Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Torres Blancas: Οι λάτρεις της μοντέρνας αρχιτεκτονικής σίγουρα θα βρούνε τη χαρά τους, καθώς όλα τα σύγχρονα ρεύματα εκπροσωπούνται επάξια σε διάφορες κατασκευές, δημόσιες και ιδιωτικές, τόσο στο κέντρο όσο και στα προάστια της καστιλλιάνικης μητρόπολης. Άλλωστε, οι ισπανοί αρχιτέκτονες και οι σχολές που εκπροσωπούν είναι γνωστό πως βρίσκονται στην πρωτοπορία εδώ και δεκαετίες. Puerta de Europa, Torre Picasso, Barajas, Caixa Forum, Torre de Cristal και δεκάδες άλλα σήματα κατατεθέντα της σπουδαίας αυτής παραγωγής μαρτυρούν την ραγδαία και εξωστρεφή ανάπτυξη που γνώρισε η Ισπανία από την πτώση του φρανκικού καθεστώτος και μέχρι πριν από δυο-τρία χρόνια, οπότε και κατέρρευσε ολοκληρωτικά ο κλάδος της οικοδομής, παρασύροντας τα πάντα στο χάος της ανεργίας και της ύφεσης. Κι αν θεωρείτε πως τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά ματαιόδοξες και φλύαρες αρχιτεκτονιές, δεν έχετε παρά να πάρετε την πορτοκαλί γραμμή του μετρό και να κατέβετε στη στάση Carthagena. Οι Torres Blancas, που είναι τόσο blancas όσο λευκός είναι ο Λευκός Πύργος, είναι κάτι παραπάνω από ένα φουτουριστικό οικοδόμημα ή από μια προφητεία για το μέλλον της έννοιας της κατοικίας. Το αριστούργημα του πολυβραβευμένου Francisco Javier Sáenz de Oiza αποτελεί μια ολοκληρωμένη ποιητική αφήγηση πάνω στο του οπλισμένου σκυροδέματος.

Plazuela de las Comendadoras: Στη σκιά της Dos de Mayo και των άλλων πολυσύχναστων και πολύβουων πλατειών της Malasaña, η Comendadoras είναι ένα από τα μαγικά αυτά μέρη που κάθε μεγαλούπολη που σέβεται τον εαυτό της ξέρει καλά να κρύβει μες στα σπλάχνα της. Μια πλατεία που συγκεντρώνει όλα τα αρχετυπικά «πλατειακά» χαρακτηριστικά: ζευγάρια που ερωτοτροπούν ασύστολα, πιτσιρίκια που παίζουν κρυφτοκυνηγητό και μπάλα, γεροντάκια που ξορκίζουν το κακό συγκρίνοντας τις αναμνήσεις τους, τρελοί που αγορεύουν στα παγκάκια και οι ένοικοι τριγύρω, ακροβολισμένοι στις χρωματιστές προσόψεις των σπιτιών, να παρακολουθούν την αιώνια παράσταση της ιερής τους καθημερινότητας. Καθίστε στην terraza του εμβληματικού café Moderno, ζητήστε να σας φέρουν, ανάλογα με την εποχή, έναν cortado ή έναν americano con hielo, πετάξτε τον ταξιδιωτικό σας οδηγό και αν είναι δυνατόν ακόμα λησμονήστε την ταξιδιωτική σας ιδιότητα. Μαντέψτε πως θα ήταν άραγε η ζωή σας, αν κατοικούσατε σε κάποιο από τα πανέμορφα μπαλκόνια που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια σας και μη βιαστείτε καθόλου να επιστρέψετε στον κόσμο σας. Πιστέψτε με! Στην Plazuela de las Comendadoras ο χρόνος πάντα αποκτά μια κάπως πιο υποκειμενική διάσταση κι ενίοτε τελείως σταματάει.

Calle de Argumosa: Η καρδιά του Lavapiés. Ο δρόμος, όπου κάθε μποέμ και εναλλακτικός, που του αρέσει να παίρνει στα σοβαρά το ρόλο του, θα ήθελε να μένει. Το Lavapiés, παλιά εβραϊκή γειτονιά της Μαδρίτης και μέχρι πρότινος μια από τις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες της πόλης, αποκαλύπτει σήμερα στον επισκέπτη του το αληθινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού: Άραβες, Λατίνοι, Ινδοί, Απωανατολίτες, επαρχιώτες που έρχονται να ζήσουνε τη fiesta στην πρωτεύουσα και ευρωπαίοι που αναζητούν την απενοχοποιημένο πια ιβηρικό χαρμάνι των πολιτισμών, όλοι μαζί να περιμένουν τη συντέλεια, που με τα πόδια να ερχότανε, ήδη θα είχε φτάσει. Περπατήστε ολόκληρη την Argumosa από το σταθμό του Lavapiés μέχρι το Reina Sofia, μπείτε λιγάκι και χαζέψτε την Guernica –μετά τις έξι το απόγευμα η είσοδος είναι δωρεάν- και ύστερα διασχίστε την ξανά προς την αντίθετη κατεύθυνση και αναρωτηθείτε, στ’ αλήθεια πόσοι νέοι ναζιστικοί βομβαρδισμοί θα χρειαστούν για να σβηστεί από το χάρτη οριστικά αυτή η απίθανη ανθρώπινη γεωγραφία. Προσποιηθείτε ότι ξέρετε Ισπανικά και πιείτε τον καφέ σας, και καλά διαβάζοντας, σε κάποιο βιβλιοπωλείο, δοκιμάστε την γενναιόδωρη κουζίνα του Buga del Lobo και ρίξτε και μια ματιά στους τοίχους του, πιείτε φτηνά κοκτέιλ στο La Playa ή αράξτε στο Super India, όπου μπορείτε με μόλις τρία ευρώ να παραγγείλετε έναν κουβά με μπύρες.

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Goya: Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη Μαδρίτη, το φάντασμα του Francisco José de Goya y Lucientes. Το πνεύμα του παραδοξότερου ζωγράφου της ιβηρικής βρίσκεται παντού μες στην ισπανική πρωτεύουσα: από τα υπέρλαμπρο Museo de Prado, που φιλοξενεί τα περίεργα "Καπρίτσια" του και τα εφιαλτικά του "Negras", μέχρι τα ελάσσονα μουσεία Real Academia de Bellas Artes και Lázaro Galdiano, όπου ο "Ενταφιασμός της Σαρδέλας" και το "Aquelarre" αντίστοιχα. Το σώμα του, όμως, ή ότι έχει απομείνει από αυτό βρίσκεται σε ένα από λιγότερα γνωστά μνημεία της πόλης, το οποίο δυστυχώς σπάνια θα βρείτε τουριστικό οδηγό που να το αναφέρει: στην Ermita de San Antonio de la Florida. H μικρή αυτή εκκλησία, επί της Paseo de la Florida, κοντά στο σταθμό Principe Pio, είναι εξ ολοκλήρου αγιογραφημένη από τον σπουδαιότερο «τρελό» της ευρωπαϊκής τέχνης, με τέτοιο τρόπο που, αφού ισοπεδώνει ολόκληρη την δυτική (καθολική) θρησκευτική ζωγραφική, αγγίζει τα όρια του κόμικ. Βγαίνοντας από την ermita, δε χάνετε τίποτα να περπατήσετε καμιά πενηνταριά μέτρα προς την κατεύθυνση του Parque del Oeste, κι αφού διασχίσετε την αερογέφυρα που περνάει πάνω από τις γραμμές των τρένων, να δείτε το μνημείο για τη σφαγή που ακολούθησε την εξέγερση των Μαδριλένων κατά του Ναπολέοντα, που ο Goya έχει τόσο δραματικά περιγράψει στο περίφημο El tres de mayo de 1808 en Madrid.

Passage de Fuencarral: Το μυστήριο της Malasaña. Η Calle de Fuencarral περνάει ακριβώς μπροστά από το Δημοτικό Μουσείο και το σταθμό Tribunal. Στο νούμερο 77 μπορείτε να βρείτε την είσοδο ενός κτηρίου που εκ πρώτης δημιουργεί την εντύπωση πως πρόκειται για ακόμα μια okupa (κατάληψη). Τις ώρες που λειτουργούν τα καταστήματα, η καγκελωτή του πύλη είναι ανοιχτή, οπότε τολμήστε και περάσετε στο εσωτερικό του. Εκεί θα δείτε μια εγκαταλειμμένη στοά, κάτι σαν αποτυχημένο εμπορικό κέντρο, όπου το μόνο κατάστημα που επέζησε είναι η joyería (κοσμηματοπωλείο) του συμπαθέστατου κυρίου Monge, ο οποίος, αν δεν έχει δουλειά, νομίζω πως δε θα βαρεθεί να σας αφηγηθεί την ιστορία του συγκεκριμένου edificio. Διασχίστε όλη τη στοά μέχρι την έξοδό της στην Corredera Baja de San Pablo και χαζέψτε τις «αρχαίες» βιτρίνες και κυρίως την εκλεπτισμένη αισθητική της έσω αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’70. Θα σας πρότεινα να αράξετε στα μαρμάρινα σκαλοπάτια, πλάι στο περίεργο μωσαϊκό με τον ιππόκαμπο, και να κάνετε ένα αστικό πικ-νικ, τρώγοντας πίττες από το La Ria de Arosa και cheese cake από το Happy Day Bakery Coffee (αμφότερα επί της Calle del Espíritu Santo, παραπλεύρως). Αν ακούσετε τίποτα αλλόκοτους ήχους και φωνές, μην τρομάξετε! Λογικά, θα είναι το φάντασμα του καπιταλισμού, που σύχναζε κάποτε εκεί μέσα.

Templo de Debod: Άλλο πάλι και τούτο! Ένας αρχαίος αιγυπτιακός ναός στην καρδιά της πρωτεύουσας ενός ευρωπαϊκού βασιλείου. Το εν λόγω εκτός τόπου και χρόνου, κομψό κατά τα άλλα, αρχιτεκτόνημα , δώρο της κυβέρνησης της Αιγύπτου στον ισπανικό λαό (τι γλυκό!), βρίσκεται μέσα στο Parque del Oeste, κοντά στην είσοδό του από την Calle de Ferraz. Αν και προσωπικά τα βαριέμαι λίγο τα περίφημα και υποτίθεται ειδυλλιακά πάρκα των μεγαλουπόλεων -αν γούσταρα να δω καστανιές και σκιουράκια, πήγαινα και στα Ζαγοροχώρια- το ομολογώ πως αξίζει μια βόλτα προς τα εδώ. Ειδικά εάν συνδυάσετε τον περίπατό σας με ένα take away γεύμα από τον Jia Xiang Xiao Chi –μακράν το καλύτερο κινέζικο στην πόλη- που θα το βρείτε μάλλον δύσκολα –ρωτήστε και κανέναν άνθρωπο!- μέσα σε μια υπόγεια διάβαση κάτω από την Plaza de España, δυο βήματα μόλις μακριά από το Τemplo. Επίσης, η εικόνα των ουρανοξυστών της Gran Via που καθρεφτίζονται στην τεχνητή λιμνούλα που περιβάλει το παράδοξο αυτό μνημείο θα κάνει τις φωτογραφικές σας μηχανές να πάρουνε φωτιά. Πάντως γενικά, αν σας αρέσουνε αυτά, η Μαδρίτη είναι γεμάτη από πάρκα και αλσύλλια: Retiro, Real Jardín Botánico, Campo del Moro, Jardines de Sabatini και φυσικά το αχανές Casa de Campo, οι απογευματινοί επισκέπτες του οποίου μπορούν να αναζητήσουνε εδώ εμπειρίες επιπέδου δάσους της Βουλώνης.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Διακοπές στην Αθήνα (δ')

Ο τέταρτος και πιο προσωπικός από τους λόγους που κάθε καλοκαίρι με οδηγούν στο να επιλέγω την Αθήνα για τις διακοπές μου, έχει να κάνει με μία έλξη μάλλον μεταφυσική που εδώ και χρόνια παίζει αυτή η πόλη στη ζωή μου. Έτσι, ενώ οι πιο πολλοί, θύματα της βάναυσης καθημερινότητας ή έστω μιας ιδέας κάπως αφηρημένης που έχουνε για αυτήν, θέλουν συνήθως να την ταυτίζουν με την κόλαση, κι ενώ υπάρχουν και οι αμετανόητοι που συνεχίζουν να αναζητούν πεισματικά έναν παράδεισο ήδη αρκετά θολό και παρεξηγημένο, για εμένα αυτό που φαίνεται να έχω για την ώρα βρει εκεί είναι το καθαρτήριό μου.
Εκεί, στο τέλος του ανόσιου καλοκαιριού και στο αναπόφευκτο προάγγελμα του αγίου φθινοπώρου, είναι που συναντιούνται όλα τα λάθη μου τις προηγούμενης χρονιάς, που κορυφώθηκαν την άνοιξη βυθίζοντας με στην απόγνωση και στην αμφιβολία, με τα άλλα λάθη, που μοιραία ακολουθούν, μέσα στη μαθηματική ακρίβεια του επερχόμενου χειμώνα.
Και κάπως έτσι είναι που εδώ, σε αυτόν τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, έρχονται με κάποιον τρόπο να δικαιολογηθούν ξανά οι άλλοι τρεις λόγοι, που ήδη σας ανέπτυξα. Γιατί, πως θα μπορούσα να έρθω αντιμέτωπος με αυτήν την καταστροφική αλληλουχία, αν δεν την βίωνα μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο στ’ αλήθεια καταλυτικά ιστορικό, όπως η σύγχρονη Αθήνα; Πως θα γινόταν άραγε αλλιώς να διδαχθώ από ήδη κεκτημένα λάθη και να διδάξω με τη σειρά μου τα άλλα λάθη, τα μελλοντικά, αν δε βρισκόμουν σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή στον πιο μεμονωμένο μέρος του πλανήτη; Πως θα μπορούσα τελικά να καταλήξω σε αποφασίσεις τόσο σημαντικές, ως προς τα επόμενα κεφάλαια της πιο δικιάς μου ιστορίας, αν ο ήρωας της ιστορίας μου αυτής δεν έκανε κάθε Αύγουστο θεματικές διακοπές μέσα στις ιστορίες των πιο πραγματικών ανθρώπων;
Για όλους τους παραπάνω λόγους, που λέμε και στα νομικά, είναι που επιμένω, δώδεκα χρόνια ήδη συναπτά να ζω για λίγες μέρες μόνος μου το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Εντάξει, υπάρχει ένας ακόμα λόγος πολύ λιγότερο στοχαστικός και πιο πολύ διασκεδαστικός και επιτέλους πιο καλοκαιριάτικος: πηγαίνω τόσα χρόνια για διακοπές μόνος μου στην Αθήνα και επίσης και τώρα, αυτές τις μέρες ανυπομονώ και πάλι να κατέβω, γιατί απλά περνάω καλά και έχουν πάντα πλάκα αυτές οι τόσο μοναδικά «περίεργες» παραθεριστικές συνήθειες μου.

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Διακοπές στην Αθήνα (γ')

Τρίτον, και ίσως και σημαντικότερο, έχει να κάνει με τη μοιραία μου εξάρτηση από διαρκώς καινούριες παραστάσεις. Από ιστορίες πολύ πραγματικές κι από αφορμές για άλλες πιο δικές μου ιστορίες. Και ειλικρινά, όσο κι αν έψαξα παντού, δεν το κατάφερα να βρω μέρος σαν την Αθήνα του κατακαλόκαιρου, που να με εμπνέει και να με συναρπάζει τόσο. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που όποτε ξεκινώ τις αθηναϊκές μου «περίεργες» διακοπές, δε νιώθω την ανάγκη να κουβαλήσω μαζί μου βιβλία ή άλλα αναγνώσματα. Όχι, δεν πάω εκεί για να διαβάσω – έτσι κι αλλιώς δε θα προλάβαινα, αφού καταναλώνω ολόκληρο τον παραθεριστικό πολύτιμό μου χρόνο διαβάζοντας την ίδια την Αθήνα.
Εκεί ήταν που σκέφτηκα να γράψω για πρώτη μου φορά. Εκεί, δυο-τρία καλοκαίρια πιο μετά, που άρχισα να γράφω. Όλα μου τα μετέπειτα γραπτά, μέσα σε κάποιον Αύγουστο πολύ μοναχικό - κι όμως τόσο κοσμοπολίτικο, όλα εκεί ξεκίνησαν. Πρόσωπα, συναισθήματα, πράξεις και καταστάσεις, που έχω χωρέσει αυτά τα χρόνια μέσα στα τρία τα γνωστά και τα άλλα, τα ανέκδοτα, βιβλία μου, πριν τα στριμώξω μέσα στο χαρτί, ήταν ακριβώς τα αξιοθέατα αυτών των ταξιδιών μου.
Άλλωστε, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που περισσεύουν στην Αθήνα αυτήν την εποχή, όταν οι περισσότεροι σπεύδουν να δραπετεύσουν, πέρα από τους λόγους που τους κράτησαν εκεί –ίσως για αυτούς τους λόγους ακριβώς- έχουν πάντα να πουν κάποια σπουδαία ιστορία. Και όταν, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, δείχνουν να προτιμούν να μείνει η ιστορία τους κρυφή, τότε είναι που εγώ πρέπει να την μαντέψω.
Και μεταξύ μας, αυτή είναι τελικά του συγγραφέα η δουλειά: όχι να ξέρει φυσικά, αλλά συνέχεια να δοκιμάζει να μαντεύει. Κι ας κάνει λάθος, δεν υπάρχει πρόβλημα σε αυτό, αφού στον κόσμο και στον κόσμο του σωστό εν τέλει δεν υπάρχει.
Έτσι, μαντεύοντας τα μυστικά που κρύβει επιμελώς βαθιά στα τσιμεντένια σωθικά το αστικό τοπίο αυτής της τόσο γοητευτικής και τόσο μίζερης ταυτόχρονα πρωτεύουσας, μπορώ και παίρνω μέρος στις πιο επικίνδυνες διακοπές, που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ένας άνθρωπος που αγαπά την περιπέτεια. Πως θα μπορούσε, άραγε, να απογοητευτεί ο κυνηγός που ζει μες στο κεφάλι μου, με τόσα άγρια θηρία να κυκλοφορούν τριγύρω μου ελεύθερα; Πως γίνεται, έστω για μία μέρα, να μείνει απαθής, μπροστά σε αυτόν τον εγκαταλειμμένο θησαυρό, ο πειρατής που μπαινοβγαίνει στην καρδιά μου;
Τα μυστικά και τα μυστήρια δεν πρόκειται να λείψουνε ποτέ από αυτήν την πόλη. Κι όσο επιμένει το κραυγαλέο αττικό της φως να αποκαλύπτει αυτά για τα οποία οι άνθρωποι πάντα θα αρνούνται να μιλήσουν, τόσο μέσα στους δρόμους και στις γειτονιές θα υπάρχουν παγίδες και κρυψώνες, έτοιμες να καταπιούν με ευκολία τους περιέργους και αυτούς που παν γυρεύοντας γενναία να ανταμείψουν.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

το αντικειμενικό κριτήριο

Έκρινα πως ήταν προτιμότερο
να σας μιλήσω
μόνο για αυτά που γνώρισα
και για τα οποία, άλλωστε,
όλο και κάτι έχω να σας πω
που θα μου άρεσε πολύ
κάποιοι να το ακούσουν.

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Διακοπές στην Αθήνα (β')

Δεύτερον, είμαι από αυτούς που θεωρούν πως η «πολλή συνάφεια του κόσμου» κάνει πιο πολύ κακό παρά καλό κι εν πάσει περιπτώσει, προσωπικά εμένα με κουράζει. Και μέρος πιο ερημικό και πιο μονωτικό, για τα δικά μου τα γούστα τα μάλλον αντικοινωνικά, από την Αθήνα μες στον Δεκαπενταύγουστο νομίζω πως στη χώρα δεν υπάρχει. Τι να τις κάνω τις διακοπές στα θέρετρα τα κοσμικά και στους τουριστικούς παράδεισους, που ολόκληρος ο κόσμος λαχταράει; Τι ακριβώς θα διακόψω, έτσι και βρεθώ ξανά ανάμεσα σε πρόσωπα γνωστά κι απέναντι σε γνώριμές μου συμπεριφορές, όταν το σκηνικό που μας φιλοξενεί μονάχα αυτό αλλάζει; Γι’ αυτό και κάθε καλοκαίρι λαχταρώ, την κρίσιμη ολόκληρου του χρόνου τη στιγμή, να πάω εκεί απλώς από όπου όλοι επιθυμούν να φύγουν.
Είναι νομίζω περιττό να πω, πως προτιμώ να ταξιδεύω το καλοκαίρι στην Αθήνα μόνος μου, χωρίς άλλη παρέα – αν και εσχάτως ακόμα και σε αυτό ξεκίνησα να κάνω εξαιρέσεις. Πάντως, σε γενικές γραμμές, δε θέλω να στριμώχνω άλλα πρόσωπα μες στις αποσκευές μου. Άλλωστε, και να ήθελα, δύσκολα θα μπορούσα να βρω κάποιον συνταξιδιώτη πρόθυμο που να συμπίπτουν οι παραθεριστικές του προτιμήσεις με τις «περίεργες» δικές μου – άλλα όπως είπα λίγο πριν, πάντα υπάρχουν κι οι εκπλήξεις.
Σπανίως επιλέγω να πληρώνω για τη στέγη μου, αν και έχουνε υπάρξει αρκετές φορές που τίμησα κάποια φτηνά ξενοδοχεία. Παλιότερα διανυκτέρευα στο «σπίτι μου», στο διαμέρισμά μου το φοιτητικό, που ύστερα από τη δική μου αποφοίτηση, το κράτησε για λίγα ακόμα χρόνια η αδερφή μου. Μετά, κι αφού κι εκείνη τέλειωσε κάποια στιγμή με τις σπουδές της, αναγκάστηκα να απευθυνθώ στα φιλοξένια αισθήματα των φίλων μου. Δίσταζα στην αρχή, αφού ούτε να τους επιβαρύνω με την παρουσία μου δεν ήθελα ούτε μου άρεσε πολύ που έπρεπε το χώρο να μοιράζομαι μαζί τους. Έπειτα, άρχισα όμως να αναπτύσσω ένα από τα πιο δραστήρια ταλέντα μου: αυτό της αυτοπρόσκλησης – και συνεκδοχικά εκείνο του εντέχνου «κατσικώματος». Αφού εντόπιζα εγκαίρως, από μήνες πριν, το σπίτι που με ενδιέφερε, φρόντιζα στη συνέχεια, με πλάγιο τρόπο, να πληροφορηθώ ποτέ ακριβώς θα έλειπε για τις δικές του διακοπές ο υποψήφιος οικοδεσπότης μου. Και την κατάλληλη στιγμή – μια μέρα μόλις πριν βάλω μέσα στο αμάξι τις αποσκευές- τον έπαιρνα τηλέφωνο για να του πω πόσο πολύ σημαντικό είναι να βρίσκομαι αυτές τις μέρες στην Αθήνα και πόσο στ’ αλήθεια δύσκολο μου είναι να βρω κάποιο άλλο μέρος για να μείνω. Όταν ξεκίνησα μετά να γράφω και να εκδίδω τα βιβλία μου, τότε αυτομάτως η επιχειρηματολογία μου βεβαίως εμπλουτίστηκε. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που κολακεύονταν, όταν τους έλεγα πόσο πολύ το σπίτι τους με εμπνέει και πόσο ανάγκη έχω από ένα χώρο τόσο αρμονικό για να μπορέσω να αρχίσω ή να ολοκληρώσω το καινούριο μου σπουδαίο μυθιστόρημα. Αν είστε και εσείς επίσης συγγραφείς ή αν έχετε ήδη προνοήσει να ενημερώσετε τους πάντες ότι κάποια στιγμή σκοπεύετε να γίνετε, σας συνιστώ το τέχνασμα αυτό, με το οποίο ξέρω καλά πως αρκετοί ομότεχνοι γυρίζουνε περίπου δωρεάν ολόκληρο τον κόσμο, μα γενικά προσέξτε να μην το παρακάνετε, διότι μπορεί, κάποια στιγμή, όλο και κάποιος να βρεθεί, να σας ζητήσει δικαιώματα – και δε μιλάω μόνο για πνευματικά, αλλά και για άλλα, πιο εμπράγματα.
Το πιο σημαντικό, πάντως, από τα πλεονεκτήματα που οι μοναχικές διακοπές προσφέρουν είναι ότι δεν είσαι απολύτως αυτεξούσιος ως προς τον τρόπο και τη μέθοδο που προτιμάς να ζεις αυτές τις μέρες. Και μες στην έρημη Αθήνα που δημιουργεί η ευλογημένη, κατά τα άλλα, ομαδική παράκρουση της μαζικής φυγής των δύο τρίτων των κατοίκων της, το πλεονέκτημα αυτό δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί κανείς να το διαταράξει.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Διακοπές στην Αθήνα (α')

Από το 2000 που τέλειωσα με το πανεπιστήμιο μέχρι και σήμερα που σκέφτομαι ξανά να το αρχίσω, επιλέγω κάθε Αύγουστο σχεδόν να κάνω τις διακοπές μου στην Αθήνα. Ξέρω πως δεν ακούγεται αυτό ως το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, αλλά, πιστέψτε με, πάντοτε είχα κι ακόμα διατηρώ τους λόγους μου. Κι αν θέλετε, μπορώ με επιχειρήματα, τουλάχιστον για μένα λογικά, να αποδείξω το υγιές αυτής της προβληματικής για εσάς επιλογής μου.
Πρώτον, συγκαταλέγομαι στους θαυμαστές τους πιο φανατικούς, από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει ενδεχομένως, της μόνης επί ελληνικού εδάφους μεγαλούπολης. Και μολονότι γνωρίζω από πρώτο χέρι την ακαταμάχητη ασχήμια της και λόγω των πολλών μου ταξιδιών στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μπορώ πανεύκολα να κάνω ατυχείς αναγωγές και θλιβερές συγκρίσεις, αδυνατώ ειλικρινά να μην αναγνωρίσω το κραυγαλέο μεγαλείο που κρύβει η ασχήμια της αυτή, ακόμα και στα πιο ενοχλητικά παράγωγά της.
Οι αναπόφευκτες αναγωγές με τις σπουδαίες πόλεις του εξωτερικού, να πω πως καταρχάς, ελάχιστα με απασχολούνε. Τι κι αν οι παρηκμασμένες συνοικίες της θυμίζει όλο και περισσότερο τα υποβαθμισμένα λαϊκά προάστια του Παρισιού και του Λονδίνου; Τι κι αν το ιστορικό της κέντρο, παραδομένο πια στη βίαιη εγκατάλειψη, μοιάζει να παραπέμπει πιο πολύ με τα απαλλοτριωθέντα από τη μοχθηρή ανάπτυξη πρώην βιομηχανικά οικοσυστήματα της Μόσχας και του Βερολίνου; Η Αθήνα –ή έστω η Αθήνα μου- δεν έχει ανάγκη από αναφορές στο παρελθόν, γιατί, όσο κι αν μελαγχολικό φαντάζει σήμερα το μέλλον της, έχει μες στην καρδιά της ένα τόσο ζωντανό ιστορικό παρόν, που δύσκολα μπορεί κάποιος κάτι παρόμοιο να βρει σε ολόκληρη της γηραιά Ευρώπη. Κανείς δε θα μπορούσε, ετούτη τη στιγμή, να αρνηθεί ότι εδώ κάτι πραγματικά συμβαίνει – ασχέτως αν αξιολογείται το συμβάν αυτό ως αισιόδοξο ή ολέθριο, αυτό δεν αφορά καθόλου την αφήγηση αυτή και σίγουρα τις καλοκαιρινές μου τις διακοπές δε φαίνεται να τις ενδιαφέρει.
Όσο για τις συγκρίσεις που μοιραία και περίπου αυτόματα έρχονται στο μυαλό του καθενός την ώρα που επιστρέφει στην Αθήνα –ή μάλλον στην Αθήνα του- με τους κανόνες, τους ρυθμούς και όλα τα υπόλοιπα, που τόσο αρμονικά διέπουν τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, και κάνουν τη δικιά μας να μοιάζει με κόλαση επίγεια, κι αυτές πιστεύω πως στερούνται σοβαρού νοήματος. Οι Αθηναίοι μόνοι τους, εξάλλου, αποφάσισαν, εδώ και αρκετές δεκαετίες, πως η πρωτεύουσά μας, όπως και άλλα πράγματα πολλά, που σηματοδοτούν τη σύγχρονή μας παρουσία, όχι μονάχα δεν ανήκει στον κόσμο της ευρωπαϊκής κληρονομιάς, μα όσο γίνεται πιο εκδηλωτικά πλέον τον αποστρέφεται, για να μη πω πως τον φοβάται. Μα ακόμα και εκείνοι, που απαξιωτικά τοποθετούνε την Αθήνα τους ανάμεσα στις πόλεις της καθ’ ημάς Ανατολής, μάλλον δεν ξέρουνε τι λένε, αφού αφενός δεν έχουνε ποτέ επισκεφτεί την Αλεξάνδρεια ή την Κωνσταντινούπολη ενώ αγνοούνε αφετέρου παντελώς ότι Ανατολή σημαίνει και παράδοση, μια λέξη που σε όλους τελικά μοιάζει να φέρνει αλλεργία.
Κι όμως, αρκεί μονάχα να επιλέξει κάποιος την Αθήνα μας –ή τέλος πάντων την οποιαδήποτε Αθήνα- ως προορισμό των θερινών διακοπών του, και τότε δε θα αργήσει να διαπιστώσει πως πράγματι ήδη γεννιέται σήμερα εδώ μια ζώσα συγκλονιστική παράδοση, που δυστυχώς ακόμα δεν τολμάει κανείς να βγει και να την παραλάβει.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

η κατάρα του μετρό

Μεταξύ των φοιτητών που σπούδαζαν στην Αθήνα τη δεκαετία του ’90 κυκλοφορούσε, εν είδει ατυχούς αστείου, μια ακατανόητη ίσως σήμερα κατάρα: «Να σε προλάβει το μετρό!», πειράζαμε τους φίλους μας, κάθε φορά που περνούσαμε μπροστά από το αποτρόπαιο εργοτάξιο που έκρυβε επί χρόνια τον πολλαπλώς μαρτυρικό χώρο των Προπυλαίων. Και εννοούσαμε με αυτή τη φράση προφανώς, να αργήσεις τόσο να πάρεις το πτυχίο σου, όσο που να έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα έργα του πολυτιμότερου πετραδιού του εκσυγχρονιστικού μας στέμματος, που τότε, στα βάθη της τελευταίας δεκαετίας του αιώνα, φαντάζανε παρόμοια με εκείνα της ανοικοδόμησης του γεφυριού της Άρτας.
Σε μένα η κατάρα αυτή θα έλεγα πως έπιασε εν μέρει. Αφού κατάφερα να περάσω το τελευταίο μάθημα μόλις ελάχιστες ημέρες πριν από τα προεκλογικά επίσημα εγκαίνια της πρώτης διαδρομής, που τότε μόλις που συνέδεε τα εξωτικά Σεπόλια με την –σε εμένα άγνωστη ακόμα τότε- Δάφνη. Ωστόσο, επειδή ορκίστηκα και επισήμως αποφοίτησα μετά από επτά μήνες και στις φωτογραφίες της ορκωμοσίας μου μπροστά από το Πανεπιστήμιο δε φαίνεται να υπάρχει κανένα λαμαρινένιο ίχνος από εργοτάξιο, θα έλεγα πως μάλλον το επάρατο μετρό με πρόλαβε εν τέλει.
Ο λόγος για το οποίο καθυστέρησα τόσο πολύ να ορκιστώ, ήταν γιατί προσπάθησα –ή μάλλον γιατί είπα απλώς να κάνω μια απέλπιδα προσπάθεια- να βελτιώσω τον γενικό βαθμό μου στην ενδιάμεση εξεταστική του Ιουνίου. Η απόσταση από το απαιτούμενο 6,5, που μεταφράζεται ολογράφως σε «λίαν καλώς», ήταν πολύ μικρή και πίστεψα πως ίσως, με μια-δυο αναβαθμολογήσεις, να καταφέρω τελικά να την καλύψω. Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν και τόσο σίγουρος σε τί ακριβώς αυτό θα μου χρησίμευε. Ίσως να ήταν ζήτημα ψυχολογίας και γοήτρου ή έστω να σκέφτηκα πως κάπως έτσι θα δικαιολογούνταν πιο καλά τα δύο χρόνια που επιπλέον καθυστέρησα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Ίσως και να ήθελα απλώς να παρατείνω τη φοιτητική μου ιδιότητα για ακόμα ένα εξάμηνο, αν και θυμάμαι ακόμα καθαρά πόσο πολύ βιαζόμουν τότε να την ξεφορτωθώ, στ’ αλήθεια.
Πάντως, η προϊστορία, δυστυχώς, δεν ήταν με το μέρος μου. Από τα σαράντα ένα συνολικά μαθήματα, που απαιτούνταν από το πρόγραμμα σπουδών μου να περάσω, στις καλοκαιρινές περιόδους εξετάσεων των πέντε ετών που είχανε προηγηθεί είχα μόλις περάσει δύο. Κι αυτά μόλις τον πρώτο χρόνο του ψαρώματος και της υστεροσχολικής κεκτημένης μου ταχύτητας. Κάτι τα ποδοσφαιρικά μεγάλα τουρνουά, που κατά σύμπτωση σατανική έπεφταν πάντοτε Ιούνιο. Κάτι η δίψα μου για καλοκαιρινές διακοπές, που αφόπλιζε κυριολεκτικά την όποια παραγωγική διάθεση. Είχα από νωρίς σκεφτεί πως θα έπρεπε ίσως να καταργηθούν -γιατί όχι και να ποινικοποιηθούν- αυτές οι εξετάσεις.
Κι όμως, όσο παταγωδώς κι αν είχα αποτύχει σε όλες τις προηγούμενες Ιουνιανές μου εξεταστικές, είπα να κάνω άλλη μια, την τελευταία ετούτη τη φορά, προσπάθεια. Διάλεξα μόλις δυο μαθήματα, στα οποία ήδη είχα περάσει, και στα οποία υποτίθεται πως αδικήθηκα και οι απαίσιοι καθηγητές μου με βαθμολογήσανε με τον ελάχιστο βαθμό του πέντε. Προκειμένου να κατακτήσω το άγιο -για κάποιο λόγο- δισκοπότηρο του εξήμισι έπρεπε είτε να γράψω και στα δύο για επτά είτε για άριστα τουλάχιστον στο ένα. Όμως, η οδός αυτή της αναβαθμολόγησης έκρυβε και μια τεράστια παγίδα: αν κάτι πήγαινε στραβά και τελικά κοβόμουν σε κάποιο από τα μαθήματα, έχανα αυτομάτως και τον προηγούμενο βαθμό, πράγμα που σήμαινε πως θα έπρεπε εκ νέου να εξεταστώ μετά το καλοκαίρι. Και την παγίδα αυτή μόνο όταν την πλησίασα αρκετά, άρχισα να την παίρνω σοβαρά και τότε μοναχά φοβήθηκα μήπως και πέσω μέσα.
Έτσι, από τον Φεβρουάριο ως τις διακοπές του Πάσχα αντιμετώπιζα αφ’ υψηλού το όλο ζήτημα κι ούτε που φρόντισα καθόλου εγκαίρως να προετοιμαστώ, θεωρώντας ίσως κατά βάθος πως η αναθεώρηση της γενικής βαθμολογίας μου θα γίνει με κάποιον τρόπο φυσικό και τελικά αυτόματο. Εξάλλου ήταν κάτι που το άξιζα, ασχέτως αν δεν είχα καταφέρει να πείσω σχετικά με αυτό ακόμα και τον εαυτό μου.
Μετά το Πάσχα, κι ενώ δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστες βδομάδες ως την έναρξη των εξετάσεων, αντί να κάτσω και να στρωθώ στο διάβασμα, προτίμησα να πάω για ένα τριήμερο στη Ρόδο. Το οποίο τελικά τριήμερο κράτησε περίπου δέκα μέρες. Όμορφα πέρασα, δε λέω, κι ακόμα διατηρώ αναμνήσεις θετικές από εκείνο το ταξίδι, αλλά όταν γύρισα επιτέλους στην Αθήνα, τότε συνειδητοποίησα πως μάλλον εκείνο το «λίαν καλώς», που λέγαμε, χάθηκε κάπου μεταξύ Ιαλυσού και Λίνδου. Το πιο αστείο είναι πως είχα ταξιδέψει ως το νησί των Ιπποτων παρέα με τα βιβλία μου. Μάλιστα, ο φίλος μου ο Δημήτρης, που με φιλοξενούσε, με φωτογράφισε μια μέρα καθώς κρατούσα και μελετούσα –υποτίθεται- το εγχειρίδιο των Ατομικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων, σε ένα παγκάκι, μπροστά από κάποιο πολύ σπουδαίο μνημείο του μεσογειακού μεσαίωνα. Μια φωτογραφία που οι καθηγητές μου, δυστυχώς, δεν θα επρόκειτο να εκτιμήσουνε ποτέ ως κάποιο ελάχιστο τεκμήριο γνώσης του αντικειμένου.
Δύο-τρεις μέρες πριν το πρώτο από τα δυο μαθήματα, ζήτησα ακρόαση από έναν από τους καθηγητές που το διδάσκανε. Με τον συγκεκριμένο είχαμε συζητήσει κατά καιρούς διάφορα και γενικά τον εκτιμούσα και σεβόμουνα τη γνώμη του κι ήθελα να πιστεύω ότι κι αυτός λίγο με συμπαθούσε.
«Δεν ξέρω τι να κάνω, κύριε καθηγητά. Δεν είναι ότι αγνοώ την ύλη του μαθήματος, άλλωστε έχω ήδη εξεταστεί επιτυχώς, αλλά φοβάμαι ωστόσο, λόγω ελλείψεως επαρκούς αυτοπεποίθησης, πως ίσως κινδυνεύω να το χάσω», του είπα όσο μπορούσα πιο δραματικά.
«Γιατί σας ενδιαφέρει τόσο ο βαθμός;» αυτός με αιφνιδίασε.
«Μα, απέχω από το εξήμιση ελάχιστα… και έπειτα, μπορεί, αν επιλέξω κάποιο μεταπτυχιακό… όσο να ‘ναι… νομίζω πως θα ήτανε καλύτερα», κατάφερα περίπου κάτι τέτοιο να ψελλίσω.
«Ξέρετε τι είναι αυτό, το οποίο δεν έχετε ακόμα καταλάβει; Δεν αναφέρομαι σε εσάς, προσωπικά. Θέλω να πω, εσείς, οι φοιτητές, ξέρετε τι είναι αυτό που έχετε τόσο παρεξηγήσει;»
«Τι, κύριε καθηγητά;»
«Στην ιστορία αυτή -και δε μιλάω μοναχά για τις σπουδές- δεν κάνουμε πάντα διαγωνισμό καλύτερης επίδοσης. Τις περισσότερες φορές ο νικητής απλά είναι αυτός που τερματίζει.»
«Τι εννοείται, δηλαδή;»
«Καλό σας καλοκαίρι, κύριε συνάδελφε!»
Βγήκα από το γραφείο του νιώθοντας αρκετά ηλίθιος, αλλά ταυτόχρονα, στ’ αλήθεια, πολύ ξαλαφρωμένος. Κατέβηκα ως το σταθμό «Πανεπιστήμιο», έβγαλα εισιτήριο και επιβιβάστηκα, χωρίς να έχω αποφασίσει από πριν ως προς το πού ακριβώς θα ήθελα ο συρμός να με αφήσει. Θα γούσταρα πολύ να πάω ως τη θάλασσα, μα το μετρό δε φάνηκε καθόλου, δυστυχώς, να έχει τη διάθεση ετούτη τη φορά να με προλάβει.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

