Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

το φιλοδωρημα

παντα ηθελα να αγορασω εναν τιτλο ευγενειας, αλλα δεν ηξερα ουτε πού τους πουλανε ουτε ποσο κοστιζουν. ε, σημερα εμαθα.
ενας φιλος που ζει κ εργαζεται στη ρωμη ηρθε για λιγες μερες εδω για διακοπες κ ειπαμε να παμε να πιουμε μαζι εναν καφε στην παραλια, που τοσο του ειχε λειψει, κ να τα πουμε. αφου, λοιπον, τα ειπαμε κ τον ηπιαμε, βγαλαμε να πληρωσουμε. οι δυο καφεδες μας κοστιζαν 4μιση ευρω, οποτε εγω, που ειπα να κερασω, εβγαλα ενα πενταευρω, το ακουμπησα πανω στο τραπεζι κ σηκωθηκα να φυγουμε. "που πας", μου λεει ο φιλος, "ρεστα δεν θα παρεις;" "δεν πειραζει, ρε", του απαντω, "αντε, παμε." "να μην αφηνεις πουρμπουαρ, αν δεν εχεις να κερδισεις κατι απο αυτο", επιμενει αυτος. "τι κατι, δηλαδη;" ρωταω εγω με αγνο ενδιαφερον. "κατι.. εναν τιτλο ευγενειας, ασπουμε.." ετσι καθισαμε λιγο ακομα, ακουσα την ιστορια που ειχε να μου πει κ ελυσα κ τη μεγαλη μου απορια.
ο φιλος μου, λοιπον, οταν πρωτοπηγε στη ρωμη, αρχισε να συχναζει σε ενα πολυ ωραιο καφενειο κοντα στη δουλεια του. την πρωτη μερα, οταν εβγαλε να πληρωσει τον εσπρεσο του, ακουμπησε εικοσι λεπτα πανω στο τραπεζακι για να εισπραξει απο τον σερβιτορο ενα ευγενεστατο "γκρατσιε, σινιορε!". τη δευτερη μερα, που ηταν πιο πολυ στα κεφια του, αφησε μισο ευρω, ανεβαζοντας προφανως κ τα κεφια του σερβιτορου (του ιδιου σερβιτορου), ο οποιος τον αποχαιρετησε λεγοντας "γκρατσιε, ντοτορε!". στην ιταλια παλια σχεδον ολοι οσοι φορουσανε γυαλια, περνουσαν για δοκτωρες, αυτο το ηξερα, αλλα τη συνεχεια αυτης της ιστοριας δεν θα μπορουσα να τη φανταστω. την τριτη μερα πηγε να πιει καφε μαζι με μια συναδερφο του, κ βγαζοντας στο τελος να πληρωσει, εδωσε ενα ολοκληρο ευρω για φιλοδωρημα, πιο πολυ μαλλον για να εντυπωσιασει τη συνοδο του. κ αυτο το ενα ευρω ηταν αρκετο για να χρηστει ιπποτης απο τον σερβιτορο που υποκλιθηκε λεγοντας "γκρατσιε, καβαλιερε!". κυριος με εικοσι λεπτα, δοκτωρας με πενηντα, ιπποτης με μολις ενα ευρω.. το πραγμα ειχε αρχισει να τον απασχολει στα σοβαρα. τι θα συνεβαινε, αραγε, αν ανεβαζε κ αλλο την κουβαρντοσυνη του; ετσι, την επομενη μερα πηγε στο αγαπημενο του ρωμαϊκο καφε πολυ αποφασισμενος. παρηγγειλε εναν διπλο εσπρεσο, τον ηπιε αργα κ βασανιστικα κ στο τελος φωναξε τον ιδιο παντα σερβιτορο για να πληρωσει. οταν του εδωσε πενταευρω κ του εκανε νοημα οτι δεν θελει ρεστα, ο σερβιτορος γουρλωσε τα ματια του, εκανε ενα βημα πισω, εσκυψε το κεφαλι του κ ειπε με ολη τη σοβαροτητα που απαιτουσε η στιγμη: "γκρατσιε, πριντσιπε!"
"κ μετα; κ μετα;", ρωτησα εγω ολο αγωνια. "μετα τιποτα", μου απαντησε ο φιλος, "εκει, στο πριγκιπας, σταματησα. αλλωστε, αν συνεχιζα, αφενος θα ξεπαραδιαζομουν αφετερου θα αλλαζα το πολιτευμα στη γειτονα.. ασε που οι ευθυνες στη μοναρχια ειναι πολλες. πού να μπλεκω τωρα.."
με το που τελειωσε η αφηγηση του ηρθε κ ο δικος μας βολιωτης σερβιτορος στο τραπεζι μας. "παιδια", μας λεει, "με πληρωνετε, σας παρακαλω, γιατι πρεπει να παραδωσω;" δοκτωρες, πριγκιπες κ μαλακιες, σκεφτομαι.. εδω μας αναγορευουνε "παιδια", πριν καν βαλουμε το χερι μες στην τσεπη.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

τα κυματα της ασφαλτου

ταξιδευω με το κτελ απο τη θεσσαλονικη για τη λαρισα. ειναι αργα κ κυριακη. ειναι μισογεματο. ενας επιβατης, τρεις-τεσσερις θεσεις πιο μπροστα απο εδω οπου καθομαι, κοιμαται και εκει μεσα στον υπνο του κατι παραμιλαει. οι αλλοι το βρισκουν αυτο διασκεδαστικο, αλλα γελανε χαμηλοφωνα για να μην τον ξυπνησουν. εγω προσπαθω να καταλαβω τι ακριβως ειναι αυτο που λεει, αλλα, οσο κ αν προσπαθω, δεν βγαζω κανενα νοημα. λιγο πριν τα παρατησω κ επιστρεψω στο βιβλιο μου, καταφερνω να πιασω πεντε-εξι λεξεις στη σειρα: «κουναει πολυ.. παω να κατσω μεσα». σκεφτομαι οτι αν συνεχισει να κοιμαται κ να βλεπει το ιδιο ονειρο, θα γινει ο πρωτος ανθρωπος που κατορθωνει να φτασει με καραβι ως τη λαρισα. κοιταζω εξω απο το παραθυρο. ο καιρος εχει αγριεψει κ η ασφαλτος εχει σηκωσει κυματα.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

κοκκινη ομπρελα

βρεχει. ενας νεαρος, ηδη μουσκεμα απο τη βροχη, καθεται κατω απο ενα μπαλκονι κ περιμενει να κοπασει. περναει απο μπροστα του μια κοπελα με μια τεραστια κοκκινη ομπρελα. γνωριζονται. τη χαιρεταει. τη ρωταει: "που πας;" του απανταει: "στη σχολη.. ελα, παμε μαζι!" ο νεαρος χωνεται αμεσως κατω απο την ομπρελα. η κοπελα τού τη δινει να την κρατησει αυτος κ βαζει το χερι της στο μπρατσο του. ενας αλλος νεαρος, που δουλευει στο συνεργειο απεναντι, μουσκεμα επισης κ αυτος, παρακολουθει τη σκηνη κ χαμογελαει. "ε! κοπελια", φωναζει, "διπλοκουρσα κανεις;"