Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

ο νονός

Όταν κάποτε του λέγαν, «Πότε, ρε, θα παντρευτείς;», γελαστός τους απαντούσε, «Μπα, ακόμα είναι νωρίς…». Μα περάσανε τα χρόνια κι όταν έβλεπε παιδιά, σκεφτικός μονολογούσε, «Τώρα πια είναι αργά…».
Κι αφού διάδοχο δικό του δεν απόκτησε ποτές, βάφτισε το γιο ενός φίλου, να ‘χει κάτι να ασχολείται το πρωί τις Κυριακές. Πήγαινε μαζί του βόλτες, βγαίνανε στο σινεμά, ώρες πέρναγαν στις κούνιες, του αγόραζε γλυκά.
Του είχε δώσει το όνομά του, έτρεμε μήπως χαθεί. Μην πεθάνει κι απ’ τον κόσμο σβήσει και εξαφανιστεί. Έτσι οι δύο Δημητράδες, ο μεγάλος κι ο μικρός, κάνανε καλή παρέα, τους χαιρόταν κι ο Θεός.
Μα ο Διάβολος μισούσε τέτοια σχέση πατρική, κι είπε να αναστατώσει του νονού τη λογική.

Έτσι, ένα μεσημέρι, όπως επιστρέφανε στους γονείς του Δημητράκη, που τον περιμένανε, μπήκε μια κακιά ιδέα στου Δημήτρη το μυαλό κι είπε, «Όχι, ρε γαμώτο! Γιατί εκείνοι κι όχι εγώ;».
«Που πηγαίνουμε, νονέ μου;» τον ρωτούσε ο μικρός. «Στο αμάξι», του απαντούσε, «θα χαλάσει ο καιρός.»
Και τον βάζει μες στο αμάξι και τον πάει μακριά κι έκλαιγε το αγοράκι, «νονέ, θέλω τη μαμά!».
Κι η μαμά ανησυχούσε, τα ‘βαζε με τον μπαμπά, «Που τον πήγε ο βλαμμένος; Θα κρυώσει η τηγανιά!». Μα ο μπαμπάς είχε θυμώσει κι έλεγε, «Όχι, δε μπορεί! Δούλευα όλη τη βδομάδα. Πάει και η Κυριακή…».
Έτσι οι δύο Δημητράδες έφτασαν στην Αφρική, που κανέναν δεν γνωρίζαν. Δεν τους ήξεραν εκεί.
«Γιατί κλαίει ο μικρούλης;», ρώταγαν οι Αφρικανοί. «Έφαγε πολλές μπανάνες και η κοιλίτσα του πονεί!»

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

μισή ερώτηση

Με ρωτούν,
στ’ αλήθεια,
τι είναι αυτό,
που κάθε βράδυ έρχεται
γλυκά και με σκοτώνει.

Ενδιαφέρονται οι άνθρωποι,
ρωτούν,
θέλουν να μάθουν.
Το ενδιαφέρον με τιμά -
εντάξει, υπάρχω ακόμα.
Με συγκινεί η απορία τους -
όχι, δεν είμαι μόνος.
Μου αρέσει η θέληση να μάθουνε -
συγνώμη, αλλά δεν είσαστε εγώ,
είστε άλλη ιστορία.

Ρωτούν οι άνθρωποι.
Επιμένουνε.
Μα δε μπορώ να μη το πω,
πάντα ξεχνούνε κάτι.
Αυτό που κάθε βράδυ έρχεται,
για τους γνωστούς τους λόγους,
έρχεται πάλι το πρωί
μες στα άγρια χαράματα
και πάλι με ανασταίνει.

Με ρωτούν,
στ’ αλήθεια,
τι είναι αυτό,
μα σε μισή ερώτηση,
ολόκληρη απάντηση
πως γίνεται να δώσω;

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

ακόμα και τα σκυλιά

-Πιστεύεις στη μετά το θάνατο ζωή;
-Όχι, διότι δεν πιστεύω καν στο θάνατο.
-Εγώ άλλο σε ρώτησα.
-Το ξέρω, έλα όμως λίγο και στη θέση μου! Πως θέλεις να πιστέψω σε κάτι το οποίο χρονικά τουλάχιστον προσδιορίζεται μετά από κάτι άλλο, το οποίο ούτως ή άλλως δεν πιστεύω πως υπάρχει.
-Δε με βοηθάς.
-Πες μου, τι θες να ακούσεις;
-Θέλω να μάθω, υπάρχει κάτι άλλο ύστερα από αυτό εδώ;
-Τι λέει η θρησκεία σου;
-Λέει πως κάτι υπάρχει για τους πιστούς και τους ενάρετους.
-Και για τους άλλους;
-Και για αυτούς ακόμα, ίσως κάτι λιγότερο ευχάριστο.
-Ωραία! Άρα γιατί προβληματίζεσαι;
-Η αλήθεια είναι πως η ιδέα του να πάω, όταν θα φύγω από εδώ, σε έναν Παράδεισο, όπου θα γίνονται δεκτοί άνθρωποι σαν κι εμένα, δε θα έλεγα πως με συναρπάζει.
-Ε, τότε πήγαινε στην Κόλαση!
-Μα, δεν είναι το ίδιο;
-Ναι, μάλλον δίκιο έχεις.
-Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι ακόμα;
-Και βέβαια μπορείς, αφού, όπως φαίνεται, μάλλον σε ικανοποιεί η άγνοιά μου.
-Ισχύει και στα κατοικίδια ότι και στους ανθρώπους;
-Τι εννοείς;
-Υπάρχει και για αυτά ζωή μετά τον θάνατο;
-Δεν ξέρω! Τι σε νοιάζει;
-Πως τι με νοιάζει; Είχα ως τώρα τέσσερα σκυλιά κι αυτό είναι το πέμπτο. Θέλω να ξέρω αν εκεί, στην Κόλαση ή στον Παράδεισο, θα πρέπει εγώ όλα να τα φροντίζω.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

δυο μπύρες

Το καλοκαίρι του 1994 έδωσα για δεύτερη φορά Πανελλήνιες και πέρασα στη Νομική Αθηνών. Κάπου στα τέλη Ιουλίου νομίζω ήταν που βγήκαν τα αποτελέσματα και αφού η βαθμολογία που είχα συγκεντρώσει ήταν αρκετά ψηλότερη από τη βάση της σχολής του προηγούμενου έτους, πήρα τη μητέρα μου και κατεβήκαμε να ψάξουμε για σπίτι.
Θυμάμαι πως ταξιδέψαμε με το τραίνο, μα δε θυμάμαι το γιατί. Φτάσαμε αργά το βράδυ και πήραμε ταξί από το σταθμό Λαρίσης. Όταν μας ρώτησε ο ταξιτζής που θέλουμε να μας πάει, πετάχτηκα εγώ και του απάντησα, στη Σόλωνος στη Νομική. Αφού κάναμε μια βόλτα δίχως νόημα στην άγνωστη τότε ακόμα περιοχή, βρήκαμε ένα μικρό ξενοδοχείο στα σύνορα Εξαρχείων και Κολωνακίου και εκεί διανυκτερεύσαμε. Μέχρι να κοιμηθούμε, η μητέρα μου ξεφύλλιζε μια εφημερίδα με αγγελίες κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι.
Φάγαμε περίπου μια βδομάδα αναζητώντας το ιδανικό φοιτητικό διαμέρισμα και τελικά νοικιάσαμε εκείνο που είχαμε δει πρώτο – ένα μοτίβο που στη συνέχεια θα επαναλαμβανόταν διαρκώς στην ενήλικη πια ζωή μου.
Όχι πως ήταν άσχημα τα άλλα διαμερίσματα. Μόνο που από το καθένα όλο και κάτι έλειπε – συνήθως έλειπαν σε διακοπές οι ιδιοκτήτες τους. Ίσως να έφταιγαν και οι αλαζονικές νεανικές μου απαιτήσεις. Θυμάμαι κάποιο ημιυπόγειο κάπου ψηλά στη Μαυρομιχάλη. Ήταν φτηνό και άνετο και είχε και έναν ωραίο κήπο από πίσω, αλλά εγώ έλεγα, μα τώρα σε ημιυπόγειο θα μείνω; Η γιαγιά που μου το έδειξε προσπάθησε στ’ αλήθεια να με πείσει. Και ως ύστατο μάλλον επιχείρημα μου είπε πως η ίδια μένει από πάνω ακριβώς και πως θα μου έφτιαχνε καφέ κάθε πρωί.
Όχι πως ήταν το ιδανικό αυτό που τελικά νοικιάσαμε. Από το πρώτο κιόλας εξάμηνο ήδη θα το μισούσα. Και πάντοτε θα το αντιμετώπιζα ως κάτι το προσωρινό. Και τελικά θα ζούσα μέσα σε αυτό έξι ολόκληρα –έστω και ακαδημαϊκά- χρονάκια.
Το τελευταίο βράδυ, πριν επιστρέψουμε στο Βόλο, άφησα τη μητέρα μου -τα είχε φτύσει από το πολύ περπάτημα- στο δωμάτιο και πήγα να πάρω κάτι για να φάμε. Έφτασα ως τα Goody’s που είναι απέναντι από το Πολυτεχνείο, αν και υπήρχαν πολλά άλλα φαγάδικα κοντά στο ξενοδοχείο μας. Το μαγαζί ήταν άδειο και πίσω από τον πάγκο υπήρχε μια όμορφη μελαχρινή. Ενώ έδινα την παραγγελία μου, διάβασα το όνομά της στο καρτελάκι που είχε καρφιτσωμένο πάνω στο πουκάμισο. Χαρά. Αυτή μπορεί και να νόμισε ότι κοιτούσα τα βυζιά της. Της είπα το δικό μου όνομα, χωρίς να με ρωτήσει και στη συνέχεια ενώ μασούλαγα στα όρθια το χάμπουργκερ, της διηγήθηκα στα γρήγορα την ιστορία της τότε μελλοντικής ζωής μου. Εκείνη δεν ήταν και τόσο ομιλητική. Της πρότεινα να την κεράσω μια μπύρα και μου απάντησε πως έχει δουλειά ακόμα, αν και βάζω στοίχημα πως μετά από εμένα άλλος πελάτης δεν πάτησε εκείνο το βράδυ. Φεύγοντας της είπα, θα τα λέμε, άλλωστε θα μένω εδώ κοντά, κι εκείνη έβαλε τα γέλια.
Ύστερα περιπλανήθηκα για λίγο μέσα στα στενά, ώσπου σταμάτησα σε ένα μπαρ, την Ίντριγκα, όπου και κάθισα και ήπια δύο μπύρες. Μία για μένα και μία για τη Χαρά.
Όταν έφτασα πια πίσω στο δωμάτιο, η μητέρα μου είχε ήδη αποκοιμηθεί. Άφησα το φαγητό της πάνω στο κομοδίνο και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Πρέπει να πέρασα αρκετή ώρα κοιτάζοντας και πάλι το ταβάνι και μέχρι να με πάρει ο ύπνος και εμένα.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

