Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ρυθμίσεις λογαριασμού

Τι σκέφτεστε;
Καίγεται ο κόσμος, παρανάλωμα,
και μόλις οι φλόγες του αγγίξαν τα ντουβάρια σας,
εσείς τότε ξαφνικά αρχίσατε να τρέμετε από το κρύο και να κουκουλώνεστε.

Ενημερώστε την κατάστασή σας!
Δεν υπήρξατε ποτέ αυτό που ονειρευόσασταν,
δεν είσαστε καν αυτό που πάντα προσποιούσασταν
και δε θα γίνετε ούτε για μια στιγμή αυτό που δήθεν αποφεύγετε.

Γράψτε κάτι!
Κάτι ακίνδυνο, κανέναν να μην ενοχλεί, κανείς να μην το καταλάβει.

Σχολιάστε!
Κοινοποιήστε!
Προσθέστε!
Ταξινομήστε!
Δείτε περισσότερα!

Σας αρέσει;

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Τσεζάρια

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες μπήκα στο γιου-πορν
μια τσόντα για να κατεβάσω.
Οι άφθονοι στύσεις και οι οργασμοί
εις όλες μοιάζουν. Όλες είναι κόπυ-πέιστ
και μίζερες αναπαραγωγές•
κάθε ξεκώλιασμα των αγγαρεία.
Αν πεις και για τες πορνοστάρ, κι αυτές,
όλες η Σύλβιες κ’ η Καταλίνες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα επιτέλους κάπως να καυλώσω
θάφινα το λαπ-τοπ αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, της Τζεζάρια
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως.....

A, να, ήρθες συ με τα εξαίσια
βυζιά σου. Στο ίντερνετ λίγα
λινκς μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα μοιραία κ’ εξωτική.
Η καύλα μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρωξώδη εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντασιώθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η οθόνη μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—
εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες• ως θα ήσουν
μες στα καταχυμένα στούντια της Γκόλνετν Άι,
χλωμή και κουρασμένη, ιδεώδης εν τω πολλαπλώ σου οργασμώ,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι ανώμαλοι —που ψιθύριζαν το «Σακ μι μπέιμπι».

Το Λάθος και το Πάχος

Τι υπήρξαμε;
Τι κάναμε;
Τι έχει απομείνει;
Σίγουρα λάθος άνθρωποι,
λάθος ίσως στιγμή
σε λάθος τόπο μάλλον.
Δυο λάθη μπορεί ένα σωστό κάποτε να το έφτιαχναν.
Τα τρία λάθη όμως;

Ήρθες ως λάθος μες στη ζωή μου τη σωστή
και τη διόρθωσες.
Και ύστερα, έτσι ξαφνικά,
έγινε πάχος μου το λάθος.
Και τώρα να ‘μαι εδώ να αναζητώ,
σε άλλα λάθη, πιο σωστά,
τρόπους το πάχος μου αυτό το περιττό
για πάντα να αποβάλω.

Ας παίξουμε!

Εγώ θα είμαι αυτός που θα ρωτά.
Εσύ θα απαντάς μονάχα.
Μόνο μια λέξη να χρησιμοποιήσεις δε μπορείς.
Ψάξε, αν θες, συνώνυμα!
Ψάξε, μα δεν υπάρχουν!

Για πες, λοιπόν, θα ήθελες;
Α, κρίμα!
Κιόλας έχασες, πριν καν αρχίσει το παιχνίδι.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Η θαυμαστή συνέχεια της ύπαρξής μου

Χθες βράδυ, πριν πλαγιάσω, έβαλα το ρολόι μου κάτω από το μαξιλάρι.
Ύστερα κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα τον άνεμο.
Όλη τη νύχτα το ρολόι χτυπούσε στο ρυθμό της καρδιάς μου.
Συντονιστήκαμε.
Εγώ, το ρολόι μου, ο άνεμος. Τα πάντα.

Η Αποσύνθεση

Αν δοκιμάσω να αποσυνθέσω τα εγκλήματά μου,
στο τέλος αυτό που θα απομείνει
θα είναι
ένας παμφάγος έρωτας,
το πείσμα μου μπροστά στο αναπόφευκτο,
μια ζωντανή μνησικακία.

Που σημαίνει:
με άλλα τόσα
τα κάνω όλα ξανά από την αρχή
και πάλι παραμένω αόρατος, αγνός κι ασύλληπτος.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Lloviendo!

