, χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, παρασυρμένος από μια πρόταση κάποιου κυρίου Κάπα και από την αυτοκαταστροφική μανία μου να αναζητώ διαρκώς αλλιώτικες καινούριες εμπειρίες. Και κάπως έτσι ίσως να βρέθηκα εγώ να αποτελώ το αντικείμενο της παρατήρησης και της μελέτης κάποιων αγνώστων άλλων. Μπορεί εγώ να γνώριζα πως ήμουν ακόμα ζωντανός, όμως δεν ήξερα για πόσο καιρό ακόμα αυτό θα με βοηθάει να κρίνω τις συνθήκες, να αναλύω την κατάσταση και να αντιδρώ ανθρώπινα απέναντι σε αυτήν την αρχιτεκτονική, αλλά και νομική ταυτόχρονα, παράνοια που με είχε περιβάλει.
Από ποιους, όμως, προς εξυπηρέτηση τι είδους σκοτεινών σκοπών - και τέλος το σημαντικότερο, γιατί, άραγε, επέλεξαν εμένα;
Φυσικά δεν είχα πιστέψει ούτε μια λέξη από όλα εκείνα που ο διευθυντής της φυλακής προσπάθησε, με τόσο γελοίο τρόπο, να μου φυτέψει μες στη μνήμη μου. Δεν είχα διαπράξει κανένα έγκλημα, που να επισύρει μια τέτοιου είδους εξωφρενική ποινή. Δεν είχα καταδικαστεί ποτέ και κανένα -σε αυτόν, τουλάχιστον, τον κόσμο- δικαστήριο δε μου επέβαλε ποτέ ούτε καν πρόστιμο χρηματικό για κάποιο λάθος, που να είχα, έστω και από αμέλειά μου, κάνει. Και τελικά, τέτοια ολέθρια και ολοκληρωτική ποινή, σε ολόκληρο το νομικό και υπονομικό μας σύστημα, από όσο μπορούσα έστω να γνωρίζω ή να φαντάζομαι, δεν είχε υπάρξει ακόμα. Άρα, αφού δεν υπήρχε ποινή, δεν μπορούσε να υπάρξει ούτε και φυλακή.
Μα τότε, εάν δεν ήταν φυλακή αυτή η κυκλώπεια κατασκευή, που έμοιαζε να έχει ανεγερθεί με κέντρο βάρους της εμένα, τότε τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Και κυρίως, πως γινόταν να έχω βρεθεί εκεί, χωρίς να το θυμάμαι.
Η αλήθεια είναι πως ένα μικρό κενό έχασκε κάπου χαμηλά στο μαυροπίνακα των αναμνήσεών μου. Μπορούσα πολύ καλά να θυμηθώ τον κύριο Κάπα στο γραφείο μου, την κουκίδα στο αρχιπέλαγος του χάρτη, το αποχαιρετιστήριό μας δείπνο, το ψέμα μου, το δάκρυ της και ύστερα το πλοίο, τη ναυτία, τους κέδρους στην ακτή, τα τείχη και τα εξωτερικά φυλάκια, την ψεύτικη διαπίστευση, την παράδοση των ηλεκτρονικών παραρτημάτων μου. Θυμόμουν ακόμα, αν και κάπως πιο θολά, κάποιες ιατρικές εξετάσεις και κάποια ψεύτικα χαμόγελα και παραδόξως έπειτα από αυτά το πρώτο ξύπνημά μου ανάσκελα πάνω σε ένα τετράγωνο κρεβάτι και κάτω από ένα επίσης τετράγωνο παράθυρο. Κάπου είχε μάλλον χαθεί μια μικρή μα κρίσιμη λεπτομέρεια.
Μες στον κυβόλιθο αυτόν που απουσίαζε από της μνήμης μου τον τοίχο θα μπορούσε να είχαν στο μεταξύ συμβεί τα πάντα ή έστω κάτι ελάχιστο που ίσως να έλυνε με κάποιο τρόπο το μυστήριο. Ίσως της φυλακής οι ιατρονόμοι να με είχαν ύπουλα ναρκώσει και στη συνέχεια οι σκοτεινοί μου απαγωγείς να με μετέφεραν σε κάποιο άλλο έδαφος της Νέας Γεωγραφίας, μπορεί σε έναν άλλον εκτός συστήματος πλανήτη ή ακόμα πιο βαθιά στις αποθήκες του μανδύα ή μέσα στου φλοιού αυτής της Γης τα κάτεργα.
