Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

η ερμηνεία των ονείρων μου

Ο κύριος Έψιλον είχε γράψει κάπου κάποτε πως οφείλουμε να αναζητούμε στα ίδια τα όνειρά μας τα εγκλήματα που δεν έχουμε ακόμα σχεδιάσει και που άγρυπνοι ούτε καν τολμήσει να σκεφτούμε. Να τελούμε, δηλαδή, ακόμα και στον ύπνο μας, σε διαρκή εγρήγορση, σα να είμαστε όργανα της πιο ιδιωτικής αστυνομίας σε μυστική αποστολή και αδιάφορα δήθεν ροχαλίζοντας να ξεγελάμε το ίδιο μας το υποσυνείδητο εκμαιεύοντάς του ενδείξεις και πειστήρια.
Τη μέρα -ή τη νύχτα- εκείνη είδα τρία όνειρα ή νομίζω πως θυμάμαι τρεις διαφορετικές εικόνες σε μια μονάδα ύπνου. Οι δύο πρώτες ήταν δυσάρεστες, βίαιες κι εφιαλτικές. Η τρίτη ήταν γελοία.

Στην αρχή με είδα να επισκέπτομαι το γνώριμο σπίτι-εργαστήριο του –γνωστού και από παλιότερα όνειρα- φίλου μου του εφευρέτη, ο οποίος μόλις είχε κάνει, λέει, μια καινούρια σπουδαία ανακάλυψη. Είχε επινοήσει ένα μοναδικό πλυντήριο–στεγνωτήριο για ανθρώπινους εγκεφάλους.
Ο φίλος μου με παρακάλεσε –όπως το συνηθίζει, άλλωστε- να δοκιμάσω την εφεύρεσή του κι εγώ αμέσως αποδέχτηκα με συγκινητική αφέλεια και αυτοκτονική προθυμία. Έτσι, αφού αφαίρεσα το μυαλό μου με την ίδια ευκολία που κάποιος θα έβγαζε το καπέλο του, το παρέδωσα στα χέρια του φίλου και της επιστήμης. Εκείνος τότε το τοποθέτησε μέσα σε ένα πολύχρωμο και πολύπλοκο μηχάνημα, το οποίο και έθεσε αμέσως σε λειτουργία. Και αφού με διαβεβαίωσε πως σε λίγη μονάχα ώρα θα έχω πίσω το μυαλό μου, πλυμμένο, στεγνό και καθαρό, απαλλαγμένο από κάθε δυσάρεστη ανάμνηση και σκέψη περιττή, μου ζήτησε να περιμένω κοιτάζοντας έξω, από το παράθυρο το δρόμο.
Η εφεύρεση όμως φαίνεται πως δεν είχε ακόμα τελειοποιηθεί και ο εφευρέτης μου ξεκίνησε τότε με αστειάκια και μισόλογα να με προετοιμάζει για το ενδεχόμενο να έχω μόλις θυσιάσει το ίδιο μου το μυαλό για χάρη της έρποντος πολιτισμού και της καλπάζουσας προόδου.
Εγώ τότε, μη μπορώντας μάλλον να σκεφτώ κάτι καλύτερο, αφού δεν είχα πια μυαλό μες στο κεφάλι, απέμεινα να κοιτάζω έξω, από το παράθυρο το δρόμο, ώσπου κάποια στιγμή διέκρινα τον εαυτό μου να περνάει από κάτω. Στο σημείο αυτό αρχίζει το δεύτερο μέρος του ονείρου.

Ήμουν εγώ και περπατούσα σε ένα δρόμο και ήμουν έτσι, όπως περίπου είμαι και στην πραγματικότητα, μόνο που είχα και μια τεράστια κοιλιά, που με μεγάλο κόπο κουβαλούσα. Και τότε του ονείρου ο σιωπηλός αφηγητής μου αποκάλυψε πως εκείνη η κοιλιά δεν είχε δημιουργηθεί από αφρώδεις καταχρήσεις ή αγχώδεις παρενέργειες, αλλά πως ήμουν, λέει, έγκυος. Όχι γυναίκα έγκυος, μα ούτε άνδρας που προσποιούνταν τις ανεξήγητες των γυναικών μεταμορφώσεις. Ήμουνα έγκυος-εγώ και μάλιστα σε μήνα πολύ προχωρημένο και είχα μέσα μου ένα πολύ κανονικό παιδί, που εγώ ο ίδιος επρόκειτο σύντομα να γεννήσω.
Μα λίγο στο δρόμο παρακάτω και στο όνειρο έμπλεξα σε έναν σοβαρό καυγά, εγώ μόνος και έγκυος απέναντι σε μια ολόκληρη ομάδα από αλήτες. Κι ενώ στην αρχή αμυνόμουν και ανταπέδιδα τις προσβολές και τα χτυπήματα, στη συνέχεια υποχώρησα μπροστά στου δρόμου την αριθμητική υπεροχή.
Έπεσα κάτω προσπαθώντας να προφυλάξω το αβάσταχτο φορτίο μου, μα εκείνοι άρχισαν να με κλωτσάνε ακριβώς εκεί, στη φουσκωμένη μου κοιλιά. Πολλές φορές και με ολοένα και αυξανόμενη δύναμη και μανία.

