Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

το κάλεσμα

Σεπτέμβριος 2007. Βρίσκομαι πάλι με το ένα πόδι στην Αθήνα, δοκιμάζοντας την τύχη μου αυτή τη φορά στο χώρο της διαφήμισης. Μένω στη Δάφνη, στο σπίτι του φίλου μου του Κωνσταντίνου, που ενώ γνωριζόμαστε από παιδιά, έχουμε αρχίσει να κάνουμε παρέα κυρίως λόγω Posh, αφού υπήρξε και αυτός ένας από τους πιο τακτικούς θαμώνες της χρυσής πρώτης τριετίας του. Κι ενώ έχω περάσει με τη σύντροφό μου ακόμα έναν Αύγουστο στους τροπικούς του Λιβυκού Πελάγους. Κι ενώ το πρώτο μου βιβλίο έχει κάνει τη συμπαθητική πορεία του, και ήδη βρίσκονται υπό έκδοση το «Σχέδιο Τρόμου» και το «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού». Κι ενώ η περίοδος αυτή του ξέγνοιαστου Μεσοπολέμου μου κυλάει χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα. Βρίσκομαι πάλι με το ένα πόδι στην Αθήνα, παίζοντας με την τύχη μου ξανά, παρέα με τον ιδανικό συγκάτοικο.

Σάββατο απόγευμα. Καθόμαστε με τον Κωνσταντίνο και τα πίνουμε σε ένα από τα καφέ που συνωστίζονται στις δύο όχθες του πεζοδρόμου του Κεραμεικού. Το καλοκαίρι κρατάει ακόμα και εμείς σε κάποιο τραπεζάκι στην είσοδο του μαγαζιού χαζεύουμε τα κύματα των περαστικών που αδιάφορα περνούν από μπροστά μας. Κάνουμε που και που ο ένας στον άλλον ερωτήσεις σχετικά με τις καινούριες μας δουλειές –εκείνος έχει μόλις ξεκινήσει την ειδικότητά του σε ένα από τα νοσοκομεία της πρωτεύουσας- και απολαμβάνουμε το να αποφεύγουμε, με τρόπο μάλλον κωμικό, να δίνουμε συγκεκριμένες απαντήσεις. Κάποια στιγμή, που από μέσα έρχεται ο γνώριμος ήχος κάποιου τραγουδιού, μας σκάει σχεδόν και στους δυο ταυτόχρονα η ίδια απορία: «Στο Posh τι να γίνεται τώρα, άραγε;» Ε, και δεν πάμε να δούμε από κοντά;

Σεπτέμβριος 2007. Στο Βόλο οι Σεπτέμβρηδες είναι ως μήνες κάπως προβληματικοί, όσον αφορά την έτσι κι αλλιώς όχι και τόσο πλούσια νυχτερινή διασκέδαση. Για κάποιο λόγο οι Βολιώτες σπεύδουνε πάντα να κηρύξουνε τη λήξη του καλοκαιριού, μόλις τελειώσει ο Αύγουστος, ακόμα και όταν ο καιρός και το θερμόμετρο έχουν κολλήσει στα δεδομένα του Ιουλίου. Και όπως όλοι διακόπτουνε τα μπάνια τους απότομα και οι κοπέλες ειδικά στριμώχνονται και αγκομαχούν μέσα στα φθινοπωρινά καινούρια τους ενδύματα –τις πιο πολλές φορές για να αποδείξουνε πως έτσι συμμαζεύτηκαν και οι πως οι τρέλες (λέμε τώρα, σιγά τα τρελοκόριτσα) του καλοκαιριού πάνε κι αυτές, ξεχάστηκαν- έτσι και τα ελάχιστα τα υπαίθρια τα μπαρ κλείνουν προτού ανοίξουνε εγκαίρως τα αντίστοιχα χειμερινά, τα οποία ακόμα φυσικά ανακαινίζονται. Το Posh, το μόνο μαγαζί της πόλης που μετατρέπεται σε καλοκαιρινό το Μάιο, απλώς ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες του, μένει κλειστό συνήθως ολόκληρο τον Αύγουστο και αρχίζει να επαναλειτουργεί, αργά και βασανιστικά, σύμφωνα πάντα με τους καθηλωτικούς ρυθμούς του ιδιοκτήτη του, μαζί με τα σχολεία. Κι εφόσον έχει στο μεταξύ δημιουργήσει κάτι περίπου σαν στερητικό στους πιο φανατικούς πελάτες του, αφού οι δυστυχείς, ιδιαιτέρως όσοι δεν κατάφεραν να πάνε κάπου διακοπές, δε βρίσκουν πουθενά αλλού κάποιο υποκατάστατο και κάποιοι μάλιστα, ίσως οι πιο ρομαντικοί, φτάνουν ως το σημείο να τριγυρνούν σαν τα φαντάσματα στην έρημη πλατεία Παλαιών και να καταναλώνουν μπύρες και μπάφους ξεροσφύρι κάτω από τον γνωστό τον πλάτανο.

Σάββατο βράδυ. Έχουμε μόλις φτάσει στο Βόλο και στο Posh και πριν να βγούμε από το αμάξι ο Κωνσταντίνος με βάζει να του ορκιστώ πως θα επιστρέψουμε μαζί το αργότερο την Κυριακή το απόγευμα. Έχουμε, άλλωστε, δουλειές. Σεπτέμβρης, λέμε, οι διακοπές τελειώσανε. Το μαγαζί είναι γεμάτο κόσμο τόσο που αν και ακόμα είναι το μοναδικό στη γειτονιά στ’ αλήθεια ζοριζόμαστε να βρούμε να παρκάρουμε. Μπαίνουμε μέσα με ύφος αυτοεξόριστων που επέστρεψαν μόλις από την άγρια ξενιτιά να προσκυνήσουν τα άγια χώματα της πατρίδας τους (στην πραγματικότητα δε λείπουμε παρά δυο-τρεις βδομάδες). Ο Χρήστος μας υποδέχεται εθιμοτυπικά με δύο σφηνοπότηρα.

-Που είστε ρε αλάνια; Που χαθήκατε;
-Α, εδώ… Τι λέει; Πότε άνοιξες;
-Απόψε! Τι; Για αυτό δεν ήρθατε;

Κυριακή πρωί. Το πρώτο πάρτυ της σαιζόν στο Posh οδεύει προς τη λήξη του και οι ελάχιστοι που έχουμε απομείνει με γεμάτα τα ποτήρια μας, απολαμβάνουμε το όμορφο παράλληλό μας σύμπαν, όπου το καλοκαίρι μόλις άρχισε.

-Χρήστο, να σε ρωτήσω κάτι; Πάντα το είχα περιέργεια. Πώς το μαθαίνουνε όλοι αυτοί και έρχονται πάντα τη μέρα που ανοίγεις;
-Γιατί; Εσείς πώς, δηλαδή, το μάθατε;

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

le Posh c’est moi

Μάιος 2006. Έχω ήδη συμπληρώσει τέσσερις μήνες ως εργαζόμενος στο Posh, δουλεύοντας σχεδόν καθημερινά και αρνούμενος, τουλάχιστον πριν μπει η άνοιξη, να παίρνω τα ρεπό που δικαιούμαι. Επίσης, για πρώτη φορά στη ζωή μου, συζώ με την φιλενάδα μου, και έχοντας αφήσει πίσω τις γνωστές παλαβομάρες μου, νιώθω πως έχω, ας πούμε, ηρεμήσει. Έχω επίσης καταστείλει τις αντιπαραγωγικές τάσεις φυγής - θα αργήσω δυστυχώς πολύ να καταλάβω πόσο επικίνδυνος μπορεί να αποδειχθεί αυτός ο απομονωτισμός μου. Και όλα αυτά γιατί ποτέ δε μου έτυχε ξανά να είμαι ευτυχής και καθαρός ταυτόχρονα. Μα ούτε η βρωμιά ούτε η περιπέτεια μου λείπουνε αυτήν την εποχή. Και ίσως το μόνο που με νοιάζει είναι να εργάζομαι όλη τη νύχτα πίσω από το μπαρ και να πηγαίνω να ξαπλώνω το πρωί πλάι στο κοιμώμενο κορίτσι μου. Ωστόσο, ούτε να κάνω καριέρα μπάρμαν επιθυμώ και ούτε καν μπορώ να φανταστώ να περνάω σερβίροντας ποτά όλο το καλοκαίρι. Άλλωστε, είμαι και δικηγόρος υποτίθεται και όσο να είναι, πρέπει κάποια στιγμή να επιστρέψω στο γραφείο μου. Όχι πως μου έλειψαν οι υποθέσεις όλον ετούτο τον καιρό –πώς θα μπορούσε άλλωστε, με όλους αυτούς τους εκλεκτούς θαμώνες;- αφού πολύ συχνά μου δίνεται η ευκαιρία να συνδυάσω τις δυο μου ιδιότητες, προσφέροντας, μαζί με τα ποτά, τις νομικές μου συμβουλές, σαν συνοδευτικούς ξηρούς καρπούς, σε όποιον τις ζητάει. Ως και τον Χρήστο τον ίδιο είχα τη χαρά, για να μην πω και την τιμή, να εκπροσωπήσω σε κάποιο δικαστήριο, αλλάζοντας μέσα στις τουαλέτες, περίπου σαν τον σούπερμαν, περσόνα και στολή, ένα πρωί μετά από κάποιο πάρτυ ανελέητο. Ουσιαστικά, είναι ακριβώς ετούτη την περίοδο που αποφασίζω, ουσιαστικά ερήμην μου, να εξασκώ παρτ τάιμ το επάγγελμα, χωρίς ωστόσο να έχω και την πρόθεση να το εγκαταλείψω οριστικά, αφού μια κάποια άλλη λύση έστω και στοιχειώδους βιοπορισμού ακόμα δεν υπάρχει. Και ενώ κάνουμε ήδη με την Αλκυόνη σχέδια για καλοκαιρινές διακοπές, με τα παιδιά ετοιμαζόμαστε να απολαύσουμε το τελευταίο Μουντιάλ, του οποίου οι βασικοί του πρωταγωνιστές είναι ακόμα συνομήλικοί μας. Έχω ανακοινώσει στο Χρήστο την πρόθεση μου να παραιτηθώ των νυχτερινών μου καθηκόντων και να περιοριστώ στο θεσμικό μου ρόλο του πιο πιστού και τακτικού θαμώνα, ενώ έχω ανακαλύψει και ήδη εκπαιδεύω την Εσθαίρ, το πλέον κατάλληλο άτομο που θα μπορούσε να με αντικαταστήσει. Μια Ισπανίδα, φοιτήτρια Εράσμους, από το μακρινό Βαγιαδολίδ, που δεν έχει κάνει ούτε ένα νυχτοκάματο ξανά σε μαγαζί και που, όταν τη γνώρισα, δεν ήξερε να πει στα ελληνικά σχεδόν ούτε μια λέξη. 

Δευτέρα βράδυ. Έχουμε μόλις ανοίξει, η εκπαιδευόμενή μου κάνει καθαριότητα κι εγώ παλεύω με ένα σουντόκου μετρίας δυσκολίας. Είμαστε μόνοι κι έχουμε βάλει κάτι να παίζει στα πικάπ για να γεμίζει η μουσική το χώρο. Η Εσθαίρ τελειώνει, βγάζει από την τσάντα το τετραδιάκι της και έρχεται και κάθεται μαζί μου. Είναι η ώρα του μαθήματος, αν και η διδακτική που ακολουθώ δεν είναι και η πιο ορθόδοξη. Σχίζει μία σελίδα και στη συνέχεια την κόβουμε σε οκτώ μικρά κομμάτια. Πάνω σε αυτά γράφω στα λατινικά τις λέξεις: νερό, μπουκάλι, πάγος, ποτήρι, φιστίκια, πλυντήριο, ψυγείο και κρασί, και τα τοποθετώ πλάι στα αντίστοιχα σημεία του χώρου εργασίας μας. Έπειτα ανοίγουμε δύο κορόνες, πίνουμε τόσο όσο να αδειάσουν των μπουκαλιών τους οι λαιμοί και αμέσως τα ξαναγεμίζουμε με κίτρινη τεκίλα. Τσουγκρίζουμε και η Εσθαίρ κλείνει το μάτι και μου λέει τις πρώτες λέξεις που της έμαθα: «Kalo kalokeri, Yannis!».

Δευτέρα βράδυ. Μόλις τρεις-τέσσερις πελάτες απόψε μας τιμήσανε και ευτυχώς που πέρασε κάποια στιγμή η Αλκυόνη με τις φίλες της – η Αρχιτεκτονική είναι εδώ κοντά στη γειτονιά και τέτοιες ώρες μεταμεσονύχτιες το Posh συνήθως λειτουργεί κάπως σαν της σχολής το κυλικείο. Κατά τις δωδεκάμιση μου στέλνει και ο Βαγγέλης το γνωστό του τυποποιημένο μήνυμα: «Τι λέει το Πώς (έτσι πάντα το γράφουμε); Είναι καλά; Να έρθω;» Ναι ρε, χαμός, του απαντώ και ύστερα βάζω για να πιουν σφηνάκια τα κορίτσια. Ένας από τους γυρολόγους τους τρελούς της πόλης κι ένας μεθύστακας της γειτονιάς έρχονται να προστεθούνε στην παρέα. Μια ατμόσφαιρα άγριας παρακμής έρχεται κάπως από το πουθενά και μας καταπλακώνει. Η Αλκυόνη με κοιτάει με βλέμμα «άντε, πάμε να φύγουμε!» και ύστερα σαν κάτι να θυμήθηκε χτυπάει το μέτωπό της.

 -Βρήκα αυτό το γράμμα το πρωί. Είναι από την Αθήνα.

Δευτέρα βράδυ. Διαβάζω το όνομα του αποστολέα και δύσπιστα κουνάω το κεφάλι μου. Άλλος ένας εκδοτικός, ακόμα μια απόρριψη, λέω και τον ανοίγω.

Μάιος 2006. «Κύριε Αντάμη, σας ενημερώνουμε ότι επιθυμούμε να εκδώσουμε το βιβλίο σας, Πριγκιποδουλειές. Παρακαλούμε, επικοινωνήστε μαζί μας.»

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

ο μεγάλος ξύπνιος

Ιανουάριος 2006. Ο Πρώτος Παγκόσμιός μου πόλεμος οδεύει προς τη λήξη του, μετά την λαμπερή πανωλεθρία μου στη μάχη της Στοκχόλμης, από όπου έχω μόλις επιστρέψει σε τόσο βλαβερή διάθεση όπου δεν έχω καν το θάρρος να κρυφτώ στο σπίτι μου μα ούτε και τις αντοχές να σηκωθώ να φύγω. Έτσι, επιδιώκοντας εν τη λύπη και τη ανοησία μου άλλοτε να βρίσκομαι αλλού άλλοτε ίσως να μην υπάρχω, ακολουθώ τη γνώριμη οδό των ουσιών με αποτελέσματα αμφίβολα, αν και σίγουρα νομικώς και ποιητικώς πολύ ενδιαφέροντα.

Παρασκευή βράδυ. Βρίσκομαι στο Αχίλλειο –στο σινεμά, που όπως είπαμε, δουλεύει ο φίλος ο Βαγγέλης- και περιμένοντας να τελειώσει ο «King Kong» και να εκκενωθεί η αίθουσα, κάνω επιδρομές στα νάτσος και το ποπ κορν του μπαρ, για να οχυρώσω όπως-όπως τα στομάχι μου προ της μακράς βραδιάς που επίκειται. Ο Βαγγέλης με παρακολουθεί με ύφος προβληματισμένο, ενδεχομένως και περίλυπο, και μου προτείνει, με τρόπο όχι και τόσο ευγενικό, να ξεκινήσω να πηγαίνω στα Παλιά και να έρθει να με βρει εκεί, αφού θα έχει σχολάσει. Το τελικό του επιχείρημα, ότι απόψε θα γίνεται χαμός κι ίσως καλύτερα να πάω να πιάσω από νωρίς στασίδι, με πείθει, και αφού γεμίσω για το δρόμο ακόμα ένα μεγάλο χάρτινο μπολ με τροφικές παραδοξότητες, παίρνω την παραλιακή οδό και πάω να συναντήσω το ημιφωτισμένο πεπρωμένο μου.

Παρασκευή βράδυ. Σχεδόν μεσάνυχτα, πολύ νωρίς για τα έθιμα του σεβαστού «Σινάνειου Ιδρύματος» (ένα από τα παρωνύμια του Posh, που παραπέμπει στο επώνυμο του ιδρυματικού ιδιοκτήτη του), το οποίο έχει πια καθιερωθεί ως προορισμός της άφτερ έως πρωινής διασκέδασης. Μέσα στο μαγαζί υπάρχει μόνον ένας άνθρωπος, ο ίδιος ο Σινάνης, κι αυτός σε έξαλλη κατάσταση, πράγμα μάλλον αφύσικο και σπάνιο ως θέαμα, αφού η ψυχραιμία του είναι τόσο παροιμιώδης που θα έκανε να μοιάζει χούλιγκαν και ο Μαχάτμα ο Γκάντι.

-Τι έπαθες, Χρηστάκο; Ποιος σε πείραξε; Να πάω να τον δείρω…
-Μαλάκες όλοι! Με παίρνουν τελευταία στιγμή, παρασκευιάτικα, για να μου πουν πως δε μπορούν. Ο ένας, λέει, κρύωσε. Η άλλη ερωτεύτηκε. Τι κάνω τώρα χωρίς προσωπικό; Κι έχει και πάρτυ απόψε…
-Τόσο μεγάλες συμφορές σε τόσο καλούς ανθρώπους!

Παρασκευή 2006. Είχε φτάσει η πιο κρίσιμη στιγμή στην ιστορία αυτή που τέμνει κάθετα το Posh και τη ζωή μου. Ο Χρήστος διακόπτει ξαφνικά τη γκρίνια του και με κοιτάζει αμίλητος και είναι λες και προσπαθεί κάτι να υπολογίσει. Σε λίγο θα ανοίξει ξανά το στόμα του και τίποτα πια δε θα είναι όπως πρώτα. -Να σε ρωτήσω κάτι; Έχεις δουλέψει μπαρ ποτέ; -Εντάξει, πλάκα κάνεις.

Βράδυ Ιανουάριος. Περνάω πίσω από το μπαρ από όπου πρόκειται να ξαναβγώ στα τέλη Ιουνίου. Παρά την απειρία μου, μάλλον τα καταφέρνω. Οι πελάτες, φυσικά, ξαφνιάζονται και όλοι στην αρχή διστάζουνε να έρθουν να παραγγείλουν. Οι φίλοι μου δεν ξέρουνε στ’ αλήθεια αν πρέπει να χαρούν ή να ανησυχήσουν. Όλοι γνωρίζουνε καλά τη θλιβερή με το αλκοόλ προϊστορία μου κι αναρωτιούνται αν τώρα που πλέον βρίσκομαι σε απόσταση βολής από όλα αυτά τα ζουμερά μπουκάλια, μήπως εν τέλει το μοιραίο επιταχυνθεί και πάει το παλικάρι. Ωστόσο, αν και τα πρώτα βράδια θα ξεσαλώσω πίσω από το μπαρ πραγματικά και θα επιστρέφω –άγνωστο πώς- τα πρωινά στο σπίτι μου δακρύζοντας ουίσκι, μέσα σε ελάχιστες βδομάδες, για κάποιο λόγο ακόμα ανεξήγητο, όχι μονάχα θα περιορίσω στο ελάχιστο την κατανάλωση, αλλά θα φτάσω να βγάζω ολόκληρο το νυχτοκάματο πίνοντας μόνο τσάι. Απόψε όμως έχουμε πάρτυ και γιορτή. Ο πόλεμος τελειώνει. Οπότε συνεχίζω να γεμίζω το ποτήρι μου, ώσπου κάποια στιγμή, τα ξημερώματα, έρχεται ο Βαγγέλης – όλο το βράδυ, λόγω των νέων καθηκόντων μου, τον είχα λησμονήσει. Με βλέπει, το πάει για μεταβολή, αλλά το ξανασκέφτεται και έρχεται κοντά μου. Λίγο αργότερα μια φίλη του φοιτήτρια, που είναι ήδη εδώ με την παρέα της, έρχεται για να τον χαιρετήσει. Σπεύδω, βάζω σφηνάκια, τους κερνώ και περιμένω από την πλακατζού την τύχη μου να έρθει να μας συστήσει

-Ο Γιάννης, η Αλκυόνη. Γνωριζόσαστε;
-Όχι, αλλά μάλλον σύντομα θα παραγνωριστούμε…

Σάββατο ξημερώματα. Πάνω στην μπάρα την ηρωική του Posh υπογράφεται η άνευ όρων και ορών λήξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου μου.