η βραχοανεμώνη

Κάποτε ήταν μια ανεμώνη άγρια που ήταν ερωτευμένη με ένα βράχο. Αντί να πάει μαζί με τα άλλα τα λουλούδια του αγρού, αντί να πάει και να χωθεί βαθιά μέσα στο δάσος, πήγε και φύτρωσε πάνω στη λεία και σκληρή του επιφάνεια. Και από εκεί της άρεσε να βλέπει όλο τον κόσμο.
Κάθε πρωί ο βράχος και το αγριολούλουδο βγαίνανε μαζί από το όνειρο. Άλλοτε αυτή τριβόταν πάνω του και έτσι τον αναστάτωνε, άλλοτε αυτός έτρεμε σα να γίνεται σεισμός και την ξυπνούσε.
Κάποια στιγμή ο βράχος μες στην τρέλα του γυρνάει με τη βραχώδη τη φωνή του και της λέει, «τι λες κορίτσι μου, δε φεύγουμε;».
«Να φύγουμε; Που θα ‘θελες να πάμε;»
«Δεν ξέρω. Κάπου άλλου. Πάμε να ταξιδέψουμε!»
«Πως θα το κάνουμε αυτό; Καλά εγώ, είμαι αγριολούλουδο. Με παίρνει ο αέρας και με πάει. Εσύ, που είσαι βράχος, μεγάλος και βαρύς, πως θα τα καταφέρεις;»
«Να μη σε νοιάζει! Θα πάρει και εμένα ο αέρας σου. Ξέρει ο αέρας από αυτά. Ασ’ τον να κάνει τη δουλειά του!»
Και έφυγε το αταίριαστο ζευγάρι και ταξίδεψε. Και πήγε μέχρι τα σύνορα του κόσμου. Κι έβλεπε ο κόσμος τους ταξιδιώτες τους παράξενους και ζήλευε, μα απ’ την κακία του μουρμούραγε, «πάνε αυτοί, τους πήρε τα μυαλά τους ο αέρας…».
Και κάποια μέρα επιστρέψανε στο ίδιο το σημείο. Τα έχει αυτά ο κόσμος μας, ο στρογγυλός, όσο μακριά κι αν θες να πας, πάντα στα ίδια μέρη καταλήγεις.
Μα η ανεμώνη αυτό δεν το κατάλαβε. Ήθελε να γνωρίσει κι άλλους κόσμους. Κι ο βράχος, που χατίρι δεν της χάλαγε, της λέει, «κρατήσου πάνω καλά, θα πάμε στο φεγγάρι!»
«Τι λες; Δε γίνονται αυτά! Αφού το ξέρεις, μακριά από τον πλανήτη μας αέρας δεν υπάρχει.»
«Κοίτα ψηλά στον ουρανό! Κοίτα καλά και πες μου! Τι είναι όλα αυτά που κρέμονται πάνω από τη γη μας;»
«Πλανήτες και αστερισμοί, ξέρω το μάθημά μου!»
«Αυτά τα λένε οι σοφοί. Τα λένε αυτοί που ξέρουν. Εγώ, ο βράχος ο χαζός, γνωρίζω κάτι άλλο. Όλα τα ουράνια σώματα, οι ήλιοι, τα αστέρια, βράχια είναι μόνο, όπως κι εγώ. Πέτρες και τίποτα άλλο.»
«Τότε, γιατί είναι όλα λαμπερά κι εσύ είσαι σκοταδένιος;»
«Γιατί έχουν όλα πάνω τους κάποιο άγριο λουλούδι. Μαζεύει αυτό αέρα από τις ρίζες του και δίνει φως για αντάλλαγμα στην επιφάνεια του. Κι έτσι μπορούνε και οι δυο να ζουν ταυτόχρονα μαζί και να γλεντάνε χώρια.»
«Βλάκα! Δε σε πιστεύω! Πείσε με!»
«Αυτό ήθελα να ακούσω!»
Κι αμέσως απογειωθήκανε στο άπειρο ταξίδι. Κι ο κόσμος που έβλεπε να χάνονται ψηλά στο γαλαξία, κουνούσε το κεφάλι του και έλεγε μονάχα, «πάνε αυτοί, ξεχάστε τους, ο αέρας τους κατάπιε…».
Όσο όμως κι αν προσπάθησε ο κόσμος να ξεχάσει, πάντα θα υπάρχει εκεί ψηλά μια βραχοανεμώνη, να του θυμίζει πως ο αέρας όλα τα μπορεί κι όλα τα καταφέρνει. Άλλους τους σπρώχνει στο κενό, άλλους τους πάει στα ουράνια. Μόνο που επειδή είναι αόρατος, λίγοι άνθρωποι τον βλέπουν. Κι εκείνοι που τον νιώθουνε, δεν ξέρουν πάντα προς το που εκείνους τους πηγαίνει.
Και είναι και κάποιοι ελάχιστοι που δεν τους νοιάζουν όλα αυτά και πάντα πάνε ανάποδα και στον αέρα κόντρα. Σηκώστε το κεφάλι σας ψηλά, ψάξτε καλά στον ουρανό και κάπου θα τους δείτε.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

la música nocturna

Σε εκείνην πάντα άρεσε
να ακούν τα βράδια μουσική,
σαν πέφταν στο κρεβάτι.
Εκείνος τα όνειρά της ήθελε
μονάχα να ακούει.
Κάπου εκεί ανάμεσα,
στη μουσική και στο όνειρο,
τη βρήκανε τη λύση.