Και τότε ξεκίνησε η τρίτη φάση του ονείρου, όπου η παρέα των αλητών ενώθηκε, συμπυκνώθηκε κι έγινε ένας άνθρωπος. Ένας αλήτης. Ο αλήτης-εγώ. Μάζεψα από κάτω το μωρό που είχα με τις κλωτσιές μου πρόωρα φέρει στο δρόμο και στον κόσμο, το αγκάλιασα, λέει, στοργικά και ορκίστηκα πως θα είμαι στο εξής ένας άξιος και υποδειγματικός πατέρας.

Όταν ξύπνησα παρέμεινα για λίγη ώρα ακόμα στο κρεβάτι μου κοιτάζοντας τον ελάχιστο ουρανό που αναλογούσε στο κελί μου και προσπαθώντας να μαντέψω αν είναι νωρίς ακόμα το πρωί ή ήδη αργά το απόγευμα.
Η μοναδική οπτική –και μόνο- φυγή προς τον έξω κόσμο ήτανε δυνατή μέσω ενός στενού τετράγωνου παράθυρου στην οροφή, το οποίο έβαζε σε δοκιμασία τα ένστικτα και τις αισθήσεις μου, άλλοτε κουβαλώντας τον μακρινό απόηχο μιας θάλασσας και άλλοτε επαναλαμβάνοντας μηχανικά ένα αλλόκοτο και γκρίζο σφυροκόπημα. Δεν είχε κάγκελα, αλλά κάθε ιδέα απόδρασης μέσα από αυτό μάλλον αποκλειόταν, αφού θα έπρεπε να ήμουν πρώτα γίγαντας για να το φτάσω εκεί ψηλά και ύστερα μικρό ξανά παιδάκι για να χωρέσω και να περάσω από μέσα του.
Είχα ακούσει κάποτε πως αν κάποιος κατάφερνε να βγάλει το κεφάλι του μέσα από μία τρύπα, τότε εύκολα ή δύσκολα θα ακολουθούσε μετά και το κορμί του. Ωστόσο, νομίζω πως κάπου κρύβεται κάποιος μυστικός συμβολισμός σε αυτήν την κουταμάρα, το νόημα του οποίου, δυστυχώς, για ακόμα μια φορά μου διαφεύγει.
Τετράγωνο σχήμα είχαν επίσης οι τοίχοι και κατά συνέπεια το πάτωμα και η οροφή, αλλά και το κρεβάτι μου ακόμα και αναρωτιόμουν τι επίδραση θα μπορούσε να ασκήσει αυτή η βάναυση αρμονία, μετά από μια μακρά παραμονή, στο σώμα και στη λογική μου. Σχεδίασα, μάλιστα, σχετικά κάποιες αστείες εικόνες στο χαρτί και διασκέδασα με αυτές για λίγη ώρα ένα βράδυ.
Το σιδερένιο τετράγωνο κρεβάτι μου ήταν και το μοναδικό έπιπλο εκεί μέσα κι έτσι αναγκαζόμουν, κάθε φορά που δοκίμαζα να ξεκινήσω το πραγματικά μεγάλο μου βιβλίο, να γράφω ξαπλωμένος - πράγμα που τελικά δεν ήταν και τόσο κακό όσο ίσως ακούγεται. Άλλωστε, κάτι παρόμοιο μου είχανε συστήσει οι ιατρονόμοι μου, όταν επέστρεψα από τον πόλεμο με τα παράσημα ανδρείας να μου κεντάνε τους σπονδύλους - να μη δουλεύω για πολλή ώρα καθιστός, να αναζητώ πάντα την ορθή στάση του σώματος, να χάσω βάρος, να ασκούμαι τακτικά και άλλα τέτοια φαιδρά και ακατανόητα.
Πάντοτε απορούσα πως μπορούν αυτοί οι άνθρωποι και παραμένουν σοβαροί και αγέλαστοι την ώρα που σερβίρουν συμβουλές στους ασθενείς τους.
Πάντως, τις πρώτες μέρες που πέρασα φυλακισμένος μέσα στον πέτρινό μου κύβο, αν χόρτασα στ’ αλήθεια από κάτι, ήτανε σίγουρα από ύπνο και από όνειρα. Είχε ανοίξει ο δυστυχής μου οργανισμός από παλιά κακό λογαριασμό, από την εποχή εκείνη, όπου με φαρμακευτική, ακόμα και με μηχανική κάποιες φορές, υποστήριξη υποχρεωνόμουν -βάσει εντολών- να παραμένω ξάγρυπνος για ολόκληρες βδομάδες, φυλλομετρώντας μεσημβρινούς και ημισφαίρια. Κακές συνήθεις που συνεχίστηκαν αμείωτες και αργότερα, μέσα στα χαρακώματα της ειρηνικής μα ένοχης καθημερινότητάς μου. Κι έτσι πίστεψα πως δήθεν απαλλαγμένος, έστω και προσωρινά, από υπαγορεύσεις άνωθεν, που μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν, θα μπορούσα ως αυτοκρατούμενος να ανατρέψω αυτήν τη σε βάρος του κοιμισμένου μου εαυτού βαριά αναλογία.
Είχα διαβάσει κάποτε πως ο ύπνος ο πολύς τον άνθρωπο αποβλακώνει. Δε ξέρω αν θα μπορούσα να θεωρηθώ ως αντιπροσωπευτικό ανθρώπινο παράδειγμα, πάντως, αν και έχω ήδη ζήσει τόσο καιρό με ορθάνοιχτα τα μάτια, δυσκολεύομαι ακόμα κι εγώ ο ίδιος να με κατατάξω ανάμεσα στους ευφυέστερους του είδους μου.
Περιμένοντας να δω αν τελικά θα σκοτεινιάσει ή θα φωτίσει περισσότερο ο ουρανός του άνωθεν τετράγωνου, σκέφτηκα άθελά μου τι θα συνέβαινε, άραγε, όταν οι ζεστές μέρες κάποια στιγμή θα έφευγαν και από το ψηλό παράθυρο θα άρχιζε μοιραία να τρυπώνει το φθινόπωρο. Λες και υπήρχε ήδη μες στο θολωμένο μου μυαλό από τότε, από τα πρώτα δειλά εικοσιτετράωρα, έστω και ως ιδέα ακατέργαστη, η προοπτική να παραμείνω εκεί μέσα, ώσπου να νιώσω τις μεγάλες του χρόνου νύχτες να έρχονται καταπάνω μου.
Η εναλλαγή των εποχών, οι κινήσεις των πλανητών, όλες αυτές οι βρώμικες ιστορίες - πως και δε έχουν εφεύρει ακόμα τρόπους να τις αφήσουν έξω από τα κελιά και τις υποζωές των καταδικασμένων του συστήματος; Λες και είναι λίγα τα προβλήματα που ήδη τους έχουν προκαλέσει. Ή μήπως αποτελεί και αυτό κομμάτι αναπόσπαστο της τιμωρίας τους; Ακούστε τον χρόνο, μυρίστε τη ζωή, αλλά μην τολμήσετε ποτέ το χέρι σας να απλώσετε! Ζήστε, μα μην αγγίζετε!

