Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

ο λάθος άνθρωπος

-Σας ακούω.
-Τι εννοείται; Δεν θα μου κάνετε ερωτήσεις;
-Σας είναι πιο εύκολο έτσι;
-Δεν ξέρω τι είναι πια πιο εύκολο.
-Θέλω να πω, έτσι το φανταζόσασταν;
-Δεν θέλετε να ξέρετε τι ακριβώς φαντάζομαι.
-Ποιος είπε πως δεν θέλω.
-Όχι ακόμα, έστω. Δεν θέλω να σας τρομάξω από την πρώτη μέρα.
-Ξέρετε, δεν τρομάζω εύκολα. Και άλλωστε, αυτή είναι η δουλειά μου.
-Και αν σας έλεγα ότι και η δική μου η δουλειά είναι αυτή;
-Ο τρόμος;
-Ναι, ας το πούμε έτσι.
-Ώστε, λοιπόν, είμαστε κάτι σαν συνάδελφοι.
-Ναι, μήπως το ξανασκέφτεστε;
-Τι να σκεφτώ; Ποιο πράγμα;
-Ξέρω κι εγώ… Μήπως, ας πούμε, να μου κάνατε μια κάπως πιο φιλική τιμή;
-Βλέπω πως αστειεύεστε. Κι ο τρόμος, τι απέγινε;
-Νόμιζα πως δεν βιάζεστε.
-Δεν βιάζομαι, αλλά, το ξέρετε, ο χρόνος μας είναι αυστηρά προκαθορισμένος.
-Αυτό είναι και το πρόβλημα.
-Ο χρόνος εννοείτε;
-Όχι ο χρόνος γενικά. Ο χρόνος ο δικός μου.
-Έχετε άλλον χρόνο εσείς; Θα ήθελα αυτό να το ακούσω.
-Εγώ ας πούμε ότι βρίσκομαι προσωρινά εκτός των αυστηρών ορίων του.
-Βρίσκεστε εκτός χρόνου. Και πώς το καταφέρνετε;
-Δεν είναι κάτι που ποτέ μου το προσπάθησα και σίγουρα δεν είναι και κατόρθωμα. Ωστόσο, δέχομαι την ειρωνεία σας. Τουλάχιστον δεν είμαι και εκτός τόπου.
-Που βρίσκεστε, αλήθεια; Μια που το αναφέρατε.
-Τώρα; Νομίζω στο ιατρείο σας. Ή μήπως θα έπρεπε να λέω στο γραφείο.
-Δεν είμαι γιατρός. Γραφείο σίγουρα καλύτερα.
-Ούτε εγώ είμαι ασθενής.
-Δεν ισχυρίστηκα ποτέ μου κάτι τέτοιο.
-Και ας μοιάζω άρρωστος. Σας είπα, είναι για προσωρινά.
-Η σχέση με τον χρόνο σας είναι αυτή που φταίει;
-Αν ήξερα τι φταίει, δεν θα βρισκόμουνα εδώ.
-Αλήθεια, που θα ήσασταν;
-Δεν ξέρω. Ας πούμε στο κρεβάτι μου.
-Τέτοιαν ώρα; Δεν έχετε δουλειές;
-Θέλω να πω πως θα κοιμόμουνα. Μου λείπει ύπνος, ξέρετε.
-Το ξέρω. Για αυτό, άλλωστε, και είσαστε εδώ.
-Ναι, για να με κοιμίσετε.
-Δεν είναι αυτό η ειδικότης μου.
-Ξέρω. Δεν είσαστε γιατρός. Δεν συνταγογραφείτε.
-Θα σας αρκούσε κάποιο φάρμακο; Σας φτάνει αυτό σαν λύση;
-Όχι ασφαλώς. Σας το είπα, νομίζω, και από το τηλέφωνο. Τα έχω δοκιμάσει όλα.
-Όλα τα φάρμακα;
-Όλα τα όλα, γενικά.
-Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα;
-Εγώ είμαι το αποτέλεσμα. Ή, τέλος πάντων, αυτό που τώρα βλέπετε.
-Αλήθεια, είστε σίγουρος;
-Για ποιο; Για το αποτέλεσμα;
-Για αυτό το όλα που είπατε.
-Υπάρχει κάτι άλλο;
-Πείτε μου εσείς. Αυτό δεν μου ζητήσατε;
-Τι ακριβώς σας ζήτησα;
-Έτσι δεν ξεκινήσατε; Δεν είπατε πως θέλετε να ακούσετε ερωτήσεις;
-Τι είδους ερώτηση είναι αυτή;
-Ξαναρωτάω, είσαστε σίγουρος πως έχετε τα πάντα δοκιμάσει;
-Νομίζω, ναι.
-Α, τώρα μόνο το νομίζετε.
-Υπάρχει κάτι που ακόμα δεν το τόλμησα.
-Θέλετε να μου πείτε;
-Όχι ακόμα. Να κοιμηθώ θα ήθελα.
-Τι έγινε; Σας νύσταξα;
-Όχι καθόλου, το αντίθετο. Το λέω σαν επιθυμία.
-Να κοιμηθείτε θέλετε ή μήπως να ξυπνήσετε;
-Νομίζω πως ο χρόνος μας τελειώνει.
-Να που δεν είμαι εγώ αυτή που βιάζεται.
-Δεν θέλω να ξεκινήσω να μιλώ για ένα θέμα που ο προκαθορισμένος χρόνος σας δεν θα με αφήσει ποτέ να ολοκληρώσω.
-Μπορώ να το ακούσω σε συνέχειες.
-Αυτό είναι και το πρόβλημα.
-Ο χρόνος, ναι, το ξέρω. Μου το είπατε.
-Όχι ο χρόνος ακριβώς. Θα έλεγα κυρίως η συνέχεια.
-Αυτό είναι που σας λείπει;
-Ας μην μιλήσουμε από τώρα για ελλείψεις, θα έλεγα, καλύτερα.
-Γιατί; Είναι πολλές; Δεν προλαβαίνουμε ούτε καν να μου τις αναφέρετε;
-Γιατί επιμένετε; Αφού το ξέρετε, δεν είναι αυτό το θέμα μας.
-Το θέμα ή το πρόβλημα;
-Αρχίσαμε το παιχνίδι των λέξεων, λοιπόν;
-Συγνώμη, πείτε μου εσείς. Εσείς είστε, άλλωστε, που κηρύσσετε την ακριβολογία και που πάντα προσέχετε τις λέξεις σας.
-Το πρόβλημα είναι δικό μου πρόβλημα. Το θέμα είναι και δικό σας θέμα.
-Δικό μου;
-Δικό μας.
-Και από πότε ακριβώς έχουμε κοινά θέματα εμείς οι δύο;
-Από τη στιγμή που πέρασα την πόρτα σας.
-Και όταν φύγετε ξανά, θα πάρετε το θέμα αυτό μαζί σας;
-Όχι, λυπάμαι. Θα σας το αφήσω εδώ, να το προσθέσετε στη διακόσμηση του ιατρείου σας.
-Του γραφείου μου.
-Του γραφείου, ναι.
-Δεν ξέρω τι μου λέτε. Δεν σας καταλαβαίνω, αν και, πιστέψτε με, μόνο αδιάφορη δεν με αφήνουνε τα λόγια σας. Πάντως, ανεξαρτήτως του τι πιστεύετε, θέλω να ξέρετε ότι το θέμα μου είστε εσείς.
