Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

ημέρα τέταρτη

Δύο στενά κάτω από το σπίτι μου υπάρχει μια πλατεία. Στη μέση της πλατείας αυτής υπήρχε κάποτε ένα άγαλμα. Το άγαλμα αυτό μιλούσε. Αυτά που έλεγε συνήθως ήταν λόγια ενοχλητικά. Κυρίως έκανε ερωτήσεις. Κάθε φορά που είχα να επιστρέψω σπίτι μου και αφού ο μονόδρομος της επιστροφής περνούσε από την πλατεία αναγκαστικά, έπρεπε να βρεθώ αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις του αγάλματος και μόνο αφού έδινα τις απαντήσεις τις σωστές, μού δινότανε από την πλατεία η άδεια να συνεχίσω και να φτάσω τελικά ως τον προορισμό μου. Την μέρα εκείνη, όμως, ήμουν βιαστικός. Η ώρα είχε περάσει. Είχε μεσημεριάσει πια και εγώ ακόμα δεν ήμουνα στη θέση μου. Η θέση μου ήταν εκεί, στο μεσημεριανό τραπέζι. Δεν πεινούσα. Είχα ξεχάσει πια η πείνα τι σημαίνει. Έπρεπε να ήμουνα εκεί, στην ώρα μου, γιατί το γεύμα ήμουνα εγώ. Μόνο αν τρωγόμουνα ζεστός, υπήρχε ελπίδα να κερδίσω αυτόν τον πόλεμο. Μόνο αν κέρδιζα τον πόλεμο, θα επέστρεφα στον ύπνο. Μόνο αν κοιμόμουνα ξανά, θα έσπαγε εκείνη η κατάρα. Μόνο αν ξυπνούσα ξανά, από την αρχή, θα συνεχιζόταν η ζωή, θα προχωρούσε ο κόσμος. Έφτασα στην πλατεία. Δεν σταμάτησα. Συνέχισα να ποδηλατώ, χωρίς να μειώσω ούτε στιγμή ταχύτητα, χωρίς να στρέψω το κεφάλι προς το άγαλμα, χωρίς να χάσω οπτική επαφή με τον προορισμό μου. «Που πας;» ακούστηκε η χάλκινη φωνή. Στο σπίτι μου. Εκεί που πάω πάντα. «Σταμάτα. Έλα πιο κοντά. Έχω να σε ρωτήσω.» Δεν είχα την διάθεση να υπακούσω. Ήταν και που βιαζόμουνα. Αλλά το ποδήλατο φάνηκε να το φοβίζει η φωνή και τρομοκρατημένο έβγαλε μόνο του την αλυσίδα από τη θέση του και ακινητοποιήθηκε. «Έλα, σου λέω. Γιατί βιάζεσαι; Πάντα το σπίτι θα είναι εκεί. Δεν φεύγει, μην φοβάσαι.» Τι θέλεις; Πες μου, ρώτα με! Μα κάνε λίγο γρήγορα. Ο χρόνος τελειώνει. «Ρώτησα ήδη. Γιατί βιάζεσαι;» Γιατί με περιμένουν. «Κανείς δεν μένει πια στο σπίτι σου. Δεν μου αρέσει η απάντηση αυτή. Ψάξε και βρες καλύτερη και τότε σε αφήνω.» Γιατί η θέση μου είναι εκεί. Δεν έπρεπε να φύγω. «Η θέση σου είναι εκεί όπου βρίσκεσαι. Πάει μαζί σου πάντα.» Γιατί έχω μιαν αποστολή. Γιατί έχουμε πόλεμο. Γιατί δεν θέλω να τον χάσω. «Αν δεν τον ήθελες τον πόλεμο, ας μην τον ξεκινούσες. Μην σταματάς, ξαναδοκίμασε. Στο τέλος θα το βρούμε.» Γιατί όταν έφυγα από εδώ, άφησα κάτι πίσω μου. Ξέχασα να το πάρω. «Κάπως τώρα καλύτερα. Και τι ήταν, άραγε, αυτό;» Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι. «Και τότε πώς θα ψάξεις να το βρεις;» Θα μου το πει το σπίτι. «Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» Δεν είμαι, αλλά δεν μπορώ και να τα παρατήσω. Έκανα αρκετό κακό, μέχρι να φτάσω ως εδώ. Κρίμα να πάει χαμένο. «Ξέρεις τι σε περιμένει εκεί; Έχεις καθόλου ιδέα; Αυτό που ως τώρα ονόμαζες κακό ήτανε γλέντι, παιδική χαρά. Το αληθινό το μακελειό τώρα θα ξεκινήσει.» Τι θες να κάνω; Να φύγω; Να λιποτακτήσω; Να κρυφτώ; Να μην το πολεμήσω; «Εγώ είμαι το άγαλμα. Εγώ ρωτώ, εσύ απαντάς. Έτσι πάντοτε πάει.» Αναρωτιέμαι, δεν ρωτώ. «Κατάστρεψέ με, τώρα!» Τι θες να πεις; Τι εννοείς; Δεν σε καταλαβαίνω. «Διάλυσέ με. Λιώσε με κι από το μέταλλό μου, φτιάξε μια πανοπλία. Μην πας έτσι αφύλακτος. Σου λέω, θα σε φάνε.» Μα αυτός δεν είναι ο σκοπός; «Στο διάολο να πάει ο σκοπός! Το θέμα είναι να ζήσεις!» Η φωτιά που με είχε ακολουθήσει τόσο υπάκουα από την ώρα που είχα ανέβει πάνω στο ποδήλατο, έφτανε πια στην πλατεία και ήδη την περικύκλωνε. Αν και είχε κάνει παρανάλωμα σχεδόν ολόκληρη την πόλη, και πάλι δεν ήμουν σίγουρος αν θα ήταν η ισχύς της αρκετή για να αποσυνθέσει τον χάλκινο μου φίλο. Έλα από εδώ, της φώναξα και ύστερα, για της δείξω τι έπρεπε να κάνει ακριβώς, βούτηξα μέσα τα μανίκια μου, λαμπάδιασα μαζί της και εγώ και έτσι όμορφα φλεγόμενος έτρεξα και αγκάλιασα το άγαλμα. Καήκαμε παρέα. Θα αναρωτιέστε τώρα πόσο επώδυνο ήταν, άραγε, αυτό κι εγώ θα σας θυμίσω πως ο καμένος δεν φοβάται τη φωτιά. Και αν δεν σας φτάνει αυτή μου η απάντηση, διαβάστε παρακάτω. Ο πόλεμος αυτός έχει ακόμα δρόμο. Η πυρκαγιά φαίνεται πως βρήκε σε μας τους δυο τροφή ικανή να φάει και να χορτάσει. Και κάπου εκεί περιορίστηκε, αφήνοντας το σπίτι μου –δυο στενά απείχε μόλις από εκεί- εκτός βεληνεκούς της. Βγαίνοντας μέσα από τους καπνούς, έψαξα πάλι για να βρω μέσα στις τσέπες της πανοπλίας τώρα πια εκείνο το τηλέφωνο μου. Λειτουργούσε ακόμα ευτυχώς και στη οθόνη του έλεγε ώρα μία. Είχα αργήσει αρκετά, μα υπήρχε λόγος σοβαρός. Θα με έβλεπε το σπίτι, έτσι με την καινούρια μου στολή, και σίγουρα θα καταλάβαινε. Θα με δικαιολογούσε. Κοίταξα το τηλέφωνο ξανά. Το κίτρινο χαρτάκι είχε γίνει στάχτη φυσικά, μα η συσκευή θυμότανε το νούμερο. Το πήρα. Χαίρετε! Είσαστε καλά; Συγνώμη, μήπως ενοχλώ; Είναι και μεσημέρι. «Όχι, κάνατε καλά που πήρατε. Και ότι σας σκεφτόμουν.» Εμένα; Τι ακριβώς σκεφτόσασταν; «Έλεγα, τι να κάνει αυτή η ψυχή; Είχαμε την κουβέντα σας.» Είχατε; Με ποιον; «Έχω μια φίλη σας εδώ. Σας στέλνει τα φιλιά της.» Την ώρα εκείνη, κι ενώ είχα φτάσει πια έξω από την πόρτα του σπιτιού, μου φάνηκε πως άκουγα του αγνώστου τη γνώριμη φωνή πιο καθαρά από ποτέ. Σαν να βρισκόταν δίπλα μου. Σαν να ήτανε μπροστά μου. Ποια φίλη; Που είναι το εδώ; Τι είδους φιλιά είναι αυτά; «Εδώ είμαστε. Στο σπίτι σας. Μες στο δωμάτιο σας. Πάνω στην ώρα φτάνετε. Να περιμένω να ανεβείτε τα σκαλιά ή να αρχίσω να την τρώω μόνος μου. Ξέρετε, έχω ξυπνήσει κι εγώ από νωρίς. Πείνασα τόσες ώρες.» Έκλεισα το τηλέφωνο. Το πάτησα. Το έσπασα. Το έκανα κομμάτια. Έσκαψα μες στα παρτέρια της αυλής. Το έθαψα. Το κήδεψα. Δεν χρειαζόταν άλλο. Κάθε προσπάθεια επικοινωνίας ήτανε πλέον περιττή. Τα λόγια εδώ δεν έπιαναν. Το σπίτι αυτό είχε χτιστεί από την αρχή εκτός κάθε δικτύου. Τα λόγια είχαν χάσει την αξία τους. Ήτανε ώρα τώρα πια τα όπλα να μιλήσουν.