Όταν μετά την ύποπτο ανακωχή των Διδύμων, κλήθηκαν οι επίστρατοι να επιστρέψουν στα κάτεργα και στα κελιά τους, ελάχιστοι από αυτούς ανταποκρίθηκαν. Έτσι το Διευθυντήριο διέταξε όλους εμάς που δεν είχαμε από τα χημικά και τις ακτίνες ξεχάσει τη γραφή και την ανάγνωση να συντάξουμε καταλόγους με τους αρνητές – κανείς δε τολμούσε ακόμα να τους πει δραπέτες. Μέσα στις λίστες εκείνες κατόρθωσα, χωρίς κανένας να με υποψιαστεί, να κάνω τις δικές μου προγραφές, συμπληρώνοντας στα κρυφά ονόματα ανεκτίμητων παλιών συνεργατών και αγαπημένα πρόσωπα του τότε παρελθόντος. Και μάλλον μαζί με εμένα είχαν πολλοί άλλοι ομοτράπεζοι την ίδια σιχαμερή ιδέα, αφού των επικηρυγμένων τα ονόματα κοντεύανε να ξεπεράσουνε τον αριθμό των επιζώντων του πολέμου.
Τότε ήρθε το ευεργέτημα του προέδρου Μπιουκάναν και αντί να εξαπολύσει η Τετραρχία ανθρωποκυνηγητό, τέτοιο που θα έμοιαζε με χαζόσκυλο που κυνηγάει την ουρά του, βαφτίστηκε τόπος σωφρονισμού και εξορίας ολόκληρος ο πλανήτης.
Ανδρών διαφανών πάσα γη και φυλακή, όπως θα έλεγε και ο κύριος Έψιλον, αν υπήρξε ποτέ κύριος Έψιλον στ’ αλήθεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου