Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

«ο Γιάννης Αντάμης ανακάλυψε περιπλανώμενος στη Μαδρίτη…»

Στις 22 Ιουνίου του 2012, κι ενώ περπατούσα παρέα με τη φωτογραφική μου μηχανή στα στενά του Lavapiés, είχα την τύχη να πέσω πάνω σε μια περίεργη επιγραφή μιας μάλλον μπυραρίας, την οποία προφανώς και φωτογράφισα και στη συνέχεια, όταν γύρισα στο σπίτι όπου έμενα, στην Calle de Leganitos, αμέσως την ανέβασα στο Facebook. Στ’ αλήθεια, δεν περίμενα τον επακόλουθο καταιγισμό σχολίων, κοινοποιήσεων (πάνω από 500) και εκφράσεων επιδοκιμασίας (like). Όπως επίσης δε θα μπορούσα καθόλου να προβλέψω πως εξαιτίας εκείνου του ηλεκτρονικού χαμού θα έβρισκα από σπόντα τίτλο για το βιβλίο μου αυτό, που ακόμα τότε δεν είχε γεννηθεί ούτε ως επιπόλαιη ιδέα.
Εν πάσει περιπτώσει, και χάρις στην ευγενική προσέγγιση του doctv.gr και της κυρίας Κάραλη, που έσπευσαν να μου ζητήσουνε την άδεια να αναπαραγάγουν το ακούσιο μου «φωτορεπορτάζ» (οι πιο πολλοί δε μπήκαν στον κόπο καν να με ρωτήσουν), κατάφερα να κάνω, ας πούμε, μια κάπως δημοσιογραφική επιτυχία, που ασφαλώς ουδέποτε επιδίωξα. Η όλη ιστορία αυτή με οδήγησε αναπόφευκτα να βγάλω κάποια συμπεράσματα –ή έστω να επιβεβαιώσω αυτά που ήδη υποψιαζόμουν- σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα μας, αφού είδα όλα τα site και τα blog, που ακολούθως προβάλανε το θέμα, να προσθέτουν κάθε φορά σε αυτό και μια δικιά τους σάλτσα-πληροφορία, πλειοδοτώντας σε υπερβολή και τερατολογία (οπότε μπορείτε να φανταστείτε περίπου τι συμβαίνει με άλλα σοβαρότερα ζητήματα).
Πάντως, από όλα αυτά κάτι έμεινε στο τέλος, το οποίο και επισημοποίησε, με τρόπο μάλλον κωμικό, τη σχέση μου με τη Μαδρίτη. Ακόμα και τώρα (χωρίς πλάκα – δοκιμάστε το!), αν κάποιος «γκουγκλάρει» μαζί τις λέξεις «ανακάλυψε» και «περιπλανώμενος», μοιραία θα πέσει πάνω και στους δυο μας.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

LastTapes05: Έφαγα πολύ και gothica

Αυτή τη φορά ο όγκος των αποσκευών δε μου άφηνε μεγάλα περιθώρια. Θα ταξίδευα, μετά από πολύ καιρό, ξανά αεροπορικώς, οπότε έπρεπε μοιραία να διαλέξω. Ή ένα μεγάλο βιβλίο και χορταστικό, σαν το αχρείαστο μαύρο κουτί του αεροσκάφους της Iberia, ή πέντε-έξι μικρά και περιεκτικά, σαν τις οδηγίες προς τους αεροναυτιλλομένους που οι εταιρίες τοποθετούν σαδιστικά στις μάρσιπους των καθισμάτων τους – μην τις διαβάσετε ποτέ, θα σας αγχώσουν ακόμα περισσότερο. Προτίμησα το πρώτο. Έτσι, μια μέρα πριν την αναχώρηση, πήγα και προμηθεύτηκα τον «Μέλμοθ», συνεκτιμώντας αφενός ότι το κύριο μέρος της δράσης-περιπλάνησης εκτυλίσσεται στην χώρα προορισμού μου αφετέρου ότι ο συγγραφέας είχε εκ προοιμίου αποδώσει στο βασικό του ήρωα τον τίτλο του «περιπλανώμενου» («wanderer»), πράγμα που, αν μη τι άλλο, ένιωθα πως μου έκλεινε το μάτι.

Μα επειδή, για λόγους που είναι δύσκολο να αναπτύξω σε αυτό εδώ το κείμενο, η εικοσαήμερή μου περιπλάνηση περιορίστηκε αυστηρά στις calles τις Μαδρίτης, θα πράξω αναλόγως και σε αυτό το τρέχον αφιέρωμα. Και έτσι, ως ταξιδιώτης περίπου αταξίδευτος, θα περιπλανηθώ, όσο μου επιτρέπεται (και όσο φτάνει το μυαλό μου, φυσικά), σε αυτό που ονομάζεται gothic λογοτεχνία. Ιδού, λοιπόν, εννιά βιβλία «γοτθικά», «νεογοτθικά» και «ψευτογοτθικά», που διάβασα και για τα οποία ίσως και να μπορέσω τελικά να πω δυο-τρία λόγια:

jeden: Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος, του Charles R. Maturin (Gutenberg 2011, μετάφραση Χαρά Σύρου). Η ιστορία μέσα στην ιστορία μέσα στην ιστορία... μέσα στην Ιστορία! Το βιβλίο αυτό, που από πολλούς θεωρείται ως η βίβλος της γοτθικής λογοτεχνίας, αποτίει φόρο τιμής σε μια από τις δημοφιλέστερες φανταστικές μορφές της ευρωπαϊκής λαϊκής κουλτούρας: Τον «Περιπλανώμενο Ιουδαίο». Το πρόσωπο αυτό, που λόγω κάποιας θείας ευλογίας ή κατάρας (οι γνώμες διίστανται και η διάσταση αυτή θα συνοδεύει στο εξής το σύνολο σχεδόν των απέθαντων θρύλων), είναι καταδικασμένο να ζει για πάντα και να περιπλανιέται (προφανώς για το ξεκάρφωμα) σε όλη τη γη έως δευτέρας παρουσίας. Οι αλλεπάλληλες εγκιβωτισμένες αφηγήσεις και οι διαδοχικοί εγκυβοτισμένοι (όχι, δεν υπάρχει τέτοια λέξη!) ήρωές τους συνθέτουν ένα ανεπανάληπτο ερεβώδες και εφιαλτικό μωσαϊκό, από το οποίο δε λείπουν ωστόσο και κάποιες σπαρταριστές αναλαμπές - ακόμα γελάω με το σχέδιο εκχριστιανισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διά της μεθόδου της «πυραμίδας». Ο συγγραφέας, παρά την Ιρλανδική του καταγωγή (υπήρξε θείος ή κάτι τέτοιο του Oscar Wilde και μάλιστα ο διάσημος συγγενής του χρησιμοποίησε το όνομα «Melmoth» για λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του από το Reading), άφησε πίσω του τα σαγηνευτικά μυστήρια του νησιού του, προτιμώντας να χτίσει το κύριο μέρος της δράσης του μυθιστορήματος στη μεσαιωνική Ισπανία. Ο στόχος του υπήρξε νομίζω προφανής. Αντιπαραθέτοντας τον απόκοσμο αντιήρωά του από τη μία και την Καθολική Εκκλησία από την άλλη, δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να πετάξει το μπαλάκι στον αναγνώστη, καλώντας τον να κρίνει ο ίδιος τι είναι αυτό που του εμπνέει το φόβο περισσότερο. Το κακό καλό ή το καλό κακό; Πολλά συγχαρητήρια στην μεταφράστρια και ειλικρινή βιβλιοφιλική ευγνωμοσύνη στον κύριο Χριστοδούλου (επιμελητή της σειράς), ο οποίος, είκοσι χρόνια μετά το «Moby-Dick», βρίσκεται ξανά πίσω από μια σπουδαία εκδοτική αποκάλυψη!

dwa: Φρανκενστάιν, της Mary Shelley (Στοχαστής 1995, μετάφραση Θάνος Σακκέτας). Καλοκαίρι του 1816. Η πιο εκκεντρική τρελοπαρέα της εποχής μαζεύεται σε μια βίλα πλάι στη λίμνη της Γενεύης και γλεντά επινοώντας φρικιαστικές ιστορίες. Κάποια στιγμή ένας από τους τέσσερις γλεντζέδες πετάει την ιδέα: Γιατί δε γράφει ο καθένας μας από μια ghost story, να δούμε ποιος το κατέχει το θέμα περισσότερο; Ο Byron ή ο Polydori (ή και οι δυο μαζί ή και κανένας από τους δυο) γράφει (ή γράφουν) το «Βαμπίρ». Ο Shelley ξεχνιέται χαζεύοντας έξω από το παράθυρο τα σύννεφα της Ελβετίας και η καλή του αρχίζει να δημιουργεί το μυθιστόρημα που θα επηρεάσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο τη μετέπειτα λογοτεχνία (και το σινεμά) του τρόμου και του φανταστικού. Η ιστορία είναι πλέον αρκετά γνωστή και εμπεδωμένη, ενώ ο θρύλος που αυτή γέννησε μοιραία αναβίωσε πολλές φορές στους δυο αιώνες που ακολούθησαν, κάθε φορά που οι πρόοδοι της καλπάζουσας επιστήμης έρχονταν σε σύγκρουση με τις όποιες επιταγές της όποιας ηθικής. Ωστόσο, αμφιβάλλω πολύ για το εάν οι σύγχρονοι αναγνώστες έχουν ρίξει, έστω και μια ματιά, στο κείμενο αυτού του «βλάσφημου» βιβλίου, το οποίο εκτός από ένα από τα δυο πιο διάσημα αριστουργήματα (μαζί με το «Δράκουλα» του Bram Stoker) της γοτθικής φιλολογίας, αποτελεί και έναν ύμνο στο όραμα του ρομαντισμού και στην ακατανίκητη διάθεση του ανθρώπου για υπέρβαση. Άλλωστε νομίζω ότι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου τα λέει όλα: «Frankenstein or The Modern Prometheus».

trzy: Το Πηγάδι και το Εκκρεμές, του Edgar Allan Poe (Αιγόκερως 1999, μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ). Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύτηκα να καταλήξω σε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, προκειμένου να αναφερθώ στον αδιαφιλονίκητο πατέρα του american-gothic. Το σύνολο του έργου του συνιστά από μόνο του ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ιστορία του εν λόγω ρεύματος, ενώ ο ίδιος ο Poe, τόσο με τα γραπτά του όσο και με τη ζωή του την ίδια, διάνοιξε νέα σκοτεινά μονοπάτια, επηρεάζοντας όλες σχεδόν τις μορφές της τέχνης που αγαπούν τα τρομερά και τα αλλόκοτα. Προτίμησα τελικά να «θυμηθώ» το διήγημα αυτό (στην προτεινόμενη έκδοση συμπεριλαμβάνονται άλλα έξι διηγήματα), κυρίως επειδή ο «Μέλμοθ» με οδήγησε σε αυτό συνειρμικά και μου έδωσε την αφορμή να το ξαναδιαβάσω. Πάρτε λίγο: «…έρχονταν συχνά στιγμές που έλπιζα να τα καταφέρω, έρχονταν σύντομες, πολύ σύντομες στιγμές, που ξανάφερνα στη μνήμη μου κάποια θύμηση, που , όπως συχνά με διαβεβαίωνε μετά το λογικό μου, όταν έγινε πιο λαγαρό, δεν μπορούσε ν’ αναφέρεται πουθενά αλλού παρά σ’ εκείνη την κατάσταση φαινομενικής ανυπαρξίας. Αυτές οι φευγαλέες αναμνήσεις μιλούσαν αβέβαια για μεγάλες μορφές που με σήκωναν και με κουβαλούσαν προς τα κάτω –σιωπηλά, όλο και βαθύτερα- ώσπου με τη σκέψη της απύθμενης αβύσσου στην οποία βυθιζόμουν, μ’ έπιασε ένας φοβερός ίλιγγος. Μιλούσαν, ακόμα, για μια ακαθόριστη ανατριχίλα που διαπέρασε την καρδία μου, επειδή η καρδιά αυτή είχε γίνει τόσο αφύσικα ήρεμη. Ακολούθησε μια αίσθηση σαν να είχε πετρώσει το καθετί ολόγυρά μου· σαν εκείνοι που με κουβαλούσαν –μια πομπή από φαντάσματα!- να είχαν φτάσει κατεβαίνοντας ως τα σύνορα του απείρου και τώρα είχαν σταματήσει και ξαπόσταιναν. Τότε ακριβώς πρέπει να ένιωσα ένα αίσθημα μούχλας και υγρασίας· κι έπειτα όλα είναι παραλογισμός – ο παραλογισμός μιας θέλησης που θέλει να θυμηθεί το υπεράνθρωπο, το απαγορευμένο.»

cztery: Το Στρίψιμο της Βίδας, του Henry James (Άγρα 2010, μετάφραση Κοσμάς Πολίτης). O 19ος υπήρξε ο χρυσός αιώνας του gothic fiction και το παρακμιακό του fin de siècle έδωσε καινούριες διαστάσεις στο είδος, ωθώντας το ακόμα περισσότερο προς την επικράτεια του παράδοξου. Και αν ο Αμερικανοάγγλος Henry James απέχει από το να χαρακτηριστεί ως η επιφανέστερη μορφή της γοτθικής κουλτούρας, κατάφερε, ωστόσο, να «στρίψει» τη «βίδα» του με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να αναδειχθεί ως η εμβληματική νουβέλα, που συνδέει, όχι μόνο την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή των δύο τελευταίων αιώνων, αλλά και την ανάλογη σκοτεινή μυθολογία που άνθισε στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Η ζοφερή περιπέτεια του Μάιλς, της Φλώρας και της γκουβερνάντας τους σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει σαν μια στερεοτυπική ιστορία τρόμου, αφού περιέχει όλα τα βασικά συστατικά (ένα απομονωμένο αρχοντικό, δυο ορφανά, πολλά φαντάσματα και φυσικά την υπνωτιστική ατμόσφαιρα της αγγλικής επαρχίας). Τελικά, όμως, μέσα από τις κραυγαλέες αμφιλογίες της και τις αλλεπάλληλες παγίδες που στήνει ο συγγραφέας στον ίδιο του τον αναγνώστη -το βιβλίο θα μπορούσε άνετα να περιγραφεί ως μια «φάρσα τρόμου»- συνιστά κάτι πολύ πιο βαθύ από ένα κλασικό μαλλιοτράβηγμα μεταξύ θλιβερής πραγματικότητας και νοσηρής φαντασίας, αγγίζοντας τα όρια της ψυχαναλυτικής προσέγγισης προσώπων και καταστάσεων. Αλήθεια, έχετε προσέξει πως στις πιο τρομακτικές αφηγήσεις (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο) συνήθως πρωταγωνιστούν παιδιά;