ahora la ciudad no necesita guardas

Dos horas después él sigue avanzando hacia adelante, pero la ciudad no termina. Hace tiempo había límites, había dragones, indómitos guardas apostados en las fronteras para proteger los pasos. Para que no entrara nadie desde afuera -para que no las sobrepasara nadie desde dentro. Ahora los gigantes reciben pensiones honoríficas y cuentan tranquilos historias de desertores y de incursiones bárbaras, pero ya nadie les cree.
Ahora la ciudad no necesita guardas – ella misma es el guarda.
La ciudad se extendió como una mancha, se estiró, se desperezó y fuera de ella ya no existe nada. Y sin embargo, sus límites se estrecharon, las fronteras se multiplicaron. Se colocaron barras y se elevaron alambres de espinos por todas partes. En cada patio, en cada pasillo, en cada apartamento. Colocaron puestos de vigilancia en las azoteas y los vecinos alternan turnos. Acogió la ciudad entera su dogma defensivo unitario y los vecinos con el arma por montera, insomnes esperan tras su blindada epidermis a que su propio yo venga escondido y sin hacer ruido a saquearlos. Todos custodian algo, todos acechan a alguien. Todos creen que esconden algo precioso dentro de sí, pero de tanto defender, olvidaron qué es lo que los hace diferentes y bajo los uniformes y los cables todos parecen iguales.
Ahora la ciudad no necesita guardas – ella misma es el guarda.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Στέφανος

