Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

εγώ εσένα.

Εγώ που κοιτάζω εσένα.
Εγώ που παρακολουθώ εσένα.
Εγώ που θέλω εσένα.
Εγώ που επιθυμώ κι άλλο από εσένα.
Εγώ που περιμένω ακόμα εσένα.
Εγώ που ανυπομονώ για εσένα.
Εγώ που πλησιάζω προς εσένα.
Εγώ που αναζητώ εσένα.
Εγώ που αγγίζω λίγο από εσένα.
Εγώ που κοιμάμαι μαζί με εσένα.
Εγώ που ξυπνάω δίπλα σε εσένα.
Εγώ που φεύγω μακριά από εσένα.
Εγώ που ταξιδεύω μαζί με εσένα.
Εγώ που ταξιδεύω μέσα σε εσένα.
Εγώ που φτάνω κάποτε σε εσένα.
Εγώ που επιστρέφω συνέχεια σε εσένα.
Εγώ που κατοικώ πάνω από εσένα.
Εγώ που μένω κάτω από εσένα.
Εγώ που ονειρεύομαι εσένα.

Εσύ εμένα;

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

οι εχθροί μου

Τη νύχτα που έπεσε η πόλη μου εγώ βρισκόμουν μακριά της.
Τη νύχτα που έπεσε η νύχτα μου εγώ κοιμόμουνα βαθιά της.
Στην πόλη όπου έπεσε η νύχτα μου η νύχτα ονειρευότανε τη μέρα.

Τη μέρα που μπήκαν οι εχθροί στο σπίτι μου εγώ είχα ξυπνήσει σε άλλο σπίτι.
Τη μέρα που μπήκε η μέρα μες στο σπίτι μου εγώ εχθρός στους φίλους μου γινόμουν.
Οι εχθροί που μπήκαν μες στη μέρα μου στο σπίτι μου τους είχαμε για φίλους.

Οι εχθροί που είχα κάποτε στην πόλη μου μακριά από μένα ονειρεύονται τη μέρα.
Οι φίλοι που είχαν κάποτε το σπίτι μου βαθιά σε μένα τη νύχτα ξαγρυπνούνε.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

τα λόγια

αυτά που λες.
αυτά που θέλεις να μου πεις.
αυτά που λες πως μου έχεις πει.
αυτά που έλεγες, όταν δεν μου μιλούσες.
αυτά που είπες μια φορά. αυτά που λες και ξαναλες.
αυτά που είχες να μου πεις.
αυτά που μου είπες τελικά.
αυτά που θα ‘θελες να μην τα είχες πει.
αυτά που θα μου πεις μετά.
αυτά που είπες πως κάποια μέρα θα μου πεις.
αυτά που δεν θα πεις ποτέ.
αυτά που κάποτε θα λες, όταν θα έχεις πάψει πια να μου μιλάς.

αυτά που εγώ ακούω.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

όπως η άμμος

Στη μυστική καταπακτή που κρύβεις κάτω από το αφράτο μαξιλάρι σου.
Στο σκοτεινό το μονοπάτι που ξεκινά από τους πρόποδες του κρεβατιού σου.
Στον αενάως πολλαπλασιασμένο κόσμο σου που αντανακλάται στα νερά του ξύλινου γυαλιστερού δαπέδου σου.
Στους παλαιούς κι αγέννητους ενοίκους του από κάτω σου πατώματος.
Στα μυκηναϊκά θεμέλια του οικοδομήματός σου.
Στον κάμπο που ήταν κάποτε εδώ.
Στην έρημο που θα διαδεχτεί την πόλη σου.
Το όνειρο που είδες και που ξέχασες.
Το όνειρο που μια φορά σε είδε κι αμέσως ύστερα σε έχασε.
Το όνειρο που ονειρεύτηκες πως έζησες.
Το όνειρο εκείνο που ήσουνα λέει εσύ κι έρεες μέσα από τα αδύναμα τα σιδερένια δάχτυλά σου.
Το όνειρο εκείνης της βραδιάς που ξάπλωσες να κοιμηθείς χωρίς να βγάλεις τη νοικιασμένη πανοπλία από πάνω σου.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

δρομομανής

Πριν από πολλά χρόνια μια φίλη του τον είχε πει «δρομομανή», πράγμα που τότε αυτός εξέλαβε μάλλον ως φιλοφρόνηση και έκτοτε συχνά δε δίσταζε –μεταξύ άλλων- να το χρησιμοποιεί για να περιγράψει τον εαυτό του, κάθε φορά που νόμιζε πως κάποιος νοιαζόταν πραγματικά να μάθει. Πίστευε πως η «δρομομανία» σήμαινε την έλξη για το δρόμο -το πάθος και τα πάθη για όλα εκείνα που ο δρόμος συνεπάγεται- και ως εκ τούτου θεώρησε τον χαρακτηρισμό σωστό και ακριβή. Μέχρι να μάθει πως δρομομανείς έλεγαν στην αρχή τους λιποτάκτες και πως αργότερα η ψυχιατρική τον όρο αυτόν τον υιοθέτησε για να ορίσει τις περιπτώσεις των παθολογικών περιπατητών (υπάρχουν, όπως υπάρχουν και παθολογικοί δρομείς επίσης!), είχε εκτεθεί ήδη ανεπανόρθωτα.
Χωρίς να θέλω να παραβλέψω πως το να σε πούνε λιποτάκτη, σε κάποιες καταστάσεις και εποχές, μπορεί και να συνιστά τίτλο τιμής, θα έλεγα πως ο ακριβέστερος όρος που θα μπορούσε τη δική του την κατάσταση να περιγράψει ίσως να είναι αυτός του «χασαπόσκυλου». Χωρίς να θέλω να αρνηθώ πως υπάρχουν κάπου, στον κόσμο αυτόν, ψυχίατροι που θα έβγαζαν σίγουρα λεφτά πολλά από τέτοιες, σαν τη δική του, περιπτώσεις, ας μου επιτραπεί να υπερασπιστώ τουλάχιστον, όσο μπορώ ακόμα κι εγώ στο δρόμο μου να περπατώ, το πάθος και την πάθησή του.
Μια άλλη φίλη του, την ίδια περίπου εποχή, του δώρισε ένα άχρηστο βιβλίο, στην πρώτη σελίδα του οποίου του είχε γράψει σαν ευχή και αφιέρωση «σου εύχομαι, σε κάθε σου ταξίδι, να αναρωτιέσαι πάντα για το που μπορεί να βγάζει αυτός ο δρόμος(;)!». Νομίζω πως η ίδια ποτέ της δεν κατάλαβε ότι την εποχή εκείνη αυτό που ο δρομομανής της ιστορίας μας ήθελε να γνωρίσει περισσότερο ήταν που καταλήγει τελικά ο δρόμος ο δικός της.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

τα άλλα σπίτια

Τα περισσότερα παιδιά, όταν τα ρωτούν, «ποιον αγαπάς πιο πολύ, τη μαμά ή το μπαμπά;», συνήθως απαντούν, «μα, και τους δυο το ίδιο!». Ιδίως όταν ένας από τους δυο γονιούς βρίσκεται μπροστά και προσποιείται πως αδιαφορεί για του παιδιού του την απάντηση.
Κάποια παιδιά τολμούν και επιλέγουν τις πιο πολλές φορές εκείνον από τους δυο που ασχολείται μαζί τους περισσότερο ή αντίθετα τον άλλο που πιο πολύ τους λείπει.
Είναι και κάποια άλλα παιδιά που δυσκολεύονται πολύ να απαντήσουν ή που μουγκρίζουν, «κανέναν από τους δυο!» ή που θυμώνουν και ρίχνουν κουτουλιά στον άτυχο που είπε να τους κάνει μια τέτοια άσχημη ερώτηση.
Τέλος υπάρχει και η Δήμητρα, που αν κάποιος σκεφτεί και κάτι τέτοιο τη ρωτήσει, αυτή θα βάλει τότε σίγουρα τα γέλια, θα τσιμπήσει το μάγουλο του «κύριου περίεργου» και θα του πει, «εγώ όλο τον κόσμο αγαπώ, μπαμπάδες και μαμάδες, μα αυτοί, γαμώτο, δεν το ξέρουνε και πάει τόσο άδικα χαμένη τόση αγάπη!».