pięć: Οι Μαγεμένοι, του Witold Gombrowicz (Νεφέλη 1994, μετάφραση Τασία Χατζη). Και ύστερα από τις Αγγλίες, παλαιά και Νέα, ας πεταχτούμε τώρα λίγο μέχρι την Ανατολική Ευρώπη για μια παρτίδα τένις με τη λογοτεχνία όχι του φανταστικού αλλά της φαντασίωσης. Προσωπικά, οι «Μαγεμένοι» ήταν κάποτε ένα από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα και η ανάμνησή του, από τότε που το έβλεπα να στοιχειώνει τις φοιτητικές κάμαρες στη μακρινή δεκαετία του '90, μου προκαλεί γλυκόπικρα συναισθήματα. Ενδεχομένως να αυθαιρετώ ασύστολα εντάσσοντας το ευφυέστατο αυτό βιβλίο σε ένα αφιέρωμα στη γοτθική λογοτεχνία (και που να δείτε τί σας έχω για μετά...), αλλά θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Gombrowicz εγκλωβίζει την κατά τα άλλα κοσμοπολίτική του αφήγηση μέσα στο κλειστοφοβικό και ανθρωποφάγο περιβάλλον της Πολωνίας του μεσοπολέμου (το οποίο, αναρωτιέμαι, μόνο σε εμένα θυμίζει τη σημερινή εποχή;), προσδίδει στο έργο του αδιαμφισβήτητα κάποια, έστω και sui generis, νεογοτθικά χαρακτηριστικά. Κι έπειτα -ποιος ξέρει;- μπορεί και να υπάρχει υποκατηγορία «polish-gothic» κι εγώ να την αγνοώ (εδώ δεν ξέρω στα πολωνικά ούτε καν ως το δέκα να μετρήσω). Άσχετο, αλλά μια και το θυμήθηκα: Όσοι δεν έχετε επισκεφτεί ακόμα τη Μόσχα, να σας προειδοποιήσω ότι υφίσταται επίσης στυλ «σταλινογοτθικό» (στην αρχιτεκτονική, ελπίζω, μόνο). Επειδή έχω την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό έχει από χρόνια πια εξαντληθεί, αν επιθυμείτε στ’ αλήθεια να το διαβάσετε, παρακαλώ, μη διστάσετε: Γράψτε και ζητήστε μου να σας το δανείσω! Αλίμονο, τώρα που γνωριστήκαμε…

sześć: Ψυχώ, του Robert Bloch (Σκάι 2010, μετάφραση Γιάννης Τσεβρένης). Ο αμερικανικός νότος, σημείο συνάντησης πολλών και διαφορετικών ευρωπαϊκών, αφρικανικών και λατινοαμερικανικών επιρροών, θα μπορούσε να υπερηφανεύεται για τη δημιουργία ενός πολύ ιδιαίτερου και σαγηνευτικού χαρμανιού θρύλων, δοξασιών και τερατολογικών αναφορών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αναπτυχθεί στις νότιες Πολιτείες ένα ξεχωριστό ύφος μυθοπλασίας που ονομάστηκε southern gothic και το οποίο εν πολλοίς φαίνεται πως κατέκτησε στην αρχή μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες και τη μουσική και τελικά μέσω της βιομηχανίας της τηλεόρασης την παγκόσμια λαϊκή κουλτούρα. Το στυλ αυτό, που μεταξύ άλλων το υπηρέτησαν ακόμα και συγγραφείς του μεγέθους ενός William Faulkner, κράτησε τις παλαιές φόρμες της κλασικής γοτθικής φιλολογίας και κάνοντας τις αναγκαίες αναγωγές στο χώρο και στο χρόνο, μας έδωσε -και εξακολουθεί να μας δίνει- αρκετές αιτίες και αφορμές για να μη μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχα τα βράδια. Ακόμα και αν ανήκετε στους φανατικότερους θαυμαστές της διάσημης κινηματογραφικής μεταφοράς του Hitchcock, πιστεύω πως δε θα απογοητευθείτε από την μάλλον άγνωστη –τουλάχιστον στο ελληνικό κοινό- νουβέλα του Bloch. Επίσης, θα ήθελα να πω ότι οι προτάσεις της σειράς «τσέπης» του «Σκάι (έλεος, πότε θα το αλλάξουν αυτό το όνομα;) Βιβλίο» είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, αλλά λίγη καλύτερη (τυπογραφική κυρίως) επιμέλεια στ’ αλήθεια δε θα έβλαπτε.

siedem: Εξουσιαστική Μανία της Christa Faust, (Ars Nocturna 2008, μετάφραση Κώστας Γερογιάννης). Η πλούσια σύγχρονη παραγωγή των συνεχιστών της γοτθικής παράδοσης και το ολοένα εντονότερο ενδιαφέρον του κοινού για τον τρόμο και όλα τα παρελκόμενά του ίσως θα έπρεπε να αποτελέσουν -αν δεν το έχουν κάνει ήδη- αντικείμενο επιστημονικής έρευνας για κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και ενδεχομένως πολιτικούς επιστήμονες. Οι στενοί και διαχρονικοί , ωστόσο, δεσμοί του εν λόγω ρεύματος με το άλλοτε κυρίαρχο και άλλοτε λανθάνον κίνημα του ρομαντισμού, που συνοδεύει τις ιστορικές περιόδους που χαρακτηρίζονται από στοιχεία ηθικής, πολιτικής και οικονομικής, φυσικά, παρακμής, νομίζω πως μας επιτρέπει καταρχάς να εξαγάγουμε ένα, σίγουρα βιαστικό, μα όχι και τόσο επισφαλές συμπέρασμα: Οι άνθρωποι που ενηλικιώνονται πνευματικά μέσα σε εποχές κρίσεων και αδιεξόδων, στρέφονται μοιραία σε ιδέες και ρεύματα που προάγουν το συναίσθημα σε βάρος της λογικής και την ιδεαλιστική προσέγγιση του κόσμου σε βάρος των απόλυτων αληθειών του ορθολογισμού, από τις οποίες αισθάνονται, έστω υποσυνείδητα, πως έχουν «εγκαταλειφθεί» και «προδοθεί». Αποτέλεσμα της τάσης αυτής είναι οι ανθρώπινες ανησυχίες να στρέφονται πως την αναζήτηση ιδεολογιών και ιδεολογημάτων που έχουν να κάνουν με την ανάδειξη ενός συχνά αμφιλεγόμενου ένδοξου παρελθόντος, με τη θεοποίηση/φετιχοποίηση της φύσης, με τη μυστικιστική διάσταση του φόβου, του πόνου, της απώλειας και του θανάτου, αλλά και με μια -αν μη τι άλλο, αγωνιώδη- επαναστατική και ανατρεπτική στάση απέναντι στις αδικίες και τον παραλογισμό του κόσμου και του συστήματος που τον διέπει. Ωραία. Τα είπα και ξεθύμανα. Πάρτε τώρα το βιβλίο αυτής της «διεστραμμένης» της Christa της Faust να γουστάρετε αρρωστημένο νεογοτθικό «ερωτισμό»! Επίσης αναζητήστε και τις υπόλοιπες «σκοτεινές» προτάσεις των εκδόσεων «Ars Nocturna», που φαίνεται να ακολουθούν επάξια πια το «Οξύ» στην goth ελληνική εκδοτική πρωτοπορία.

osiem: Το Όνειρο της Κλάρας και άλλα διηγήματα, του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (Νεφέλη 1991). «Την Κλάρα δεν την αγάπησε ποτέ κανείς. Πώς ήταν τόσο άσχημη δεν ήθελε να το πιστέψη, κι ας το φοβότανε. Όμως δεν την αγάπησε ποτέ κανείς, και στις συντρόφισσές της πού φλυαρούσαν για τούς έρωτές τους, έπρεπε να κάθεται να πλάθη και να διηγήται κι αυτή φανταστικές ιστορίες για νέους πού την αγαπήσαν μια φορά και γι' άλλους πού την κυνηγούν ακόμα.» Υπάρχει ελληνική λογοτεχνία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά αυτά που περιγράφουν την γοτθική αισθητική; Μια φίλη, λάτρης φανατική του στυλ αυτού, μου είχε πει παλιά πως ο καλύτερος goth συγγραφέας όλων των εποχών είναι ο Παπαδιαμάντης. Αλλά νομίζω πως μάλλον υπερέβαλε. Γενικά το είχε αυτό: υπερέβαλλε. Πάντως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, το σκηνικό της ελληνικής επαρχίας, ειδικά αυτής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου να ευδοκιμήσουν τα χάρτινα αυτά άνθη του κακού. Και κάπως έτσι φύτρωσε το goth το ελληνικό λίγο πιο έξω από το Αγρίνιο. Από τη συλλογή αυτή του πολυπράγμονος και μάλλον παραγνωρισμένου Χατζόπουλου διαβάστε το Στα σκοτεινά και σκηνοθετήστε παράλληλα μες στο μυαλό σας την καθ’ ημάς εκδοχή της «Έκτης αίσθησης» (προσοχή, δεν κάνω πλάκα!) και κυρίως απολαύστε το πρώτο (ομώνυμο) διήγημα ακούγοντας ταυτόχρονα κατά προτίμηση το «Where the wild roses grow» και θα καταλάβετε πολύ καλά τι εννοώ.

dziewięć: Το Κεφάλαιο, του Carl Marx (Κάκτος 2010, μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου). Με λίγα λόγια η υπόθεση: Ο άνθρωπος επινοεί ένα σύστημα προκειμένου αυτό να τον υπηρετεί και μέσω αυτού να αποκομίζει άνεση, πλούτο και ευτυχία. Στη συνέχεια ξεγελιέται τόσο πολύ από την φαινομενική τελειότητα του δημιουργήματός του, που ξεχνάει πώς αυτό δημιουργήθηκε και φτάνει να πιστεύει πως το σύστημα είναι «φυσικό» και διέπεται από κάποια άγραφη νομοτέλεια. Το σύστημα όμως δεν αργεί να εμφανίσει τα ελαττώματά του, που μολονότι προσβάλλουν τα αναφαίρετα δικαιώματα του δημιουργού του, αυτός προτιμά να τα βαφτίζει «κρίσεις» και να τα αντιμετωπίζει ως παροδικές ασθένειες. Η ηττοπαθής και μοιρολατρική στάση του ανθρώπου απέναντι στο σύστημα σταδιακά το μετατρέπει σε τέρας, το οποίο διψάει διαρκώς και περισσότερο για ανθρώπινες ζωές και αξιοπρέπειες. Ο άνθρωπος τελικά από ρυθμιστής του «τέλειου» συστήματος ξεπέφτει στην κατάσταση του σκλάβου του αδηφάγου κτήνους που ο ίδιος έχει κατασκευάσει. Ώσπου, κάποια στιγμή, ο «ήρωας» της «ιστορίας» μας συνέρχεται και… Α, όχι! Δε θα σας αποκαλύψω τη συνέχεια. Θα σας αφήσω –και καλά- στην αγωνία. (Στην προτεινόμενη έκδοση αποδίδεται στα ελληνικά η περίληψη του Κεφαλαίου από τον Paul Lafargue – σιγά μη το διαβάσουμε και ολόκληρο!) Εντάξει, όσοι γελάσατε, γελάσατε και όσοι εκνευριστήκατε, επίσης σας καταλαβαίνω. Όμως, ας μου επιτρέψετε προσωπικά να θεωρώ το έργο του Καρόλου Μαρξ ως το απόλυτο και ως το πιο εφιαλτικό «γοτθικό μυθιστόρημα». Το οποίο, ωστόσο, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα, αφήνει μια χαραμάδα για το πιο λυτρωτικό ίσως happy end της ιστορίας και της Ιστορίας γενικότερα. Άλλωστε, ο modern Prometheus της εποχής κάπου αλλού («Κριτική του Προγράμματος της Γκότα») το έχει γράψει καθαρά: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».

Λοιπόν, και πριν πέσουν όλοι οι γκοθάδες, οι γκοθούδες και τα γκοθόπουλα να με φάνε, να επισημάνω πως τα βιβλία στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω, μπορεί και να μην είναι το καλύτερα ή τα σημαντικότερα ή τα πιο αντιπροσωπευτικά του συγκεκριμένου λογοτεχνικού ύφους, αλλά απλώς αυτά που εγώ έκρινα ως προσφορότερα για αναφορά τη δεδομένη κρίσιμη στιγμή στο δεδομένο κατά παραγγελία αφιέρωμα. Ούτε ειδικός επί του θέματος είμαι ούτε στους φανατικούς του είδους ανήκω.

Ο δε Μέλμοθ με συνόδευσε πολύ αρμονικά καθ’ όλη την παραμονή μου στην ισπανική πρωτεύουσα, τόσο τα βράδια στο –εννοείται- στοιχειωμένο σπίτι της οδού Leganitos 20, όπου και έμενα, όσο και στα καφέ της Malasaña και του Lavapiés, όπου περιέφερα για τρεις βδομάδες το ταπεινό σαρκίο μου. Και ολοκλήρωσα το διάβασμά του έτσι ακριβώς όπως και το ξεκίνησα, στο αεροπλάνο της Iberia δηλαδή, που με έφερε πίσω στη μίζερη και γοητευτική πατρίδα μου.

Και ύστερα από όλα αυτά ακόμα αναρωτιέμαι, υπάρχει στ’ αλήθεια κάτι πιο τρομακτικό από αυτή τη γαμημένη την απογείωση.

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

LastTapes04: Χιλιόμετρα κάναμε πάλι

Δε θα σας πω ψέματα. Δεν πρόκειται ετούτη τη φορά να φτιάξω ιστορίες. Ο λόγος για τον οποίον ξεκίνησα να πάω στη Μαδρίτη τον Οκτώβριο ήταν καθαρά ερωτικός, το ομολογώ, και άλλο τίποτα. Και αν μέχρι σήμερα ταξίδευα συνήθως για να απομακρυνθώ από κάποια συναισθηματική εμπλοκή, φαίνεται πως τώρα στα γεράματα άρχισα πια να κάνω το αντίθετο. Και κάπως έτσι, δηλαδή, φόρτωσα στο αμάξι τις αποσκευές, βρήκα κι έναν καλό συνοδηγό και αφού «χιλιόμετρα κάναμε πάλι», όπως φωνάζουν και τα Παόκια ρυθμικά, έφτασα στην άλλη άκρη της Ευρώπης, μόνο και μόνο για να δω να περιπλέκονται τα πράγματα ακόμα περισσότερο.