Café de la Luz


“Madrid es una ciudad segura”, decía mostrando con el pulgar la ventana. “Piensa, ahora es como si estuviéramos en la plaza Eurípides de Atenas ¿Andarías tú así por Eurípides?”. ¿Cómo que así? Continuó impasible con sus alusiones, indiferente a mi, creo, razonable pregunta, “ten en cuenta que Sol es como plaza de la Concordia ¿Cabe la posibilidad de que vayas a dar una vuelta por Concordia de noche?” ¿Y donde viven las chicas? “¿La Plaza de España? también como Concordia” ¿Tanta concordia en una sola ciudad? Pero las chicas me dijeron que tuviera cuidado porque roban en el metro, dicen. “¡Claro! si no tienes cuidado te robarán. En todos los sitios pasa ¿Qué culpa tiene los rateros si eres descuidado? Te digo que en general la ciudad es una de las capitales más seguras. Pero si de verdad buscas una razón para poder tener miedo, te tengo algo extraordinario”. ¡Claro! Eso es. Encendí el cigarro con el que llevaba un buen rato enredando entre los dedos y me acerqué a él. “¿Qué haces? ¿Te has olvidado? Está prohibido fumar aquí.” Tú eres el que se olvida de que somos invisibles. “Sí, pero todos ven el humo que sale de tu cigarro.” Vale, ¡pues si quieren que echen el humo a la calle! A nosotros no nos molestan. Pero dime de una vez ¿qué es eso de lo que tengo que tener miedo? Miró receloso dos veces a la izquierda y a la derecha, como si hubiera la más mínima posibilidad, aunque fuéramos visibles, de que alguien estuviera espiándonos precisamente a nosotros de entre todos los asiduos del café, y después lo soltó: “¡Los hombres estatua!” ¿Que son...? “Hombre, son los que hacen de estatuas en las plazas,” ¿Qué quieres decir? ¿No son estatuas de verdad? “¡Déjate de tonterías! Hablo en serio. Lo único a lo que debes tener miedo en esta ciudad son todas esas estatuas que hacen de personas”. ¿Has bebido mucho y empiezas a confundir las palabras? “Nada de eso, para nada.” Y si no me crees te tengo una historia preparada como prueba”. Entonces la cosa cambia. ¡Venga, dime, por favor!

“Hace un año, en la Plaza Mayor apareció uno de esos artistas de la calle espontáneos. Nadie sabía de dónde nos había venido. Nadie supo nunca cuál era su nombre. Vino así, de repente, se colocó al lado de los escalones del metro y empezó a representar ejemplarmente la figura de bronce de un desconocido poeta castellano que murió joven y que vivía, al menos mientras se encontraba en vida, en alguna de las ventanas que daban a la plaza. La verdad es que el primer día la gente poca atención le prestó. La mayoría pasaba indiferente por su lado, pensando en sus propios asuntos y los pocos ociosos, tras echarle un breve vistazo volvían rápidamente su interés a otros hombres-estatua. En cierto momento cayó la noche en la gloriosa capital de nuestro reino y todos ellos, los actores al aire libre, se bajaron de sus improvisados pedestales, agotados por una larga inmovilidad creativa. Se estiraron, desperezaron sus anquilosados cuerpos y discretamente se alejaron del enlosado escenario público para satisfacer sus necesidades fisiológicas muy privadamente. Sin embargo, el desconocido que había venido de ningún sitio se quedó en su sitio, insistiendo obstinadamente en su inquebrantable espectáculo hasta la siguiente mañana, cuando la sorprendida ciudad lo encontró exactamente tal y como lo había dejado. Esto se repitió durante casi una semana, hasta que cuantos pasaban empezaron a preocuparse por su salud y sus colegas a sentir que sus intereses estaban bajo amenaza. Pasaron los días y la gente empezó a reunirse a su alrededor e incluso los más incrédulos difícilmente podían ocultar su admiración, incluso los que hasta ayer no diferenciaban las estatuas de los golfos. Las parejitas empezaron a fotografiarse a su lado, los chavales jugaban al escondite alrededor de su sombra y en un mes incluso los turistas lo incluían entre los monumentos y las curiosidades dignas de ver en la ciudad. A la otra gente que representaba estatuas los ignoraban, algo que como tú bien sabes raramente perdonan los artistas –incluso los de la calle-. Así que ya te podrás imaginar la continuación. Se reunieron en consejo un domingo por la tarde en el centro de la plaza. Era de verdad muy gracioso y daba miedo observar a todos esos actores empedrados y a los bañados en oro hablando y argumentando para encontrar una solución. Al final concluyeron en una decisión secreta y, sin hablar, se repartieron por todas las calles de alrededor. La gente creyó que todos ellos habían renunciado frente a la irreal superioridad del extraño. Pero sin embargo, una vez más la gente estaba equivocada. En mitad de la noche regresaron todos juntos al lugar del futuro crimen, se reunieron alrededor del intruso con ganchos y cuerdas y tras atarlo fuerte, sumaron toda la fuerza de la calle, lo atrajeron cerca de ellos y lo derribaron. Él, al caer sobre el suelo enlosado, se rompió en cien pedazos que los otros recogieron con mucho cuidado, no los fueran a encontrar por la mañana y -como se suele hacer- les dieran a los fragmentos de la amenaza un valor todavía mayor. Así que a la mañana siguiente la ciudad entera volvió a su ritmo habitual y al final de la semana nadie recordaba esta pequeña desviación, y todo fue olvidado”.