Η Δήμητρα είναι μόλις τεσσεράμισι χρονών και στο σχολείο ακόμα δεν πηγαίνει. Έχει μια πανέμορφη μαμά, έναν μπαμπά πανέξυπνο και δυο αδέρφια μεγαλύτερα που τη φωνάζουνε «μικρή» κι αυτό τη νευριάζει. Όμως τα αγαπάει τα αδέρφια της και ξέρει πως δε φταίνε αυτά που τόσο πολύ αργήσανε οι γονείς της στον κόσμο να τη φέρουν.
Η αδερφή της είναι δεκαεπτά χρονών και ετοιμάζει να δώσει εξετάσεις για να φύγει από το σπίτι και να πάει να ζήσει σε άλλη πόλη. Οι εξετάσεις αυτές πρέπει να είναι δύσκολες και θέλει στ’ αλήθεια διάβασμα πολύ για να μπορέσει κανείς να φύγει από το σπίτι του.
Ο αδερφός της είναι ένα χρόνο πιο μικρός, αλλά αυτός δε φαίνεται να βιάζεται να πάει αλλού να ζήσει, αφού διαβάζει σπάνια και κάνει τους γονείς του να θυμώνουν. Αυτός συνέχεια λείπει και κάθε βράδυ γυρίζει σπίτι όλο και πιο αργά.
Η Δήμητρα πιστεύει πως και τα δυο αδέρφια της έχουν το ίδιο στόχο. Να φύγουν από το σπίτι και να πάνε να μείνουνε αλλού. Απλώς, ο αδερφός της το κάνει σιγά-σιγά, στα μουλωχτά, ενώ η αδερφή της ετοιμάζεται για να το κάνει μια και έξω. 
Ο μπαμπάς της Δήμητρας είναι μηχανικός και όλο και κάτι μηχανεύεται, αν και τώρα τελευταία αρχίζει να γκρινιάζει πως δεν έχει, λέει, πολύ δουλειά. Πριν ένα χρόνο γκρίνιαζε επειδή είχε πολύ δουλειά και γύριζε στο σπίτι συνέχεια κουρασμένος. Είπαμε, είναι έξυπνος, αλλά καμιά φορά αυτός ο μπαμπάς δεν ξέρει τι θέλει.
Η μαμά της Δήμητρας, εκτός από μια όμορφη μαμά, έχει και ένα μαγαζί στο κέντρο όπου πουλάει ρούχα. Κι αυτή έχει αρχίσει να γκρινιάζει τελευταία, πως έχει πέσει η δουλειά και πως ο κόσμος δεν έχει πια λεφτά να βγει για να ψωνίσει. Αλλά η μαμά, ακόμα κι όταν γκρινιάζει, γκρινιάζει όμορφα, οπότε δεν πειράζει.

Το σπίτι όπου μένει η Δήμητρα και η οικογένειά της βρίσκεται σε ένα από τα όμορφα προάστια της πόλης, που η μαμά και ο αδερφός της τα θεωρούνε βαρετά, ενώ ο μπαμπάς και η μεγάλη αδερφή λένε πως είναι ασφαλή και ήρεμα. Παλιά –πριν γεννηθεί η Δήμητρα- έμεναν εκεί που τώρα μένει η γιαγιά, πολύ κοντά στο κέντρο. Τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας θυμούνται ακόμα την παλιά τους γειτονιά και διηγούνται διαρκώς αστεία επεισόδια από τα χρόνια του παλιού τους του σχολείου. Αυτό η Δήμητρα βρίσκει πως είναι άδικο και λέει συνέχεια στο μπαμπά και στη μαμά πως κάποια στιγμή θα πρέπει να μετακομίσουν πάλι. Δε μπορεί με τίποτα να συμβιβαστεί με την ιδέα πως ενώ τα αδέρφια της έζησαν δύο παιδικές ζωές, αυτή θα ζήσει μόνο μία.
Το σπίτι της γιαγιάς, όπου έμενε παλιά η οικογένεια, είναι αυτό που ονομάζει η μαμά, «το πατρικό μου». Το δικό του πατρικό σπίτι ο μπαμπάς το λέει «το χωριό» και βρίσκεται πολύ μακριά και ο δρόμος έχει ένα σωρό στροφές, που κάνουνε τη Δήμητρα συνέχεια να ζαλίζεται και που εκεί μένει η άλλη η γιαγιά, η άλλη Δήμητρα, που όλο μιλάει λίγο παράξενα και που μυρίζει σαν το ζεστό ψωμί μόλις το αγοράσει η μαμά και λέει στη Δήμητρα, «σταμάτα να τσιμπολογάς!», αλλά της Δήμητρας στ’ αλήθεια της αρέσει. 