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

μη ρωτάς το γατί

Ιούλιος 2005. Καύσων μέσα και έξω. Έχω επιστρέψει για τα καλά στην πόλη μου, αν και ακόμα δε θέλω μάλλον να το πιστέψω. Αν και είχα κάνει σχέδια πολλά για διακοπές, φαίνεται πως έχω για τα καλά εγκλωβιστεί στο προσωπικό μου Τρίγωνο των Βερμούδων, που σχηματίζουν επί της μοιραίας πλατείας Παλαιών το τσιπουράδικο «Η Κερασιά», το «Posh» και το αρχαίο πατσατζίδικο «Ο Κόπανος». Από το τελευταίο μόλις ένα μήνα νωρίτερα με έχουν ανασύρει τα σωστικά τα συνεργεία των καινούριων φίλων μου κατόπιν μιας ακόμα ανεξήγητης εξωσωματικής, ενδιαφέρουσας κατά τα άλλα εμπειρίας. Αφού έχω παραστήσει για κανένα μήνα το καλό παιδί τρώγοντας όλο το φαγητό μου και τίποτα άλλο αξιοκατάκριτο κι αφού κορόιδεψα τον ίδιο τον οργανισμό μου κι αυτός μου έδειξε ο αφελής σημάδια μιας ανάκαμψης, επέστρεψα, ωσάν να μην είχε τίποτα συμβεί, στους αγωνιστικούς μου χώρους. Επίσης έχω αποκτήσει μια νέα πολύ κακιά συνήθεια. Γράφω. Γράφω ιστορίες, σενάρια, ποιήματα, δυο χρόνια αργότερα θα μάθω πως έχω γράψει το καλοκαίρι εκείνο ένα ολόκληρο κάτι σαν μυθιστόρημα. Το πρόβλημα όμως είναι πως γράφω μόνον υπό την επήρεια. Και επιμένω να βάζω κάποιον εκείνη τη στιγμή, που ακόμα δεν έχει στεγνώσει το μελάνι μου, να με διαβάσει με το ζόρι. Κι επειδή μου είναι δύσκολο να κουβαλάω μαζί τον υπολογιστή μου στα Παλιά, τα βράδια γράφω στο κινητό μου. Γράφω μηνύματα και ύστερα τα στέλνω. Και το επόμενο πρωί συλλέγω τις παρεξηγήσεις των νυχτερινών αλόγιστων δραστηριοτήτων μου και αμέριμνος τις βουτάω μέσα στον καφέ μου.

-Τι ήταν αυτό που έστειλες στην Έλενα χθες βράδυ;
-Τι έστειλα; Ποια Έλενα; Εσύ, πάλι, ποιος είσαι;
-Μαλάκα είσαι παλαβός; Φρίκαρε η κοπέλα!
-Ε, είχα πιει… δεν ήξερα… βρε δε γαμιέστε όλοι! 
-Εσένα να δούμε τελικά ποιος θα πρωτογαμήσει.

Τετάρτη απόγευμα. Το Posh κλείνει για καλοκαιρινές διακοπές και ο Χρήστος έχει ζητήσει από όλους τους καλούς πελάτες του να βοηθήσουνε να αδειάσουμε την κάβα. Στο μεταξύ, κι αφού έχει μεσολαβήσει μια μεσημεριανή γλυκανισούχα Κερασιά, εγώ έχω αποκοιμηθεί –δεν είχε νόημα να πάω ως το σπίτι- στον καναπέ του μαγαζιού και ονειρεύομαι πως έρχεται κάποια στιγμή η σερβιτόρα υπηρεσίας παρέα με τη νύχτα, ξαπλώνει, λέει, δίπλα μου και προσπαθεί με τρόπο μάλλον ανορθόδοξο κάπως να με ξυπνήσει.

Τετάρτη βράδυ. Έχω μόλις ξυπνήσει και ενώ την ώρα που το προσωπικό του Posh ετοιμάζεται για το μεγάλο πάρτυ, εγώ παίρνω το «πρωινό» μου κάτω από τον πλάτανο, που βρίσκεται μπροστά στην είσοδο του καταστήματος. Κάτω από το δέντρο αυτό, ένα από τα αρχαιότερα σε ολόκληρη την πόλη, βρίσκεται η μεγαλύτερη και σίγουρα η πιο επικίνδυνη χρονοπαγίδα που έχω ποτέ γνωρίσει. Πάνω από τη γειτονιά απλώνεται μια ησυχία σαγηνευτική, η μουσική της άκριας της πόλης. Ακόμα το Posh είναι το μόνο μπαρ της περιοχής και έχοντας κληρονομήσει το κακόφημό της παρελθόν δεν κινδυνεύει ακόμα από την χαζοχαρούμενη επέλαση των εστιατορίων και των ξενυχτάδικων που πρόκειται τα χρόνια που έρχονται μοιραία να ακολουθήσει. Η σερβιτόρα έρχεται με δύο παγωμένες μπύρες και κάθεται στο πλάι μου. Μου λέει πως σε λίγες μέρες φεύγει για τη Φολέγανδρο και ύστερα με ρωτάει γιατί γελάω. Μια γάτα μας κοιτάζει από απέναντι. Γνωρίζει όλα όσα σκοπεύουν να συμβούν, αλλά δε θέλει καθόλου να μιλήσει.

