Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

η τελευταία

"Αν ήσουν νύχτα, θα ήσουνα η τελευταία." Δεν της το είπα. Το σκέφτηκα μονάχα.
Ενώ εκείνη τραβούσε τις κουρτίνες. Να μπει το φως του δρόμου στο δωμάτιο. Να μας αποκαλύψει.
"Τι ώρα πρέπει να είσαι στο σταθμό; Αλήθεια, έχεις βγάλει εισιτήριο; Που είναι οι αποσκευές σου; Έχε το νου σου, μην αφήσεις πίσω τίποτα! Πίσω να μη γυρίσεις!"
Τα λόγια της αμήχανα το μαξιλάρι μου ξεσκίζαν. Λωρίδες κόβαν τα σεντόνια μου. Τα κρέμαγαν από ψηλά. Και το παράθυρο στο δρόμο ακουμοπούσε.
Να φύγω θέλανε μιαν ώρα αρχύτερα.
Να μην προλάβω καν να το σκεφτώ.
Να πω, "το ξέρεις, θα μου λείψεις".
Όλα αυτά τα πρακτικά ζητήματα. Στο θάνατο, στο χωρισμό. Όλα αυτά που δε σε αφήνουν να σκεφτείς πως αύριο δεν υπάρχει.
"Από τι ξύλο να είναι, άραγε, το φέρετρο; Μια όμορφη φωτογραφία του νεκρού, που να χαμογελάει. Κάποιος να πάρει τους φίλους του τηλέφωνο! Να μην το μάθουν από αλλού! Κάποιος να τους ξυπνήσει!"
Το φως του δρόμου έριξε τη σκιά της πάνω μου. Με βάραινε. Δε μου έφτανε. Κοίταξα το ρολόι μου. Υπήρχε ακόμα χρόνος.
"Έλα για λίγο πλάι μου! Πέντε λεπτά ακόμα!"
Ξάπλωσε. Με αγκάλιασε. Με φίλησε. Με πήρε.
"Τι σκέφτεσαι", με ρώτησε.
"Αν ήσουν ιστορία, θα ήσουνα αυτή". Ψέμματα. Δεν το σκέφτηκα. Έτσι, απλώς το είπα.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

το χασαπόσκυλο κουνάει την ουρά του

Όταν ο Arthur o Rimbaud ζούσε μια εποχή στις Βρυξέλλες κωλοβαρώντας στη Boulevard du Régent, πριν η παρ’ ολίγον μοιραία σφαίρα του Verlaine τον στείλει στο νοσοκομείο του Saint Jean, όπου σήμερα κάποιοι μετανάστες Έλληνες γιατροί κάνουν την ειδικότητά τους, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια των Παρισίων και των άλλων ευρωπαϊκών μητροπόλεων είχαν ήδη γεμίσει από επιγόνους του Charles του Baudelaire, που είχαν πάρει τόσο στα σοβαρά την ποιητική του πλάνη και την πεπλανημένη ποίησή του, ώστε να αναγάγουν το flâneurie σε μορφή τέχνης.
Κατά την τελευταία μου πολυήμερη επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα, απαρνήθηκα τον άκρως τιμητικό τίτλο του flâneur που μου απέδωσε, υποστηρίζοντας ότι δεν είμαι παρά ένα χασαπόσκυλο. Μόνο που εγώ, έχοντας την πολυτέλεια να έχω λησμονήσει πια, ως είδος, το τροφοσυλλεκτικό μου παρελθόν, αντί να επιζητώ με αγωνία την εύνοια και την ελεημοσύνη των μακελάρηδων, αναζητώ με πείσμα και με μέθοδο άλλου είδους απολαύσεις και ηδονές, περιπλανώμενος στις οδικές αρτηρίες και τις κοινωνικές φλέβες των μεγαλουπόλεων.
Δεν ξέρω αν αυτού του είδους η άσκοπη κατά τα άλλα περιπλάνηση αποτελεί τέχνη μέσα σε έναν κόσμο που σπαράσσεται. Δεν είμαι καν σίγουρος αν το να ακούς αυτόν τον σπαραγμό του κόσμου και να τον αναπαραγάγεις έντεχνα μπορεί πλέον να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Και δεν έχω ιδέα ειλικρινά αν σήμερα, με τόσο κόσμο να έχει πάρει τους δρόμους κυριολεκτικά, μπορεί να ξεχωρίσουν οι μεταφορές του δρομομανούς μπωντλερικού flâneur ή και του ίδιου του Baudelaire ανάμεσά του.
Ως χασαπόσκυλο, το μόνο που μπορώ να κάνω πια με δίχως τύψεις και ίσως με θράσος και αφέλεια είναι να διασκεδάζω κοιτώντας τα άλλα συμπαθή τετράποδα, την ώρα που περιστρέφονται περί τον άξονά τους κυνηγώντας των αθεράπευτων εμμονών τους την ουρά. Το ξέρω, μπορεί κι αυτά να γελούν, να ξεκαρδίζονται μαζί μου. Μπορεί ο πλάνης ο πλανήτης μου να μοιάζει στα ασπρόμαυρά τους μάτια σταθερός. Και όμως, τριγυρίζει!

το υποκειμενικό κριτήριο

Έτσι έχουν τα πράγματα,
γιατί έτσι τα είδα,
γιατί έτσι θέλησα να τα δω.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Lava Café

-Παπαγάλοι;
-Παπαγάλοι!
-Μα, πως είναι δυνατόν;
-Και όμως!
Έσβησε το τσιγάρο της σα να έβαζε τελεία στην ιστορία που μόλις μου είχε αφηγηθεί και ύστερα, σταυρώνοντας τα πόδια της, τράβηξε πλάι στην τελεία της μια παύλα. Ο ήχος που παρήγαγαν οι κάλτσες της μου τρύπησε τις σκέψεις. Άνω η τελεία, παύλα. Είχε ομορφύνει επικίνδυνα από την τελευταία μας συνάντηση. Συνέλαβε το βλέμμα μου κάπου κοντά στους αστραγάλους της. Είπα να αλλάξω θέμα.
-Εδώ δε δούλευε μια mignonne μαυρούλα;
-Lava loves you.
-Τι πράγμα;
-Το password. Μπες να τη δεις!
-Α, μάλιστα! Κατάλαβα…
-Να σου πω, δε θες να πάμε στο rookruimte καλύτερα;
-Γιατί; Αφού είμαστε αόρατοι. Κι όσο για τον καπνό, όλοι αυτοί, με τόση ομίχλη μέσα στα κεφάλια τους, σιγά μην τον προσέξουν!
-Καλά τα λες! Άσε που θα μυρίσουν και τα ρούχα μου…
Είπε και έκανε πως έστρωνε τη φούστα της αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα μου ξανά. Ουδέν κρυπτόν μεταξύ των αοράτων, το ήξερα. Ούτε τα πεινασμένα μάτια μου ούτε το αυτάρεσκο χαμόγελό της.
-Λοιπόν; Θα την γράψεις;
-Ναι, είναι μια ωραία ιστορία. Ψεύτικη φυσικά και κατασκευασμένη…
-Ψεύτικη, ναι. Όπως και όλες, άλλωστε. Μα κατασκευασμένη, όχι. Όχι ακόμα, δηλαδή. Λοιπόν, σε αφήνω να την κατασκευάσεις ήσυχος. Πάω ως την Beurs, που έχω κάποιον να σκοτώσω, πριν των χαπιών περάσει η επήρεια και γίνει πάλι η ομορφιά μου ορατή. Θα έρθω μετά ξανά από εδώ, να πάμε να σου κάνω το τραπέζι. Να έχεις τελειώσει μέχρι τότε!
-Πληρώνουν οι πελάτες σου καλά;
-Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Εσύ το ξέρεις αυτό καλύτερα, νομίζω.
Και έφυγε και με άφησε μόνο με την οθόνη μου. Και κάπως έτσι άρχισα να γράφω αυτήν την ιστορία:

Η ίδια ιστορία. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία ακριβώς. Ο κίνδυνος και οι απειλές δεν έδειχναν να τον πτοούνε. Ο πρώτος ίσως να τον έτρεφε. Οι δεύτερες μάλλον θα τον μεθούσαν. Κάθε βράδυ αυτός εκεί. Χωρίς σκοινιά και σκαλωσιές. Χωρίς το δίχτυ το ελάχιστο μιας κάποιας προστασίας. Δώδεκα ακριβώς βρισκότανε μπρος στου Justitiepaleis τους πρόποδες του και ως τη μία και έντεκα λεπτά είχε την κορυφή του κατακτήσει.
Τι τον παραφυλούσαν αστακοί, τριγύρω τόσοι χωροφύλακες. Τι στα περβάζια του Palais σπέρναν βελόνες και συρματοπλέγματα. Αυτός εκεί, αμετανόητος. Η ίδια ιστορία κάθε βράδυ. Μέχρι κι ο Δήμος ειδικό διάταγμα για πάρτη του συνέταξε. «Απαγορεύεται αυστηρά, σε όλους τους επισκέπτες και τους κατοίκους της πόλεως των Βρυξελλών, η επί του Δικαστικού Μεγάρου άνευ αδείας μεταμεσονύχτια αναρρίχηση. Προβλέπονται ποινές στους παραβάτες.» Όμως αυτός, αδιάφορος για απαγορεύσεις και ποινές, συνέχιζε. Τι αξία έχουνε οι νόμοι τους όταν τους συλλογίζεσαι από της Δικαιοσύνης τους την πιο ψηλή ταράτσα;
Με όλα αυτά δεν άργησε να γίνει θρύλος στην πόλη το όνομά του. Κι ας ήτανε τελείως άγνωστος. Οι θαυμαστές τον βάφτιζαν όπως αυτοί γουστάραν. Στο Anderlecht τον λέγαν Jacques. Patrice τον φώναζαν τα αλάνια στο Matongé. Στο Molenbeek απλά «ο Φλαμανδός» και στο Saint Gilles «ο φίλος». Τα κατορθώματά του γεννήσαν γκράφιτι στα γήπεδα και ρυθμικά συνθήματα στους τοίχους. Κάποια στιγμή «το πρόβλημα» -έτσι τον λέγαν οι Αρχές- άρχισε να ξεφεύγει. Μέχρι που προβλημάτισε ακόμα και τους ιερούς θεσμούς, το σύστημα ολόκληρο, την ίδια την Ευρώπη.
Και κάπως έτσι πάρθηκε η απόφαση. Αφού να ανέβει δε γινόταν να τον εμποδίσουνε, θα έβαζαν κάποιους που ξέρουν από αυτά να μην αφήσουν ξανά στη γη να επιστρέψει. Θα τον περίμεναν εκεί. Θα τον παγίδευαν στην ίδια τη φωλιά του. «Μόνο», τους είπαν, «προσοχή! Συλλάβετέ τον ζωντανό! Ήδη ως ήρωας στ’ αλήθεια μας έβλαψε πολύ. Ποιος ξέρει ύστερα σαν άγιος τι άλλο θα μας κάνει;» 
Μα αυτοί που ξέρουν από αυτά είχανε ήδη πληγωθεί ανεπανόρθωτα από το θράσος του τρελού. Και κάθε νύχτα που τον βλέπανε να στέκεται στου Μέγαρου την κορυφή, μία και έντεκα ακριβώς, αισθάνονταν όχι μονάχα να προσβάλλονται όλα αυτά που ξέραν, αλλά και να προβάλλουνε δίπλα τους εκείνα που αγνοούσαν.
Έτσι, την ώρα που τον είδαν να φτάνει κάπου περίπου στα μισά του δίκαιου οικοδομήματος, δεν άντεξαν και σήκωσαν τα όπλα τους. Αυθόρμητα, μηχανικά, έτσι, για να τον βάλουν στο σημάδι τους. Να νιώσουν πως τον έχουν. Μα από όλους τους, αυτός που ήξερε από αυτά τα πιο πολλά, πάτησε τη σκανδάλη.
Η σφαίρα δεν τον πέτυχε. Βρήκε στο γύψινο διάκοσμο, πλάι στο παράθυρο όπου εκείνη τη στιγμή εκείνος ακουμπούσε. Ήτανε όμως αρκετή για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του. Και γλίστρησε. Και έπεσε. Και το κενό τον πήρε. Και ήταν λες και ολόκληρη η πόλη ξαφνικά να έχασε το σφυγμό της.
Όμως στο έδαφος δεν έφτασε ποτέ. Τον μάσησε για λίγο το κενό, μα όχι, δεν τον κατάπιε. Τον γλίτωσε, την τελευταία τη στιγμή, ένα χρωματιστό αγριεμένο σύννεφο. Ένα εξωφρενικά παράταιρο σμήνος με παπαγάλους. Τον άρπαξαν τα πράσινα τα χερουβείμ. Τον σήκωσαν στους ουρανούς οι μωβ ταξιαρχίες. Τον έσωσαν τα εξωτικά της πόλης εξαπτέρυγα και στους ανεξιχνίαστους της πόλης τροπικούς για πάντα τον φυγάδευσαν.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν είναι ψέμα όλα αυτά. Κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ακούσει την αλήθεια.