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

ημέρα τρίτη

Από το ποτάμι και μετά κανονικά τα πράγματα θα έπρεπε να ήτανε πιο εύκολα. Εμπόδια, προφανή τουλάχιστον, στο υπόλοιπο εκείνης της διαδρομής συνήθως δεν υπήρχαν. Άφησα το πλήθος πίσω μου και άρχισα να περπατώ σε έναν δρόμο που ήταν τόσο έρημος και σιωπηλός που άκουγα όχι μονάχα τα βήματά μου, αλλά και το ταμπούρλο της καρδιάς, ακόμα και τα γρανάζια μέσα στο κεφάλι μου. Η ησυχία αυτή δεν άργησε πολύ να με ενοχλεί και να με αναστατώνει. Βρήκα κάπου ένα ντενεκεδάκι και άρχισα να το κλωτσώ, μήπως και βρω στο θόρυβο το σύμμαχο που μου έλειπε σε αυτόν τον πόλεμο. Θα πρέπει, νομίζω, κλωτσώντας το να το μετέφερα μακριά, κάπου ένα χιλιόμετρο. Κάποια στιγμή το θύμα μου δεν άντεξε και άρχισε να διαμαρτύρεται. Το ξεφορτώθηκα μέσα σε έναν κάδο και συνέχισα. Είχα ήδη προβληματιστεί πολύ που τόσην ώρα δεν είχα συναντήσει ούτε έναν άνθρωπο στο δρόμο μου. Τι είδους γενοκτονία ήταν, άραγε, αυτή που είχε συντελεστεί όσο εγώ κοιμόμουν; Σκέφτηκα πως ίσως και να κρύβονταν όλοι μέσα στα σπιτάκια τους και τότε άρχισα να τους βαράω τις πόρτες. Που είστε; Που κρυβόσαστε; Γιατί δεν βγαίνετε όλοι στα παράθυρα να δείτε που περνάω; Πότε θα έχετε ξανά την ευκαιρία να απολαύσετε τέτοιο σπουδαίο θέαμα; Δεν πήρα ούτε μια απάντηση. Θύμωσα και άρχισα τότε τις πόρτες να γκρεμίζω. Μπήκα σε ένα σπίτι, που είχε ένα στεφάνι κρεμασμένο πάνω από την είσοδο. Βρήκα στρωμένο το τραπέζι, μα έλειπαν οι άνθρωποι. Οι κάμαρές τους βρωμούσαν ύπνο και όνειρα φιλήσυχα. Οργίστηκα. Τους έβαλα φωτιά. Βγήκα ξανά έξω στο δρόμο τρέχοντας. Φόρεσα το στεφάνι στο κεφάλι μου και συνέχισα να περπατώ, ενώ οι φλόγες πίσω μου αγκάλιαζαν τη γειτονιά και σύντομα θα έκαναν στάχτη ολόκληρη την πόλη. Το ξέρω, πρέπει να ήμουν ένα γελοίο θέαμα. Σύντομα το κατάλαβα, όταν άκουσα γέλια. Δυο ποδηλάτες είχαν σταθεί πλάι στο δρόμο και διασκέδαζαν με την φαιδρή εικόνα μου. Πήγα κοντά τους και τους ρώτησα, που πήγαν όλοι οι άλλοι; Σοβάρεψαν, κοιτάχτηκαν, απόρησαν. Δεν με καταλαβαίναν. Αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλον και τράβηξαν προς άλλες κατευθύνσεις, αφήνοντάς με και πάλι μόνο εκεί με το στεφάνι μου. Χτύπησε το τηλέφωνο. Απάντησα. «Αλήθεια, τι είναι αυτό που παριστάνετε; Δεν σας πηγαίνει. Βγάλτε το!» Μα που είστε; Πείτε μου, με βλέπετε; Κοίταξα τριγύρω μπαλκόνια και παράθυρα. Κανείς δεν ήταν. Ερημιά. Ακόμα και τα φαντάσματα είχαν αυτομολήσει. «Συγνώμη, μα δεν υπάρχει τίποτα το ηρωικό στις πράξεις σας. Το ότι ξυπνήσατε ήρωας σε αυτήν την ιστορία, όχι, δεν είναι αρκετό. Και αν θέλετε να ξέρετε, ούτε ιστορία δεν υπάρχει, βασικά. Αρχή, μέση και τέλος; Άραγε σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Έξω από τον χρόνο δεν υπάρχει τίποτα. Και εδώ και λίγες ώρες ή μέρες αν θέλετε καλύτερα, όσο αντιφατικό και να ακούγεται, εσείς και ο χρόνος έχετε πια για τα καλά μαλώσει.» Τι