Εκείνος δεν ξανακοιμήθηκε ποτέ
κι εκείνη μόνο στο εξής τραγούδια ονειρευόταν.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

η βρωμικούλα

Κάποτε ο κόσμος ήταν καθαρός. Κανείς δε γνώριζε η βρωμιά στ’ αλήθεια τι σημαίνει. Όλοι ήταν άψογοι, σωστοί και τακτικοί. Ψεγάδια και ατέλειες στον κόσμο δεν υπήρχαν.
Οι άνθρωποι τότε, σε αυτή την απαστράπτουσα εποχή, δεν καθαρίζανε τα σπίτια τους ποτέ. Το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα ήταν ακόμα άγνωστες τελείως εφευρέσεις. Κι οι άρχοντες των πόλεων ούτε που νοιάζονταν ποτέ οι δρόμοι τους να είναι καθαροί, πολύ απλά γιατί δεν ξέραν καν τι είναι τα σκουπίδια.
Όλοι φορούσαν πάντα ρούχα λευκά και ατσαλάκωτα. Κι ούτε που τα έπλεναν ποτέ, αφού δεν ήξεραν πως θα μπορούσαν αυτά να τα λερώσουν.
Μέχρι που μία μέρα, κάπου, σε μία πόλη του βορρά, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι. Από τη πρώτη μέρα, όπως ήταν φυσικό, όλοι υποψιάστηκαν πως ίσως κάτι δεν πήγαινε καλά με ετούτη την πρασινομάτα. Μα μέσα στου κόσμου το πεντακάθαρο μυαλό, πως θα μπορούσε, άραγε, να γίνει κατανοητή η απειλή που το μωρό εκείνο κουβαλούσε;
Ήταν μόλις ολίγων ημερών, όταν εκεί που έτρωγε η μικρή την βρεφική τροφή της, έδωσε μια, έτσι στα ξαφνικά, και αναποδογύρισε το πιάτο της, λερώνοντας το καροτσάκι της, το πάτωμα, τα ρούχα της ακόμα και την ίδια τη μαμά της. «Τι ήταν αυτό;», ρώτησε έντρομη η μαμά του κοριτσιού του άντρα της, μα αυτός, μέσα στη πάλλευκή του άγνοια, γούρλωσε έκπληκτος τα μάτια.
Λίγους μήνες μετά, σε κάποια γιορτή οικογενειακή, ήρθε το δεύτερο σημάδι. Εκεί που ήταν όλο το σόι και οι φίλοι τους τριγύρω από το τραπέζι και γλεντούσανε, φροντίζοντας μη πέσει ούτε ψίχουλο στο πάτωμα και τα χαλάσει όλα, απλώνει το χεράκι η μικρή και πιάνει ένα μπουκάλι.
«Προσέξτε! Το κόκκινο κρασί!», ίσα που πρόλαβε κάποιος από την παρέα να φωνάξει, πριν βάψει το κορίτσι το τραπέζι τους στου πανικού το χρώμα.
Όσο περνούσε ο καιρός και το παράξενο μωρό γινότανε κορίτσι, τόσο και οι λεκέδες που άφηνε διαρκώς ξοπίσω του μεγάλωναν μαζί του. Κι όσο οι δικοί του, που το αγάπαγαν, κατάφερναν να συγκρατήσουν μες στο σπίτι τους το βρωμερό του μυστικό, τόσο το σκάνδαλο περίμενε αναπόφευκτο, μέχρι να κλείσει τα πέντε η μικρή και πάει στο σχολείο.
«Τι έκανες πάλι, ρε παιδάκι μου;», τη μάλωνε η δασκάλα της, κάθε φορά που αυτή μουτζούρωνε τους τοίχους, τα θρανία ακόμα και τους καημένους τους συμμαθητές με τις μπογιές της, που ως τότε προορίζονταν μονάχα για να αναπαριστούν την αψεγάδιαστη πραγματικότητα του κόσμου.
Κι όπως φοβήθηκαν τα άλλα τα παιδιά από τη συμπεριφορά αυτή την ασυνήθιστη της άταχτης της βρωμικούλας, έτσι και οι γονείς τους τελικά τρομάξανε, μήπως κολλήσουν το σκουπιδιάρικο μικρόβιο οι άσπιλοι απόγονοί τους.
Μέχρι που έφτασε η είδηση στα αυτιά των πάναγνων και αμόλυντων αρχόντων. Κι αμέσως έκαναν συμβούλιο και είπανε, «όχι, δεν πάει άλλο!».
Μα πριν προλάβουν να βγάλουν την απόφαση και να της επιβάλουν κάποια από τις προβλεπόμενες λευκές τους τιμωρίες, μόνο του το κορίτσι ξεσηκώθηκε, αφού άλλη καταπίεση στ’ αλήθεια δε μπορούσε.
«Να πάτε να λεκιαστείτε όλοι σας!», φώναξε με όλη της τη δύναμη, ζαρώνοντας και τσαλακώνοντας με μιας ολόκληρη την πόλη.
«Γιατί φωνάζεις;», τη ρώτησε κάποιο αγόρι, που περνούσε από εκεί.
«Κι εσένα, τι σε νοιάζει;»
«Πως τι με νοιάζει; Τώρα μόλις είπες “όλοι σας”. Άρα μιλούσες και σε μένα.»
«Βαρέθηκα τον κόσμο αυτόν τον καθαρό! Θέλω να φύγω! Φεύγω!»
«Δεν έχει πλάκα, συμφωνώ. Κι εγώ δεν τον γουστάρω.»
«Τι λες; Μα εσύ είσαι ίδιος, σαν κι αυτούς. Πιο καθαρός από όλους.»
«Ναι, άλλα έχω βρώμικο μυαλό. Θέλεις να σου το δείξω;»
«Μη λες χαζά! Είμαι μικρή! Αν σε άκουγε ο μπαμπάς μου…»
«Μάλλον με παρεξήγησες. Άλλο είναι αυτό που εννοώ. Κι έπειτα, τι πάει να πει “μικρή”. Αυτά είναι μικροαστικά, τέτοια που λένε οι καθαροί. Σε σένα δεν ταιριάζουν.»
«Τότε, πάμε να φύγουμε μαζί! Εγώ, πάντως, δε μένω.»
«Να φύγουμε, να πάμε που; Παντού τα ίδια είναι. Εγώ θα σου έλεγα να κάτσουμε, να τους λερώσουμε όλους. Να δώσουμε στον κόσμο ένα μάθημα, να έχει να μας θυμάται.»
«Είσαι λίγο περίεργος, μα πάντως έχεις πλάκα.»
Και τη συνέχεια νομίζω πως την ξέρετε. Κι όσοι από εσάς δεν καταλάβατε, ρίξτε μονάχα μια ματιά στα ίχνη που άφησε ο καφές σας πάνω σε ετούτο το χαρτί ή έστω στη σκόνη που μαζεύτηκε στο πληκτρολόγιό σας.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