«Μα ποιον ενδιαφέρουν όλα αυτά;», δικαίως θα αγανακτήσουν κάποιοι. «Δε σε πληρώνουμε γι’ αυτό. Πες μας, κάνα καλό βιβλίο διάβασες;» Για να δούμε, λοιπόν:

uno: «Το Μέγεθος της Τραγωδίας», του Quim Monzó (Πάπυρος 2011). «Θα τον κατασπάραζε. Πρώτα θα του έβγαζε τα γυαλιά, θα τον φιλούσε στα βλέφαρα, θα του τα φωτογράφιζε, θα του έβγαζε εκείνα τα δύο μεγάλα και ανήσυχα μάτια, θα τα φύλαγε στην τσέπη της και θα τα είχε έτσι για πάντα μαζί της μέχρι τον τάφο. Και (όταν πια θα πέθαινε) τα σκουλήκια θα έβρισκαν διπλή μερίδα μάτια.» Ένα γενναίο μυθιστόρημα, όπου ξεδιπλώνεται όλη η γελοιότητα της τραγικότητας της καθημερινότητας και της ζωής. Μια παράδοξα ρεαλιστική ιστορία για το πώς μπορεί το άγχος ενός άντρα για τη στυτική του ανεπάρκεια να οδηγήσει στην συντέλεια του κόσμου (του). Πιστεύω πως ο Ραμόν Μαρία είναι ένας από τους πιο ολοκληρωμένους ήρωες της σύγχρονης μυθοπλασίας, ενώ το επιστημονικοφανές πορνογράφημα στο τέλος του βιβλίου θα έπρεπε ήδη να αποτελεί μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι εκδόσεις Πάπυρος τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σειρά με ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές επιλογές από τα Ισπανικά (ο Monzó είναι Καταλανός) και τα Πορτογαλικά - αναζητήστε επίσης το «Στου Διαόλου τη Μάνα» του António Lobo Antunes και ανακαλύψτε τον Πορτογάλο Céline!

dos: «Σύντομη Ιστορία της Ισπανίας», του J. Vicens Vives (Αίολος 1997). Ο Έλληνας αναγνώστης που γενικά επιθυμεί να διαβάσει σοβαρά και ενδιαφέροντα συγγράμματα για τις Ιστορίες άλλων λαών μεταφρασμένα στη γλώσσα του, μάλλον θα απογοητευτεί. Πέρα από τις τρεις-τέσσερις βασικές δυνάμεις, στο πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό άρμα των οποίων δένεται κατά καιρούς η πτωχή πλην τίμια χώρα μας, για όλα τα υπόλοιπα σημεία του πλανήτη η υπάρχουσα στα ελληνικά βιβλιογραφία είναι τουλάχιστον αποσπασματική. Και όπως μου είπε και ένας φίλος βιβλιοπώλης, όταν τον ρώτησα αν του βρίσκεται καμιά Ιστορία της Ισπανίας, «Έλα μωρέ! Ποιος νοιάζεται για αυτούς; Είναι πολύ “γωνία”…». Τέλος πάντων, το βιβλίο του καθηγητή Vives είναι ένα έγκυρο, σοβαρό και αντικειμενικό ιστορικό εγχειρίδιο – εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ανάλυση του ιδεολογήματος των «Ισπανιών», με το οποίο επιχειρείται να αντιμετωπιστεί εργαστηριακά το ακόμα φλέγον ζήτημα της «συγκατοίκησης» των διαφορετικών εθνών της Ιβηρικής! Ο ορισμός του επιστημονικού συγγράμματος. Και προς Θεού, μη παρασύρεστε από την εμπορική περιγραφή στο οπισθόφυλλό του! Αν θέλετε «να γνωρίσετε καλύτερα την πλούσια και γοητευτική παράδοση της Ισπανίας» μέσα από τα βιβλία, μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσετε μαθήματα Ισπανικών.

tres: «Το Κάθετο Ταξίδι», του Enrique Vila-Matas (Καστανιώτης 2004). «”Υπάρχουν στο νησί οπαδοί της Ανεξαρτησίας;” Του εξήγησα ότι στη Μαδέρα δε ζούσε κανείς πριν από την ανακάλυψή της από τους Πορτογάλους τον 15ο αιώνα. “Τι εντυπωσιακή εικόνα, αν τη σκεφτεί κανείς σε βάθος!” απάντησε. “Ένα νησί για αιώνες έρημο”. Του εξήγησα ότι η απουσία ανθρώπων μέχρι την άφιξη των Πορτογάλων έκανε σουρεαλιστική οποιαδήποτε ιδέα περί ανεξαρτησίας. Του εξήγησα ότι δεν συνέβαινε το ίδιο όπως στα Κανάρια, για παράδειγμα, τα οποία άλλωστε κατοικούνταν από τους Γουάντσες πριν από την άφιξη των Ισπανών. Τον ρώτησα αστειευόμενος: “Δεν πιστεύω να ήρθατε στη Μαδέρα έχοντας κατά νου να οργανώσετε κίνημα ανεξαρτησίας;” Το πήρε στα σοβαρά. “Νομίζετε ότι στην ηλικία μου είμαι σε θέση να κάνω τέτοιο πράγμα; Ήρθα για διακοπές.”» Ίσως το καταλληλότερο (πάντα πίστευα πως ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου κατάλληλος, -η, -ο είναι εφεύρεση των δημοσκόπων) βιβλίο για κάποιον που ταξιδεύει προκειμένου να οργανώσει κινήματα ανεξαρτησίας από τις συνήθειες του, την οικογένεια, τις συναναστροφές, τις ιδέες, τις ελπίδες του, από τον ίδιο του τον εαυτό του. Ένας ύμνος στην (μετα)μορφωτική αξία του ταξιδιού από έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή Ευρωπαίους δημιουργούς – αν δεν τον γνωρίζετε (κακώς), αναζητήστε και τα υπόλοιπα βιβλία του (στα ελληνικά νομίζω όλα από τον Καστανιώτη).

cuatro: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος», του Gabriele Ranzato (Κέδρος 2006). Δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή επιλογή που θα μπορούσα να κάνω μάλλον, όταν αναζητούσα στα βιβλιοπωλεία μια σχετική ιστορική μονογραφία. Το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού μοιάζει πιο πολύ με εγχειρίδιο προορισμένο για φοιτητές ιστορικών σπουδών (ίσως για τους φοιτητές του πανεπιστημίου όπου διδάσκει ο ίδιος ο Ranzato), και ως τέτοιο τη δουλειά του, προφανώς, την κάνει μια χαρά. Ωστόσο, αν θέλει κάποιος να μελετήσει περισσότερο το θέμα μέσω μιας πιο πολιτικής ανάλυσης για έναν πόλεμο όπου συγκρούστηκαν οι κυρίαρχες ιδεολογίες των δύο τελευταίων αιώνων, θα του πρότεινα την «Ιστορία του Ισπανικού Εμφυλίου» του Hugh Thomas, (Τολίδης 1971) ή το «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος 1936-39» του Antony Beevor (Γκοβόστης 2006), ιδίως αν θέλει να μελετήσει περισσότερο το στρατηγικό σκέλος αυτής της τόσο ένδοξης και βρώμικης ταυτόχρονα ιστορίας. Στα ελληνικά, περισσότερο λόγω φετιχοποίησης του θέματος, παρά λόγω επιστημονικής ή ιδεολογικής αναζήτησης, υπάρχει σημαντική μεταφρασμένη βιβλιογραφία, κυρίως συγκεκριμένου πολιτικού προσανατολισμού. Υπάρχουν βέβαια μεταξύ αυτών και κείμενα που ξεχωρίζουν, όπως το εξαιρετικό «Οι Άνθρωποι που Κύκλωσαν το Άλφα» του Augoustin Souhi (Άρδην).

cinco: «Σκηνές Κυνηγιού», του Rafael Chibres (Άγρα 2009). Το μοτίβο της αφήγησης όπου, ενώ φαινομενικά διαβάζουμε τη ζωή ενός ανθρώπου, στην ουσία παρακολουθούμε την Ιστορία της πόλης και της χώρας του είναι πλέον συνηθισμένο και πολύ αγαπητό και στα καθ’ ημάς. Εδώ ο συγγραφέας –ο Chibres συμπτωματικά είναι και Ιστορικός- μας δίνει την ιστορία της ζωής ενός «κυνηγού», ενός ανθρώπου δηλαδή που πάτησε πάνω στην Ιστορία προκειμένου να ανέλθει κοινωνικά, ώσπου να έρθει η ώρα της κρίσης (τα γηρατειά και η κατάρρευση του φρανκικού καθεστώτος) και να νιώσει τελικά την Ιστορία να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Ο αναγνώστης που θέλει να μάθει πολύ περισσότερα από τη βιογραφία ενός φανταστικού ήρωα, θα βρει στις αντικρουόμενες συνιστώσες της προσωπικότητας τού Κάρλος όλες τις αντιφάσεις τις σύγχρονης ισπανικής κοινωνίας. Ο πιο προσεκτικός μελετητής θα μπορέσει χωρίς αμφιβολία να διακρίνει στη διαδικασία αποδόμησης των αξιών της «εκκωφαντικής Ισπανίας, όπου όλα λύνονταν ουρλιάζοντας ζητωκραυγές ή καταδίκες κάτω από τον αστραφτερό ήλιο» την τραγική κατάληξη των δευτεραγωνιστών (νικητών και ηττημένων) ενός πολέμου που, όπως όλοι, εξάλλου, οι εμφύλιοι, ουσιαστικά δεν τελείωσε ποτέ. Ένα πολλαπλώς ωφέλιμο μυθιστόρημα.

seis: «Τα Μυστήρια της Μαδρίτης», του Antonio Muñoz Molina (Σέλας 1994). Κοντά στο σπίτι όπου έμενα στη Μαδρίτη υπάρχει ένα πολύ ωραίο βιβλιοπωλείο, που λέγεται «Ocho y Medio» (8 ½) και που κυρίως ειδικεύεται στα σχετικά με τον κινηματογράφο βιβλία και λευκώματα. Ένα απόγευμα πήγα με την σύντροφό μου και το επισκεφτήκαμε και είδαμε εκεί σε κάποιο ράφι του μια φωτογραφία του Muñoz Molina πλάι σε μία πρόσκληση για κάποια σχετική εκδήλωση. «Χα! Κοίτα», της λέω, «αυτός είναι ο τύπος που έγραψε το βιβλίο που διαβάζω τώρα.» «Α, ναι; Τι βιβλίο είναι αυτό», με ρωτάει. «Χμ, ας πούμε αστυνομικό…», της απαντώ. «Μα, τώρα σοβαρά, είναι φάτσα αυτή ανθρώπου που γράφει αστυνομικά;» και κάπως έτσι προχωρήσαμε πιο κάτω. Εσείς, όμως, μην την ακούτε! Μια χαρά είναι η φάτσα του ανθρώπου. Το βιβλίο, όμως, πράγματι, αστυνομικό δεν το λες. Παρωδία νουάρ, ίσως. Ένα τρελομυθιστόρημα, όπου ο εξαιρετικά δημοφιλής στην Ισπανία συγγραφέας κάνει την πλάκα του και στ’ αλήθεια την κάνει μια χαρά. Αν επισκέπτεστε κολλητά και τις δύο πρωτεύουσες της Ιβηρικής, διαβάστε το μαζί με το «Ο Χειμώνας στη Λισσαβώνα», του ιδίου και από τις ίδιες εκδόσεις στα ελληνικά και αρκετά διασκεδαστικό επίσης.

siete: «Ύπνος», του Javier Azpeitia (Opera 2007). Ο πρωτότυπος τίτλος του ερεβώδους αυτού μυθιστορήματος είναι «Hipnos» και ο πολυπράγμων Μαδριλένος συγγραφέας του (αρχίζω να πιστεύω ότι οι εκδόσεις Opera διαλέγουν βιβλία βάσει του βιογραφικού του δημιουργού τους) φαίνεται να είναι στ’ αλήθεια τεχνίτης της υπνωτιστικής αφήγησης. Επειδή προσωπικά πάντα με ελκύουν οι «έγκλειστες» ιστορίες, ίσως και να μην είμαι τόσο αντικειμενικός κριτής. Επίσης, ομολογώ πως ο μοναδικός τρόπος με τον οποίον ο Azpeitia χειρίζεται την αγαπημένη μου δευτεροπρόσωπη γραφή τελικά δε με άφησε να κοιμηθώ. Πάντως, θεωρώ το βιβλίο αυτό ένα χαρακτηριστικό δείγμα «κακιάς» -προσοχή, όχι κακής!- λογοτεχνίας, από αυτά που μόλις τα τελειώνεις τα ξαναδιαβάζεις ξανά από την αρχή ή που κάπου περίπου στα μισά τα παρατάς φωνάζοντας, «Άσε μας ρε φίλε! Λίγα προβλήματα έχουμε, δηλαδή;». «…στο ανόητο πηγαινέλα των περισσοτέρων, που προκαλεί συναπαντήματα και συγκρούσεις που τις αποφεύγουν μόνο την τελευταία στιγμή - μηχανικά. Η διαδρομή του καθενός μοιάζει να κινείται από ελατήρια κρυμμένα στην ψυχή του. Πλάνητες πλανήτες σ' ένα σύμπαν που το διευθύνει ο θεός της τρέλας, δεν ανταμώνουν ποτέ. Ποτέ δεν αγγίζονται.»

ocho: «Αισθητικό Τρίπτυχο», του José Ortega y Gasset (Printa 2011). Η μετάφραση του βιβλίου αυτού στα ελληνικά υπήρξε ένα από τα εκδοτικά γεγονότα της χρονιάς που μας πέρασε. Ο Ortega y Gasset -ήδη γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως από την «Εξέγερση των Μαζών» (Δωδώνη 2006)- είναι μαζί με τον Miguel de Unamuno οι πιο προβεβλημένες μορφές της ισπανικής διανόησης του εικοστού αιώνα. Το «Αισθητικό Τρίπτυχο» αποτελείται από τρία επιμέρους δοκίμια, το διάσημο «Ο Απανθρωπισμός της Τέχνης», όπου ο συγγραφέας θέτει με τον πιο προκλητικό τρόπο το υπαρξιακό ζήτημα της αξίας της νεωτερικής (μοντέρνας) τέχνης και της «αντιδημοτικής» σχέσης της με το κοινό, και τα «Σκέψεις για τον Δον Κιχώτη» και «Ιδέες για το Μυθιστόρημα», όπου μελετώνται και αναλύονται –εν προκειμένου και εν γένει αντίστοιχα- οι αισθητικές και φιλοσοφικές παράμετροι του πιο ολοκληρωμένου είδους του αφηγηματικού λόγου, προκειμένου να αναδειχτούν οι αρετές του και να καταδειχτούν τα αδιέξοδά του. Αξίζει να επισημανθεί ότι τα κείμενα αυτά αποδόθηκαν στη γλώσσα μας από σπουδαστές του Π.Μ.Σ Μετάφρασης και Μεταφρασεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό την επίβλεψη του καθηγητή Βίκτωρα Ιβάνοβιτς, στον οποίον οφείλεται και η εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή στο βιβλίο, αλλά και στη σκέψη του Ortega y Gasset γενικότερα.

nueve: «Άβυσσος», της Carmen Laforet (Πατάκης 2007). Όσο εμβληματική μορφή είναι για την ισπανόφωνη λογοτεχνία η Carmen Laforet, τόσο το πρώτο και σπουδαιότερό της έργο -«Nada» στο πρωτότυπο, δηλαδή «Τίποτα»- είναι και το μυθιστόρημα που έχει επηρεάσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο της εποχής του τις μετέπειτα γενιές συγγραφέων αλλά και γενικότερα την σύγχρονη πνευματική δημιουργία της Ισπανίας. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που -εκ των υστέρων φυσικά- του αναγνωρίζουν επιρροές και αναφορές στο κίνημα «La Movida» που ανέδειξε την μεταπολιτευτική καλλιτεχνική –κυρίως την κινηματογραφική- παραγωγή των Ισπανών σε παγκόσμια πρωτοπορία. Το «Τίποτα» φαινομενικά μοιάζει με μία κοινότυπη ιστορία ενηλικίωσης, τόσο της ηρωίδας του όσο και της ίδιας της συγγραφέως – η Laforet όταν το έγραψε ήταν μόλις είκοσι χρονών. Όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερα από αυτό, αφού ουσιαστικά είναι το έργο που βγήκε μέσα από τα σπλάχνα της πιο καθυστερημένης και συντηρητικής κοινωνίας της δυτικής, τουλάχιστον, Ευρώπης για να αναδειχθεί σε ένα προκλητικό μανιφέστο υπεράσπισης της λαχτάρας για ζωή, έρωτα και ελευθερία, αλλά και της παράνοιας που αυτή η παμφάγος λαχτάρα επιφυλάσσει. Η σκηνή της σχεδόν υπνοβατικής απόδρασης της νεαρής Αντρέα στους δρόμους της νυχτερινής Βαρκελώνης ειλικρινά μπορεί να στοιχειώσει τα όνειρα κάθε ανήσυχου αναγνώστη. 