εννοείται; Εγώ συνέχεια προχωρώ κοιτώντας το ρολόι μου. «Αλήθεια, προχωράτε; Και πηγαίνετε ακριβώς;» Γυρίζω πίσω. Σπίτι μου. «Δεν σας ακούω. Επαναλάβετε!» Σπίτι μου, λέω, πίσω, γυρίζω πίσω, σπίτι μου. «Σας χάνω. Τέλος πάντων, αν θέλετε, καλέστε με αργότερα.» Κοίταξα πάλι το ρολόι στην οθόνη μου. Ήτανε ήδη 11. Η πυρκαγιά με είχε σχεδόν περικυκλώσει. Έβγαλα, πέταξα στις φλόγες το στεφάνι μου. Μάλιστα σκέφτηκα, για μια στιγμή, έτσι για το καλό, να δώσω μια και να πηδήξω από πάνω του, αλλά ο χρόνος πια με πίεζε ασφυκτικά. Έπρεπε να αρχίσω ίσως να τρέχω. Πώς γίνεται να με πιέζει κάτι που δεν υπάρχει, που δεν υπάρχω εγώ μέσα σε αυτό; Γιατί δίνω τόσην αξία στα λόγια ενός άγνωστου; Που πήγανε τα λόγια τα δικά μου; Που είναι, άραγε, οι λέξεις μου; Που κρύφτηκαν, τώρα που τόσο τις χρειάζομαι; Όσο αναρωτιόμουν, τόσο αυτές με εγκατέλειπαν. Μες στο κεφάλι οι προτάσεις έμεναν λειψές. Πήγαινα να πω στον εαυτό μου, άργησες, πρέπει να τρέξεις τώρα και τελικά αυτό που ο λόγος μου σχημάτιζε ήταν μονάχα ένα «τρε», κι εγώ απέμενα να απορώ αν ήταν τρέξε αυτό που ήθελα να πω ή μήπως κάτι άλλο. Τρέλα, τρένο, τρεμπλίνκα, τρέμω, τρέφομαι, όχι δεν ήταν έτσι. Όλες οι λέξεις οι παλιές ήτανε εκεί, τριγύρω μου. Καιγόντουσαν παρέα με την γειτονιά, την πόλη και τον κόσμο, κι οι στάχτες τους νέα νοήματα σχημάτιζαν. Σκεφτόμουν, πρέπει να πάω σπίτι μου και αντί για αυτό μονάχα ένα «σπι» ακατανόητο κατέληγε στη γλώσσα μου. Σπίρτο, σπιούνος, Σπιφ και Σπαφ, σπινθήρας και Σπινόζα. Ο λόγος γινόταν παρανάλωμα, μα οι φλόγες που εγώ ο ίδιος άναψα μού έδειχναν την σωστή κατεύθυνση. Μαζί με τα άλλα σπίτια ήταν και το δικό μου που κινδύνευε. Αν δεν βιαζόμουν, αν δεν έφτανα στην ώρα μου, μαζί του θα καιγότανε ίσως κι η πρώτη λέξη. Και ύστερα, μαζί της κάθε ελπίδα να επιστρέψω στον ύπνο και στα όνειρα θα εξαφανιζόταν. Και τότε είδα να έρχεται ξανά ο ένας από τους δύο ποδηλάτες, που λίγο πριν ήταν εκεί και με κορόιδευαν. Τι έγινε, τον ρώτησα ή έτσι νόμισα τουλάχιστον. Έφτασε πλάι μου, πέταξε το ποδήλατό του και έπεσε μέσα στη φωτιά να πιάσει το φλεγόμενο στεφάνι μου. Το πήρε, το φόρεσε και ουρλιάζοντας κάτι τελείως ακατάληπτο, άρχισε να σκαρφαλώνει προς τα σύννεφα. Το θαύμα του, ωστόσο, με άφησε αδιάφορο. Προτίμησα να εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι η ανάληψη αυτή στους ουρανούς μου κληροδότησε ένα μέσο για να επιταχύνω την επιστροφή στο σπίτι μου. Σήκωσα το ποδήλατο, ανέβηκα σε αυτό και άρχισα να τρέχω, την ώρα εκείνη που η φωτιά είχε πια φτάσει τόσο δίπλα μου που έγλυφε τα λάστιχα και δάγκωνε τις ακτίνες του. «Που πάμε;» ρώτησε αυτό. Θα δεις. Θα δούμε. Ναι, κάτι μου θύμιζε αυτό. Θλίψη, θυμός και θέληση. Δεν ήταν μόνο ο λόγος. Θλίψη, θυμός και θέληση. Μαζί φαινόταν πως ξανάβρισκα εκείνον τον παλιό σκοπό. Θλίψη, θυμός και θέληση. Που πάει κάπως έτσι.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

ημέρα δεύτερη