Al mismo tiempo que la narración, se terminó también la cerveza de mi baso. Extendí el brazo al otro lado de la barra para volver a llenarlo y entonces oí un espantado chillido e inmediatamente vi en el espejo de enfrente que mi imagen estaba volviendo poco a poco. Dos o tres dedos, un ojo, un poco del cuello, nada importante, pero capaz de sembrar el pánico. Probablemente el efecto de las pastillas se había debilitado. Mi amigo ya se había puesto el abrigo. Me levanté yo también. Abrimos la puerta y dejando a nuestras espaldas maldiciones e insultos, nos perdimos en la penumbra de la calle Barco.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

η ζωή και οι ευαισθησίες της


«Αλέξη! Τι στο διάολο γυρεύεις εσύ εδώ;»
Μόνον αυτόν τον κερατά δεν περίμενα να δω μπροστά μου τέτοια μέρα. Κόντεψα να γκρεμιστώ από το κρεβάτι από την έκπληξή μου. Την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί ήταν και πάλι στο νοσοκομείο. Μόνο που τότε ο επισκέπτης ήμουνα εγώ. Κι ο Αλεξάκης ήταν ο αναξιοπαθών, που όλες οι τεθλιμμένες γκόμενες τον φρόντιζαν και τον περιποιούνταν. Λες κι ήταν ο βετεράνος που γύρισε από το Βιετνάμ κι όλες τους διψούσαν να ακούσουνε τα κατορθώματά του. Μαλάκα Αλεξάκη, από το μηχανάκι είχες πέσει, καημένε! Ενώ εγώ, ολόκληρο εργατικό ατύχημα! Σφάγιο στο βωμό της μισθωτής της εργασίας. Ένας κανονικός working class heroe και μόνο δυο-τρεις παπάρες από τη δουλειά ήρθανε να με δουν κι αυτοί από υποχρέωση.
«Τι κάνεις, Βασιλάκη μου; Πονάς; Τι είπαν οι γιατροί;»
«Πως δε θα μπορέσω να ξαναπαίξω πιάνο. Τι θες να είπανε;»
«Έπαιζες πιάνο, Βασίλη μου; Δεν το ήξερα.»
«Εσύ, εκτός από το πουλάκι σου, έμαθες να παίζεις τίποτα άλλο;»
«Γιατί ρε μου μιλάς έτσι; Εγώ φταίω που ενδιαφέρθηκα.»
«Καλά ρε, πως το έμαθες;»
«Έπεσα πάνω στη Ζωή στην είσοδο και μου το είπε. Εγώ περαστικός ήμουνα. Είχα έρθει για να δώσω αίμα.»
«Ήρθε η Ζωή εδώ; Πότε;»
«Ήρθε, λέει, να σε δει, αλλά εσύ κοιμόσουν.»
«Και γιατί δε με ξύπνησε, γαμώτο;»
«Που θες να ξέρω, ρε φίλε; Θα σε λυπήθηκε μάλλον. Αν θες να ξέρεις, την είδα πολύ ταραγμένη. Της είπα να κάτσει να την κεράσω έναν καφέ, αλλά δεν ήθελε. Βιαζόταν, λέει.»
«Ναι, μη χάσεις, χαμένε, ευκαιρία και δεν παρηγορήσεις τα γυναικόπαιδα.»
«Χα! Τι πλάκα που έχεις, ρε φίλε! Χαθήκαμε, ρε γαμώτο. Μου έλειψες.»