Επιφυλάσσομαι να συνεχίσω το αφιέρωμά μου αυτό κατά τη δεύτερη (εαρινή) μου εκστρατεία στην Ιβηρική με την προοπτική να παραθέσω και άλλα –ενδεχομένως πιο πορτογαλικά- αναγνώσματα. Θα ευχόμουν να μπορούσα ακόμα και να δεσμευτώ για αυτό, αλλά δεν εξαρτάται μόνο από εμένα, ξέρετε. Ίσως ως τότε καταφέρω, πέρα από το να συλλαβίζω τα απολύτως για την επιβίωσή μου βασικά (una cerveza/uno cortado por favor, soy amigo íntimo del cabrón Francisco Franco κ.λπ.) και να μετράω περίπου ως το δέκα, να αυτοδιδαχτώ κι ένα-δυο πράγματα λιγότερο τουριστικά. Έτσι ώστε να πάψω να μεταφράζω όσα ακούω στο χαρτί πάντα προς όφελος της ποίησης και εις βάρος της αλήθειας.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

LastTapes03: Europe is our playground

Στο 10ο διαμέρισμα, στο νούμερο 49 της οδού Lucien Sampaix, δυο βήματα από το Gare de l’Est και πλάι στη δεξιά όχθη του καναλιού του St-Martin, υπάρχει ένα μικρό καφέ που ονομάζεται L'Atmosphère. Το μέρος αυτό το πρωτοεπισκέφτηκα το μακρινό 1999 με την ιδιότητα του ψευτοφοιτητή εξωτερικού και ύστερα πάλι άλλες τρεις-τέσσερις φορές μέσα στην περασμένη μα όχι -όσο μάλλον θα έπρεπε- ξεχασμένη δεκαετία, κάτω από συνθήκες πολύ διαφορετικές, μα πάντα σκοτεινές και ανομολόγητες. Άλλοτε στριμωγμένος πίσω από τη θαμπωμένη τζαμαρία του και άλλοτε αραχτός στο μικροσκοπικό terrasse του, ήπια, κάπνισα, διάβασα, έγραψα, φλέρταρα και φαντάστηκα την Αταλάντη να κυλάει μπροστά στα μάτια μου και λίγο παρακάτω τον Maigret να αναζητά το ακέφαλό του πτώμα. Πριν από λίγες εβδομάδες κάθισα για τελευταία φορά στο Atmosphère, κατάκοπος, ύστερα από ακόμα μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση, και ζήτησα μια παγωμένη «μπύρα της ερήμου». Και τότε συνειδητοποίησα πως, εκτός από την πρόσβαση στο internet και την απαγόρευση του τσιγάρου, τίποτα άλλο δεν είχε αλλάξει σε αυτό το μαγαζί τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Ούτε καν το κορίτσι πίσω από το μπαρ, που πολύ θα ήθελα στ’ αλήθεια να ήταν η μεγαλύτερη αδερφή εκείνης που είχα τότε, στην πρώτη μου επίσκεψη, το μακρινό 1999, γνωρίσει, αλλά που δυστυχώς θα είναι πάντα η ίδια, μέχρι που να γεράσει και αυτή παρέα με τους θαμώνες της.

Η γειτονιά, η πόλη και ολόκληρη η γηραιά μας ήπειρος αλλάζει διαρκώς. Μόνο που τώρα, για πρώτη ίσως φορά ύστερα από δυόμιση ολόκληρους αιώνες, μοιάζει αυτή η αλλαγή ελάχιστα με πρόοδο και περισσότερο θυμίζει ένα άθλια επιτηδευμένο καμουφλάρισμα. Κρύβεται η Ευρώπη μας πίσω από μηχανισμούς αόρατους και μυστικά διευθυντήρια και μέσα στην κρυψώνα της βαθιά παλεύει να καταχωνιάσει όλες εκείνες τις αξίες και τα οράματα, που μέχρι πρόσφατα έκαναν τον κόσμο να κινείται. Και ας έμοιαζε πολλές φορές η κίνηση αυτή με μια μακρά και άσκοπη περιπλάνηση. Μα όσο ακόμα μπορούν και περισσεύουν, έστω εκεί μονάχα, στου ταξιδιώτη το μυαλό, τέτοιες σπουδαίες και ασήμαντες γωνιές, όπου ο χρόνος σταματά για να αφήσει τη στιγμή να αποκτήσει αξία, τόσο και το ίδιο το ταξίδι θα καθυστερεί να χάσει το πραγματικό του νόημα. Μια αόριστη επανάληψη εις το διηνεκές του αιώνιου τοπίου. Μια πεισματική επιστροφή στο άγνωστο.

Στο θέμα μας τώρα: σας παρουσιάζω μια συνοπτική επιλογή κάποιων βιβλίων, που είχα τη χαρά μαζί τους να συνταξιδέψω μες στο χειμώνα που μας πέρασε και ενώ περιπλανιόμουν στις κραταιές χώρες της Εσπερίας, προσδοκώντας την κατάλληλη στιγμή για να γυρίσω πίσω.

een: «Παρίσι Μπλουζ», του Maurice Attia (Πόλις 2010). Η πρώτη φορά που δοκίμασα να χρησιμοποιήσω ένα μυθιστόρημα σαν παραταξιδιωτικό οδηγό ήταν «ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» (μπορείτε να φανταστείτε πού) πριν από έξι χρόνια. Χωρίς να καταφέρω να αποφύγω και πάλι μπελάδες και μπλεξίματα, διάλεξα στο τελευταίο μου ταξίδι τον επίλογο της (pied) noir τριλογίας του αριστοτέχνη Γαλλοαλγερινού συγγραφέα. Και ευτυχώς δικαιώθηκα, αφού διαβάζοντας το βιβλίο αυτό ξεναγήθηκα μια χαρά όχι μόνο στον τόπο, αλλά και στο χρόνο (η υπόθεση ξετυλίγεται στις ύποπτες ημέρες που ακολούθησαν το Μάη του ’68), δραπετεύοντας έτσι, έστω και για λίγο, από το αποστειρωμένο σύγχρονο Παρίσι, που μοιάζει να ντρέπεται για το βρώμικο παρελθόν του και πλασάρει σαν ιλουστρασιόν εμπορικό προϊόν την επαναστατική του ιστορία (βλ. επετειακές εκδηλώσεις για την κομμούνα του 1871). Η υπόθεση, αν και ιστορικά και λογικά εξαρτημένη, είναι σαφώς κατώτερη από εκείνες του «Μαύρου Αλγεριού» και της «Κόκκινης Μασσαλίας», αλλά τα παρελκόμενά της (κινηματογραφική δομή, ακομπλεξάριστες ιδεολογικές αναφορές, ασυγκράτητος σαρκασμός, ερωτισμός στα όρια της πορνογραφίας και ένα εκπληκτικό soundtrack) νομίζω πως αποζημιώνουν τον αναγνώστη και με το παραπάνω.

twee: «Σκλάβοι της Ελευθερίας», του Giuseppe Conte (Πόλις 2009). Μια συναρπαστική θαλασσινή περιπέτεια κάτω από τον ήλιο των τροπικών και υπό τη σκιά του άγριου δουλεμπορίου. Ένα πραγματικά ψυχαγωγικό μυθιστόρημα, με τις αναφορές του να χάνονται στις πιο λαμπρές σελίδες της κλασικής λογοτεχνίας και με έναν ήρωα (ο «Terzo Ufficiale» του πρωτότυπου τίτλου) βγαλμένο μέσα από τα πιο γενναία κινηματογραφικά μας στερεότυπα. Την ώρα που ολόκληρη η Ευρώπη συνταράσσεται από τη Γαλλική Επανάσταση και οι ιδέες του Διαφωτισμού σαρώνουν τα ελέω θεού κεκτημένα του παλαιού κόσμου, κάποια λιμάνια του Ατλαντικού (η Nantes εν προκειμένου) εξακολουθούν να πλουτίζουν από την πιο χυδαία επιχειρηματική δραστηριότητα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού –λέμε τώρα- μέχρι που ξαφνικά οι διεφθαρμένοι παράγοντες του συστήματος έρχονται αντιμέτωποι με την ανταρσία των ίδιων των δεσμοφυλάκων τους - όπως θα έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Howard Zinn. Δύσκολο το εγχείρημα του Ιταλού συγγραφέα, αλλά ευτυχώς φρόντισε να μη σαλπάρει μόνος του για αυτό. Με τον Melville στην τιμονιέρα, με τον De Sand να αλωνίζει στο κατάστρωμα (εκπληκτική κοινωνικοπαθολογική ανάλυση) και μια σοκολατένια ουτοπία στο βάθος του ορίζοντα, το πλήρωμα αλλά και το «εμπόρευμα» του Santa Anna δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν!

drie: «Ο Γάτος», του Georges Simenon (Άγρα 2010). «Μα, ο Georges ο Simenon, φυσικά!», είναι η προφανής απάντηση στο αιώνιο ανεκδοτολογικό ερώτημα «μπορείς να μου ονομάσεις έστω και έναν διάσημο Βέλγο;» (ο Tintin –Kuifje για τους Φλαμανδούς- ως χάρτινος ήρωας, δε μετράει). Ένα εξαιρετικό εγχειρίδιο οικογενειακής τρομοκρατίας, κρυμμένο μέσα σε μια φαινομενικά αδιάφορη ιστορία και με πρωταγωνιστές τους ίδιους σας τους γονείς! Στο μυθιστόρημα αυτό, του μεγαλύτερου Ευρωπαίου μαιτρ της αστυνομικής λογοτεχνίας, δεν υπάρχουν σατανικοί δολοφόνοι και δαιμόνιοι επιθεωρητές και το μοναδικό ίσως μυστήριό του δεν εντοπίζεται τελικά παρά μονάχα στη σπαζοκεφαλιά της «ειρηνικής» πολυετούς συμβίωσης δύο ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη. Η ανάγκη για συντροφικότητα μοιάζει να απέχει από το αβυσσαλέο μίσος για τον έτερον ήμισυ όσο και η κρεβατοκάμαρα από το καθιστικό ενός μικροαστικού σπιτιού. Και ο δρόμος από το ένα άκρο μέχρι το άλλο είναι σπαρμένος από πολλά μικρά home made εγκληματάκια, που ούτε εκατό Maigret δε θα κατόρθωναν ποτέ να διαλευκάνουν. Αλήθεια, πως το έλεγε εκείνο το ωραίο ο Pessoa για τους «κακοπαντρεμένους»; Παρεμπιπτόντως, Βέλγος υπήρξε και ο υπερρεαλιστής ζωγράφος Magritte. Και οι αξέχαστοι Vaya con Dios, επίσης.

vier: «Φλόγες στο Ρετιρέ», του Αχιλλέα Σωτηρέλλου (Εμπειρία Εκδοτική 2009). Ο Αχιλλέας, πέρα από πρώην ομόσταυλός μου, υπήρξε και ένα από τα πρόσωπα του δράματος αυτού του ταξιδιού, αφού με συνόδευσε σε αρκετές από τις νυχτερινές μου εξορμήσεις στις Βρυξέλλες, κατά τη μακρά tranzito εκεί παραμονή μου. Ως εκ τούτου, μάλλον δεν τα κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο του νηφάλια και αντικειμενικά, αφού μοιραία μπέρδευα διαρκώς τις χάρτινες ιστορίες του με τους προφορικούς του αφορισμούς και το μελαγχολικό αλκοολούχο βλέμμα του. Όντας ήδη θαυμαστής, ωστόσο, του πρώτου του βιβλίου («Ο Θησαυρός», Οξύ 2008), δε θα μπορούσα να πω ότι απογοητεύτηκα με το δεύτερο, με εξαίρεση, ενδεχομένως, το εναρκτήριο διήγημά του, που αν και καλοδουλεμένο, δεν κολλάει στο στυλ και στο περιεχόμενο με τα υπόλοιπα. Οι ιστορίες του βιβλίου αυτού είναι πολυταξιδεμένες, όπως και ο συγγραφέας τους, ο οποίος, όμως, δε φαίνεται και τόσο πρόθυμος ακόμα να εγκαταλείψει τη ρομαντική –πολύ αθηναϊκή, θα έλεγα, εκνευρίζοντάς τον μάλλον- ματιά του πάνω στα όσα συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν ή θα γούσταρε να είχαν κάπως αλλιώς συμβεί, μέσα σε αυτό το τόσο ιδιόμορφο βιβλίο-διαβατήριο. Every day is like Sunday, Αχιλλέα, όπως θα έλεγε και ο αγαπημένος σου Morrissey – ακατόρθωτο, το ξέρω, και όμως γίνεται!

vijf: «Κατάσταση Εξαίρεσης», του Giorgio Agamben (Πατάκης 2007). Η κατάσταση εξαίρεσης (ecxeptio) είναι, καταρχάς, ένας νομικός όρος που αναφέρεται στην εντός του συστήματος «νόμιμη» παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και της δημοκρατίας, εξαιτίας μιας εξωτερικής ή εσωτερικής άμεσης –υποτίθεται- απειλής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει πολύ με την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με τη διαφορά, όμως, ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με τις ιδιαίτερες συνθήκες ενός κηρυγμένου πολέμου ούτε τον στρατιωτικό νόμο που επιβάλλεται πραξικοπηματικά προκειμένου να παραχθεί το συντομότερο δυνατό και με τη μικρότερη δυνατή δόση ρίσκου η αναδρομική νομιμοποίηση της εκτροπής του πολιτεύματος. Με την ecxeptio το πολίτευμα παραμένει -φαινομενικά τουλάχιστον- αλώβητο, τα βασικά, όμως, δομικά στοιχεία του υποχωρούν, έτσι ώστε να ψαλιδιστούν και κάποια πολύ ενοχλητικά ατομικά και συλλογικά δικαιώματα. Α, ναι! Και όλα αυτά βέβαια με το απαραίτητο ιερό κοινοβουλευτικό περίβλημα και την πασπαρτού και πανδαμάτορα λαϊκή συναίνεση. Με λίγα λόγια, να γιατί τον Agamben θα τον θυμούνται οι επόμενες γενιές ως έναν μεγάλο φιλόσοφο και διανοητή της εποχής μας και τον Obama σαν τον τραγικότερο ίσως ερμηνευτή του πάντα αγαπημένου «Guantanamera, guajira Guantanamera…»!

zes: «Μουσική για Χαμαιλέοντες», του Truman Capote (Καστανιώτης 2008). «Δεν είχα γνωρίσει ποτέ κάποιον που να έγραφε και, για την ακρίβεια, γνώριζα ελάχιστους που διάβαζαν. Αλλά ήταν γεγονός πως τα μόνα τέσσερα πράγματα που με ενδιέφεραν ήταν να διαβάζω βιβλία, να πηγαίνω σινεμά, να χορεύω κλακέτες και να ζωγραφίζω. Και ύστερα, μια μέρα, άρχισα να γράφω χωρίς να ξέρω ότι έτσι γινόμουν σκλάβος εφ' όρου ζωής σε έναν ευγενή μεν, αλλά άσπλαχνο αφέντη.» Το βιβλίο αυτό το «δανείστηκα» στις Βρυξέλλες και το πήρα μαζί μου στον ενδιάμεσο ολιγοήμερο σταθμό μου στο παράδοξο και εξωτικό Λονδίνο, όπου και τελικά το «ξέχασα» πλάι στο κρεβάτι όπου κοιμόμουν. Δεκατρία διηγήματα και μια νουβέλα, που φλερτάρουν προκλητικά άλλοτε με το life style ρεπορτάζ και άλλοτε με τη βαθιά αμερικάνικη εγκληματική μυθοπλασία και που βασίζονται κυρίως στις τεχνηέντως απροσδόκητες συναντήσεις και συνομιλίες του συγγραφέα με διαλεκτούς εκπροσώπους της american dream πανίδας (από την αστραφτερή και αθυρόστομη Marilyn ως κάποιον σκοτεινό και διεστραμμένο θανατοποινίτη). Αν και υποτίθεται πως προτιμά να παραμένει αόρατος, ο Capote, ίσως πιο αυτοαναφορικός από ποτέ, παραδίδει με τους «άλικους, πράσινους και ιώδεις χαμαιλέοντές» του μαθήματα δημιουργικής γραφής και αυτοκαταστροφικής διαβίωσης.