happy, alone, together

Και να σου πω και κάτι;

Είδα πολλά και διάφορα,
μα όχι, όχι, δεν είναι αυτό το θέμα.

Είναι που πρόλαβα να δω τόσα πολλά
κι ύστερα ήρθε η εικόνα σου και μου έκλεψε τα μάτια.

Κι όμως, και πάλι τα κατάφερα,
είδα ακόμα κάτι.
Για την ακρίβεια, το είδαμε μαζί,
θυμάσαι, δε θυμάσαι;
Είδα πως γίνεται το μόνος μου με το μαζί σου να ταιριάξει.
Το βλέπω ακόμα, δηλαδή.
Για την ακρίβεια, ετούτη τη στιγμή, δε βλέπω κάτι άλλο.

Εσύ τι βλέπεις;
Που κοιτάς;
Θέλεις να δεις, δε θέλεις;

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Happy/Together

είδα πολλά

Είδα τον ήλιο να ανατέλλει ανάποδα,
πρώτα τα πόδια και ύστερα το πύρινο κεφάλι.
Είδα τη νύχτα εκείνη με τα δυο φεγγάρια στο Μπορντώ,
Τους ξύπνησα όλους να μοιραστούμε το παράξενο το θέαμα,
κι αυτοί μου λέγαν, "πέσε για ύπνο, φίλε, θα περάσει."
Είδα τον άνθρωπο γυμνό με μια ομπρέλα να περιμένει έξω από το σπίτι μου.
Του φώναξα περίμενε, μα χάθηκε, μέχρι να ξεκλειδώσω.
Είδα σειρήνες, λάμιες, γοργόνες να κουλουριάζονται τριγύρω από τον ύπνο μου.
Είδα τσακάλια κι αετούς να τρώνε τα όνειρά μου.
Είδα το φως, τον Αύγουστο του 2011,
και τότε ήταν που κατάλαβα τι πάει να πει σκοτάδι.
Είδα πολλά, αλλά δεν πίστεψα.
 Περπάτησα μέχρι την άλλη άκρη της αυλής,
είδα ξανά και είπα, "εντάξει, ίσως."