«Εμένα μου έλειψαν τα λεφτά που μου έφαγες.»
«Αφού σου εξήγησα, ρε συ, ήτανε σίγουρη η επένδυση, αλλά μας πρόλαβαν οι άλλοι. Ας μην είχα πάθει τότε το ατύχημα και θα σου έλεγα εγώ…»
«Να σου πω, ρε άχρηστε, κανένα τσιγάρο έχεις;»
«Έχω, αλλά μήπως απαγορεύεται;»
«Κλείσε την πόρτα και δώσε μου! Και άνοιξε και το παράθυρο!»
Μην του δώσεις ταυτόχρονα πάνω από μία εντολή αυτού του παιδιού, θάλασσα θα τα κάνει. Από τη λαχτάρα του να φανεί σε κάτι χρήσιμος, άνοιξε πρώτα το παράθυρο και το ρεύμα που δημιουργήθηκε κοπάνισε με δύναμη την πόρτα, σκορπώντας σοβάδες σε όλο το δωμάτιο. Και ύστερα πάλι, από την τρομάρα του, πέταξε το πακέτο με τα chesterfield μες στο καλάθι με τα αποφάγια από το βρώμικο που μου είχαν φέρει τα παιδιά και τις χρησιμοποιημένες γάζες. Αυτά είναι! Να είσαι στο κρεβάτι του πόνου και να έχεις πέσει στην ανάγκη αυτού του κόπανου. Α, ρε Ζωή! Εσύ κι οι ευαισθησίες σου… Και τώρα, με τα χεράκια σταυρωμένα και το χαζό χαμογελάκι του, να περιμένει να τον μαλώσουν οι μεγάλοι για τη μαλακία του.
«Μπράβο, Αλεξάκη! Πάλι τρίποντο έβαλες!»
«Εντάξει, μωρέ, δεν έγινε και τίποτα.»
«Μάζεψέ τα, μωρέ μαλάκα! Τι περιμένεις; Και δώσε μου ένα αναμμένο! Ή μάλλον μάζεψέ τα πρώτα και ύστερα θα σου πω τι θα κάνεις.»
«Καλά, ρε Βασίλη. Δεν είμαι και χαζός.»
«Το ξέρω ρε! Απλώς το παίζεις, για να γουστάρουνε οι γκόμενες.»
Ο Αλέξης κάθισε στο κρεβάτι, αναστέναξε, κι αφού άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε δυο τζούρες, το ακούμπησε στα χείλη μου. Λες και κάτι άσχημο είχε μόλις θυμηθεί κι η ανάμνηση πάγωσε το ακαταμάχητο χαμόγελο του βλάκα.
«Ποιες γκόμενες, ρε φίλε; Ποιες γκόμενες; Τι νομίζεις; Στο σχολείο είμαστε ακόμα; Εσύ τουλάχιστον έχεις και τη Ζωή, να περιμένεις να έρθει να σε δει. Να θες να σε ξυπνήσει. Εγώ, ο μαλάκας, για πάντα όρθιος θα κοιμάμαι.»

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

ο καθρέφτης

Όταν σε είδα, νόμισα πως ήδη σε γνωρίζω.
Δυο μέτρα μας χωρίζανε - πήγα να πω, «τι κάνεις;».
Όταν σε είδα, θύμωσα. Ήθελα να σε ξέρω.
Να σου μιλήσω γούσταρα. Με ‘πιασαν οι ντροπές μου.
Όταν σε είδα, αγρίεψα: «Μ’ αυτήν θα ασχολούμαι;
Άλλες δουλειές δεν έχουμε; Κακός μπελάς μας βρήκε.»
Όταν σε είδα, κόλλησα, καρφώθηκα σα βλάκας.
Και ύστερα, αρνήθηκα άλλο να σε κοιτάζω.