zeven: «Παρίσι: Η μυστική Ιστορία», του Andrew Hussey (Πάπυρος 2009). «Αυτοψία σε μια γριά πουτάνα» χαρακτηρίζει ο Εγγλέζος «βιογράφος» της σκοτεινής Ville Lumière το βιβλίο του. Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος κατάφερε να μας δώσει ένα χορταστικό ιστοριοδιφικό ανάγνωσμα για το βίο και την πολιτεία της αγαπημένης του μητρόπολης, βασιζόμενος στις υποσημειώσεις της επίσημης ιστοριογραφίας και στις τσαλακωμένες σελίδες του μυθολογικού συλλογικού υποσυνείδητου. Η γενική ιδέα του να μας παρουσιάσει τα «ένδοξα Παρίσια» ως μια πόλη-ταραξία σε αντίστιξη με την πόλη-φρούριο-cardpostal, που οραματίστηκαν ο Haussmann και η παρέα του –και εν μέρει κατάφεραν να κατασκευάσουν- απογειώνει την αφήγηση και της δίνει μυθιστορηματικές διαστάσεις. Όποιος υπολογίσει τον ακριβή αριθμό των παρισινών εξεγέρσεων/επαναστάσεων/κινημάτων που καταγράφονται μέσα στη «μυστική Ιστορία», από την ανταρσία του Faubourg St-Marcel μέχρι την Έβδομη Wilaya, τον κερνάω μια ανελέητη μπαρότσαρκα στη Belleville και το Ménilmontant. Ξαναδιαβάζοντας, άλλωστε, σήμερα τον επίλογο-έκπληξη του βιβλίου, πίστεψα για μια στιγμή πως είχα στ’ αλήθεια ξεχάσει κάτι πίσω μου. Α! Και κάτι άσχετο: έγραψα στην αρχή της παραγράφου τη λέξη «πουτάνα» και ο ορθογραφικός έλεγχος μου έκανε μια ωραιότατη ερυθρά υπογράμμιση. Όταν μετά έκανα δεξί κλικ πάνω στη «λανθασμένη» λέξη, το word μου πρότεινε να την αντικαταστήσω με μία εκ των «πλούτυνα», «ρουτίνα», «πούμωνα»(;), «πουθενά» και «ποίμανα». Αυτοψία σε μια γριά ρουτίνα, λοιπόν!

acht: «Ο Αντιδιαφωτισμός», του Zeev Sternhell (Πόλις 2009). Τρεις αιώνες περίπου μετά την έναρξη της μεγαλύτερης εξέγερσης της ανθρώπινης διανόησης, που οραματίστηκε τον άνθρωπο ως άτομο ελεύθερο, αυτόνομο και ορθολογικό και οδήγησε έτσι στη γέννηση της σύγχρονης εποχής, η ανθρωπότητα βιώνει τη μεγαλύτερη ηθική και πνευματική κρίση της Ιστορίας, την οποία όλοι σχεδόν επιμένουν ακόμα να τη βαφτίζουν οικονομική. Μπορεί ο καπιταλισμός να χαροπαλεύει, αλλά ελλείψει μιας πίστης σε νέες ιδέες και γενναία ιδανικά, ολόκληρος ο πλανήτης μοιάζει νομοτελειακά να οδηγείται σε μια αλλόκοτη ψηφιακή φεουδαρχία και να βουλιάζει αμέριμνα σε έναν διαστροφικό ηλεκτρονικό μεσαίωνα. Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό και επιμελούμενος σχολαστικά μες στο μυαλό μου την περιβάλλουσα τηλεπαθητική επικαιρότητα, συνειδητοποίησα περισσότερο από ποτέ πως πρέπει ως κοινωνία, ως χώρα, ως ανθρωπότητα και ως δεν ξέρω τι στο διάολο ακόμα να πιάσουμε το «πράγμα» ξανά από την αρχή. Ξέρετε τώρα… διάκριση των εξουσιών, ελευθερία του λόγου, κατάλυση των προνομίων, πολιτικά δικαιώματα, αμφισβήτηση των αυθεντιών, κατάργηση των προκαταλήψεων, αναπαλλοτρίωτο των αξιών της ζωής και της αξιοπρέπειας, ανεπανάληπτο της ανθρώπινης προσωπικότητας και άλλα τέτοια προφανή και αυτονόητα. Και αυτό είναι η ΜΟΝΗ λύση τελικά. Και μην ανησυχείτε, ΟΛΑ τα άλλα θα έρθουν μετά σχεδόν αυτόματα.

negen: «Το Καράβι του Θανάτου», του Δημοσθένη Βουτυρά (Τόπος 2009). Μια συλλογή διηγημάτων, γραμμένων πριν από σχεδόν έναν αιώνα, από έναν από τους ελάσσονες αγίους της μικρής μα πάντοτε απρόοπτης λογοτεχνίας μας, που χάρη στην ευαισθησία κάποιων εκδοτών έχουμε που και που τη χαρά να τους ξαναθυμόμαστε. Διάβασα τις σκοτεινές και απόκοσμες αυτές ιστορίες, ενώ επέστρεφα στην τόσο μίζερη και τόσο γοητευτική μας χώρα και μάλιστα εν πλω, αψηφώντας τον μάλλον δυσοίωνό γενικό τους τίτλο και σας αφιερώνω ένα ελάχιστο απόσπασμα: «Σταμάτησα στην έξοδο και κει έμαθα τι συνέβαινε και γιατί ήταν όλα πάνω κάτω. Το νεκροταφείο είχε πάψει να θάφτει και πήγαιναν αλλού, σ’ ένα νέο!... Τα αγορασμένα μνήματα θα τα πήγαιναν εκεί!... Δεν ξέρω πως μου φάνηκε τότε. Το νεκροταφείο αυτό, το αφημένο, το παραιτημένο, μου φάνηκε σαν ξωτικό εργοτάξιο, που αφήκαν έρημο οι ξωτικοί εργάτες του, και πήγαν αλλού, εργοτάξιο που από χρόνια πολλά ρουφούσε τη μεγάλη πολυθόρυβη πόλη, που ακουγόταν να διασκεδάζει αμέριμνη, και που η εργασία του η τελειωμένη ήταν οι σωροί των κοκάλων!... Έφυγα γρήγορα προς την πόλη, που πάλι ο θόρυβος της μουσικής της ήρθε σβηστός-σβηστός ίσαμε κει.»

Υ.Γ. Το ταξίδι ως το Παρίσι ήταν τελικά πολύ πιο δύσκολο από όσο υπολόγιζα, αλλά οι ενδιάμεσοι σταθμοί παρουσιάστηκαν ανώτεροι πολύ των ταπεινών, μα πάντα εύφλεκτων, προσδοκιών μου. Μάλιστα, κάποιους από αυτούς επιφυλάσσομαι να τους επισκεφτώ ξανά και να τους μελετήσω με περισσότερη συνέπεια και με όσο το δυνατόν πιο λίγη επιφύλαξη. Και ίσως έτσι κάποτε να κατορθώσει η μέτρησή μου να προσεγγίσει και κάποια άλλα νούμερα διψήφια. La próxima vez, quizás en castellano…

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

LastTapes02: Δε θέλω να ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι

Δεν πρόλαβε να στεγνώσει η πρώτη σταγόνα της βροχής και η αόρατος αρχή των καταχθόνιων lasttapes μου ζήτησε να βγάλω μια κόλλα χαρτί και να σας εκθέσω γράφοντας πώς πέρασα αυτό το καλοκαίρι. Επειδή όμως στο νότιο ημισφαίριο του εγκεφάλου μου το καλοκαίρι αυτό δεν άρχισε ακόμα, σκέφτηκα πως ίσως θα ήταν φρονιμότερο να σας πω δυο λόγια για τα βιβλία που διάβασα την ώρα που όλοι εσείς λιαζόσασταν στην δαντελωτή ακτογραμμή της χώρας των λωτοφάγων.

Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου με το φωτεινό πουκάμισο και στο μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου του πέτρινου, επέλεξα, για ακόμα μια χρονιά, να αυτοεξοριστώ στα βάθη της πρωτεύουσας. Κρυμμένος σε μια περίκλειστη αυλή στην εξωτική Δάφνη –εκατό μέτρα από το σταθμό του μετρό και είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ ό,τι χάλασα (το προηγούμενο καλοκαίρι)- σκότωνα τη θερινή μου ώρα διαβάζοντας τη βιβλιοθήκη ενός ακόμα συγκατοίκου μου, περιμένοντας τη νύχτα να επιστρέψει πίσω από τη μπάρα.

Και κάπως έτσι, λοιπόν, φύγανε, φύγανε…

un: «Καν-καν, γάτες και πόλεις από στάχτη», του Mark Twain (Ασβός, 2009). Το ξέρατε ότι ο Twain ήταν ο πρώτος συγγραφέας που παρέδωσε στον εκδότη του δακτυλογραφημένο κείμενο; Εδώ ο διαχρονικός super star της αμερικάνικης λογοτεχνίας ταξιδεύει στην γηραιά ήπειρο του 1857 και με τον ανελέητο σαρκασμό του δίνει μια διαφορετική διάσταση στον όρο ταξιδιωτική λογοτεχνία. Το βιβλίο –όχι όμως και το ταξίδι, αφού ο εκδοτικός οίκος επέλεξε να μεταφράσει μέρος μόνο του πρωτότυπου έργου- ολοκληρώνεται στην Αθήνα και όλα τα λεφτά είναι το επεισόδιο με την νυχτερινή επίσκεψη στην Ακρόπολη («…δωροδοκία και διαφθορά»), όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται μια ενδιαφέρουσα απόπειρα ψυχοπαθολογικής ανάλυσης του προπατορικού αμαρτήματος του στατιστικού λάθους που λέγεται σύγχρονη Ελλάς. 

deux: «Κυανοπώγων», του Kurt Vonnegut (Επιλογή/Θύραθεν 1010). Εξπρεσιονισμός ή βαρβαρότητα! Ο αναρχικός αμερικάνος συγγραφέας ανασκευάζει τον κλασικό γαλλικό μύθο και για ακόμα μια φορά δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο λογοτεχνικό διάβα του. Εδώ, στον «ομώνυμο ρόλο» εμφανίζεται ένας ηλικιωμένος διάσημος ζωγράφος και ήρωας πολέμου, με το ευφάνταστο όνομα Ράμπο (!) Καραμπεκιάν, που κρύβει μέσα στην αποθήκη του σπιτιού του ένα μυστικό «μεγάλο όσο και ο κόσμος». Το βιβλίο, ένα συναρπαστικό ανακάτεμα πραγματικών και φανταστικών προσώπων και γεγονότων, αποτελεί μια αβυσσαλέα κριτική του Vonnegut απέναντι στην εξέλιξη του αμερικάνικου τρόπου ζωής και αντίληψης των πραγμάτων, χωρίς ωστόσο να ξεπέφτει στη συνήθη γκρίνια του σεβάσμιου γέροντα που αναπολεί τις όμορφες εποχές που πέρασαν.

trois: «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω», του Παντελή Καλιότσου (Καστανιώτης, 2009). Αν παίζετε παντομίμα με τίτλους βιβλίων, δοκιμάστε αυτόν! Ο δημιουργός των «Ξύλινων Σπαθιών» αυτοβιογραφείται με έναν τρόπο που θυμίζει έντονα την γενική αρχή του Hobsbawm περί της αναγωγής της ιστορίας του ταπεινού υποκειμένου σε φορέα –αν όχι και σε παράγοντα- του ιστορικού γίγνεσθαι. Ο Καλιότσος, γνωστός-άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων, μας παρουσιάζει την ιστορία της ζωής του ως ένα σπαρταριστό ψυχόδραμα ενός γνήσια ανήσυχου και δημιουργικού ανθρώπου που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε ένα απαίδευτο και ξιπασμένο περιβάλλον. Και όσο πραγματικά ψυχαγωγικά να στέκονται τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, στο τέλος ο συγγραφέας με το δικό του προσωπικό, τρυφερό και μεθυστικό art d' être grand-père κυριολεκτικά απογειώνει την αφήγηση.

quatre: «Ένας Τσετσένος σκύλος στη Μασσαλία», του Michel Maisonneuve (Πόλις, 2010). Μπορεί να σταθεί ο όρος «μεσογειακό νουάρ»; Ο Maisonneuve συνεχιστής της παράδοσης –αν υπάρχει κάτι τέτοιο- των Camilleri, Izzo, Montalban… άντε και λίγο Μάρκαρη- μας δίνει ένα συναρπαστικό roman policier, που διασκέδασα αφάνταστα διαβάζοντάς το και από την πλοκή του οποίου τώρα δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα. Εργατικά προάστια, ρωσικές μαφίες, συνταξιούχα sex symbol και ένας μοναχικός διανοούμενος που μπλέκει σε μία παρωδία αστυνομικού μυστηρίου απαγγέλλοντας στίχους του Ομάρ Καγιάμ και του Ζωρζ Μπρασσένς. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν φαντασιώνομαι πως κάποιος πιο έξυπνος εαυτός μου παραθερίζει σε κάποιο μέρος πιο εξωτικό παρέα με την κοκκινομάλλα ηρωίδα του «Τσετσένου Σκύλου».

cinq: «Βία - Έξι λοξοί στοχασμοί», του Slavoj Zizek (Scripta, 2010). Πόση βία εμπεριέχεται μέσα στη θεμελιώδη αρχή πως η νόμιμη βία αποτελεί αποκλειστικά κρατικό μονοπώλιο; Hard rock φιλοσοφική προπαίδεια και φρενήρης πολιτική ψυχανάλυση από τον πιο ανατρεπτικό διανοητή της εποχής μας, ο οποίος, ωστόσο δυστυχώς, βιβλίο με το βιβλίο μοιάζει να βουλιάζει στη μανιέρα του. Όσες αντιρρήσεις και να έχεις, όμως, με τις συλλογισμούς και τους αφορισμούς του Σλοβένου συγγραφέα και μόνο ο μοναδικά σύγχρονος λόγος του και η απαράμιλλη άνεσή του να μπαινοβγαίνει στις αναγωγές του, που ξεκινάν από το Νίτσε και τον Μαρξ και καταλήγουν στην λαϊκή κουλτούρα και κυρίως στον εμπορικό κινηματογράφο, δύσκολα σε αφήνουν ασυγκίνητο. Ίσως πράγματι τελικά η πιο βίαιη πράξη είναι να μην κάνεις τίποτα.

six: «Μετέωρη χώρα», του Αντώνη Καρακούση (Εστία, 2006). Μέσα στο γενικό χαμό των ημερών το να διαβάσεις μια ιστορική ανάλυση των οικονομικών πολιτικών, που εφαρμόστηκαν τα τελευταία τριάντα χρόνια στη χώρα του πράσινου ήλιου, σίγουρα μόνο κακό δεν κάνει. Ο Καρακούσης, έγκυρος και τολμηρός αρθρογράφος, μας δίνει εδώ ένα ολοκληρωμένο πολιτικό ανάγνωσμα που μας μιλάει για το πώς εφτάσαμε στην σημερινή κρίση χωρίς, όμως, να προλαβαίνει να αναφερθεί σε αυτήν. Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον θα αναζητούσα το εν δυνάμει επίμετρο αυτού του έργου πέντε-έξι χρόνια από σήμερα. Το κεφάλαιο, πάντως, όπου αναφέρεται στον μεγαλοϊδεατισμό του εκσυγχρονισμού –όπου η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σχεδιάζει μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων να φτάσει ως την κόκκινη μηλιά- αγγίζει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Διαβάζεται και σαν μυθιστόρημα.