-Τι έγινε; Τελείωσες;
Έτσι όπως την είδα ξαφνικά ξανά να στέκεται από πάνω μου, μπερδεύτηκα και παραλίγο να δώσω την πιο άκυρη απάντηση. Είδα του Lava τους θαμώνες να έχουν γυρίσει προς το μέρος μας. Όλοι αυτήν κοιτούσαν. Ήμουν ακόμα, άραγε, αόρατος ή τόσο αδιάφορος.
-Μας βλέπουν;
-Εσένα όχι ακόμα. Προς το παρόν βλέπουν εμένα να μιλάω μονάχη μου. Εσένα μάλλον σε πιάνουν περισσότερο τα χάπια. Τι λες, λοιπόν; Πηγαίνουμε;
-Που θα μας πας;
-Εδώ κοντά. Στο Fin de Siècle.
-Ωραίο όνομα για…
Δεν πρόλαβα την τελευταία λέξη μου να πω, την ώρα που τα χείλη της μου έκλεβαν τα λόγια. Πίσω, στο μπαρ, οι Βέλγοι κουνούσανε με θλίψη τα κεφάλια τους. Δεν άντεχαν να βλέπουν μια γυναίκα τόσο όμορφη τόσο επιπόλαια να ξοδεύεται φιλώντας τον αέρα.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

διάφανος

Ζήσε κρυφά, σου λεν μετά...
Έχε το νου σου ποιοι ακούν!
Σκέψου, ποιος θες να ξέρει;

Μα όταν οι λέξεις σου στριμώχνονται.
Όταν σε κάνουν να πονάς, σε πλήττουν, σε βαραίνουν.
Μίλα στο μαξιλάρι σου!
Πες τα στο αυτί της μόνο!

Ωραία, μπράβο, με γελάσατε!
Δεν τα υπολόγισα σωστά - δε μπήκα καν στον κόπο.
Κι έγινε λάσπη το αυτί, πέτρα το μαξιλάρι.
Κατάντησαν τα απόρρητα ανέκδοτα.
Τα μυστικά συνθήματα, παντού, σε όλους τους τοίχους.

Και τώρα, ας πούμε, που έγινα διάφανος.
Τώρα που από μέσα μου το βλέμμα σας περνάει.
Για πείτε μου λοιπόν, τι είναι αυτό που βλέπετε;
Και τι εκείνο που εμπόδιζα τόσο καιρό να δείτε;

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Η Gueuze και οι άλλες: Οι βελγικές μπύρες είναι διάσημες ανά την υφήλιο και οι άπειρες ποικιλίες τους μπορούν να ικανοποιήσουν ακόμα και τον πιο εκλεκτικό μπυρόφιλο επισκέπτη, ο οποίος ήδη θα γνωρίζει προφανώς πως οι έξι από τις επτά trappiste παράγονται εδώ (και η έβδομη στην Ολλανδία). Οι λιγότεροι ψαγμένοι φίλοι της μπύρας, μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στις δημοφιλείς pils Stella Artois, Jupiler, Maes, Jinnebier και Leffe ή στη weiss Hoegaarden. Αν θέλετε να γίνεται «χάλια», δοκιμάστε τις πιο δυνατές (τριπλής απόσταξης) La Chouffe και St Bernardus, ενώ υπάρχουν πάντα και οι πιο καμένες (και φτηνές) επιλογές της Palm (κλασική μπαρμπαδίστικη κόκκινη μπύρα) και της Carapils (το μάννα των αλκοολικών). Αν θέλετε να συνδυάσετε τη μπυροποσία σας με την ανάλογη ατμόσφαιρα, στις Βρυξέλλες υπάρχουν μπυραρίες για όλα τα γούστα, από την τουριστική Delirium Tremens και την ιστορική Mort Subite στο κέντρο μέχρι τις πιο ανθρώπινες Moeder Lambic στο St Gilles και Atelier στις Ixelles. Αλλά αφού έχετε έρθει ως εδώ, είναι κρίμα να μείνετε μόνο σε γεύσεις που μπορείτε να βρείτε και σε μια καλή κάβα στη γειτονιά σας και να μην δοκιμάσετε και την αυθεντική βρυξελλιώτικη μπύρα τύπου Geuze, η οποία παράγεται χωρίς την προσθήκη μαγιάς, αλλά αφήνοντας τα βαρέλια της ανοιχτά κατά τη ζύμωση, έτσι ώστε να μπορεί ο τοπικός μύκητας να κάνει τη δουλειά του ανενόχλητος. Θα σας ξενίσει σίγουρα στην αρχή, αλλά μετά βάζω στοίχημα πως θα τη γουστάρετε.