Την πλάτη μου σου έστρεψα, γύρισα από την άλλη.
Μόνο δεν υπολόγισα εκείνον τον καθρέφτη.
Και πάλι, έτσι ανάποδα, έβλεπα το είδωλό σου.
Σαν έργο τέχνης, τώρα πια, μες στην παλιά κορνίζα.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

η άκρη, οι άκριες

Ξύπνησα πριν το ξυπνητήρι μου. Συνήθως δεν το άκουγα. Κι όταν κάποιες φορές ο ήχος του τρυπούσε μες στον ύπνο μου και με πετούσε έξω από το όνειρο, δε μου άρεσε καθόλου. Είχα αλλάξει, μόλις πριν λίγες μέρες συσκευή, κι ακόμα τους νέους ήχους της κλήσης και των μηνυμάτων δεν έλεγα να συνηθίσω. Βαρούσε το τηλέφωνο κι εγώ κοιτούσα τριγύρω αδιάφορα. Τον ήχο όμως της αφύπνισης τον ήξερα καλά. Τον ήξερε κι ο ύπνος μου.
Γύρισα στο πλάι και την είδα να κοιμάται ακόμα χαμογελαστή. Ποιος ήξερε τι έβλεπε; Προσπάθησα να φανταστώ. Να καταλάβω τι ήταν αυτό που έκρυβε αυτό το δελφινίσιο το χαμόγελο. Την φίλησα στις άκριες των χειλιών της. Σιγά, προσεκτικά, αθόρυβα. Να μη χαλάσω αυτήν την όμορφη καμπύλη, την σπαράσσουσα. Πως βρέθηκες εσύ εδώ; Ποιος σου άνοιξε την πόρτα; Ποιος σε έφερε στο σπίτι μου, στην πόλη μου, σε αυτό το μαξιλάρι;
Ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά, άρχισε να χτυπάει η νέα συσκευή μου. Πάτησα το αθόρυβο, φιμώνοντας, όπως μπορούσα βιαστικά, όλον τον έξω κόσμο. Κοίταξα τα μηνύματα. Με έψαχναν. Έπρεπε να πάω στο γραφείο. Είχα υποτίθεται μια καθημερινότητα. Πήγα να σηκωθώ, μα είδα το στήθος της να φανερώνεται μέσα από τα σεντόνια. Με κοίταζε. Μπορεί να είχε τα μάτια της κλειστά, μα οι θηλές εκείνες ακόμα ξαγρυπνούσαν.
Έσκυψα και τις φίλησα. Αυτό μάλλον το ένιωσε. Είδα καλά την ίσαλο γραμμή του στόματος της να κυματίζει επικίνδυνα. Ζαλίστηκα. Μια πρωινή νοσταλγική ναυτία. Θυμήθηκα πως μόλις είχαμε συναντηθεί. Πριν από λίγες ώρες. Θυμήθηκα πως ήταν σα να γνωριζόμαστε μισή ζωή και κάτι. Θυμήθηκα όλα αυτά που θέλησα να ζήσω. Μια ανάμνηση τερπνή απροσδιόριστη από ένα κάποιο μέλλον. Σηκώθηκα. Σηκώθηκε κι ο κόσμος μου μαζί μου.
Ενώ περίμενα να γίνει ο καφές, άρχισα να κοιτάζω τα χθεσινά μηνύματα. Σα να έπαιζα, λέει, σε νουάρ και έψαχνα να ανακαλύψω ετούτου του μυστηρίου νήματος την μπερδεμένη άκρη. «Ας συναντηθούμε! Τι λες;» «Ας είναι καλύτερα το βράδυ της Τετάρτης!» «Ας γίνει! Καλημέρα!» Ευχές, ειδοποιήσεις, προσταγές. Ακόμα δεν είχα τις λέξεις της με τη φωνή της συνδυάσει. Ακόμα έψαχνα τον τόνο της. Ακόμα το ρυθμό μου αναζητούσα.
Όπως μέσα στη νύχτα. Όπως εκεί, κάτω από τα σεντόνια μου. Όπως στις παρυφές της φύσης της, εξερευνούσα, χαρτογραφούσα, ανακάλυπτα, της μαγεμένης ηδονής της τον παλμό. Τι θέλεις; Τι είναι αυτό που προτιμάς; Ύστερα, τι υπάρχει; Μετά από αυτούς εδώ εμάς, ποιοι εμείς μας περιμένουμε στου νήματος την άλλη κομποδεμένη άκρη; «Ας αφουγκραστούμε τον κοινό μας το ρυθμό!» «Ας παίξουμε!» «Ας γίνει! Καλημέρα!»