Η Δήμητρα, από τη μέρα που γεννήθηκε, έχει συνέχεια μια έμμονη ιδέα. Γιατί πρέπει να ζει μονάχα μια ζωή; Γιατί πρέπει να ζει μόνο σε ένα σπίτι; Γιατί να έχει μία και μόνη οικογένεια; Και τι συμβαίνει στα σπίτια των άλλων των παιδιών; Τι δώρα τους κάνουν οι δικοί τους; Τι παραμύθια του λένε πριν να κοιμηθούν;

Η Δήμητρα έχει μια φίλη κολλητή, την Αντιγόνη. Αυτή έχει την πιο παράξενη οικογενειακή ζωή από όλα τα παιδιά που η Δήμητρα γνωρίζει. Η Αντιγόνη μεγαλώνει ταυτόχρονα σε δύο σπίτια και ζει μαζί με δύο οικογένειες. Η μια οικογένεια είναι η δικιά της, ο δικός της μπαμπάς και η μαμά που κάποτε την έφεραν στον κόσμο. Η άλλη οικογένεια που κατοικεί σε ένα διαμέρισμα στην ακριβώς απέναντι πολυκατοικία είναι η οικογένεια ενός άλλου κοριτσιού που πέθανε πολύ μικρό και που επειδή οι γονείς του στενοχωρήθηκαν για αυτό πολύ, υιοθέτησαν με κάποιο τρόπο τη μισή την Αντιγόνη. Έτσι όταν η Αντιγόνη κοιμάται το ένα βράδυ στο ένα σπίτι και το επόμενο στο άλλο και άλλοτε τρώει με τους πραγματικούς της τους γονείς και άλλοτε με τους γονείς της άλλης. Και έχει και δύο παιδικά δωμάτια και από το παράθυρο του ενός μπορεί κανείς να δει το άλλο. Αδέρφια η Αντιγόνη δεν έχει ούτε στη μια ούτε στην άλλη οικογένεια, αλλά κι οι τέσσερις γονείς της την αγαπούν πολύ κι αυτή επίσης πολύ τους αγαπάει. Η Δήμητρα ζηλεύει την Αντιγόνη, αλλά αν είναι για να αποκτήσει κι αυτή μια δεύτερη παράλληλη οικογένεια να πρέπει πρώτα να πεθάνει κάποιο άλλο κοριτσάκι, καλά είναι και έτσι, δεν πειράζει. Καμιά φορά, έτσι για να τρομάξει λίγο τη φιλενάδα της, της λέει να έχει το νου της, πως θα έρθει κανένα βράδυ το φάντασμα του άλλου κοριτσιού και θα ζητήσει πίσω το δωμάτιό του. Τότε συνήθως η Αντιγόνη κλαίει και η Δήμητρα αμέσως αρχίζει να την παρηγορεί και να της λέει, «Άντε, ρε χαζή! Αφού το ξέρεις πως δεν υπάρχουνε φαντάσματα…».

Μια μέρα που είχε κατέβει με τη μαμά στο κέντρο να ψωνίσουνε, η Δήμητρα είδε κάποιους ανθρώπους που φορούσανε άσχημα ρούχα και παλιά και που κοιμόντουσαν πάνω στο πεζοδρόμιο. Αυτό της φάνηκε παράξενο, πρώτον γιατί έκανε κρύο, ενώ ο κόσμος θα πρέπει να κοιμάται σε ζεστά δωμάτια, δεύτερον γιατί είχε πολύ θόρυβο και φως και δε μπορούσε να καταλάβει πως μπορούσαν να κοιμούνται μέσα στο χαμό και τρίτον γιατί την ώρα εκείνη οι άνθρωποι δεν πρέπει να κοιμούνται, αλλά να είναι στη δουλειά ή έστω στο σχολείο. Τη μέρα εκείνη η Δήμητρα έμαθε τη λέξη «άστεγοι» και όταν μετά άκουσε τη μαμά της να της εξηγεί πως οι άστεγοι αυτοί δεν έχουν σπίτι και πως κοιμούνται όπου βρουν, της έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν ήξερε όμως αν έπρεπε να προτείνει στη μαμά να πάρουν κάποιους από αυτούς στο σπίτι τους ή να ζηλέψει που αυτοί μπορούν να κοιμηθούν κάθε φορά και σε άλλο μέρος. Κι ενώ το πάλευε ακόμα μέσα στο μυαλουδάκι της, πέρασε ένα αυτοκίνητο κι έτσι όπως πέρασαν οι ρόδες του με φόρα μέσα σε μια λακκούβα, έκανε μούσκεμα έναν από τους άστεγους. Η Δήμητρα στενοχωρήθηκε κι έσφιξε αμέσως το χέρι της μαμάς και ανέβαλε τη σκέψη της για αργότερα.