-Είσαστε συγκινητική.
-Ό,τι μπορώ κάνω.
-Όχι ό,τι σας επιτρέπει ο χρόνος σας;
-Για μένα δεν είναι πρόβλημα ο χρόνος.
-Είναι η λύση;
-Το εργαλείο, θα έλεγα. Ή έστω, αν προτιμάτε, η σύμβαση.
-Η τιμωρία.
-Τι είπατε;
-Τίποτα, σκέφτηκα μονάχα δυνατά.
-Αφήστε τα αυτά! Σας άκουσα. Έτσι αισθάνεστε; Ότι σας τιμωρώ;
-Όχι εσείς.
-Ε, τότε ποιος;
-Δεν προλαβαίνω να σας πω.
-Σταματήστε, επιτέλους, να κοιτάτε το ρολόι! Μόνος σας τιμωρείστε. Αλλά, εντάξει, ακόμα και έτσι να είναι, πείτε μου, για ποιον λόγο αξίζετε την όποια τιμωρία;
-Γιατί είμαι κακός.
-Έτσι νιώθετε;
-Όχι, αλλά ας πούμε ότι κι αυτό είναι μια κάποιου είδους σύμβαση. Άλλωστε, το θέμα είναι το έγκλημα και όχι η τιμωρία. Η τιμωρία είναι απλώς το πρόβλημα.
-Το έγκλημα;
-Βαριά λέξη, ε;
-Εσείς θα μου πείτε. Εγώ δεν ξέρω πόσο ζυγίζουνε οι λέξεις σας.
-Σας τρόμαξα, όμως. Ναι, παραδεχτείτε το!
-Θα σας ικανοποιούσε αυτό;
-Σας το είπα. Μόνο ένα πράγμα θα με ικανοποιούσε ετούτη τη στιγμή.
-Ποιο είναι, λοιπόν, το έγκλημά σας; Πόσο βαριά εγκληματήσατε, που να αξίζει τώρα να τιμωρείστε έτσι;
-Ότι ονειρευόμουνα.
-Και γιατί είναι κακό αυτό; Όλοι ονειρευόμαστε.
-Εγώ ονειρεύομαι στα φωναχτά.
-Και λοιπόν; Δεν σας ακούνε;
-Μια χαρά με ακούνε. Έχω και δυνατή φωνή.
-Αυτοί που σας ακούν, σας έχουνε επιβάλει και την τιμωρία σας;
-Όχι, δεν φταίει κανείς για αυτό. Θα ήταν πολύ εύκολο να αρχίσω να επιρρίπτω στους άλλους ευθύνες που μου ανήκουν.
-Φταίτε εσείς ο ίδιος, δηλαδή. Ας πούμε, αυτοτιμωρείστε.
-Ούτε αυτό είναι ακριβές.
-Φταίνε τα όνειρά σας.
-Ίσως. Και το ότι, όπως σας είπα, τα ονειρεύομαι στα φωναχτά.
-Οπότε, φταίει και η φωνή σας.
-Ναι, θα μπορούσε. Αν και δεν είμαι απολύτως σίγουρος.
-Φταίει που είναι δυνατή;
-Μπορώ, νομίζω, να ελέγχω ακόμα την έντασή της και ανάλογα με την περίσταση ή με το ακροατήριο να την αυξομειώνω.
-Φταίει που φωνάζετε την ώρα που οι άλλοι θέλουνε να κοιμηθούν;
-Νομίζω πως όλο και πλησιάζουμε στη λύση του αστυνομικού μας μυστηρίου.
-Έτσι το βλέπετε; Σαν αστυνομικό μυστήριο;
-Γιατί όχι; Αφού έχουμε ήδη ένα έγκλημα.
-Ναι, αλλά τον εγκληματία, από ότι βλέπω, τον γνωρίζουμε. Που ακριβώς υπάρχει το μυστήριο;
-Δεν ξέρω. Στα κίνητρά του ίσως.
-Και ποια είναι τα δικά σας κίνητρα;
-Ίσως αυτό που είπατε. Ίσως να τους ξυπνήσω.
-Γιατί; Ζηλεύετε τον ύπνο τους;
-Δεν υπάρχει κάτι που να ζηλεύω γενικά. Κανείς δεν έχει κάτι που εμένα να μου λείπει.
-Κι ο ύπνος;
-Ο ύπνος ναι, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Τα όνειρα των άλλων, πάντως, αποκλείεται.
-Και φταίνε οι άλλοι που δεν βλέπουνε τα ίδια όνειρα με εσάς;
-Τι αυθαίρετο συμπέρασμα είναι αυτό;
-Έκανα απλώς ακόμα μια ερώτηση. Δεν είστε υποχρεωμένος και να την απαντήσετε.
-Πάλι καλά.
-Αλήθεια, γιατί εκνευρίζεστε;
-Γιατί έχετε δίκιο.
-Αυτό είναι, λοιπόν; Δεν σας αρέσει που οι άλλοι δεν συμμερίζονται τα όνειρά σας, ακόμα και όταν τους μιλάτε για αυτά;
-Όχι οι άλλοι γενικώς.
-Κάποιος συγκεκριμένα.
-Εν προκειμένου, κάποια.
-Κάποια που της φωνάζετε στον ύπνο της;
-Κάποια με την οποία μοιραζόμασταν το ίδιο μαξιλάρι.
-Και που είναι τώρα αυτό το μαξιλάρι σας.
-Εκεί όπου το άφησα.
-Γιατί, λοιπόν, το αφήσατε;
-Γιατί κάποια στιγμή έπρεπε να διαλέξω: Ανάμεσα στον ύπνο δίχως όνειρα και στα όνειρα με ανοιχτά τα μάτια, επέλεξα το δεύτερο.
-Και έφταιγε το μαξιλάρι σας; Γιατί δεν το αλλάζατε;
-Δεν ήθελα. Καλύτερα να ξάπλωνα στο πάτωμα.
-Δεν σας βολεύει όμως.
-Όχι, δεν είναι αυτό. Άλλωστε, τώρα πια θα κοιμόμουν ακόμα και πάνω σε καρφιά.
-Δεν σας ταιριάζει τότε.
-Τι εννοείτε;
-Δεν σας αξίζει… Πώς να το πω; Εσείς για άλλα είσαστε φτιαγμένος.
-Φτιαγμένος;
-Προορισμένος. Ε; Καλύτερα έτσι;
-Φτιαγμένος, προορισμένος… από ποιον;
-Από αυτόν που σας ανάθεσε, ας πούμε, την αποστολή.
-Ποια αποστολή; Τι είναι αυτά που λέτε;
-Εσείς θα μου πείτε. Εσείς κηρύξατε τον πόλεμο. Εσείς χωρίσατε τον κόσμο σε στρατόπεδα. Εσείς είστε αυτός που θέσατε τους όρους. Μόνο ένα πράγμα δεν μπορέσατε ποτέ να υπολογίσετε.
-Το πόσο θα διαρκέσει.
-Η κακή σας σχέση με τον χρόνο.
-Οι κακές σχέσεις, γενικά.
-Μόνο κακές σχέσεις έχετε στο βιογραφικό σας;
-Όχι, βέβαια. Μα το τέλος πάντα είναι κακό.