sept: «Tishomingo Blues», του Elmore Leonard (Άγρα, 2009). «Oh, Mississippi, oh, Mississippi, my heart cries out for. You in sadness, I want to be where the wintry winds don't blow. Down where the southern moon swings low. That's where I want to go…». Ακόμα ένα σαγηνευτικό μαύρο ανάγνωσμα από τη γνωστή μαύρη σειρά του πιο λευκού εκδοτικού οίκου της χώρας. Αν και η πλοκή στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου προκύπτει μέσα από ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων –πράγμα που θα απεχθάνονταν οι αμερικάνοι μαιτρ του είδους- και οι ήρωες παραείναι κινηματογραφικοί –πράγμα που λατρεύει το Hollywood, που έχει τιμήσει δεόντως τον Leonard- το Tishomingo Blues γοητεύει τόσο με την βαριά του ατμόσφαιρα όσο και με την αυτοσαρκαστική του λογοτεχνική αμερικανιά. Εξαιρετικό soundtrack! Αναζητήστε τα τραγούδια του και ακούστε τα δυνατά!

huit: «Μαύρη Τρύπα», του Charles Burns (Zoobus, 2009). Δε θέλω να θυμάμαι τι έκανα το καλοκαίρι που τέλειωσα το Λύκειο! Ο φασισμός της καθημερινής ζωής, το Σηάτλ ως πειραματικός σωλήνας του σύγχρονού πολιτισμού και η χημική ανάλυση της εφηβείας σε μια εφιαλτική συσκευασία δώρου, που θα προτιμούσατε να μην το είχατε ανοίξει ποτέ. Θα έλεγα το πιο «άρρωστο» κόμικ που διάβασα εφέτος, αλλά δυστυχώς προηγήθηκε το «Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού από Βελούδο» του Dan Clowes (εκδόσεις Κορμοράνος). Πέρα από την πλάκα πάντως, και τα δύο έργα είναι εξαιρετικά και πάλι καλά που υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι, που τολμούν να προτείνουν τέτοιους ξεχωριστούς τίτλους, σε μια χώρα που, αν σε δουν να κρατάς κόμικ στα χέρια, σε ρωτούν, «τι κάνεις εκεί ρε, πάλι μίκυ μάους διαβάζεις;».

neuf: «Ήλιος με δόντια», του Γιάννη Μακριδάκη (Εστία, 2010). Μετά τον Πέτικα του «Ανάμιση Τενεκέ» και τον μοναχό Βικέντιο της «Δεξιάς Τσέπης», ένας ακόμα παράδοξος ήρωας έρχεται από το περιθώριο της παραισθητικής μας Ιστορίας να αναζητήσει τη θέση του στο επίκεντρο της επαρχιώτικης λογοτεχνίας μας. Αν και δεν είναι και λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο Μακριδάκης είναι ο καλύτερος νέος μας συγγραφέας, είναι στιγμές που αναρωτιέμαι αν και ο ίδιος ο φίλος μου ο Γιάννης είναι ένας από αυτούς. Προσωπικά δηλώνω φανατικός θαυμαστής των δύο προηγούμενων έργων του και οπαδός της γενικότερης στάσης του απέναντι στην έρευνα και τη δημιουργία. Και όσο και αν θα προτιμούσα να μην είχα μάθει ποτέ τίποτα για τον βίο και την πολιτεία του Κωνσταντή Χάψα, θα περιμένω με λαχτάρα το επόμενο βιβλίο του.

Όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ο συντάκτης του κειμένου θα έχει ήδη μάλλον μεταναστεύσει στα ένδοξα Παρίσια προς αναζήτηση αγαθότερης τύχης και νέων παραστάσεων. Επιφυλάσσεται να διατηρήσει την επαφή με το περιοδικό και τους αναγνώστες του εξ αποστάσεως, ενώ δεσμεύεται να βελτιώσει τα φτωχικά του γαλλικά, στα οποία καλά-καλά τώρα ούτε μέχρι το δέκα δεν κατορθώνει να μετρήσει.

Au revoir!

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

LastTapes01: Πόρνη Μπάλα!

Συμφωνήσαμε – με την αόρατο αρχή της νέας αυτής διαδικτυακής απόπειρας - να συμμετάσχει η ταπεινότητα μου σε αυτήν, γράφοντας κάτι που να μοιάζει με βιβλιοπαρουσίαση, κριτική ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Όταν στη συνέχεια έμαθα πως η κεντρική θεματική του πρώτου τεύχους θα είναι η πορνογραφία, θυμήθηκα που ήθελα την άνοιξη να μιλήσω για τις «Παρθενικές» του Maurice Pons (Άγρα, 2008) στο Bookmarks, μα δυστυχώς δεν πρόλαβα. Ωστόσο, επειδή, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συντελεστές, που είναι νέα παιδιά και εξελιγμένα είδη, εγώ είμαι μάλλον παλαιάς τεχνολογίας, άνθρωπος αναλογικός, και δε μπορώ να καταγίνομαι με πάνω από δύο πράγματα ταυτόχρονα, αποφάσισα να τους τη σκάσω. Και αφού για το ένα από αυτά που τελευταία με απασχολούν εξακολουθώ να αρνούμαι να μιλώ και τον τελευταίο καιρό διστάζω να απαντήσω ακόμα και στα τηλέφωνα που κρίνω ως επικίνδυνα, θα σας πω δυο λόγια για το άλλο.

Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη και γράφω στον φορητό ενός φίλου, που έχει την καλοσύνη, για ακόμα μια φορά, να με φιλοξενεί και να με ανέχεται, ενώ και οι δυο μας περιμένουμε να πάει η ώρα εννιάμισι για να παρακολουθήσουμε παρέα τον μικρό τελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, όπου μάλλον η Γερμανία θα επικρατήσει της Ουρουγουάης, αν και κατά βάθος πολύ θα ήθελα να συμβεί το αντίθετο. Στο μεταξύ έχω μόλις ολοκληρώσει το διάβασμα ενός τούρκικου αστυνομικού μυθιστορήματος, που κουβάλησα μαζί μου στο ταξίδι. Με το βιβλίο αυτό και σχεδόν με τη λήξη του Μουντιάλ, έκλεισα μια αναγνωστική ενότητα, από αυτές που μου αρέσει τόσο πολύ να φτιάχνω, μα που σπανίως τολμώ να τις αποκαλύπτω, φοβούμενος μη χαρακτηριστώ μονομανής και ανισόρροπος.

Στα βιβλία που περιλάμβανε αυτό το παραμουντιαλικό μου αφιέρωμα και τα οποία έχουν φυσικά να κάνουν με τη μπάλα, θα αναφερθώ εν προκειμένου, καλύπτοντας την μη συμμόρφωσή μου προς τις υποδείξεις και τις οδηγίες της διεύθυνσης με το φαιδρό – μάλλον - επιχείρημα πως και το ποδόσφαιρο, όπως ακριβώς και η πορνογραφία, πηγάζουν από την ίδια δεξαμενή ενδιαφέροντος της ίδιας pop κουλτούρας και ανακυκλώνοντας διαρκώς τις εναπομείνασες κοινωνικά αποδεκτές μορφές βίας, αναδεικνύουν τα αριστουργήματά τους εκεί ακριβώς όπου οι φίλαθλοι και των δύο αυτών ειδών ελάχιστα τα περιμένουν. Ιδού, λοιπόν, τι διάβασα το μήνα αυτό που πέρασε, όταν δεν έβλεπα τα ματς και όταν δεν κολλούσα τα αυτοκόλλητα στο άλμπουμ της Panini:

bir: «Από τις Κερκίδες στα Χαρακώματα», του Ivan Čolović (Ισνάφι, 2007): Η ιστορία της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας μέσα από την αντανάκλαση των εθνικιστικών παθών στις σελίδες του αθλητικού τύπου. Μια πολιτικά ανθρωπολογική προσέγγιση του παιχνιδιού ως συνέχειας του πολέμου με άλλα μέσα που «αντιπροσωπεύουν ένα σύνολο αξιών που στην ουσία τους βρίσκονται στον αντίποδα της ανθρώπινης φύσης και εξυμνούν τις δυνάμεις που υπονομεύουν την ασφάλεια του ανθρώπινου κόσμου».

iki: «Ποδόσφαιρο: Σύμβολα, Αξίες, Φίλαθλοι», του Christian Bromberger (Βιβλιόραμα, 2007): Βιβλίο-σημείο αναφοράς για τους περισσότερους μελετητές του σκληρού και μαγικού κόσμου των γηπέδων. Ο φημισμένος Γάλλος εθνολόγος, μέσα από μια συγκριτική ανάλυση των φίλαθλων συμπεριφορών σε τρεις χώρες (Γαλλία, Ιταλία και Ιράν), αναδεικνύει το ρόλο του ποδοσφαίρου τόσο ως «οπίου του λαού» όσο και ως «παραδειγματικού δράματος».

üç: «Ανατομία των Ποδοσφαιρικών Παθών», των Παντελή Κυπριανού και Μανώλη Χουμεριανού (Διόνικος, 2009): Η κοινωνική ιστορία του παιχνιδιού στον καθ’ ημάς μικρόκοσμο. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα αυστηρό επιστημονικό σύγγραμμα, στο οποίο, ωστόσο, αν παρακάμψει κανείς την ενδεχομένως κουραστική παράθεση των ερευνητικών δαιδάλων, θα μπορέσει να αντλήσει πολύτιμα συμπεράσματα για το ζώο που κρύβει – όχι και τόσο καλά - μέσα του. Κυρίως στα σημεία, όπου οι δύο καθηγητές δε διστάζουν να δώσουν το λόγο στους αφανείς αντιήρωες της εξέδρας.

dört: «Το Τελευταίο Παιχνίδι», του Jason Cowley (Τόπος, 2010): Συγκλονιστικό! Ο υπότιτλος (αγάπη, θάνατος, ποδόσφαιρο) τα λέει όλα: Ένα ρέκβιεμ για μια ολόκληρη εποχή, σε μετάφραση του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου, του σπουδαιότερου πνευματικού ανθρώπου που έχει αναδείξει η εγχώρια αθλητική δημοσιογραφία τα τελευταία χρόνια. (Ο παλιός μου εκδοτικός οίκος φαίνεται να δίνει ιδιαίτερη σημασία στο θέμα του ποδοσφαίρου, αφού ήδη έχει συνθέσει ειδική ενότητα προτάσεων με ενδιαφέρουσες κατά κανόνα επιλογές. Στη συγκεκριμένη θα επανέλθω αναλυτικότερα.)

beş: «Αρχίζει το Ματς. Το Ποδόσφαιρο στη Λογοτεχνία», σε επιμέλεια του Γιάννη Η. Παππά (Μεταίχμιο, 2010): Το βιβλίο αυτό - μια συλλογή ποιητικών και πεζογραφικών ύμνων για τη μπάλα - είναι μία ακόμα εκδοτική αρπαχτή, από αυτές που βγαίνουν κάθε τέσσερα χρόνια για να γεμίσουν τα σχετικά αφιερώματα των βιβλιοφιλικών ενθέτων των εφημερίδων και τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Ανάμεσα στα ανθολογούμενα κομμάτια κρύβονται αρκετά αριστουργήματα, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο παρατίθενται κάνει την ανθολογία να μοιάζει με τηλεφωνικό κατάλογο.

altı: «Παιχνίδι χωρίς Όρια», του Χρήστου Σωτηρακόπουλου (Τόπος, 2008): Η εν λόγω συλλογή αφηγήσεων του γνωστού ξερόλα δημοσιογράφου μου χάρισε μερικές στιγμές μοναδικής αναγνωστικής απόλαυσης και μου αναγέννησε την παλιά μου επιθυμία να ταξιδέψω προκειμένου να δω από κοντά μια μεγάλη διοργάνωση: «Γνώρισε τους ντόπιους, πιες ένα ποτό, συζήτησε με μερικούς Βραζιλιάνους, μίλα με κάποιους Ιταλούς, γκρίνιαξε για το διαιτητή, μίλα με Σκανδιναβούς, φάε, και επέστρεψε ταπί και ψύχραιμος στην πατρίδα σου».

yedi: «Ποδόσφαιρο. Μια Συγκινησιακή Πανούκλα», των Brohm Jean-Marie και Perelman Marc (Μαύρη Λίστα, 1999): Ένα υποδειγματικό αμπελοφιλοσοφικό δοκίμιο. Εκνευρίστηκα λίγο διαβάζοντάς το, αν και έχει πολύ πλάκα να βλέπεις διανοούμενους να κατηγορούν τη μπάλα για πάσα νόσο και πάσα μαλακία, χωρίς να αποφεύγουν, ωστόσο, να χρησιμοποιούν τη ρητορική της κερκίδας για να υποτιμήσουν τους αντιπάλους τους.

sekiz: «Σημειώσεις στο Ημίχρονο», του Ηλία Καφάογλου (Ύψιλον 2010): Μια συλλογή κειμένων του συγγραφέα του εξαιρετικού «Αυτοκίνητου Κόσμου» (Ύψιλον, 2009), ο οποίος για ακόμα μια φορά φαίνεται να αναζητά φανατικά στην κουλτούρα του μαζικού πολιτισμού τα high lights που δεν πρόκειται να μας δείξουνε ποτέ οι διαφημιστικές σαπουνόφουσκες των βραδινών δελτίων. Χάρηκα που είδα να κλείνει το βιβλίο του μιλώντας για τη μουτζούρα του Zinedine Zidane, υπενθυμίζοντάς μας, με τόλμη αλλά και τρυφερότητα, ένα θέμα που ένα ολόκληρο σύστημα έσπευσε να κρύψει κάτω από το χαλάκι.

dokuz: "Το Πτώμα με τα Ποδοσφαιρικά Παπούτσια", του Celil Oker (Καστανιώτης, 2008): Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα ακόμα και για τους μη φίλους του αθλήματος. Ο ήρωας-ιδιωτικός αστυνομικός είναι εξαιρετικά γοητευτικός μες στη μιζέρια του. Αν έβαζαν και κάποιον άνθρωπο που να ξέρει δυο-τρία πράγματα για τη μπάλα να μεταφράσει το βιβλίο, θα αποφεύγαμε τούβλα σαν το «…με τα χέρια ανάμεσα στα σκέλια, σαν αμυντικός που έκανε φράγμα κόντρα σε ελεύθερη βολή…». Υποψιάζομαι ότι υπάρχει ένα γενικότερο θέμα με την εν λόγω μετάφραση, αφού το κείμενο στραβώνει σε αρκετά σημεία. Μπορεί όμως να είναι και η ιδέα μου. Άλλωστε, εγώ στα τούρκικα ούτε μέχρι το δέκα δεν ξέρω να μετράω.

Αυτά, για την ώρα…

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

El Clásico: Ενώ στη Βαρκελώνη η ύπαρξη και μόνο ενός κασκόλ ή μιας σημαίας της Realαποτελεί αιτία πολέμου, στην πρωτεύουσα τα πράγματα μοιάζουν πολύ πιο χαλαρά. Και σουβενίρ της Barcelona μπορείς να αγοράσεις από τα μαγαζιά και όλο και καμιά φανέλα blaugrana βλέπεις να κυκλοφορεί στο δρόμο. Δεν ξέρω όμως αν αυτό οφείλεται σε κάποια καστιλλιάνικη οπαδική ανωτερότητα ή στην κοινή παραδοχή πως για τις τελευταίες συχνές επιτυχίες τους σε εθνικό επίπεδο «φταίει»κυρίως το ποδόσφαιρο των άσπονδων Καταλανών τους φίλων. Πέρα από τη μπάλα, τα «κλασικά» ντέρμπυ της Primera División (ομοίως όπως και τα ματς ανάμεσα στη «βασίλισσα» και την Athletic Bilbao) είναι και μάχες ανάμεσα σε σύμβολα:της εθνικής ενότητας (και αρτιμέλειας) αφενός και αφετέρου της εθνικής (η Ισπανία είναι «Ισπανίες» στην πραγματικότητα) αφύπνισης. Στην Ελλάδα κάποιοι θεωρούν πως το να υποστηρίζεις τη Real σε κάνει φασίστα ή έστω λίγο δεξιό, ενώ αν είσαι φίλος της Barça γίνεσαι αυτόματα διεθνιστής και επαναστάτης.Τις μέρες του Clásico μια βόλτα στη γραμμή 10 του μετρό, που πάει προς το Santiago Bernabéu θα μπορούσε να βγάλει από την πλάνη του ακόμα και τον πιο ξερόλα ελληνάρα. Εδώ ακόμα και το βράδυ που οι Ισπανοί κατέκτησαν το δεύτερο και συνεχόμενότους Euro(με ένα Mundial ανάμεσα), τα πανηγύρια που ακολούθησαν αργά το βράδυ στην GranVia, εξελίχθηκαν στην πιο μαχητική πολιτική διαδήλωση που θα τη ζήλευαν και οι πιο αγανακτισμένοι. Κι όσο για την ενότητα την εθνική που το ποδοσφαιράκι μπορεί να παραγάγει, ρωτήστε και τον JuanCarlosνα σας πει πως πέρασε πριν δύο χρόνια στον τελικό του Copa del Rey! 

