Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

σουβενιρ

καποτε, μου ειχαν κανει δωρο εναν αναπτηρα ζιππο. η αληθεια ειναι οτι το συγκεκριμενο αξεσουαρ ποτε δεν το συμπαθησα, αλλα για να μην στεναχωρησω εκεινην που μου το δωρισε, ειπα να το χρησιμοποιησω, τουλαχιστον μεχρι να τελειωσει μια φορα το λαδι του. εκει, καπου στα τελειωματα του λαδιου, πηγα επισκεψη στο σπιτι ενος θειου μου, ο οποιος, μολις εβγαλα τον ζιππο για να αναψω, μου ειπε: "α! πηρες κορεατικο;" "τι εννοεις, θειε;" ρωτησα. "ο αναπτηρας σου", μου ξαναειπε, "κορεατικος δεν ειναι;" "ε, δεν νομιζω", του απαντησα, "κοιταζοντας να δω μηπως η χωρα προελευσης ητανε χαραγμενη πανω. "κορεατικος ειναι", επεμεινε ο θειος. "να τον προσεχεις, μην σου τον κλεψουνε."
οταν, αργοτερα, μετεφερα τον συντομο αυτον διαλογο στον παππου μου, που ηταν περιπου συνομηλικος με τον θειο, γελασε κ μου εξηγησε οτι αυτοι οι αναπτηρες πρωτοκυκλοφορησαν στην ελλαδα στη δεκαετια του πενηντα, μετα τον πολεμο της κορεας, απο τους στρατιωτες που ειχαν παει να πολεμησουν στην απω ανατολη κ τους αγορασαν εκει, σαν σουβενιρ, απο τα αμερικανικα στρατιωτικα πρατηρια. ετσι, τους εμεινε το ονομα κ οι παλιοι για χρονια τους λεγαν κορεατικους. τοτε, αυτο που μου ειχε κανει πιο πολυ εντυπωση σε αυτην την ιστορια ηταν που οι ανθρωποι καποτε φροντιζαν να παρουν μαζι τους αναμνηστικα απο τους πολεμους στους οποιους πηγαιναν να σκοτωθουνε, οπως εμεις σημερα απο τις διακοπες κ τα ταξιδια αναψυχης μας.
τωρα που διαβαζω στις ειδησεις οτι επικειται, λεει, ενας νεος πολεμος στην κορεατικη χερσονησο, σκεφτομαι πως δεν χρειαζεται να παμε μεχρι εκει να πολεμησουμε για να παρουμε, αν επιζησουμε, επιστρεφοντας μαζι μας αναμνηστικα. σημερα, με ενα πατημα του κουμπιου, που λεει ο λογος, τα σουβενιρ του πολεμου μπορουνε να μας ερθουν απο μονα τους.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

μαστορεματα

παλιοτερα πιστευα οτι τα καλοκαιρια ο κοσμος παλαβωνει περισσοτερο απο τις αλλες εποχες. μετα, που εγινα κ εγω φανατικος των καλοκαιρινων σαββατοκυριατικων στην πολη, καταλαβα πως φταιει που οι λογικοι εξαφανιζονται στις παραλιες κ τις εξοχες τους, κ ετσι κανουν τους τρελους της γειτονιας να μοιαζουν περισσοτεροι.
σημερα το πρωι, που βγηκα μια βολτα, συναντησα στον δρομο μου τρεις τουλαχιστον ανθρωπους να μιλανε μονοι τους: ο πρωτος εβγαζε λογο στα περιστερια της πλατειας, ο δευτερος εβριζε κ βλαστημουσε τη σκια του κ ο τριτος, που παραμιλουσε σε καποια γλωσσα σλαβικη, νομιζω πως απηγγειλε ποιηση στο μανεκεν μιας βιτρινας.
γυριζοντας στο σπιτι, σταματησα στο ψιλακατζιδικο να παρω καπνο κ λεμοναδες. μπροστα μου ενα ζευγαρι ψωνιζε προφυλακτικα. ο τυπος που κρατουσε το μαγαζι τους γκρινιαζε που δεν ειχαν πιο ψιλα απο πενηνταρικο, μα πιο πολυ μου φανηκε πως ειχε ζηλεψει κ τα ειχε βαλει με τη μοναξια του. το ζευγαρι το ξαναειδα εξω απο τη διπλανη μου πολυκατοικια. ο γνωριμος κ μονιμος τρελος της γειτονιας μου καθοταν στα σκαλια της εισοδου κ επινε την μπυρα του. μολις αντικρυσε το ζευγαρι, οσμιστηκε μαλλον στον αερα την επικειμενη ερωτοπαλη τους κ εγκαρδια τους ευχηθηκε "καλα γαμησια". "τι να σου πω τωρα;" του ειπε ενοχλημενη η κοπελια, ενω ο συνοδος της γυρισε το κεφαλι του να δει αν ακουσε κανενας αλλος την ατακα του περιεργου. "τι να μου πεις;" εκεινος της απαντησε, "κ στα δικα μου να μου πεις! καλα δεν λεω, ρε μαστορα;" ο μαστορας ημουν εγω. περασα απο διπλα τους κοιταζοντας διακριτικα τα κλειδια στα χερια μου κ χωθηκα στη δικια μου πολυκατοικια, χωρις να μαθω τη συνεχεια.
λιγο μετα στο διαμερισμα μου, κ ενω ειχα ηδη αρχισει να γραφω αυτην την ιστορια, χτυπησε το τηλεφωνο. ηταν ενας φιλος. "τι κανεις εκει;" με ρωτησε. "τι λες να κανω μονος μου μεσημεριατικα;" του απαντησα. "μαστορευω.."