Πάντως στη μικρή νησιώτικη σωφρονιστική αποικία της επιλογής μου δε θα μπορούσα πια να βρίσκομαι, αν και κάθε φορά που τρύπωνε εκείνη η τετραγωνισμένη παραθαλάσσια υποαίσθηση μέσα από τον επουράνιο φεγγίτη μου, με έκανε ακόμα και για αυτό να αμφιβάλλω.
Από το παράθυρο στην οροφή του κύβου μου, εκτός από αυτήν την –ίσως όχι και τόσο μακρινή- θαλασσινή ιδέα, ερχότανε στα αυτιά μου κατά διαστήματα και μια μεταλλική παράταιρη συγχορδία, φτιαγμένη λες από άγνωστα εργαλεία και υλικά που, όσο περνούσαν οι νύχτες και οι μέρες, τόσο έμοιαζε και αυτή να απομακρύνεται. Και υπήρξαν αρκετές φορές που τόλμησα να φανταστώ πως έχω μυστικά μεταφερθεί στο κέντρο ενός απέραντου δαιμονικού εργοταξίου, που μέρα-νύχτα ύψωνε διαρκώς νέα παράλληλα τετράγωνα τειχών, καθιστώντας έτσι ολοένα και λιγότερο ανθρωπίνως δυνατό το όραμα της δίκαιας απόδρασής μου. Λες και είχε στηθεί τριγύρω μου ένας παμφάγος σατανικός μηχανισμός με απώτερο σκοπό, όχι απλώς τον εις το διηνεκές παράλογο εγκιβωτισμό μου, αλλά και την βαθμιαία εξαφάνιση ολόκληρου του έξω κόσμου.
Πως ήταν, όμως, δυνατό, ολόκληρο αυτό το υπερσωφρονιστικό θηρίο να σχεδιάστηκε, έτσι απλά, για να φιλοξενήσει μέσα του έναν και μόνο τρόφιμο; Πως γίνεται, άραγε, τόσες δυνάμεις, τόσοι άνθρωποι, τόσα μυστικά να έχουν, έτσι εύκολα, τεθεί στην υπηρεσία του ενός μοναχικού φυλακισμένου φαραώ; Και τέλος πως θα μπορούσα να πιστέψω πως όλα αυτά τα κωδικά χτυπήματα, που αναπαρήγαγαν πίσω από τον τοίχο μου μελλοντικά δικά μου αποσπάσματα, δεν προέρχονταν παρά από κάποιο μυστηριώδη και αόρατο συγκρατούμενο;

Ύστερα από την ανακωχή των ύποπτων Διδύμων, ο πρόεδρος Μπιουκάναν εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο μεταξύ άλλων απαγόρευε στο εξής την εφαρμογή μεθόδων απόσπασης πληροφοριών που βασίζονταν σε τεχνικές εικονικών θανάτων. Δε ξέρω ποια υπήρξε μετά από αυτό η τύχη του Σεόλ και ούτε αν τελικά υπάρχει στ’ αλήθεια τέτοια κόλαση που να θυμίζει εκείνη την εικονική, που κάποτε επινόησαν κάποια από σκοταδοτραφή μυαλά της Τετραρχίας.
Εκείνη τη στιγμή πάντως εγώ, από τα βάθη της νεκρής μου θάλασσας, από την κοιλιά της πέτρινής μου σαρκοφάγου, ελεύθερος πια από κανόνες και εντολές, μπορούσα να φαντάζομαι πως, όταν άναψαν ξανά τα φώτα στον πλανήτη, οι εμπόλεμοι πετάξαν τις στολές και έτσι μοιραία πολλαπλασιάστηκαν πάνω στη γη οι πληθυσμοί των πάντα ανυποψίαστων υπόπτων, στη θέση του εικονικού θανάτου άρχισαν, λέει, να εφαρμόζονται πειράματα εικονικής ζωής. Και τώρα πια όλοι, ακόμα και οι εφευρέτες του κακού και οι δήμιοι, μοιάζει να έχουμε για τα καλά ξεγελαστεί. Και τώρα όλοι μας νομίζουμε πως ζούμε.