Την άλλη μέρα η Δήμητρα πήγε σε ένα από τα σπίτια της Αντιγόνης για να παίξουνε. Όταν βαρέθηκαν τα παζλ και τον κομπιούτερ, η φίλη της είπε πως έχει ένα ωραίο καινούριο επιτραπέζιο στο άλλο σπίτι της απέναντι. Τότε η Δήμητρα θύμωσε ξαφνικά πολύ και έδωσε στη φίλη της ένα δυνατό χαστούκι. «Τι πάθατε, κορίτσια, και φωνάζετε;», ρώτησε από την κουζίνα μια από της μαμάδες της Αντιγόνης. «Τίποτα, κυρία Νίτσα ή Παρασκευή», απάντησε η Δήμητρα στ’ αλήθεια συγχυσμένη, ενώ δείχνοντας απειλητικά στην Αντιγόνη την παλάμη της, την έπεισε να πάψει να φωνάζει.       

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

οι όμορφες

σκηνή: ημέρα, εξωτερικό (παραλία)
Ένα ζευγάρι είναι ξαπλωμένο στην αμμουδιά και ερωτοτροπεί. Αυτός καστανός και ανοιχτόχρωμος. Αυτή πιο μελαχρινή. Η παραλία είναι σχεδόν άδεια. Αρκετά μέτρα μακριά τους βρίσκεται μια οικογένεια με δυο κοριτσάκια. Κάποια στιγμή τα δύο κοριτσάκια αρχίζουν να περπατούν κατά μήκος της ακτής και να πλησιάζουν το ζευγάρι. Το ένα, πιο παιχνιδιάρικο, χοροπηδάει και τσαλαβουτάει στη θάλασσα. Το άλλο πιο σοβαρό κοιτάζει επίμονα το ζευγάρι. Η κοπέλα το προσέχει και την ώρα που ο φίλος της την φιλά με πάθος, αυτή τον σταματά και του δείχνει διακριτικά τα δυο κορίτσια. Το σοβαρό είναι πολύ όμορφο. Το άλλο φαίνεται σα να κάποιο πρόβλημα.  

Κοριτσάκι
Γεια σας!

Αυτή
Γεια σου!

Κοριτσάκι
Να σας ρωτήσω μια ερώτηση;

Αυτή (γελώντας)
Να μας ρωτήσεις!

Κοριτσάκι
Είσαστε αδέρφια;

Το ζευγάρι ξεσπάει σε γέλια. Το κοριτσάκι εξακολουθεί να τους κοιτάζει σοβαρό.

Αυτός
Έτσι είναι τα αδέρφια, βρε;

Κοριτσάκι
Πως είναι;

Αυτός
Σου φαινόμαστε για αδέρφια; Μοιάζουμε;

Το δεύτερο κοριτσάκι έχει πλησιάσει και αυτό το ζευγάρι και στέκεται πίσω από την πλάτη της αδερφής του. Στο πρόσωπο του φαίνονται τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου ντάουν. Η κοπέλα σταματάει να γελά και σκουντάει το φίλο της.

Αυτή
Πως σε λένε;

Κοριτσάκι
Κατερίνα. Εσένα;

Αυτή
Είσαι πολύ όμορφη, Κατερίνα!

Το κοριτσάκι σμίγει τα φρύδια του και αγκαλιάζει τη μικρή του αδερφή.

Κοριτσάκι (με θυμό)
Και οι δυο είμαστε όμορφες! Μαλάκες!