Είδες; Εγώ στα λέω όλα.
Για πες μου τώρα και εσύ, αλήθεια, τι σε τρομάζει πιο πολύ;
Όλα αυτά που έχω δει
ή που μαζί με όλα αυτά
είδα κάποια στιγμή κι εσένα;

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

τα βράδια τους

Κάπου βαθιά στη ρώσικη έρημη ενδοχώρα υπάρχει, λένε, ένα χωριό άδειο, χωρίς κατοίκους. Όσοι έμεναν κάποτε εδώ μια μέρα έλαβαν την εντολή τα σπίτια τους να αφήσουν και με τη βία όλοι μεταφέρθηκαν σε μία πολυκατοικία σκοτεινή, σε κάποια γειτονιά της Μόσχας.
Εκτός από ένα μικροσκοπικό δωμάτιο και μια δεσμίδα ρούβλια, δόθηκε επίσης σε όλους τους η σιδερένια συμβουλή, "ξεχάστε για πάντα το χωριό σας!"

Κάποια στιγμή, χρόνια πολλά αργότερα, σε κάποια χαραμάδα αλλαγών, από αυτές που κάνουν τον κόσμο να πιστέψει πως ίσως πράγματι κάτι μπορεί και να αλλάξει, δυο άντρες μορφωμένοι, έφυγαν για να ταξιδέψουνε καβάλα στον Υπερσιβηρικό μέχρι το μακρινό Πεκίνο.
Σε έναν σταθμό, εκεί στα βάθη της ανατολής, νόμισαν πως ίσως προλαβαίνουνε του ταλαιπωρημένου τους συρμού τη διακοπή την ολιγόωρη -σε αυτά τα μέρη του χρόνου το αστείο είναι συχνά κακόγουστο- και βιαστικά κατέβηκαν να πάρουν λίγο γάλα. Μα όταν γυρίσαν πίσω στο σταθμό, το τρένο είχε φύγει.
"Τι ώρα περνάει το επόμενο", ρώτησαν το σταθμάρχη.
"Αυτό ήταν το επόμενο", απάντησε εκείνος.
Άρχισαν να περιπλανιούνται στο χωριό, μήπως και βρουν κάπου τη νύχτα να περάσουνε, μα έκπληκτοι γρήγορα ανακάλυψαν, πως πέρα από τρεις-τέσσερις πιωμένους σιδηροδρομικούς, άνθρωποι δεν υπήρχαν. Γυρίσανε στο μαγαζί, εκεί που είχαν αγοράσει γάλα για να ζητήσουνε βοήθεια από τη γρια μπακάλισσα, αφού τους φάνηκε ότι τους είχε λιγάκι συμπαθήσει.
"Έχεις, γιαγιάκα, κανένα μέρος για να μείνουμε;" ρωτήσανε οι δύο μορφωμένοι. Και η σεβάσμια γερόντισσα, ανέκφραστη έβγαλε μπροστά τους και ακούμπησε ακόμα δυο μπουκάλια.
Όμως, την ώρα που απογοητευμένοι έβγαιναν ξανά έξω στο δρόμο, την άκουσαν να λέει: "Να πάτε στο σχολείο, παλικάρια μου. Εκεί κοιμούνται όλοι."
"Και το σχολείο προς τα που είναι, γιαγιά;" Μα για αλλή μια φορά, αυτή αντί για τη σωστή απάντηση, πάνω στον πάγκο της ακούμπησε ακόμα λίγο γάλα.
Κι ενώ σιγά-σιγά τα σπίτια του χωριού εξαφανίζονταν μες στο παχύρρευστο σκοτάδι, οι δύο ξένοι όλο και βυθίζονταν μες στην απελπισία. Ώσπου, κάποια στιγμή, νομίσανε πως άκουσαν φωνές από παιδάκια. "Μάλλον θα είναι η φαντασία μας", σκεφτήκανε κι οι δύο, αλλά τις ακολούθησαν το θαύμα κυνηγώντας.

Το άλλο πρωί, οι επιβάτες στο πρωινό το δρομολόγιο, ξαφνιάστηκαν πολύ μόλις αντίκρισαν τους υπαλλήλους του σταθμού. "Τι κέφι! Τι ευχάριστη διάθεση! Μα πως τα καταφέρνουν και είναι τόσο γελαστοί αυτοί οι άνθρωποι εδώ στην ερημιά του κόσμου; Αλήθεια, πως περνούν τα βράδια τους; Με τι διασκεδάζουν;"