Ένα απόγευμα που περπατούσα στους δρόμους γύρω από την Ταμπακαλέρα, συλλέγοντας τοίχους φλύαρους κι άλλα αξιοπερίεργα, έπεσα πάνω σε έναν νεαρό που ήταν ντυμένος με τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος. Ήταν οι μέρες του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος κι έτσι το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως θα ήταν κάποιος περήφανος συμπατριώτης μου, που δεν κρατιόταν να διαδηλώσει την καταγωγή του στην αλλοδαπή, ξεχνώντας προφανώς πόσες φορές στο παρελθόν είχε νιώσει για αυτήν θλίψη κι απογοήτευση.
Μιας και ακολουθούσαμε την ίδια ακριβώς διαδρομή και αφού προπορευότανε, δε μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό και σήκωσα εκ του ασφαλούς τη μηχανή να τον τραβήξω δυο-τρεις καλές με φόντο το ανεπανάληπτα αλλοπρόσαλλο τοπίο του Εμπαχαντόρες. Όμως ο γαλανόλευκος συνοδοιπόρος μου στο τρίτο κλικ, έστρεψε πίσω το κεφάλι του και με είδε επί το έργω.
«Τι θες, ρε φίλε;» με ρώτησε σε κάποια γλώσσα που ασφαλώς δε γνώριζα.
«Τίποτα. Έτσι παίζω με τη μηχανή... Κι εσένα τι σε νοιάζει;» ξεκίνησαν αμέσως να μαλώνουν μέσα στο κεφάλι μου ο τσαμπουκάς και η κοτοσύνη.
«Τι τίποτα;» αυτός επέμεινε, στα αγγλικά ετούτη τη φορά. «Αφού εμένα βγάζεις.»
«Δε βγάζω εσένα, αγαπητέ. Την πλάτη σου μονάχα.»
«Κι η πλάτη τίνος είναι, δηλαδή; Μήπως του Fanis Gekas;»
«Δεν είσαι Έλλην, θες να πεις; Και τότε; Το μπλουζάκι;»
«Α! Αυτό; Για αυτό με παρακολουθείς; Κι εγώ που νόμισα ότι…»
Ούτε που τόλμησα να του ζητήσω να μου πει τι νόμισε, αν και όλο και κάπου πήγε το μυαλό μου. 
«Λοιπόν. Αφού σε κόβω για περίεργο, ας κάνουμε μια συμφωνία: Εγώ θα σου εξηγήσω πως το απόκτησα κι εσύ θα σβήσεις τις φωτογραφίες.»
Μια ιστορία για λίγα κουνημένα κι άχρηστα καρέ, καλή ανταλλαγή μου φάνηκε.
«Έγινε. Σε ακούω. Περίμενε μονάχα να στρίψω το τσιγάρο μου και πάμε κάτω από τη σκιά, γιατί δεν την παλεύω.»
Κι έτσι, αφού αράξαμε σε κάτι σκαλοπάτια κι αφού τον κέρασα κι αυτόν λίγο από τον καπνό μου, άρχισε η αφήγηση που πήγε κάπως έτσι:
«Πριν δυο μέρες έφτασα, που λες, στην Ισπανία. Εγώ, αν κι είμαι Ουκρανός, δουλεύω στο Λονδίνο. Μη με ρωτήσεις τι δουλειά! Δε θα θελες να μάθεις. Ήρθα για μία γκόμενα. Άσχημη ιστορία. Την έψαχνα όλο το πρωί. Το απόγευμα τη βρήκα. Πρώτη κουβέντα και βρισιά.
-Καλώς τον καραγκιόζη! Τι θες και με θυμήθηκες; Τέλειωσαν οι πουτάνες;
-Αφού σου είπα πως θα ‘ρθω.
-Ναι. Πριν από έξι μήνες. Άντε και φεύγα γρήγορα! Έρχεται ο νόβιο μου.
Κάτι προσπάθησα να πω, δεν έχει σημασία. Μέχρι να βγω απ’ το σπίτι της, άρχισε να νυχτώνει. Για ύπνο δε με έκοβα. Είπα να πάω μια βόλτα. Πήρα τους δρόμους μου ξανά - Μαδρίτη by night. Παντού γινότανε χαμός. Γλεντούσαν τα τσογλάνια. Εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτοί tinto verano. Κατέληξα σε ένα μπαρ και άρχισα να πίνω. Ο μπάρμαν είχε όρεξη, με φλόμωσε στο ψέμα. Στην άλλη άκρη, στο σκαμπό καθόταν ένας τύπος. Έπινε και δε μίλαγε. Φορούσε αυτή την μπλούζα. Έτσι, μονάχοι και οι δυο, είπα να τον κεράσω. Μετά με κέρασε κι αυτός. Κι ύστερα εγώ και πάλι. Επάνω στο μισάωρο τη χάσαμε τη μπάλα. Σηκώνεται ο γίγαντας και έρχεται κοντά μου. Στέφανος, μου συστήνεται. Του λέω το δικό μου. Λέω στο μπάρμαν, άλλα δυο κι άσε και το μπουκάλι! Στο τέλος το στραγγίξαμε. Δακρύζαμε ουίσκι. Κουβέντα δε σταυρώσαμε. Μονάχα, άντε, γεια μας! Στο τέλος λέω, είναι αργά, φίλε εγώ την κάνω.
-Κάτσε, μου λέει, περίμενε! Έτσι θα με αφήσεις;
-Δεν την παλεύω άλλο πια. Γυρίζω όλη μέρα. Κι ούτε ακόμα που έχω βρει μέρος για να την πέσω.
-Καλά. Όπως θες. Όμως πιο πριν κάνε μου μία χάρη!
-Ότι γουστάρεις, αδερφέ!
-Αλλάζουμε φανέλες;
-Τι θες να πεις; Τι εννοείς;
-Όπως κάνουν στα ντέρμπυ... Έτσι για αναμνηστικό. Να έχεις να με θυμάσαι.
Κι έτσι, χωρίς να το σκεφτώ, τη βγάζω και τη δίνω. Φορούσα μία κόκκινη, δώρο της αδερφής μου. Όχι, δεν ήταν το αλκοόλ. Ακόμα κι αν δεν είχα πιει, η φάση θα γινόταν. Αν και αν ήμασταν στεγνοί, δε θα υπήρχε λόγος. Βάζω την μπλε του αλλουνού κι εκείνος τη δικιά μου. Με αγκαλιάζει, με φιλά. Αντίο φιλαράκο! Και να ‘μαι τώρα εγώ εδώ κι άλλος, ποιος να ξέρει… Κι οι δυο χαμένοι ήμασταν, οπότε τι μας νοιάζει. Το θέμα είναι, από το ματς κάτι έμεινε στο τέλος. Τι κι αν το σφύριξε ο Θεός; Εμείς κλωτσάμε ακόμα.»