Τα δυο κοριτσάκια κάνουν μεταβολή και αρχίζουν να κατευθύνονται ξανά προς τους γονείς τους. Αυτός κι αυτή κοιτάζονται… σαν μαλάκες.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

το αίμα (σενάριο μικρού μήκους)

σκηνή 1η, νύχτα, εσωτερικό (κουζίνα) 
Ένα ζευγάρι. Αυτή μαγειρεύει. Ανακατεύει με μια ξύλινη κουτάλα την κατσαρόλα της. Φοράει φόρμα και ένα λευκό αμάνικο μπλουζάκι. Αυτός κόβει σαλάτα. Φοράει βερμούδα και ένα μπλε μπλουζάκι. Κι οι δυο είναι ξυπόλητοι. Ο ένας έχει την πλάτη του γυρισμένη στον άλλο. Ακούγεται ένα τραγούδι των Portishead και κάποιες φωνές από τα διπλανά διαμερίσματα.

αυτή 
Το φαγητό είναι έτοιμο σχεδόν. Εσύ; 

αυτός 
Κι εγώ. 

αυτή 
Άνοιξες το κρασί; 

Αυτός γυρίζει το λαιμό του και την κοιτάζει, ενώ συνεχίζει να κόβει τη σαλάτα.

αυτός 
Το κρασί; 

Το μαχαίρι κόβει βαθιά το δάχτυλό του. Δε λέει τίποτα, αλλά το μαχαίρι του πέφτει από τα χέρια. Αυτή ακούει το μεταλλικό ήχο που βγάζει πέφτοντας στα πλακάκια. Αφήνει την κατσαρόλα και έρχεται δίπλα του. Αυτός κρατάει το κομμένο δάχτυλο και την κοιτάζει.

αυτή 
Άσε με να δω! 

αυτός 
Δεν είναι τίποτα. 

αυτή 
Άσε με! 

Αυτός της δείχνει το κομμένο δάχτυλο. Το αίμα στάζει στο τραπέζι. Αυτή το πιάνει την παλάμη του και με τα δυο της χέρια. Φέρνει το χέρι του κοντά στο πρόσωπό της. Κοιτάζονται στα μάτια. Το αίμα στάζει στο μπλουζάκι της. Αυτή πρώτα φιλάει την πληγή και ύστερα την γλύφει.

αυτός 
Τι κάνεις; 

αυτή 
Άσε με! 

Βάζει το δάχτυλό του ανάμεσα στα χείλη της και στη συνεχίζει να ρουφάει το αίμα του. Η μουσική σταματάει απότομα.

σκηνή 2η, μέρα, εσωτερικό (κρεβατοκάμαρα) 
Το δωμάτιο φωτίζεται ελάχιστα από το μισάνοιχτο παράθυρο. Αυτός μόνος του στο κρεβάτι. Ξυπνάει. Σηκώνεται και ανεβάζει τα ρολά. Φοράει μόνο το εσώρουχό του. Τεντώνεται. Πίσω του το μαξιλάρι και τα σεντόνια είναι γεμάτα κόκκινους λεκέδες. Γυρίζει, κοιτάζει το κρεβάτι και κοντοστέκεται. Κάνει να φέρει το χέρι του στο πρόσωπό του. Κοιτάζει το χέρι του. Το δάχτυλό του έχει ένα βαθύ κόψιμο. Διστακτικά το φέρνει κοντά στα χείλη του και το γλύφει.

σκηνή 3η, μέρα, εξωτερικό (πλατεία) 
Αυτή κάθεται σε ένα τραπεζάκι και πίνει καφέ. Φοράει ένα μακρύ φόρεμα, πολύχρωμο. Κρατάει στα χέρια της ένα βιβλίο. Οι σελίδες του είναι κολλημένες. Προσπαθεί να τις ξακρίσει με τη βοήθεια ενός στυλό. Στην προσπάθειά της πολλές σελίδες σκίζονται. Εκνευρίζεται. Ένας σερβιτόρος την πλησιάζει και της δίνει ένα μαχαίρι. Του χαμογελά τυπικά. Συνεχίζει να ξακρίζει τις σελίδες με το μαχαίρι. Κάποια στιγμή, ξεκολλάει με το μαχαίρι δυο σελίδες τις γυρίζει και βλέπει κόκκινα στίγματα, σαν από αίμα πάνω στο χαρτί. Από το εσωτερικό του καφέ αρχίζει να παίζει ξανά το τραγούδι των Portishead. 