-Μένει, άραγε, κανείς μέσα σε αυτό το σπίτι;
-Θα μένω εγώ σε πέντε περίπου χρόνια από τώρα.

Τετάρτη βράδυ. Το μαγαζί σιγά-σιγά γεμίζει. Σε λίγη ώρα η μικρή πλατεία μας θα έχει πλημμυρίσει. «Τρελή βραδιά!» «Σε πέντε λεπτά από τώρα, θα δεις, θα γίνεται χαμός.» «Όλοι εδώ θα έρθουνε απόψε...» Όλοι γιορτάζουν την πιο μεθυστική, την πιο λυτρωτική, την πιο ύποπτη ανάπαυλα του πιο προσωπικού πολέμου τους. Τότε ακόμα πίστευα πως είμαι εγώ ο μοναδικός εμπόλεμος σε έναν τόσο παράλογα ειρηνευμένο κόσμο. Δεν έβλεπα πως όλοι οι άλλοι γύρω μου ζούσαν, χόρευαν, ερωτεύονταν σε μια ατμόσφαιρα ψυχροπολεμική, που δε θα αργούσε καθόλου να βγει από την κατάψυξη, να θερμανθεί απότομα μέσα στην κατσαρόλα της μοχθηρής πραγματικότητας και όλους μας τελικά να ζεματίσει. Μα ακόμα είμαστε στο 2005. Ακόμα ο Χρήστος πίσω από το μπαρ γεμίζει αδιάκοπα στρατιές με σφηνοπότηρα.

-Παιδιά, θα πιούμε κάτι;

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

το μεγάλο κάψιμο

Μάρτιος 2005. Η απόπειρα να επεκτείνω το εύρος των πολεμικών επιχειρήσεών μου στη δυτική Ευρώπη απέτυχε παταγωδώς και έτσι γρήγορα αναγκάστηκα να ανασυντάξω τις δυνάμεις μου και να επικεντρωθώ στο εσωτερικό μου μέτωπο και εν προκειμένω στην Αθήνα. Από τον προηγούμενο Ιούνιο νοικιάζω ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια, πολύ κοντά σε εκείνο το παλιό φοιτητικό μου και από εκεί σχεδιάζω και εκτελώ εγκλήματα φρικτά και απερίγραπτα, που δυστυχώς δε θα βρεθεί ποτέ κανένα δικαστήριο να τα καταδικάσει. Όχι, δεν χωρά καμιά δικαιοσύνη ανθρώπινη σε αυτές τις καταστάσεις. Το δίκαιο, η τιμωρία, η κόλαση, για όλα αυτά τα πράγματα υπάρχουνε μόνο στις λέξεις που ποτέ δε συγχωρούν και στις σελίδες που πάντα εκδικούνται. Μετά, λοιπόν, από έναν σκληρό χειμώνα κι ανελέητο, βλέπω ξανά μια νέα άνοιξη να έρχεται, κι ως ήρωας πολέμου τώρα πια- αν και το μόνο πράγμα ηρωικό που έχω να υπερηφανεύομαι είναι που παραδόξως τελικά επέζησα- είμαι έτοιμος για νέες ανοησίες. Έχω μόλις σχεδόν χωρίσει με την Αμαρυλλίδα, την πρώτη από τις τρεις διαδοχικές συντρόφους μου -που γνώρισα μαντέψτε πού- και έχω με κάποιον τρόπο υποβιβάσει την ερωτική δραστηριότητά μου στο επίπεδο του αχόρταγου τροφοσυλλέκτη. Και ενώ κατοικοεδρεύω στην Αθήνα, οι υποχρεώσεις μου –για να μην πω και τα καθήκοντά μου- περιορίζονται στις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα επιστρέφω πάντα, συνήθως ταπεινωμένος, κάποιες φορές θριαμβευτής, στο Βόλο και στο Posh. Δυο μέρη που σιγά-σιγά αρχίζουν να ταυτίζονται μες στο βάρος μου πάντα συνθετικό μυαλό μου.