-Το τέλος είναι μέρος αναπόσπαστο της κάθε σχέσης, της κάθε ιστορίας. Και της ζωής της ίδιας, άλλωστε. Εσείς, που ζείτε με ιστορίες, το ξέρετε αυτό καλύτερα. Αν το φοβάστε τόσο, ας μην τις ξεκινάτε καν, ούτε τις σχέσεις ούτε τις ιστορίες σας.
-Ούτε τη ζωή;
-Αυτό δεν είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, στο χέρι μας.
-Ναι, ξέρω. Κανένας δεν μας ρώτησε.
-Αν σας ρωτούσαν, δηλαδή, τι απάντηση θα δίνατε;
-Αν με είχανε ρωτήσει αν θα ήθελα να γεννηθώ;
-Ναι, ας πούμε, πως σας δινόταν αυτή η δυνατότητα.
-Η ερώτηση είναι ανεδαφική, όπως και ολόκληρη η υπόθεση που κάνετε. 
-Αυτό θα απαντούσατε;
-Όχι. Θα έλεγα, ας ζήσω.
-Κι ας ξέρατε από την αρχή πως δεν υπάρχει happy end σε αυτήν την ιστορία.
-Μα δεν μπορεί να λειτουργεί έτσι το ανθρώπινο μυαλό. Και έπειτα, δεν είναι μόνο το τέλος και η αρχή. Υπάρχει και η μέση.
-Την οποία και μπορείτε να ελέγχετε, όπως τουλάχιστον νομίζετε, ευκολότερα.
-Συγνώμη;
-Ενώ το τέλος και η αρχή βρίσκονται απολύτως εκτός του πολυπόθητου ελέγχου σας. Και ό,τι ξεφεύγει του ελέγχου είναι κακό και βλαβερό και μάταιο. Λοιπόν, τι λέτε; Πλησιάζουμε πραγματικά στη λύση του αινίγματος;
-Α, ώστε τελικά έχουμε να κάνουμε με αστυνομικό μυστήριο;
-Πιο πολύ με μυστικό θα έλεγα.
-Εγώ δεν έχω μυστικά. Είμαι διάφανος.
-Ναι, νομίζω πως το βλέπω.
-Τι βλέπετε και τι νομίζετε ακριβώς;
-Κοιτάζω μέσα από εσάς. Βλέπω τα μυστικά σας.
-Μπορείτε να μην μιλάτε με ρυθμό. Με κάνετε να νιώθω άβολα.
-Συγνώμη, μάλλον θα μου τον υποβάλατε;
-Ας είναι. Πείτε μου, όμως, τι είναι αυτό που βλέπετε;
-Δεν έχει αξία να το πω εγώ, αν πρώτα εσείς δεν μου το ονομάσετε.
-Να σας το ονομάσω; Να σας συστήσω θέλετε;
-Ας πούμε, κάπως έτσι.
-Μα εσείς ήδη φροντίσατε και του δώσατε όνομα. Μιλήσατε για έλεγχο. Τώρα, τι ακριβώς ζητάτε; Να επιβεβαιώσω τη διάγνωσή σας;
-Δεν έκανα καμιά διάγνωση. Μην με παρεξηγείτε. Εγώ απλώς σας έθεσα ένα απλό ερώτημα.
-Αν έχω θέμα με τον έλεγχο;
-Έχετε;
-Και ποιος δεν έχει; Πείτε μου.
-Αλήθεια, δεν σας ρώτησα ποτέ. Πιστεύετε;
-Σε τι εννοείται; Στο Θεό;
-Σε οτιδήποτε. Στο ανώτερο, ας πούμε.
-Όχι.
-Και είναι αυτό κάτι που σας ευχαριστεί;
-Παράξενη ερώτηση. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ευχαρίστησης. Πάντως, υπάρχουνε στιγμές που ίσως και να ήθελα σε κάτι να πιστεύω.
-Για να έχετε με κάποιον να μοιράζεστε το θέμα του ελέγχου; Θα θέλατε κάποιον Θεό συνέταιρο για να σας βοηθάει;
-Όπως το θέτετε, ναι, θα ήταν κάτι βολικό, αλλά και πάλι ο συλλογισμός σας τίθεται πέραν της λογικής μου.
-Μου είπατε ότι κοιμάστε πάντα ελαφρά. Ότι ποτέ κατά τη διάρκεια του ύπνου σας δεν έχετε πλήρη απώλεια συνείδησης.
-Δεν σας το είπα ακόμα. Νομίζω ότι προτρέχετε.
-Μπορεί να έριξα άθελα μου μια ματιά στο τέλος του βιβλίου, αλλά και πάλι συγχωρήστε με, είναι που ανησυχώ για εσάς. Που θέλω το καλό σας.
-Με συγκινείτε, ξέρετε. Έστω, ας πούμε ότι το είπα.
-Πόσο σας τρομάζει αλήθεια ο ύπνος ο βαθύς; Τόσο όσο και ο χωρισμός ή ο θάνατος ή ο χρόνος που περνάει;
-Τι ακριβώς συγκρίνουμε;
-Για να μην αναφέρω τις πτήσεις με αεροπλάνο.
-Ο μόνος έλεγχος που θα έπρεπε να σας απασχολεί μην χάσω ετούτη τη στιγμή είναι της ψυχραιμίας μου.
-Θυμώνετε; Χαίρομαι για αυτό. Ώστε ακόμα είστε ζωντανός. Βλέπετε, μπορείτε να επιβιώσετε σε μια συζήτηση, ακόμα και όταν δεν είστε εσείς αυτός που ελέγχει τα όρια της.
-Τι ακριβώς ελέγχετε εσείς κι εγώ δεν το κατάλαβα.
-Τίποτα. Ίσως τον χρόνο μόνο.
-Αυτό ήτανε; Τελειώσαμε;
-Θα θέλατε και άλλο;
-Το μόνο που θέλω είναι…
-Ξέρω, να κοιμηθείτε.
-Εσείς, αλήθεια, κοιμόσαστε καλά; Συγνώμη, δεν ξέρω αν επιτρέπεται εγώ να σας ρωτάω.
-Όχι, δεν επιτρέπεται. Σίγουρα, πάντως, από εσάς καλύτερα.
-Θα ήθελα να το δω αυτό.
-Συγνώμη, τι εννοείται;
-Τίποτα.
-Είστε αμετανόητος.
-Είμαι εξαντλημένος. Πού να με δείτε και ξεκούραστο.
-Εγώ δεν ξέρω αν θέλω να το δω αυτό, μα αλήθεια σας το εύχομαι.
-Δεν μου αρκούνε οι ευχές.
-Το ξέρω, το γνωρίζω.
-Ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα.
-Μα έχουμε ήδη προγραμματίσει το επόμενο μας ραντεβού.
-Δεν εννοώ ακριβώς αυτό.
-Μάλλον δεν καταλάβατε καλά. Σε λάθος άνθρωπο απευθύνεστε.
-Όχι, εσείς δεν καταλάβατε. Εγώ είμαι το λάθος.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

ημέρα έκτη

σκηνή πρώτη και μοναδική,
νύχτα και μέρα,
εσωτερικό και εξωτερικό (σπίτι, κόσμος)

Ο ήρωάς μας βρίσκει την πόρτα του σπιτιού του ανοιχτή. Την σπρώχνει και μπαίνει μέσα. Το διαμέρισμά φαίνεται να είναι άδειο. Κάποια σκόρπια, κατεστραμμένα αντικείμενα στο πάτωμα δείχνουν πως ίσως εγκαταλείφθηκε βιαστικά και βίαια. Προχωράει μέσα στα δωμάτια. Παντού η ίδια εικόνα εγκατάλειψης. Σε ένα δωμάτιο βρίσκει κάποια χαρτιά να είναι πεταμένα εδώ και εκεί. Σκύβει, σηκώνει ένα, το κοιτάζει. Ένα σχέδιο, αστείο και τρομακτικό: το κεφάλι μιας κούκλας να πετάγεται μέσα από ένα κουτί με ελατήριο. Από πάνω γράφει: «τι έγινε;». Το διπλώνει και το βάζει μέσα στην τσέπη του. Συνεχίζει. Ανοίγει μια άλλη πόρτα. Ένα δωμάτιο πολύ μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα. Αν και φαίνεται να είναι άδειο και αυτό, ο ήρωας φωνάζει:

ήρωας
Είναι κανείς εδώ;

κανείς
Όχι, κανένας. Φύγε!

Ο ήρωας μας βγαίνει από το μεγάλο δωμάτιο και συνεχίζει να περιπλανιέται μέσα στο σπίτι. Πατάει τους διακόπτες, αλλά τα φώτα δεν ανάβουνε. Συνεχίζει μέσα στο σκοτάδι. Ανοίγει μια άλλη πόρτα. Ένα δωμάτιο ημιφωτισμένο από το φως του δρόμου που έρχεται τρεμοσβήνοντας από το παράθυρο. Βρίσκει στο πάτωμα κάτι σκόρπια μαχαιροπίρουνα. Τα τακτοποιεί συμμετρικά, σαν να είναι πάνω σε τραπέζι. Πάνω στη σκόνη του δαπέδου σχεδιάζει τα όρια ενός φανταστικού τραπεζιού. Ξαπλώνει ανάσκελα ανάμεσα στα μαχαιροπίρουνα. Κλείνει τα μάτια. Χαμογελάει. Ακούγεται ένας ήχος σαν πόρτα που χτυπάει από το ρεύμα του αέρα και ύστερα, να σπάει ένα τζάμι. Ανοίγει τα μάτια. Σηκώνεται. Παίρνει μαζί του ένα μαχαίρι και βγαίνει και από αυτό το δωμάτιο. Προχωράει στο διάδρομο κρατώντας το μαχαίρι, ψηλά, μπροστά από το στήθος του. Φωνάζει πάλι.

ήρωας
Είναι κανείς εκεί;

κανείς
Είναι κάποιος εκεί, έξω, στο μπαλκόνι.

Ο ήρωας μας κατευθύνεται προς το βάθος του διαδρόμου. Ανοίγει την τελευταία πόρτα με δυσκολία, σαν να την σπρώχνει κάποιος από μέσα. Μπαίνει. Το δωμάτιο –άδειο και αυτό- φωτίζεται από το φως της μέρας. Στο βάθος του υπάρχει μία σπασμένη μπαλκονόπορτα. Έξω στο μπαλκόνι βρίσκεται μια γυναίκα που στέκεται με την πλάτη γυρισμένη προς τον ήρωα. Αυτός διασχίζει το δωμάτιο, με το χέρι-μαχαίρι του ψηλά, μπροστά στα μάτια του, σαν να τυφλώνεται από το φως που έρχεται από έξω. Τα βήματα του είναι αργά, σαν κάτι να τον εμποδίζει. Καρφώνει το μαχαίρι πάνω στο κούφωμα της μπαλκονόπορτας και βγαίνει έξω και αυτός.