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Το Αγοράκι (σενάριο για διαφήμηση στεγαστικού δανείου)

σκηνή 1η: νύχτα, εσωτερικό (κρεβατοκάμαρα)
Ένα νεαρό ζευγάρι κοιμάται πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι. Το δωμάτιο φωτίζεται ελάχιστα από ένα πορτατίφ. Ο άντρας έχει ένα ανοιχτό βιβλίο ακουμπισμένο πάνω στο στήθος του. Το ένα χέρι της γυναίκας είναι κρεμασμένο στο πλάι και μόλις που ακουμπά ένα κινητό τηλέφωνο που βρίσκεται στο πάτωμα. Η πόρτα του δωματίου ανοίγει σιγά-σιγά και το φως από τον διάδρομο φωτίζει το ζευγάρι περισσότερο. Στην είσοδο του δωματίου εμφανίζεται ένα αγοράκι. Φοράει πιτζάμες και τρίβει το μάτι του. Ο άντρας στο κρεβάτι μισανοίγει τα μάτια του.

μπαμπάς
Τι είναι, αγόρι μου;

Η γυναίκα φαίνεται πως ξυπνάει από τη φωνή του, κοιτάζει τον μικρό και ανασηκώνεται.

μαμά
Τι έπαθες, μωρό μου;

Το αγοράκι πλησιάζει λίγο προς το κρεβάτι, ενώ ακόμα τρίβει το κοκκινισμένο μάτι του.

παιδί
Φοβάμαι… Να έρθω να κοιμηθώ μαζί σας;

Ο άντρας κάνει να σηκωθεί, ενώ η γυναίκα τραβάει τα σκεπάσματα.

μαμά
Έλα, αγάπη μου! Έλα!

μπαμπάς
Τι είναι ρε; Είδες άσχημο όνειρο;

Ο άντρας χαμογελάει. Η γυναίκα φέρνει το δάχτυλό της στα χείλη και του κάνει νόημα να σωπάσει. Ο άντρας χαϊδεύει το κεφάλι του μικρού. Το αγοράκι ξαπλώνει ανάμεσα στο ζευγάρι. Η γυναίκα το σκεπάζει και το φιλά. Ο μικρός αποκοιμιέται σχεδόν αμέσως. Το ζευγάρι κοιτάζεται στα μάτια. Χαμογελούν. Φιλιούνται πάνω από το κεφάλι του παιδιού. Μετά ακουμπούν ξανά στα μαξιλάρια τους, κλείνουν τα μάτια τους και κοιμούνται χαμογελαστοί.
Λίγο μετά και οι δυο τους, σχεδόν ταυτόχρονα, ξυπνούν απότομα και τινάζονται. Η γυναίκα βγάζει μια μικρή κραυγή. Ο άντρας προσπαθεί να αναπνεύσει. Κοιτάζονται έντρομοι, ρίχνουν στο πλάι τα σκεπάσματα και ψηλαφούν το χώρο ανάμεσά τους. Ο μικρός δεν είναι εκεί.

μαμά
Το είδες κι εσύ;

Η γυναίκα αγκαλιάζει τον άντρα και σφίγγεται πάνω του.

σκηνή 2η: νύχτα, εσωτερικό (παιδικό δωμάτιο)
Ο μικρός κοιμάται στο κρεβατάκι του. Το δωμάτιο φωτίζεται απαλά από ένα πολύχρωμο φως. Το αγοράκι ξυπνάει και ανασηκώνεται. Κοιτάζει προς την είσοδο του δωματίου.

παιδί
Μαμά, μπαμπά… Τι πάθατε;

Το ζευγάρι στέκεται μπροστά στην πόρτα. Κρατιούνται από το χέρι και μοιάζουν αμήχανοι και ακόμα λίγο τρομαγμένοι.

μπαμπάς
Τίποτα, αγόρι μου, τίποτα…

Η γυναίκα κοιτάζει τον άντρα. Γυρίζει και την κοιτάζει κι αυτός και αμέσως στρέφονται ξανά προς το παιδί.