Ήπια στα γρήγορα τον δυνατό καφέ και βγήκα έξω στον δρόμο. Η ήλιος ήταν ήδη εκεί, στη θέση του. Άρχισα να γυρίζω γύρω του. Κοίταξα το ρολόι, δεν είχε πάει ακόμα 7. Πήρα τον δρόμο προς το σπίτι μου. Τον δρόμο αυτόν τον διέκοπταν πρώτα του τρένου οι γραμμές και ύστερα ένα ξερό ποτάμι. Έπρεπε να περάσω δύο γέφυρες. Η πρώτη είχε ήδη γκρεμιστεί. Τη δεύτερη, την ώρα εκείνη, την βύθιζαν τα άγρια νερά που ο χείμαρρος κατέβαζε. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί κι είχανε όλα αλλάξει. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί, και όμως, κάποιοι είχαν προλάβει να εκμεταλλευτούν τον ύπνο μου. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί και έπρεπε τώρα να το πληρώσω. Πέρασα την πρώτη, την γκρεμισμένη γέφυρα πατώντας πάνω στα συντρίμμια της. Βρήκα ένα ζευγάρι, αγκαλιασμένο ακόμα, να είναι θαμμένο από κάτω τους. Είδα τον έρωτά τους να γίνεται πυροτεχνήματα, την ώρα που ανατιναζότανε η γέφυρα. Πάτησα πάνω στις συντρίμμια τους. Έπρεπε να περάσω. Κάπου στου δρόμου τα μισά έπεσα πάνω σε έναν φίλο παιδικό. Προσπάθησα να μην με δει, αλλά αυτός με πρόλαβε. «Πώς είσαι έτσι; Για πού το έβαλες τόσο νωρίς; Που είναι το άλλο το παπούτσι σου;» Δεν ξέρω. Ψάχνω να το βρω. Θες να με βοηθήσεις; Με κοίταξε λιγάκι δύσπιστα. Τον συγχωρώ. Κι εγώ, στη θέση του, σίγουρα θα αμφέβαλα. «Θυμάσαι καθόλου τη διαδρομή που έκανες χθες το βράδυ;» Δεν την θυμόμουν. Είπα ψέματα. Αρχίσαμε μαζί να περπατάμε. Αυτός το είχε πάρει σοβαρά και έψαχνε στ’ αλήθεια. Ήθελα τόσο πολύ να τον ξεφορτωθώ, αλλά η προθυμία του με είχε συγκινήσει. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα ίσως να τον εκμεταλλευτώ, έτσι που ήτανε καλός κι ανόητος. Ήτανε φίλος παιδικός, μα πάει καιρός που ήμασταν παιδιά. Ας πρόσεχε… Να σου πω, γιατί να κουραζόμαστε; Δώσε μου τα δικά σου. «Αλήθεια; Κι εγώ; Τι θα μου δώσεις για αντάλλαγμα;» Τον είχα υποτιμήσει. Έψαξα μες στις τσέπες μου. Βρήκα ξανά το κίτρινο χαρτί. Του το έδειξα. «Τι είναι αυτό;» Βλέπεις αυτό το νούμερο; Αυτό εδώ είναι το μαγικό τηλέφωνο. «Μα έχει εννιά ψηφία…» Το δέκατο το συμπληρώνεις μόνος σου. Θα δεις. Πάντοτε πιάνει. Να, πάρε κι αυτά εδώ τα κέρματα. «Τι να τα κάνω, φίλε μου, τα κέρματα; Ακόμα κουβαλάς λεφτά; Δεν έμαθες τι έγινε; Πόσο καιρό κοιμόσουν;» Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί κι είχανε όλα αλλάξει. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί, και όμως, κάποιοι είχαν προλάβει να εκμεταλλευτούν τον ύπνο μου. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί και έπρεπε τώρα να το πληρώσω. Ο άλλος ακόμα με περίμενε. Ήθελε κι άλλα για αντάλλαγμα. Εγώ την προσφορά μου όμως την έκανα. Δεν είχα κάτι άλλο. Εντάξει, δεν πειράζει, ξέχνα το, είπα και τον αγκάλιασα. Όπως και να έχει, σε ευχαριστώ. Να είσαι, να περνάς καλά, να είμαστε πάλι φίλοι. Τύλιξα, έσφιξα τα χέρια γύρω από το κεφάλι του και σαν κλαδάκι έσπασα τον τρυφερό λαιμό του. Φόρεσα τα παπούτσια του παιδικού μου φίλου και συνέχισα. Πρέπει να ήταν τρία νούμερα τουλάχιστον από τα δικά μου μεγαλύτερα. Έπρεπε να κάνω πρώτα ένα βήμα μέσα τους για να τα περπατήσω. Έφτασα μέχρι τη δεύτερη, του ποταμιού τη γέφυρα. Την είχε σκεπάσει ήδη το νερό που με ορμή παράσερνε ολόκληρη την πόλη. Στη μία όχθη, την απέναντι, είχε ένα πλήθος μαζευτεί, χειρονομούσε, φώναζε. Στην άλλη όχθη ήμουν εγώ. Σε μένα θα μιλούσαν. Κάτι παλεύαν να μου πουν, μα ο χαμός δεν άφηνε να ακουστεί η φωνή τους. Ανάμεσα τους ήτανε ένα μικρό κορίτσι. Οι άλλοι το σπρώχνανε μπροστά. Φώναζαν και την έδειχναν. Είχε κόκκινα, μακριά μαλλιά που σαν τα φίδια στριφογύριζαν. Ποια είναι αυτή; Τι μου τη δείχνετε; Τι θέλετε να κάνω; Οι ερωτήσεις πέφταν μέσα στο νερό, κολύμπαγαν μέχρι τα μισά και ύστερα παρασέρνονταν και πνίγονταν πριν φτάσουν στα αυτιά τους. Και τότε άρχισε εκείνη να μιλά. Δεν φώναζε. Μονάχα τα χείλη ανοιγόκλεινε και άφηνε τις λέξεις της να κάνουν τη δουλειά τους. «Εγώ είμαι. Με θυμάσαι; Αλλάξανε τα πράγματα, μα εγώ έμεινα ίδια.» Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί κι είχανε όλα αλλάξει. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί, και όμως, κάποιοι είχαν προλάβει να εκμεταλλευτούν τον ύπνο μου. Μόλις τρεις ώρες είχα κοιμηθεί και έπρεπε τώρα να το πληρώσω. Για να περάσω απέναντι, έπρεπε κάποιος να θυσιαστεί. Για να γυρίσω σπίτι μου, έπρεπε, λέει, τη θέση μου να πάρει, εκεί, στον πάτο του κακού του ποταμού η ίδια η αγέννητη η κόρη μου. Αν όχι αυτή, τότε εγώ. Αν όχι εγώ, τότε ολόκληρος ο κόσμος. Ρίξτε την τώρα μέσα στο νερό. Πρώτη φορά την βλέπω. Για μένα δεν σημαίνει τίποτα. Για σας είμαι τα πάντα. Έπεσε το κορίτσι στο νερό κι αμέσως βούτηξα κι εγώ. Τα κόκκινα μαλλιά της, που σαν τα φίδια στριφογύριζαν, ενώσανε τις όχθες. Πιάστηκα πάνω τους, σκαρφάλωσα, περπάτησα και βγήκα. Οι άλλοι εκεί που με περίμεναν είχανε πια σωπάσει. Που πήγαν οι φωνές σας τώρα, άνθρωποι; Τι έγινε; Θυσία δεν ζητήσατε; Πείτε μου, τώρα τι γουστάρετε; Μήπως να μετανιώσω; Έσπρωξα τα βουβά τους πρόσωπα και πέρασα. Άκουσα να χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν αυτός και πάλι. «Τι κάνετε; Σας πήρα και νωρίτερα.» Συγνώμη, δεν το άκουσα. «Είστε καλά; Ξέρετε, ανησύχησα…» Μέχρι εδώ, όλα καλά. Θα σας αφήσω τώρα. Μην με παρεξηγείτε, σας παρακαλώ. Είναι που βρίσκομαι σε πόλεμο, που μόλις χθες ξεκίνησε. Έχω ακόμα δρόμο. Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα την ώρα. Είχε ήδη πάει πια 9. Ήταν μπροστά μου ο δρόμος ανοιχτός, αλλά και πάλι δεν είχα ιδέα τι άλλο ετούτη η διαδρομή θα μου επιφυλάσσει. Το μόνο πράγμα που ήξερα ήταν πως έπρεπε να βρίσκομαι στο σπίτι μου πριν από το μεσημεριανό τραπέζι. Δεν είναι πως πεινούσα. Στο γεύμα, άλλωστε, αυτό εγώ θα ήμουνα το φαγητό. Έπρεπε να φτάσω εκεί στην ώρα μου. Μόνο αν τρωγόμουνα ζεστός, θα υπήρχε ελπίδα να κερδίσω αυτόν τον πόλεμο.