ήρωας
Τι κάνεις; Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;

γυναίκα
Περίμενα να έρθεις, να μου χτυπήσεις το παράθυρο.
Βαρέθηκα να περιμένω, το έσπασα και βγήκα.

ήρωας
Μόνη σου είσαι; Που πήγαν όλοι οι άλλοι;

γυναίκα
Εγώ είμαι οι άλλοι. Δεν σου κάνω;

ήρωας
Γιατί δεν έφυγες κι εσύ;

γυναίκα
Γιατί εγώ σε πίστεψα. Το ήξερα πως θα ερχόσουν.

ήρωας
Το ήξερες, μα άργησα. Βαρέθηκες, μου είπες.

γυναίκα
Πάντα αργείς, αλλά εντάξει, τα κατάφερες.
Πες μου τι λέει το σχέδιο; Τι έχει παρακάτω;

ήρωας
Κουράστηκα. Νομίζω πως πρέπει πια να κοιμηθώ;

γυναίκα
Κι εγώ;

ήρωας
Κοιμήσου δίπλα μου κι εσύ.
Αφού το όνειρό μου σε χωρά, χωράς και στο κρεβάτι μου. 

γυναίκα
Κι αν λείπω, όταν ξυπνήσεις;

ήρωας
Γιατί να λείπεις; Αύριο πρέπει να ξυπνήσουμε νωρίς.
Ο πόλεμος τελείωσε. Πρέπει να φτιάξουμε από την αρχή ολόκληρο τον κόσμο.

γυναίκα
Έτσι, νομίζεις, φτιάχνονται στον κόσμο αυτόν οι κόσμοι;

ήρωας
Όχι, πρέπει κάποιος να βρεθεί να πει την πρώτη λέξη.

γυναίκα
Τι περιμένεις; Πες την!

ήρωας
Περίμενε πρώτα να κοιμηθώ. Κι αύριο μέρα είναι.

Η γυναίκα κάθεται πάνω στο περβάζι, μετά περνάει από έξω τα πόδια της και κρατώντας τα κάγκελα κρέμεται στο κενό. Χαμογελάει, ενώ ο ήρωας απλώνει τα χέρια του για να πιάσει το δικά της. 

γυναίκα
Πες την, αλλιώς βουτάω. Αλήθεια λέω, δεν αστειεύομαι.
Πες την! Ακόμα προλαβαίνεις…

Ο ήρωας κρατάει ακόμα τα χέρια της γυναίκας, αλλά παραμένει σιωπηλός. Τα χείλη του ανοιγοκλείνουν, αλλά δεν βγαίνει ήχος. Το κενό από κάτω από την γυναίκα ανοίγει διάπλατα το στόμα του.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