La Red: Αν και η Μαδρίτης μετά βίας συμπεριλαμβάνεται στις πενήντα πολυπληθέστερες μεγαλουπόλεις του πλανήτη, το δίκτυο του μετρό της, που οι επιβάτες του το αποκαλούν απλά «το δίκτυο» (lared), είναι σε μήκος το έκτο εκτενέστερο στον κόσμο και πέρα από την αναμφισβήτητη πρακτική αξία του, αισθητικά εκφράζει στο ακέραιο το πνεύμα και το χαρακτήρα ολόκληρης της πόλης. Επίσης, είναι και το «ορεινότερο» μετρό της γηραιάς ηπείρου, αφού η Μαδρίτη βρίσκεται στο μεγαλύτερο υψόμετρο (667 μέτρα, παρακαλώ, και δεν της φαίνεται καθόλου) από κάθε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Και μετά από αυτές τις τόσο χρήσιμες για τον καθένα μας πληροφορίες, πάμε σε άλλα θέματα πιο ανάλαφρα. Στα οποία σίγουρα θα πηγαίναμε πιο εύκολα, εάν υπήρχε και κάποια κάρτα απεριορίστων διαδρομώνπου να απευθύνεται κυρίως στους περιπλανώμενους. Πάντως, ως μέσο, όπως και όλα τα αξιοπρεπή μετρό, είναι πολύ εξυπηρετικό, αφού μπορείκανείς με αυτό μέσα σε ελάχιστα λεπτά και με ένα σχετικά φτηνό εισιτήριο (τελευταία λιγάκι το ακρίβυναν) να διακτινιστεί από το κέντρο στα παραγνωρισμένα, κι όμως ενδιαφέροντα, προάστια ή αλλιώς στις «επαρχίες» της Μαδρίτης. Προσωπικά, θα είχα να σας πω διάφορα για το Menéndez Pelayoή για το Tetuan, τα όποια έτυχε να τα επισκεφτώ, μα εδώ, νομίζω, πως δε χωράνε συμβουλές. Διαλέξτε στην τύχη μια διαδρομή κι αφήστε το δίκτυο να κάνει τη δουλειά του.

Los Griegos: Το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά, μετά από πολλές δεκαετίες, που η Ισπανία εξήγαγε περισσότερους μετανάστες από όσους υποδέχτηκε. Οι πολλοί από αυτούς έφυγαν, όπως ήταν φυσικό, για χώρες της Λατινικής Αμερικής, ενώ οι πιο καταρτισμένοι επαγγελματικά ακόμα αναζητούν την τύχη τους στη βόρεια Ευρώπη. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έδωσε τη χαριστική βολή στην ήδη στιγματισμένη, από την κατάρρευση του επί μισού αιώνα κυρίαρχου κλάδου της οικοδομής, ισπανική οικονομία. Το ποσοστό της ανεργίας στη χώρα αυτή σήμερα αγγίζει το 25%, πράγμα που συνεπάγεται ότι οι μισοί τουλάχιστον από τους νέους Ισπανούς είτε δεν έχουνε δουλειά είτε υποαπασχολούνται σε «εργασίες» που μάλλον δε θα επέλεγαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Για τον ανύποπτο τουρίστα αυτά τα εφιαλτικά στοιχεία μοιάζουν ακατανόητα, αφού η fiestaκαι τα λαμπρά αξιοθέατα επιμελώς τα κρύβουν – μέχρι να πέσει ξαφνικά πάνω σε κάποιο δημόσιο συσσίτιο και να τσαλακωθεί για πάντα η καρτ-ποστάλ του. Ο ακόμα πιο ανυποψίαστος, σε βαθμό εγκληματικής αφέλειας, Έλληνας επισκέπτης ενδεχομένως να απορήσει που ακόμα δεν έχουν αναπτύξει οι Ισπανοί ακραία φοβικά αντανακλαστικά με τόσους Moros, Chinos και Panchosστην αυλή τους.Δεν ξέρω τι απομένει να συμβεί, αν συνεχίσουν να χειροτερεύουνε τα πράγματα, πάντως προς το παρόν η χώρα αυτή, και η Μαδρίτη ειδικά, έχουν πολλά να μας διδάξουν. Και αν δε με πιστεύετε, ρωτήστε τους Έλληνες κατοίκους της να σας το πουν, τους φοιτητές, τους εργαζόμενους, ακόμα και τους ερωτικούς της μετανάστες.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

San Miguel: Στο κέντρο της παλιάς Μαδρίτης, κοντά στην περίφημη Plaza Mayor, υπάρχει μια κάπως παράταιρη κατασκευή από γυαλί και μέταλλο που ξεχωρίζει. Το Mercado de San Miguel είναι μια οργανωμένη κλειστή αγορά τροφίμων και ποτών, όπου ο επισκέπτης μπορεί να δει μαζεμένες όλες τις γαστρονομικές ισπανικές προτάσεις και να περάσει ένα μεσημέρι γεμίζοντας το ποτήρι και το πιάτο του από το μπουφέ όσες φορές η όρεξη του το ζητά και η τσέπη του το επιτρέπει. Παρόμοιες, πιο υπαίθριες, αγορές στήνονται αρκετά συχνά στις πιο γνωστές πλατείες της πρωτεύουσας και αξίζει να αναζητήσετε αυτές που ειδικεύονται στο πάντρεμα της κουζίνας της ιβηρικής με εκείνες των λατινοαμερικάνικων χωρών, αλλά και να εντρυφήσετε περισσότερο στα προτεινόμενα προϊόντα των ιδιαίτερων περιοχών της Ισπανίας (αλλαντικά από την Αραγονία, τυριά από τις Αστούριες, θαλασσινά από Γαλικία, φρούτα από τα Κανάρια, κρασιά από τη Ριόχα, γλυκά από τη Βαλένθια κ.λπ.). Αν τώρα ψάχνετε για κάποια λύση πιο οικονομική, και νηστικοί για να μη μείνετε και για να λέτε μετά ότι συνοδεύσατε με ξένες γεύσεις το ταξίδι σας, αφήστε το mercado και μπείτε σε ένα super-mercado να ψωνίσετε. Γεμίστε το καλάθι σας με όλες τις παραλλαγές του jamon και του chorizo που υπάρχουν, πάρτε και μερικές turrónes, να τιμήσετε και τη ζαχαροπλαστική και από μπύρες προτιμήστε την ανδαλουσιανή Cruzcampo, γιατί η μαδριλένικη Mahón δεν πίνετε.

Plaza de la Paja: Όσο δημοφιλής και φασαριόζικη κι αν είναι η συνοικία La Latina, τόσο ηρεμιστική παραμένει παραδόξως η ομορφότερη πλατεία της. Η de la Paja (του άχυρου), η μεγαλύτερη ενός γοητευτικού συμπλέγματος πλατειών (de la Moreria, de Granado, del Alamillo, de San Andrés κ.λπ.) στην καρδιά της μεσαιωνικής πόλης, κλέβει την παράσταση στην υπερπαραγωγή που ονομάζεται «τουριστική Μαδρίτη». Προσωπικά, θα σας πρότεινα να καθίσετε στην terrassa του Café Delic –μην παραλείψετε, ωστόσο, να χαζέψετε την εσωτερική του διακόσμηση- ή στο πέτρινο παγκάκι ακριβώς απέναντι, παρέα με το μυστηριώδες μεταλλικό άγαλμα του «ανθρώπου που διαβάζει» (ο ίδιος καλλιτέχνης, ο κύριος Félix Hernando García έχει φτιάξει και τον περίφημο «Barrendero» (οδοκαθαριστής) στην Plaza de Jacinto Benavente – σας το είπα, όλοι έχουν το άγαλμα που τους αναλογεί σε αυτήν την πόλη). Αν πεινάσετε και επιθυμήσετε κάτι πιο εξωτικό, διασχίστε την Calle de Segovia και κάπου εκεί απέναντι θα βρείτε ένα από τα μεξικάνικα της αλυσίδας La Mordida. Και αν σας πιάσει η νύχτα και γουστάρετε κάτι πιο αυθεντικό, λίγα μέτρα παραπάνω, επίσης στη Segovia, υπάρχει το El Rincón del Arte Nuevo, το μόνο ίσως από τα παραδοσιακά στέκια της περιοχής που ο τουρισμός δεν το έχει τόσο αλλοιώσει. Πάρτε όσες μπύρες θέλετε κι αφήστε τον μπάρμπα πίσω από το μπαρ να σας τροφοδοτεί αδιάκοπα με tapas.

Orgullo: Δεν είμαι, δυστυχώς, και τόσο σίγουρος αν όλη αυτή η ιστορία των διαρκώς εξαπλωνόμενων gay parade ανά την υφήλιο στοχεύει στην εμπέδωση της σεξουαλικής διαφορετικότητας ή οδηγεί σε όλο και πιο βαθιά περιχαράκωση αυτούς που την πρεσβεύουν. Ειλικρινά, ωστόσο, δε θα μπορούσα να αφήσω εκτός αυτού του οδηγού τη fiesta περηφάνιας (el orgullo, το pride που λέμε εμείς, οι Βαλκανιοσάξονες), που λαμβάνει χώρα εδώ στα τέλη Ιουνίου. Το Orgullo δεν αφορά, όπως θα φανταζότανε κανείς, μονάχα τις λεσβίες και τους ομοφυλόφιλους της πόλης, αλλά ολόκληρη η Μαδρίτη συμμετέχει με κάποιον τρόπο στη γιορτή, με κέφι και με όρεξη που θα τα ζήλευε και το δημοφιλέστερο event σε κάποια άλλη χώρα. Όσο συγκινητικό είναι να παρακολουθείς αδέρφια και γονείς να διαδηλώνουν την υποστήριξη και την αγάπη τους προς τα «διαφορετικά» μέλη των οικογενειών τους, άλλο τόσο απίστευτο είναι να βλέπεις άσχετο κόσμο, από παιδάκια μέχρι γέροντες και από εκπροσώπους των συνδικάτων έως ιερείς να παίρνουν μέρος σε αυτό το ψυχαγωγικό ξέφρενο πανηγύρι. Κι όταν ακούσεις πόσο βαθιά πολιτικά είναι τα συνθήματα που συνοδεύουν την παρέλαση, τότε καταλαβαίνεις πόσο αδερφίστικη είναι εν τέλει η ματιά όλων εκείνων που νομίζουνε πως τα προβλήματα των άλλων δεν είναι και δικά τους. Και για να τα λέμε όλα: ενώ το Orgullo διεξάγεται κυρίως στην Gran Via, σχεδόν ταυτόχρονα στο Lavapiés πραγματοποιείται ένα αντι-orgullo πιο εναλλακτικό, που καταδικάζει την ολοένα αυξανόμενη εμπορευματοποίηση του πρώτου.

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

La Movida: Η απάντηση στο εύλογο ερώτημα, πως μία χώρα τόσο συντηρητική και τόσο πνευματικά καθυστερημένη, βυθισμένη για αιώνες μέσα στην ασφυκτική αγκαλιά της καθολικής εκκλησίας, μπόρεσε και εξελίχθηκε μέσα σε λίγα χρόνια σε πρότυπο ελεύθερης δημιουργίας και ανεκτικότητας, είναι απλή: la movida! Το πολιτιστικό αυτό κίνημα που εκκολάφτηκε στα χρόνια της παρακμής του φρανκικού καθεστώτος και ξέσπασε αμέσως μετά την πτώση του και που πολύ συνεσταλμένα ονομάστηκε «το κίνημα», ουσιαστικά άλλαξε τη ζωή σε ολόκληρη τη χώρα και προφανώς επηρέασε σημαντικά την ίδια την πρωτεύουσά της. Ουσιαστικά μιλάμε για μια πολύμορφη επανάσταση (κοινωνική, καλλιτεχνική, σεξουαλική, χημική κ.λπ.), που έβγαλε τους Ισπανούς από το Κατηχητικό για να τους στείλει στο Orgullo. Μπορεί τελικά τα παράγωγα της ιστορίας αυτής να μην ήταν αυτά που είχαν κατά νου οι κύριοι εκφραστές της (καλό, χρυσό το «Todo sobre mi madre», μα αυτό ήταν όλο, δηλαδή;), αλλά η επίδρασή της εξακολουθεί να είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στους χώρους όπου συχνάζουν οι νέοι στη Μαδρίτη. Και μια και πήγε η κουβέντα στον Pedro τον Almodóvar, αν βρεθείτε στην Plaza de España, τρυπώστε στην Calle de Martín de los Heros, τον πιο σινεφίλ δρόμο της πόλης, όπου οι ιστορικοί κινηματογράφοι Golem και Renoir (ταινίες με υπότιτλους) και το μοναδικό καφέ-βιβλιοπωλείο Ocho y Medio (8½). Εκεί, μπορεί να μη βιώσετε την εμπειρία της movida, μα, όσο να είναι, μια γεύση από το τουριστικό της σκέλος θα την πάρετε.

El Rastro: Ένα από τα αρχαιότερα παζάρια της Ευρώπης και για αιώνες η καρδιά της εμπορικής ζωής της Μαδρίτης, σήμερα αποτελεί μάλλον θλιβερό απόηχο της μεσαιωνικής τους δόξας. Εντυπωσιακό ως προς το μέγεθος του, αφού διασχίζει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του κέντρου της πόλης (κυρίως περί την Calle de la Ribera de Curtidores στη La Latina και την Calle de Embajadores, στα όρια του Lavapiés), υπερεκτιμημένο, δυστυχώς, ως προς την τουριστική του φήμη (αν επιθυμείτε αυθεντικά κι ενδιαφέροντα ισπανοαραβικοτσιγγάνικα παζάρια, αναζητήστε τα νοτίως της Καστίλλης), το Rastro παραμένει, ωστόσο, σημείο αναφοράς, όχι τόσο ως παράδεισος των συλλεκτών μεταχειρισμένων και άχρηστων αντικειμένων, όσο ως αφορμή για την κυριακάτικη βόλτα των επισκεπτών αλλά και των Μαρδριλένων. Κάντε μια βόλτα γύρω από τα καφέ και τα φαγάδικα της περιοχής και δείτε το ξέφρενο γλέντι που στήνεται μόλις σχολάει το παζάρι στις δύο το μεσημέρι και θα καταλάβετε ακριβώς τι εννοώ. Πάντως, αν σας αρέσει γενικά να ψάχνεστε με τέτοια πράγματα, θα σας συμβούλευα να αποφύγετε το παζαρτζήδικο, υπαίθριο σκέλος του Rastro και να προτιμήσετε τα καταστήματα που βρίσκονται στον ίδιο δρόμο ακριβώς και στα παρακείμενα στενά και που ειδικεύονται σε αγοραπωλησίες παλαιών ή αναπαλαιωμένων έργων τέχνης ή χρηστικών αντικείμενων και εκεί δεν αποκλείεται να πέσετε πάνω σε κάποιον κρυμμένο θησαυρό που να σας περιμένει.