μπαμπάς
Ρε φίλε, θα σε πείραζε να κοιμηθούμε μαζί σου απόψε;


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

η σκοτεινούλα

Μια φορά κι έναν καιρό, χθες το βράδυ, δηλαδή, ήρθε η νύχτα ξαφνικά κι η μαμά της Φωτεινής βάζει αμέσως μια φωνή: «Στο κρεβάτι! Είναι αργά!»
Χθες το βράδυ η Φωτεινή είχε ανοίξει το κουτί, μα δεν έβρισκε να δει κάποια ωραία εκπομπή. Κι έκατσε η Φωτεινή στο παράθυρο μπροστά και κοιτούσε και μετρούσε τα αμάξια που περνούσαν: «…έξι, δώδεκα, εφτά…»
Μα όταν λέει «είναι αργά!», κάτι ξέρει η μαμά.
«Δε νυστάζω, ρε μαμά!»
«Θα νυστάξεις, δε μπορεί.»
Κι έπεσε να κοιμηθεί με το ζόρι η μικρή.
«Καληνύχτα, Φωτεινή!», τη φιλάει η μαμά και της σβήνει και το φως.
«Καληνύχτα, ρε μαμά!»
Κι εκεί μέσα, στο σκοτάδι, μόνη της η Φωτεινή, προσπαθεί να κοιμηθεί.
«Έλα ύπνε! Είναι αργά! Έτσι λέει η μαμά…»
«Δε νυστάζεις, Φωτεινή;», ξάφνου ακούει μια φωνή και τρομάζει η μικρή.
Και ανάβει το φωτάκι, μα δεν είναι εκεί κανείς.
«Τρέξε! Φάντασμα! Μαμά!»
«Μη φωνάζεις, Φωτεινή! Σβήσ’ το φως και θα με δεις…»
Την ακούει η Φωτεινή κι εκεί μέσα, στο σκοτάδι, βλέπει άλλη μια μικρή.
«Επ! Καλώς την κοπελιά! Δεν κοιμήθηκα ακόμη. Φύγε κι έλα πιο μετά!»
«Δεν είμαι όνειρο, ρε συ! Είμαι μια άλλη Φωτεινή, αλλά λίγο σκοτεινή…»
«Και τι θες εσύ εδώ;»
«Ότι θέλεις και εσύ: μία άλλη Φωτεινή!»
«Και πως μπήκες εδώ μέσα; Θα φωνάξω τη μαμά!»
«Φώναξέ την, άμα θέλεις! Ούτως ή άλλως δε μπορεί η μαμά σου να με δει.»
«Θες να πεις πως, δηλαδή, είσαι μια φανταστική;»
«Μπράβο σου, ρε Φωτεινή! Είσαι έξυπνη πολύ!»
«Και που ήσουνα πιο πριν;»
«Ήμουν μέσα στο κουτί.»
«Μα, το έψαξα καλά κι είχε όλο επαναλήψεις. Ήταν όλα τους χαζά… Κι ύστερα από εδώ που πας;»
«Α, μετά έχω δουλειά. Μόλις σβήσουνε τα φώτα κι η μαμά σου κοιμηθεί, κάθομαι μετράω τα αμάξια που περνούν όπως κι εσύ.»
«Τι σόι φίλη είσαι εσύ, και καλά φανταστική; Εσύ είσαι πιο πολύ κι από μένα βαρετή!»
«Σόρρυ, ρε συ Φωτεινή! Ξέρεις, όμως, τι συμβαίνει; Φταις λιγάκι και εσύ…»
«Δηλαδή; Τι εννοείς;»
«Τόσο φτάνει το μυαλό σου. Δεν το έχεις πιο πολύ. Άμα είχες φαντασία λίγο πιο φανταστική, τότε θα έφτιαχνες μια φίλη σίγουρα μοναδική.»
«Άντε, ρε μαλακισμένο, που ήρθες και να μου την πεις!», φώναξε νευριασμένη η μικρούλα Φωτεινή κι έσβησε από μπροστά της η μορφή της αλληνής.
Τρέχει αμέσως η μανούλα και ανάβει και το φως. «Τι φωνάζεις, ρε μωρό μου; Είδες όνειρο κακό;»
«Όχι! Όλα καλά, μαμά μου. Έκανα μια προσευχή.»
«Μα εσύ φώναζες, καλό μου…»
«Είχα βάλει μια φωνή, μπας και ακούσει ο Θεούλης που κοιμάται πάνω εκεί.»
Έτσι έχουνε αυτά... έξι, δώδεκα, εφτά.