Brocante: Στις Βρυξέλλες υπάρχει μια πολύ βαθιά ανταλλακτική κουλτούρα, που σε συνδυασμό με τη διάχυτη μανία ανακύκλωσης, μπορεί κανείς να πει πως πραγματικά εδώ τίποτα δεν πάει χαμένο. Από την τοπική αλυσίδα καταστημάτων Petit Rien, παράδεισος του second hand, (θα βρείτε το κεντρικό στη rue Américaine, κοντά στο σπίτι του Horta), όπου τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται, μέχρι τα μικρότερα συνοικιακά swap shops (ανταλλακτήρια προϊόντων), που βρίσκονται σχεδόν παντού, μια σφύζουσα παράλληλη αγορά, συμπληρωματική και όχι ανταγωνιστική της comme il faut –τουλάχιστον της εξαρτώμενης από τη ντόπια παραγωγή- δίνει κυριολεκτικά το ρυθμό στις μετακαταναλωτικές βρυξελλιώτικες συνήθειες. Πέρα όμως από τις σταθερές αυτές εστίες πάρε-δώσε, υπάρχουν και τα brocant, τα σαβούρα-πάρτυ δηλαδή, που οργανώνονται σε κάθε γειτονιά, τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο, και όπου όλοι μπορούν να βγάλουν μπροστά στην είσοδο του σπιτιού τους όλα όσα δε χρειάζονται πια και να τα πουλήσουν ή να τα ανταλλάξουν με εκείνα των γειτόνων τους. Οι δε φανατικοί των κόμικ δεν πρέπει να ξεχνούν πως βρίσκονται στη Μέκκα του είδους, οπότε αν δεν έχουν καταφέρει να βρουν τα σπάνια τεύχη που αναζητούν στα αμέτρητα εξειδικευμένα μαγαζιά, με λίγο περισσότερο ψάξιμο θα ανακαλύψουν σίγουρα απίστευτα διαμάντια στα οργανωμένα ή μη παζάρια της πόλης.

À pied/Te voet: Το δίκτυο του μετρό των Βρυξελλών είναι πιο γραφικό και από τη Μακρυνίτσα, και αν δεν υποστηριζόταν από την υπογειοποίηση κάποιων γραμμών του τραμ, δε θα εξυπηρετούσε ούτε το ένα δέκατο των κατοίκων και των επισκεπτών τους. Επίσης, πέρα από το ότι καθαρίζουν τους συρμούς του δυο φορές το χρόνο, είναι και ακριβό επιπλέον, αλλά ευτυχώς υπάρχουν συμφέρουσες κάρτες πολλαπλών διαδρομών, και επίσης οι ηλεκτρονικές θύρες που ελέγχουν τα εισιτήρια λειτουργούν όποτε θυμηθούν να τις ενεργοποιήσουν. Τα λεωφορεία είναι τα ζώα μου αργά, αλλά αν καταφέρετε και βγάλετε μιαν άκρη με τους χάρτες των διαδρομών τους, την κάνουν τη δουλειά τους. Προσωπικά, θα σας συμβούλευα να την περπατήσετε την πόλη, αφού αφενός είναι μικρή σχετικά –τουλάχιστον το κέντρο της και οι γειτονικές του συνοικίες- αφετέρου όλο και κάτι θα βρείτε καθοδόν που θα τραβήξει την προσοχή σας. Η παλιά πόλη είναι λιγάκι λαβύρινθος και ενδεχομένως να χαθείτε ακόμα κι αν πηγαίνετε με το χάρτη στο χέρι, αλλά ο καλός ο ταξιδιώτης για αυτό νομίζω πως ταξιδεύει, για να τριγυρίζει και να χάνεται. Μη διστάσετε, λοιπόν, να χωθείτε ακόμα και στα πιο περίεργα στενά των Marolles ή της Saint Catherine κι αφήστε τις Βρυξέλλες να σας ξεναγήσουν από μόνες τους.