ημέρα πέμπτη

Μία ή ώρα και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά, τη σκάλα αυτήν την είχα ανέβει και κατέβει τόσες αμέτρητες φορές, και άλλες τόσες μετρημένες πάνω στα κόκκαλα, στους μυς, την είχα σκαρφαλώσει κι ύστερα πάλι γκρεμιστεί, τόσες, που τελικά την είχα αποστηθίσει, που ήξερα από έξω και τα δεκαοκτώ τα σκαλοπάτια της, που είχα για το καθένα από αυτά να πω και μία ιστορία, μία ιστορία ακριβώς και μία η ώρα που άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά, σε κάθε σκαλοπάτι ξόδεψα μισή περίπου ώρα και όταν πια έφτασα ψηλά, στην κορυφή, έξω από την πόρτα μου, η ώρα ήταν 10, όχι, δεν τα κατάφερα, έφτασα αργά, πολύ αργά θανάσιμα, στην ώρα μου δεν ήμουν, δεν μπόρεσα να φαγωθώ στο μεσημεριανό τραπέζι, μα το τραπέζι αυτό δεν στρώθηκε ποτέ και μεσημέρι, άλλωστε, η μέρα αυτή δεν είχε, αφού, όσο εγώ κοιμόμουνα, από τη νύχτα ακόμα, και γύρω από το κρεβάτι μου ο πόλεμος ξεσπούσε, όλοι εκείνου του σπιτιού οι παλαιοί του ένοικοι, φαντάσματα και ζωντανοί, άγιοι και φονιάδες, φρόντισαν να το εγκαταλείψουνε, φύγανε μακριά του, φεύγοντας, μες στον πανικό, ξεχάσανε, όπως έπρεπε, να πάρουνε μαζί τους, όπως σε αυτές τις περιπτώσεις συνηθίζεται, μονάχα τα απαραίτητα, όπως στα άλλα σπίτια οι άνθρωποι, στον κόσμο όπως συμβαίνει, κι αντί αυτών που έπρεπε, ξεσήκωσαν τα πάντα, έπιπλα, σκεύη, συσκευές, δώρα, βιβλία, ρούχα, φωτογραφίες, ενοχές, συμβιβασμούς και ψέματα, πίσω τους τίποτα δεν άφησαν, εκτός από τους τοίχους, και αν μπορούσανε κι αυτούς, σίγουρα, θα τους στριμώχνανε εκεί, μες στις αποσκευές τους, μα τους αφήσαν πίσω τους, να οριοθετούνε το κενό, να παριστάνουν το άσυλο, να παίζουνε το σπίτι, και το τραπέζι, όπου βιαζόμουν τόσο να σερβιριστώ, μολών λάβετε φάγετε, είχε κι αυτό εξαφανιστεί, το είχαν μετακομίσει, δεν μπόρεσα να φαγωθώ στο μεσημεριανό τραπέζι, και μεσημέρι, άλλωστε, η μέρα αυτή δεν είχε, μα έφαγα τα νιάτα στη σκάλα, στα δεκαοκτώ, στα συναπτά, στο ένα πάνω στο άλλο, μέχρι να φτάσω εκεί ψηλά, έξω από την πόρτα, σε κάθε σκαλοπάτι ξόδεψα μισή περίπου ώρα –υπολογίστε εσείς, που ξέρετε, πόσο μού πήρε χρόνο- την σκάλα αυτήν την είχα ανέβει και κατέβει τόσες αμέτρητες φορές, που τελικά την είχα αποστηθίσει, και άλλες τόσες μετρημένες πάνω στα κόκκαλα, στους μυς, την είχα σκαρφαλώσει κι ύστερα πάλι γκρεμιστεί, που με αποστήθισε αυτή, με ήξερε από έξω, το κάθε σκαλοπάτι της είχε να πει για μένα, μια ιστορία όπου εγώ, μια ιστορία εμένα, οι ιστορίες μου αυτές ζωντάνευαν σε κάθε βήμα, κίνηση, σε κάθε προς τον ουρανό φαιδρό, γελοίο άλμα, αναγεννιόνταν, βρικολάκιαζαν, αυτές, λέει, ξυπνούσαν, εγώ όμως δεν κοιμόμουνα, έπαιρναν σάρκα και οστά, έφτιαχναν τοίχο, φράγμα, με εμπόδιζαν να πάω μπροστά, με σπρώχνανε πιο μέσα, είχα μπροστά μου δεκαοκτώ σκαλιά που έπρεπε να ανέβω, δεκαοκτώ ημιτελείς δικές μου ιστορίες, που έπρεπε να τις ξαναδώ, να δώσω σε όλες τέλος, φύλακες δράκοι του σπιτιού, δεκαοκτώ δαιμόνια, που έπρεπε οριστικά να τα εξολοθρεύσω, να εξοντώσω, να ξαναγράψω, να προγράψω, να αντιγράψω, να διαγράψω τελικά της ίδιας, της δικιάς μου, της προσωπικής ενηλικίωσης όλες τις ιστορίες, να ανεβώ με κάθε κόστος ολόκληρη τη σκάλα αυτή, να πάω ακόμα πιο ψηλά, μέχρι εκεί το τέρμα, να επιστρέψω στην αρχή,
να βρω την πρώτη λέξη,
ανάποδα,
μετράω,
δέκατο όγδοο σκαλί, ο ποδηλάτης χάνει το δρόμο για το σπίτι του και τριγυρνά εις το διηνεκές σε άλλες διαστάσεις,
δέκατο έβδομο σκαλί, στους επίγειους βασιλείς, άλλοι παρίστανται άοπλοι και γυμνοί, άλλοι με ράβδους, άλλοι με ασπίδες και άλλοι με ξίφη, είναι δε μεγάλη και ασύγκριτη η διαφορά ανάμεσα στους πρώτους και στους τελευταίους, διότι οι πρώτοι είναι συνήθως συγγενείς και οικειακοί του βασιλέως και αυτά μεν συμβαίνουν σε αυτούς,
σκαλί δέκατο έκτο, ένα ζευγάρι Ιταλών ξυπνάει τον γιο τους με βρισιές, αυτός ό,τι ακούει το ζωγραφίζει στο χαρτί,
σκαλί δέκατο πέμπτο, ο άγρυπνος οφθαλμός εξήγνισε τον νου, ενώ ο πολύς ύπνος επώρωσε την ψυχή,
σκαλί δέκατο τέταρτο, ένας φίλος παιδικός δέχεται να δώσει τα παπούτσια του με αντάλλαγμα μια μικρή βοήθεια για να αυτοκτονήσει,
σκαλί δέκατο τρίτο, η αγρυπνία είναι θραύσις της σαρκικής πυρώσεως, λύτρωσις από τους μολυσμούς των ενυπνιασμών, δακρύβρεκτος οφθαλμός, απαλή καρδία, προφύλαξις από τους λογισμούς, χωνευτήριο των φαγητών, δαμαστήριο των παθών, κολαστήριο της γλώσσης, φυγαδευτήριο των αισχρών φαντασιών,
δωδέκατο σκαλί, στην είσοδο ενός σπιτιού φυτρώνει ένα στεφάνι, οι ένοικοι εξαφανίζονται, τα άνθη εκδικούνται,
ενδέκατο σκαλί, ο άγρυπνος είναι αλιεύς των λογισμών, ικανός να τους αντιλαμβάνεται και να τους συλλαμβάνη με ευχέρεια μέσα στην νυκτερινή γαλήνη, ο φιλόθεος, όταν σημαίνη η σάλπιγγα της προσευχής, αναφωνεί: «εύγε! εύγε!», ενώ ο ράθυμος οδύρεται: «αλλοίμονο! αλλοίμονο!»,
δέκατο σκαλοπάτι, δυο έφηβοι κάνουν έρωτα, είναι η πρώτη τους φορά, πάνω σε μια αερογέφυρα με θέα τα σκουριασμένα τραίνα,
ένατο, ο πολύς ύπνος είναι σύζυγος άδικος, πού αφαρπάζει το ήμισυ ή και περισσότερο ακόμη από την ζωή του ραθύμου,
όγδοο, ένα αγόρι κλέβει ένα αυτοκίνητο, δεν καταφέρνει να πάει μακριά, δεν ξέρει πώς να το οδηγήσει, το συλλαμβάνουνε οι γείτονες,
έβδομο, στους αρχαρίους αυτός είναι ο πρώτος πόλεμος πού αντιμετωπίζουν, με τον σκοπό να τους κάνη εξ αρχής ραθύμους ή να προετοιμάση τον δρόμο για τον δαίμονα της πορνείας,
έκτο, ένα άγαλμα από χαλκό στοιχειώνει μια πλατεία, μια ερώτησή του ακόμα παραμένει αναπάντητη, σαν σύνθημα στο βάθρο,
πέμπτο, ο σκύλος είναι εχθρός των λαγών, ομοίως και ο δαίμων της κενοδοξίας είναι εχθρός του ύπνου,
τέταρτο, ένα κορίτσι, με φίδια κόκκινα μαλλιά, θυσιάζεται για να μπορέσει κάποιος να δει τι βρίσκεται απέναντι,
τρίτο, περίμενε και πρόσεχε και θα ιδής μετά από την προσευχή στίφη δαιμόνων, οι οποίοι επειδή πολεμήθηκαν εκ μέρους μας προσπαθούν να μας τραυματίσουν με τις απρεπείς φαντασίες,
δεύτερο, ο ήρωας ξυπνάει μέσα σε ένα παιδικό δωμάτιο, τα όνειρά του σπέρνουνε τρόμο εύλογο και γέλια έως δακρύων,
πρώτο, εδέχθηκε φως στην καρδιά του,
φτάνω μπροστά στην πόρτα,
η πόρτα είναι ανοιχτή,
«αγόρι είναι, όλα πήγανε καλά, σας μοιάζει, να σας ζήσει!».