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

ημέρα πρώτη

Η πρώτη μέρα ήταν Σάββατο. Ξύπνησα γύρω στις 5 το πρωί μέσα σε ένα παιδικό δωμάτιο. Έξω από την πόρτα ήταν δυο φωνές που βρίζονταν στα ιταλικά. Φορούσα ακόμα τα ρούχα της προηγούμενης ημέρας, αλλά όχι τα παπούτσια μου. Το κρεβάτι ήταν μικρό και τα πόδια μου κρεμόντουσαν. Φορούσα ακόμα το παλτό μου. Έψαξα μες στις τσέπες του. Στη μία βρήκα το τηλέφωνό μου. Ακόμα λειτουργούσε. Το δίκτυο μού έλεγε πως ήμουνα εντός της επικράτειας της χώρας μου. Η μια φωνή εκεί, πίσω από την πόρτα μου, είπε στην άλλη να πάει να γαμηθεί. Αυτό, εντάξει, το κατάλαβα. Στην άλλη τσέπη βρήκα κάτι κέρματα και ένα κίτρινο χαρτί, πολύ τσαλακωμένο. Πάνω του είχε ένα νούμερο. Άρχιζε από 69, μα δεν συμπλήρωναν δεκάδα τα ψηφία. Κι όμως, εγώ το πήρα. Στο τέλος έβαλα έναν τυχαίο αριθμό και άρχισε αμέσως τότε να καλεί. Χτύπησε τέσσερις φορές. Στην πέμπτη μού απάντησαν. «Ποιος είναι;» Βρίσκομαι μέσα σε ένα παιδικό δωμάτιο. Έξω από την πόρτα είναι δύο φωνές ιταλικές. Νομίζω πως μαλώνουν. Η μια φωνή τότε κοπάνησε την πόρτα μου και από τον τοίχο δίπλα σωριάστηκαν στο πάτωμα κάτι αστείες ζωγραφιές. «Ποιος είναι; Δεν καταλαβαίνω…» Βρήκα το νούμερό σας μέσα στην τσέπη του παλτού. Φοράω ακόμα τα ρούχα της προηγούμενης ζωής μου, αλλά όχι τα παπούτσια μου. Σας λέω, το κρεβατάκι είναι παιδικό. Τα πόδια μου εξέχουν. Έσκυψα να κοιτάξω κάτω από το κρεβάτι. Το ένα παπούτσι ήταν εκεί. Η άλλη φωνή ξεκλείδωνε την πόρτα – ή μήπως μου την κλείδωνε; «Δεν σας ακούω καθαρά. Είναι νωρίς. Μα πείτε μου, τι θέλετε;» Θέλω να βρω το δεύτερο παπούτσι μου. Μπορείτε να βοηθήσετε; Ξέρετε, το νούμερο που βρήκα πάνω στο χαρτί ήταν μονάχα εννιαψήφιο. Τον τελευταίο αριθμό τον διάλεξα στην τύχη. Ίσως να ήταν λάθος. Αν είναι έτσι, συγχωρήστε με… Μια φάτσα ξεδοντιάρικη δίπλα, στο κομοδίνο, με κοίταζε περίεργα. Ήταν αγόρι. Το είχα ήδη φανταστεί. Όλα γαλάζια ήτανε τριγύρω μου. Η πρώτη μέρα ήταν Σάββατο. Ξύπνησα γύρω στις 5 το πρωί μέσα σε ένα παιδικό, σε ένα αγορίστικο δωμάτιο. Μα αν ήμουνα εγώ εκεί, το αγόρι αυτό που ήταν; Ήταν πρωί, μα ακόμα ήταν νύχτα. Άραγε, που να γύριζε; Γιατί δεν ήταν μες στο γαλάζιο κρεβατάκι του; Όλα γαλάζια ήτανε τριγύρω μου. Ακόμα και το χαμόγελο αυτό, δίπλα, στο κομοδίνο μου. Γαλάζιο και περίεργο. Που είναι το αγόρι; Μήπως γνωρίζετε εσείς; Μπορείτε να βοηθήσετε ή έχω πάρει λάθος νούμερο; «Ποιο αγόρι; Δεν είσαστε εσείς;» Όχι, καμία σχέση. Εγώ είμαι άντρας. Σε λίγους μήνες θα κλείσω τα σαράντα. Είμαι μεγάλος άνθρωπος. Οι δυο έξω από την πόρτα μου φωνές σταμάτησαν να βρίζονται και άρχισαν να γελούν υστερικά. Σκέφτηκα τότε πως τουλάχιστον τα βρήκανε. Όμως το αγόρι δεν ήτανε εκεί. Δεν ήτανε αστείο. Δίκιο δεν έχω; Εσάς ποια είναι η γνώμη σας; «Εγώ δεν έχω γνώμη στις 5 το πρωί.» Αλήθεια, πείτε μου, σας ξύπνησα; Εμένα με ξυπνήσαν οι φωνές. Βριζόντουσαν στα