Πέμπτη βράδυ. Λόγω της εθνικής μας επετείου έχω έρθει για ολόκληρο τριήμερο. Κάθε Πέμπτη βράδυ είναι που παρακολουθώ κανονικά κάτι μαθήματα στο Μικρό Πολυτεχνείο στου Ψυρρή, τα οποία τελειώνουνε κατά τις έντεκα περίπου. Είμαι κομμάτια και επίσης έχω ήδη πιει τόσο πολύ που δε θα έπρεπε κανονικά ούτε ως τα Εξάρχεια να οδηγήσω. Παίρνω ακόμα δύο μινιατούρες Jameson από τον αυτόματο πωλητή της σχολής –πολύ βολικός κάποιες φορές αυτός ο αυτοματισμός αλήθεια- κι ένα ποτήρι γεμάτο με παγάκια, από εκεί που θα έπρεπε να πάρω ίσως καφέ, και βγαίνω στην Εθνική Οδό και όποιον πάρει ο χάρος. Λίγο μετά τη Θήβα τηλεφωνώ στον Βαγγέλη. Έλα ρε! Τι λέει; Εντάξει; Σχόλασες; Πάμε κανά πωσάκι; Έλα μωρέ! Αφού γιορτάζεις αύριο. Σου λέω, στο δρόμο είμαι. Μέχρι να κλείσεις, έφτασα.

Πλέον Παρασκευή. Ακολουθεί αργία και ως εκ τούτου δεν τίθεται και θέμα ωραρίου. Μαζεύω το Βαγγέλη από το σινεμά κι αφού περάσουμε μια βόλτα από την Ιάσονος για να καταναλώσουμε μια σεβαστή ποσότητα της βρώμικης μα τόσο θεραπευτικής βολιώτικης κουζίνας, φτάνουμε επιτέλους στην πηγή και ετοιμαζόμαστε να βυθιστούμε πάλι. Αν και το μαγαζί είναι σχεδόν γεμάτο, βρίσκουμε παραδόξως στο μπαρ δυο σκαμπώ και προσσεληνωνόμαστε. Κοιτάζω γύρω μου. Με μια πρόχειρη ματιά μπορώ και διακρίνω τουλάχιστον τρεις πρόσφατες χυλόπιτες, μα ωστόσο δεν πτοούμαι. Αφήνω να παραγγείλει ο άλλος, γιατί αυτόν τον μπάρμαν τον σχολαστικό στ’ αλήθεια, όσο κα να πιω, όχι, δεν τον παλεύω. Αδειάζω το ποτήρι μου και του ζητάω να το γεμίσει πάλι. Στον ίδιο πάγο, σε παρακαλώ! Βλέπω στην άλλη άκρη μια γκόμενα να μου χαμογελά. Ή έστω έτσι νομίζω. Νομίζω επίσης πως είναι ακριβώς ο τύπος μου. Πως έχουμε πολλά κοινά. Πως θέλω να κάνουμε μαζί διακοπές αυτό το καλοκαίρι. Λέω να πάω να της το πω. Συγνώμη, επιστρέφω.

Παρασκευή πρωί. Το μαγαζί έχει σχεδόν αδειάσει. Ο βούδας που βάζει μουσική παίζει κάτι αντάρτικα μάλλον από τη μαρτυρική Χαβάη. Ο μπάρμαν έχει ανοίξει σοβαρή κουβέντα με τον φίλο μου για κάποιον κώλο που ακόμα χορεύει εκεί στο βάθος. Τρεις-τέσσερις εναπομείναντες χαροπαλεύουν ακούγοντας τα ανέκδοτα του Χρήστου. Υπάρχει όμως και κάποια μες στο Posh που σίγουρα γλεντάει. Την λένε Άννα, είναι 20 χρονών κι ό,τι της πω γελάει. Κάποια στιγμή η αλήθεια είναι πως προβληματίστηκα, αλλά ύστερα πάλι σκέφτηκα πως ίσως και να έχω πλάκα τελικά, αν και δεν ξέρω τι πιο αστείο έβρισκε, τα λόγια μου ή εμένα. Γελώντας πάντα, κοιτάει το ρολόι της. Ήρθε η ώρα να πηγαίνουμε. Αλλά δεν είναι κρίμα εάν δεν φεύγαμε μαζί, αφού τόσο καλά περνάμε. Κάνω την κίνησή μου και τότε είναι το χαρούμενο κορίτσι πραγματικά ξεραίνεται στα γέλια.

-Μα επιτέλους, πες, γιατί γελάς; Ποιο είναι το πρόβλημά σου;
-Συγνώμη, αλλά δεν ήθελα τόση ώρα να σε διακόψω. Αλήθεια, δε θυμάσαι τίποτα; Μόλις πριν δυο βδομάδες μου την έπεσες ξανά. Ο ίδιος τρόπος ακριβώς. Η ίδια πρόταση στο τέλος.
-Κι εσύ, τι μου απάντησες;
-Κι εσύ, τι θα θυμάσαι;