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

circa diem

Ένας σαραντάχρονος Βρετανός κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, αγρύπνιας, τώρα εσύ κοιμάσαι κι εγώ κάθομαι στο πάτωμα και σου γράφω, μένοντας άυπνος σε ένα μπαρ για έντεκα ολόκληρα ημερόνυχτα. Έχω λίγη ταραχή και προσπαθώ να είμαι ήσυχος, για να μην ξυπνήσω και εσένα.
Arousal disorders.
Ο Τόνι Ράιτ, κάτοικος του Πενζάνς της Κορνουάλης, νομίζω πως ήταν λάθος αυτό το ταξίδι, δεν μετανιώνω, φυσικά, που σε έφερα εδώ, καμία σχέση, χαίρομαι στ’ αλήθεια, κατάφερε να σπάσει το Ρεκόρ Guinness που έθεσε στις ΗΠΑ το 1964 ο Ράντι Γκάρνερ, μένοντας ξύπνιος για 264 ώρες, απλώς νιώθω τόσο πολύ λάθος την παρουσία μου μέσα σε αυτό το δωμάτιο, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, που δεν ξέρω τι να κάνω και πώς να με διαχειριστώ. Δεν ξέρω πού να με βάλω. Σκέφτηκα να βγω μια βόλτα.
Αλλά.
Θα.
Κάνω.
Τόσο.
Θόρυβο.
Φεύγοντας και γυρνώντας που φοβάμαι πως θα με ακούσεις. Το Βιβλίο των Ρεκόρ Guinness αργότερα απέσυρε την κατηγορία της στέρησης ύπνου, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, λόγω ανησυχιών για την υγεία των υποψήφιων ρέκορντμαν.
Anterograde amnesia.
Ο Ράιτ αντιστάθηκε στην υπνηλία πίνοντας τσάι, τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα, παίζοντας μπιλιάρδο και γράφοντας στο ημερολόγιό του, αναφέρει την Παρασκευή το BBC. Νομίζω πως μοιραία και αναπόφευκτα δεν θα τα ξαναπούμε. Το δυσκολότερο από όλα, δήλωνε ο ίδιος, ή αν τα ξαναπούμε, θα είναι τόσο παρωδία του παρελθόντος, που σοβαρά, δεν θέλω να το ζήσω, ήταν να παραμείνει συνεχώς σε ένα μέρος -το μπαρ Studio, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, της Πενζάνς- για να μην κατηγορηθεί ότι κοιμόταν αλλού κρυφά. Μια διαδικτυακή κάμερα και τηλεόραση κλειστού κυκλώματος, καλύτερα ας μου μείνει σαν τελευταία ανάμνηση η ήρεμη αναπνοή σου, τον παρακολουθούσαν όλο το 24ωρο.
Τώρα.
Που.
Κοιμάσαι.
Τόσο.
Πολύ.
Κοντά.
Μου.
Η προσπάθειά του, πάντως, δεν έμεινε χωρίς παρενέργειες. Ανά διαστήματα η ομιλία του γινόταν ακατάληπτη, κάποτε θα καταλάβεις ίσως ποιος είμαι, έβλεπε κουκκίδες να χορεύουν, μέσα σε αυτόν τον κόσμο στην οθόνη του, κάποτε θα καταφέρω να γυρίσω τον χρόνο πίσω, και τα χρώματα του φαίνονταν αφύσικα έντονα. Αν και εγώ πια νιώθω πως σε γνωρίζω από πάντα.
Dysomnia.
Θυμήσου! Μην φοβηθείς – θυμήσου!
Parasomnia.
Μάλλον η τύχη τα έφερε να αποχαιρετιστούμε, κατά κάποιον τρόπο, εδώ όπου γνωριστήκαμε. Ο Ράιτ τρεφόταν μόνο με ωμά τρόφιμα –φρούτα, αν και εγώ πια νιώθω πως σε γνωρίζω από πάντα, σαλάτες, ακόμα και όταν οι σάρκες μας θα έχουν γίνει χώμα, σπόρους και ξηρούς καρπούς- μια «δίαιτα της Λίθινης Εποχής», που επιτρέπει σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, και σκόνη τα κόκκαλά μας, να ξεκουράζονται ενώ άλλες λειτουργούν σε κατάσταση εγρήγορσης. Θα υπάρχουμε μέσα σε ιστορίες που θα τις διαβάζουν.
Άνθρωποι.
Που.
Δεν.
Έχουν.
Γεννηθεί.
Ακόμα.
Ο ισχυρισμός, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τους επιστήμονες. 
Όνειρα γλυκά, μωρό μου.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