ιταλικά. Δεν ξέρω ακριβώς τι έλεγαν. Κάποια στιγμή είπε η μια στην άλλη να πάει να γαμηθεί, αυτό μονάχα εγώ κατάλαβα. Σηκώθηκα και πήγα μέχρι το παράθυρο. Ακόμα ήταν σκοτάδι. Είδα έξω, στο δρόμο, το αμάξι μου. Ήταν οι πόρτες ανοιχτές και τα αλάρμ αναβοσβήνανε. Στη θέση του οδηγού, στη θέση μου, είδα να κάθεται ένας άνθρωπος μικρόσωμος. «Συγνώμη, είπατε μικρόσωμος; Μήπως απλώς είναι παιδί; Μήπως είναι το αγόρι;» Το αγόρι, ναι. Μου κλέβει το αμάξι μου. «Μα πως; Δεν το κλειδώσατε; Δεν έχετε μαζί σας το κλειδί;» Όχι, σας είπα, μέσα στις τσέπες του παλτού βρήκα μονάχα το τηλέφωνο και ένα χαρτάκι κίτρινο που είχε γραμμένο πάνω του σχεδόν το νούμερό σας. «Δεν ήξερα πως ήταν κίτρινο. Μου φάνηκε ότι είπατε νωρίτερα πως ήτανε γαλάζιο.» Όχι, συγνώμη, παρεξήγηση. Σας είπα δεν είμαι το αγόρι εγώ. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να κοιμηθώ στο κρεβατάκι του. «Και το τηλέφωνο; Το ψάξατε;» Όχι, μονάχα κοίταξα το δίκτυο. Να δω αν βρίσκομαι ακόμα εντός της επικράτειας της χώρας μου. Ήτανε κι οι φωνές αυτές, έξω από την πόρτα -βριζόντουσαν στα ιταλικά- για μια στιγμή πίστεψα, ξέρετε, πως ταξίδευα. «Κλείστε και ξαναπάρτε με. Κοιτάξτε, σας παρακαλώ, όλες τις τελευταίες κλήσεις σας. Μπορεί να βοηθήσει…» Έχετε δίκιο. Σας αφήνω. Χάρηκα. Ίσως τα ξαναπούμε. Κάθισα στο κρεβάτι και έβαλα το ένα το παπούτσι μου. Το άλλο δεν υπήρχε πουθενά. Έξω, στο δρόμο, κάποιος κόρναρε. Ήταν η κόρνα από το αμάξι μου. Ήταν πρωί. Ήταν ακόμα νύχτα. Το αγόρι θα ξυπνούσε ολόκληρη τη γειτονιά και ύστερα όλοι εμένα θα κατηγορούσανε. Ήταν η πρώτη μέρα. Ήταν ακόμα Σάββατο. Κόντευε 6 το πρωί. Σηκώθηκα και πήγα ως την πόρτα. Την άνοιξα προσεκτικά. Δεν ήταν κλειδωμένη. Ήταν ένας μακρύς διάδρομος. Ήτανε κάτι γέλια υστερικά που χάνονταν στο βάθος του. Άνοιξα μιαν άλλη πόρτα, που ήταν εκεί, απέναντι. Ήταν ένα γαλάζιο, σαν του αγοριού, μα άδειο σχεδόν δωμάτιο. Τρύπωσα μέσα του και κρύφτηκα. Κάθισα κάτω, είχε κάτι αστείες ζωγραφιές εκεί, σκόρπιες παντού στο πάτωμα. Κοίταξα το τηλέφωνο ξανά. Τις τελευταίες κλήσεις. Πριν κοιμηθώ είχα μιλήσει με την μάνα μου. Κι ύστερα δέκα αναπάντητες. Όλες από τον ίδιο αριθμό. Το ίδιο εκείνο αριθμό που μόνος μου, πριν από λίγο, στην τύχη τον συμπλήρωσα. Πήρα ξανά. Δεν μου απάντησε. Η κόρνα του αυτοκινήτου μου έφτανε ως τα αφτιά μου. Μαζί με τον γειτόνων τις φωνές. Είχανε βγει όλοι έξω, στα μπαλκόνια τους. Τα είχε βάλει ολόκληρη η γειτονιά με ένα μικρό αγόρι. Αλλά στο τέλος, το ξέρω, εμένα θα κατηγορούσανε. Οι δυο φωνές επέστρεψαν πίσω από την πόρτα. Τώρα μιλούσανε τη γλώσσα μου, μα είχαν κρατήσει ακόμα την ιταλική τους προφορά. «Ξύπνησες; Θες να σου φτιάξουμε καφέ;» Δεν ήξερα τι να τους απαντήσω. Πήρα το νούμερο ξανά και το άφησα για πάντα να χτυπάει. Το πάντα θα κρατούσε έξι ημέρες ακριβώς. Ξύπνησα, ναι. Φτιάξτε μου έναν δυνατό. Ο πόλεμος μόλις ξεκίνησε. Πρέπει να μείνω ξύπνιος.