ο πλωτάρχης

-Γιατί είμαστε σε πλοίο;
-Τι ερώτηση είναι αυτή; Δεν είναι προφανές; Γιατί τα έχεις κάνει θάλασσα.
-Και το πλοίο αυτό, γιατί είναι πολεμικό;
-Μα αφού βρισκόμαστε σε πόλεμο.
-Βρισκόμαστε; Νόμιζα πως ο πόλεμος αυτός είναι μόνο δικός μου.
-Ήτανε στην αρχή. Μα ευτυχώς ή δυστυχώς, στο μεταξύ, έμπλεξε κι άλλος κόσμος.
-Γιατί φοράς στολή;
-Γιατί είμαι αξιωματικός.
-Αλήθεια; Δεν το ήξερα.
-Δεν πρόσεξες ποτέ το ταμπελάκι, επάνω στο γραφείο μου;
-Ναι, νομίζω τώρα που το λες, κάτι ίσως θυμάμαι.
-Κάτι; Εσύ δεν είσαι που δεν ξεχνάς ποτέ σου τίποτα;
-Θυμάμαι όλα όσα εξυπηρετούν μονάχα την αφήγηση.
-Και δεν την εξυπηρετεί ολόκληρος πλωτάρχης;
-Μα ήμασταν, υποτίθεται, καταμεσής στον κάμπο. Τι γυρεύει ένας πλωτάρχης σε αυτήν εδώ τη Λάρισα;
-Είπαμε, κάμπος πριν τον πόλεμο. Τώρα τα έχεις κάνει όλα θάλασσα.
-Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ.
-Γιατί; Για να εξυπηρετήσει κι ο ύπνος την αφήγηση;
-Για να μπορέσει να υπάρξει στην αφήγηση συνέχεια.
-Και η δική σου η συνέχεια;
-Εγώ είμαι η αφήγηση.
-Πόσες μέρες έχεις να κοιμηθείς;
-Ξύπνησα το πρωί του Σαββάτου μέσα σε ένα παιδικό δωμάτιο.
-Σήμερα είναι Πέμπτη.
-Αλήθεια; Πώς περνούν οι μέρες! Ούτε που το κατάλαβα.
-Είσαι έξι μέρες άγρυπνος. Πρέπει κάπως να το διορθώσουμε αυτό.
-Μαζί θα το διορθώσουμε;
-Εσύ είσαι αυτός που ζήτησε ιατρική βοήθεια.
-Ναι, αλλά γιατί από στρατιωτικό γιατρό; Από όσο μπορώ να ξέρω, έχω τακτοποιήσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις μου.
-Κάποιες θητείες δεν τελειώνουνε ποτέ.
-Ώστε αυτό είναι λοιπόν; Πρέπει να δω το εξαήμερο αυτό ως μέρος κάποιας ασκήσεως ετοιμότητας;
-Όλη η ζωή είναι μια άσκηση ετοιμότητας.
-Ναι, ε; Και για ποιο πράγμα ακριβώς ετοιμαζόμαστε;
-Μα για τον θάνατο. Τι άλλο; Για τον μεγάλο ύπνο.
-Ας μην μιλάμε καλύτερα για ύπνο. Και εξάλλου, δεν νομίζω να είναι το μέγεθος που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στους ύπνους σας.
-Όχι, είναι τα όνειρα.
-Για τον ύπνο χωρίς όνειρα, λοιπόν.
-Ας είμαστε επιφυλακτικοί. Δεν έχουμε επαρκή στοιχεία ότι οι νεκροί δεν ονειρεύονται.
-Μα ακόμα και να ονειρεύονται, δεν έχει νόημα αυτό. Αφού δεν πρόκειται να ξυπνήσουνε ποτέ για να τα πραγματοποιήσουν.
-Και είναι η πραγματοποίηση που δίνει νόημα στα όνειρα;
-Έστω η ελπίδα για αυτήν.
-Εσύ ελπίζεις όταν ονειρεύεσαι;
-Όχι, δυσκολεύομαι, ακόμα και στον ύπνο μου, να κάνω δύο πράγματα ταυτόχρονα.
-Απάντησέ μου σοβαρά!
-Κοίτα, όταν κοιμάμαι σπανίως χάνω πλήρως την συνείδησή μου. Κοιμάμαι και ταυτόχρονα σχεδιάζω, σκέφτομαι, υπολογίζω, κάνω γενικά διάφορα.
-Κοιμάσαι μάλλον ελαφρά.
-Νομίζω πως είναι το μόνο πράγμα που κάνω ελαφρά.
-Και κάπως έτσι από την πολύ απώλεια βάρους πέρασε ο ύπνος σου στην πλήρη εξαύλωση.
-Εξαύλωση; Λάθος όρο χρησιμοποιείς. Τι δουλειά έχει η ύλη με όλα αυτά; Είσαι και επιστήμονας.
-Το είπα για να σε δοκιμάσω.
-Με θεωρείς κατάλληλο πεδίο δοκιμών, έτσι όπως είμαι τώρα;
-Μια χαρά είσαι. Σταμάτα να γκρινιάζεις!
-Κοίμισέ με εσύ και σου υπόσχομαι να μην ξαναγκρινιάξω.
-Αυτό είναι το μόνο εύκολο.
-Το δύσκολο ποιο είναι;
-Το πώς ξυπνάς μετά.
-Άσε το αυτό σε μένα.
-Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα. Και έπειτα, ξέρεις, θέλω να σε ξεφορτωθώ. Δεν θέλω πάλι να έρχεσαι μετά, να μου παραπονιέσαι.
-Και τι θέλεις να κάνω;
-Θέλω να ασχοληθείς λιγάκι με τα αίτια.
-Ποια αίτια;
-Με το πώς φτάσαμε ως εδώ. Τα αίτια του πολέμου.
-Α, μάλιστα.
-Λοιπόν, θέλεις να ακούσεις πώς το βλέπω εγώ;
-Ακούω ναύαρχε μου!
-Μην με προβιβάζεις και μην βιάζεσαι. Ακόμα δεν κερδίσαμε τον πόλεμο.
-Καλώς. Έστω. Ακούω.
-Λοιπόν, η άποψή μου είναι ότι αυτός ήταν ο πρώτος αντιιμπεριαλιστικός πόλεμος σε όλην την ιστορία.
-Τι εννοείς;
-Ότι για πρώτη φορά κηρύχθηκε ένας πόλεμος όχι για να κατακτηθούν εδάφη και να υποταχθεί κάποιος εχθρός, αλλά το αντίθετο, για να τεθεί υπό κατοχή και υποταγή εκείνος που τον κήρυξε.
-Τι ανοησία!
-Καιρός να αναθεωρήσεις τον τρόπο που κοιτάς τα πράγματα και κυρίως τον τρόπο που βλέπεις τον εαυτό σου.
-Τον εαυτό μου; Μα δεν κάνω και τίποτα άλλο. Αυτό είναι το θέμα μου.
-Τον τρόπο είπα να αναθεωρήσεις και όχι την συχνότητα.
-Δεν σε καταλαβαίνω.
-Να σε ρωτήσω κάτι τότε πιο σαφές: Πες μου, σε ποιον ανήκεις;
-Ξέρω και εγώ; Στη Δύση, στον Θεό, στην ανθρωπότητα, στο γυναικείο φύλο…
-Σε σένα καθόλου ή ούτε καν;
-Μα αυτό, νομίζω, εννοείται.
-Δεν εννοείται τίποτα.
-Ανήκω και σε μένα.
-Το μόνο που σου ανήκει είσαι εσύ. Σε έχασες και έχασες τα πάντα.
-Ναι, αλλά κέρδισα μια ωραία ιστορία.
-Την οποία λίγο ακόμα και δεν θα είσαι εκεί για να την πεις ούτε να την ακούσεις.
-Θα την διαβάσουν οι άλλοι.
-Ναι, μπράβο! Μπορεί να χάσαμε τον πόλεμο αλλά κερδίσαμε έναν ήρωα, παράδειγμα προς μίμηση και προς αποφυγή ταυτόχρονα. Να ζήσουμε να σε θυμόμαστε.
-Όχι, περίμενε! Ακόμα είμαι ζωντανός.
-Αλήθεια; Δεν σου φαίνεται.
-Γιατί θα πρέπει και να μου φανεί; Δεν φτάνει που το λέω. Γιατί πρέπει να με ενδιαφέρει τόσο πολύ το αποτέλεσμα;
-Γιατί πολύ απλά όλοι οι πόλεμοι κάποια στιγμή τελειώνουν.