Me gusta Malasaña: Δύσκολα μπορεί κανείς να βαρεθεί στην ομορφότερη μποέμικη γειτονιά της Μαδρίτης, που εδώ και τρεις δεκαετίες δίνει το ρυθμό στην ισπανικής «εναλλακτικότητας». Αν δε σας πολυνοιάζουν τα κατά τα άλλα ενδιαφέροντα μουσεία del Romanticismo και Municipal και αναζητείτε πιο πολύ τη fiesta ή έστω την παρελκόμενη της φτώχιας καλοπέραση, μπορείτε να δοκιμάσετε κάποια από τις παρακάτω –άκρως ενδεικτικές- προτάσεις. Καφές: Café de Mahón στην Dos de Mayo (ο κλασικός καφές στην πλατεία), El Rincón στην Calle Espíritu Santo (αν και δε με αγαπάνε εκεί), De la Luz στην Calle del Barco (αγαπημένο) και La Ida στην Calle Colón (αρτίστικο). Φαγητό: Ojalá στην Calle de San Andrés (παραδοσιακό και οικονομικό), Comida Italiana στην Plaza de San Ildefonso (ποιοτικό «βρώμικο»), El Rey del Pollo στην Plaza del Conde de Toreno (απίστευτο ψητό κοτόπουλο) και TM Burguer στην Calle Espíritu Santo (αμερικανιά, αλλά αξίζει). Ποτό: Circo και La Realidad στην Corredera Baja de San Pablo (για όσους ψάχνουν και για ψαγμένους, αντίστοιχα), In Dreams στην Calle de San Mateo (στέκι), El Palentino στην Calle del Pez (φτηνά ποτά), La Vía Láctea στην Calle de Velarde (ροκ) και ConSentido Calle del Barco (διεστραμμένο). Ή αν προτιμάτε, κάντε ότι και όλοι οι άλλοι τριγύρω σας: αγοράστε μπύρες από τους πλανόδιους chinos και αράξτε σε κάποια πλατεία να τις πιείτε. Ούτως ή άλλως, οι προτάσεις είναι πολύ προσωπικές. Σας έγραψα για αυτά που δοκίμασα, όσο ο χρόνος και τα οικονομικά μου το επιτρέπανε. Σιγά μην έκανα και έρευνα.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Thyssen: Μετά το Prado και το Reina Sofia, το Thyssen έρχεται για να συμπληρώσει το μουσειακό «Triángulo de Oro» της Μαδρίτης. Η πιο μεγάλη ιδιωτική συλλογή έργων τέχνης στην Ευρώπη εγκαταστάθηκε εδώ το 1992, μετά από συμφωνία (ποιος ξέρει τι τους ζήτησε για αντάλλαγμα;) του ιδιοκτήτη της, βαρόνου Thyssen-Bornemisza, με την ισπανική κυβέρνηση. Για το πώς τα κατάφερε η οικογένεια του φιλότεχνου βαρόνου, που κάποιοι λένε πως κάνει τον οίκο των Ατρειδών να μοιάζει σαπουνόπερα, να συγκεντρώσει όλα αυτά τα σπουδαία έργα και για το ρόλο της στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους λέγονται πολλά, αλλά αυτά εσάς τώρα δεν πρέπει να σας ενδιαφέρουν. Εσείς απλώς στηθείτε στην ουρά του Palacio de Villahermosa (στάση Banco de España), βγάλτε το εισητηριάκι σας και ετοιμαστείτε να θυσιάσετε μια μέρα από την επίσκεψή σας στη Μαδρίτη, γιατί μαζεμένα τόσα πολλά αριστουργήματα από κοντά δύσκολα θα τα ξαναδείτε. Προσωπικά, με κάθε σεβασμό στην Αναγέννηση και στη Φλαμανδική Σχολή, θα πρότεινα να δώσετε περισσότερο βάρος στους εκπροσώπους του γερμανικού, κυρίως, εξπρεσιονισμού (Kirchner, Schiele, Munch και τέτοια) και στους Αμερικάνους (το αγαπημένο Hotel Room του Hopper είναι εδώ). Βέβαια, από την άλλη, γούστα είναι αυτά, οπότε δείτε ότι θέλετε – μη μου λέτε μετά ότι σας παρέσυρα. Αν και γιατί να κάθομαι τώρα και να τα γράφω όλα αυτά, αν όχι για να σας «παρασύρω»;

Las Ventas: Πριν αρχίσετε να φρικάρετε και να με λέτε αιμοδιψή και βάρβαρο, να σας ξεκαθαρίσω πως απεχθάνομαι τον τρόπο που διεξάγονται οι σύγχρονες ταυρομαχίες περίπου όσο και εσείς και θεωρώ το έθιμο αυτό τουλάχιστον αναχρονιστικό. Ωστόσο, ετούτο δε σημαίνει πως πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σε μία ζώσα ακόμα έκφανση της μεσογειακής παράδοσης και της λαϊκής ευρωπαϊκής κουλτούρας και να αδιαφορούμε για τα σημάδια που αυτή έχει αφήσει, τόσο πολύ ξεκάθαρα, στο σύγχρονο πολιτισμό των λαών της ιβηρικής χερσονήσου. Ως εκ τούτου, ακόμα κι αν δεν επιθυμείτε να νομιμοποιήσετε την τελετουργική σφαγή ενός περήφανου, μα κάπως ναρκωμένου ζώου (καλού κακού, μη γίνει και καμιά στραβή), πηγαίνοντας σε κάποιον επίσημο αγώνα, πιστεύω πως οφείλετε να επισκεφτείτε μια φορά κάποιαν από τις εναπομείνασες αρένες της Μαδρίτης. Η αρένα της Plaza de Toros de Las Ventas αρχιτεκτονικά αποτελεί στ’ αλήθεια ένα κομψοτέχνημα, μια κραυγαλέα μαρτυρία της πλούσιας αραβικής κληρονομίας σε αυτήν την χώρα και ένα κανονικό ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία. Μην παραλείψετε να επισκεφτείτε επίσης το παρακείμενο Museo Taurino και αν εξακολουθείτε να απορείτε για όλα αυτά, ρίξτε και μια ματιά στο βιβλίο του Ernest Hemingway, δεδηλωμένου φίλου του αθλήματος, «Άντρες χωρίς Γυναίκες» (εκδόσεις Πλέθρον), όχι μήπως και συμπαθήσετε λίγο τους ταυρομάχους, μα πιο πολύ για να κατανοήσετε κάπως το «¡Viva la Muerte!». 

Franco: Είτε μας αρέσει είτε όχι, πρέπει να δεχτούμε ότι η σημερινή μορφή της Μαδρίτης είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα του δικτάτορα Francisco Franco Bahamonde και της παρέας του των μεγαλοεργολάβων, που στήριξαν το καθεστώς του για 36 ολόκληρα χρόνια. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν την μεταπολίτευση του 1975 και η ισπανική πολιτιστική εξωστρέφεια των τελευταίων δεκαετιών «διόρθωσαν» σαφώς την κυρίαρχη φρανκική αισθητική, η οποία, ωστόσο, παραμένει εμφανής σχεδόν σε κάθε συνοικία της πρωτεύουσας. Αρκετά μνημεία που οικοδομήθηκαν μετά τη Reconquista (ο κατά τους εθνικιστές ισπανικός εμφύλιος) στέκονται στη θέση τους ακόμα, ασχέτως αν οι πιο πολλοί έχουν ξεχάσει τι ακριβώς σημαίνουν. Όπως, για παράδειγμα, το Arco de la Victoria στη Moncloa, στο σημείο όπου διεξήχθη η μάχη της Πανεπιστημιούπολης και όπου σκοτώθηκε ο ηγέτης των αναρχικών Buenaventura Durruti – δε θα μάθουμε ποτέ πώς θα ήταν η Μαδρίτη σήμερα, αν είχαν εξελιχθεί λίγο πιο διαφορετικά τα πράγματα. Πάντως, το απόλυτο αρχιτεκτονικό τερατούργημα του φρανκισμού, η φαραωνική Valle de los Caídos, βρίσκεται 54 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης, και χωρίς πλάκα, αξίζει κανείς να το επισκεφτεί, μόνο και μόνο για να δει πως η τρέλα πάει μια χαρά και στα βουνά, όταν συντρέχουν οι συνθήκες. Όπως αξίζει να διαβάσει το εκπληκτικό «Μνήμη και Λήθη του Ισπανικού Εμφυλίου» της Paloma Aguilar Fernandez (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), προκειμένου να δει πως η έκφραση «ό,τι θυμάμαι χαίρομαι» μάλλον στην Ιστορία δεν ταιριάζει.

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

La Tabacalera: Στη Μαδρίτη και στην Ισπανία γενικότερα έχει εδώ και χρόνια αναπτυχθεί μια βαθιά καταληψιακή κουλτούρα και οι πολυάριθμες okupas παίζουν ένα ρόλο πολύ σημαντικό στο σύγχρονο πολιτικό (κινηματικό) και πολυπολιτισμικό γίγνεσθαι: αναφέρω ενδεικτικά το Patio Maravillas στη Malasaña (Calle den Acuerdo, 8) και την Casablanca στο Lavapiés (Calle Santa Isabel, 21). Η διάσημη Tabacalera, η μόνη κατάληψη της πόλης που αναφέρουν ακόμα και οι mainstream τουριστικοί οδηγοί, δεν είναι ακριβώς κατάληψη, αλλά ένας αυτοδιαχειριζόμενος πολυχώρος (πως μου τη σπάει αυτή η λέξη!), όπου μπορεί να βρει κανείς σχεδόν τα πάντα: από μαθήματα ξένων γλωσσών, χορού και πολεμικών τεχνών μέχρι διαλέξεις, συναυλίες και γεύματα αλληλεγγύης. Το θηριώδες κτήριο, όπου στεγάζονται όλα αυτά, ήταν κάποτε αποθήκη του ομώνυμου ισπανικού μονοπωλίου καπνού, αλλά σήμερα που δε χωρούνε πλέον μονοπώλια, ούτε στα αγαθά ούτε και στις ιδέες, και προκειμένου να μην ξεπέσει σε άλλα χέρια άκαπνα, μετατράπηκε σε ένα πολλαπλώς ανήσυχο και πολυμήχανο «centro social autogestionado». Τριγύρω από την Tabacalera και το σταθμό Embajadores απλώνεται το πιο «αλήτικο» κομμάτι της Μαδρίτης. Ωστόσο, μη διστάσετε να περιπλανηθείτε στα στενά του. Και αν σας φέρει ο δρόμος έξω από την Cerveceria του Loukanikos, του φίλου μου του Andreas, μπείτε και πιείτε εκεί μια μπύρα και για μένα!

Calle del Conde Duque: Μετά την Plaza de España, η Gran Via, προφανώς επηρεασμένη από το άγαλμα του Δον Κιχώτη που βρίσκεται εκεί, ξαφνικά μοιάζει να ταπεινώνεται και μετονομάζεται σε Calle de la Princessa. Λίγα μέτρα μετά, στη δεξιά της όχθη, αρχίζουν κάτι πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούν από τη πίσω πόρτα στη γειτονιά της Malasaña, μέσω ενός από τους πιο όμορφους δρόμους της πόλης γενικά, της Calle del Conde Duque. Αφού ρίξετε μια ματιά στην πρόσοψη της παλιάς πολυκατοικίας που βρίσκεται στην κορυφή της σκάλας και αναρωτηθείτε ποιο από όλα τα μπαλκόνια της σας εκφράζει περισσότερο, κάντε μια στάση για έναν cortado στο Parrilla Nino. Στη συνέχεια, αν συνεχίσετε ανηφορίζοντας την Conde Duque, θα βρείτε μερικά ωραία μαγαζάκια που πουλούν ρούχα, παπούτσια και άλλα ξεμυαλιστικά, επώνυμες μάρκες αλλά και χειροποίητα, καινούρια και μεταχειρισμένα. Αν έχετε πεινάσει (πότε προλάβατε;), καθίστε στο La Cajita de Nori (εξαιρετική η Tortilla του), πάνω στην πλατεία που θα συναντήσετε στο δεξί σας χέρι, απέναντι από ένα κτήριο που γράφει «Conde Duque Centro Cultural». Αν πάλι έχετε ορέξεις πιο πνευματικές, μπείτε σε αυτό το κτήριο το cultural, που λέγαμε, και όλο σε κάποια ενδιαφέρουσα έκθεση θα πέσετε από τις πολλές που γίνονται εκεί. Αφού χορτάσετε από υλική ή πνευματική τροφή, περπατήστε λίγο ακόμα για να χωνέψετε μέχρι το τέλος της Conde Duque ή γενικά διαλέξτε κάποιο κάθετο στενό και χαθείτε στον αστερισμό της Malasaña.

Tras Julia: Η Μαδρίτη και ειδικά το κέντρο της είναι γεμάτη από μεταλλικά αγάλματα, που βρίσκονται σε διάφορα σημεία, συμβολίζουν ή απλώς αναπαριστούν διάφορα πράγματα και εξυπηρετούν διάφορους σκοπούς, όπως το να δίνεις ραντεβού σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο και αν σε στήσουνε να μην αισθάνεσαι τελείως μόνος. Οι νέοι γενικά προτιμούν στη Malasaña να δίνουνε τα ραντεβού τους στο άγαλμα με το κοριτσάκι με τα κατσαρά μαλλιά στην Plaza de San Ildefonso. Εγώ, όμως, προτιμώ μια κάπως μεγαλύτερη κοπέλα, που ακουμπάει την πλάτη της στον τοίχο ενός σπιτιού στη διασταύρωση των Calles del Pez και de San Bernardo. Το άγαλμα αυτό, έργο του γλύπτη Antonio Santin, θα μπορούσε να είναι το μνημείο της «Άγνωστης Φοιτήτριας» ή τουλάχιστον έτσι εγώ το είχα φανταστεί, μέχρι που κάποια στιγμή, ψάχνοντας να μάθω περισσότερα για αυτήν, έμαθα πως και όνομα έχει και μια ιστορία πολύ συγκεκριμένη και μυστήρια, που ωστόσο δεν πρόκειται να κάτσω τώρα και να σας την πω, αφού πιστεύω πως είναι προτιμότερα να φτιάξετε εσείς μόνοι σας τη δικιά σας. Πάντως, αν κάποιο βράδυ περάσετε από δίπλα της και την ακούσετε κάτι να σας ψιθυρίζει, μη νομίσετε πως έχετε αρχίσει να τα χάνετε. Δώστε λιγάκι προσοχή στη στάση της, στο σταύρωμα των ποδιών και στα μισάνοιχτά της χείλη, και τότε ίσως καταλάβετε πως το κορίτσι δεν ενδιαφέρεται μόνο για το πότε θα πάρει το πτυχίο του.

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Paseo de los Melancólicos: Όχι και τόσο μακριά από την τουριστική βιτρίνα της Μαδρίτης βρίσκεται η συνοικία Imperial, που τίποτα το μεγαλειώδες δεν έχει να επιδείξει, πέρα από έναν ίσως ιδιόμορφο πολεοδομικό ιμπεριαλισμό, κληρονομία του φρανκικού Ancien Régime. Η οδός της Μελαγχολίας ή των Μελαγχολικών (paseo κυριολεκτικά σημαίνει βόλτα, κάτι σαν το promenade των Γάλλων) διασχίζει ολόκληρη αυτήν την μικροαστική «αυτοκρατορία», ξεκινώντας από την πανέμορφη Calle de Segovia και καταλήγοντας στο στάδιο Vicente Calderón και στον Σηκουάνα των φτωχών, τον ταπεινό μα πάντως πολλαπλώς πολύτιμο Manzanares. Καθ’ όλη τη διαδρομή αυτή και αν καταφέρετε να μην προσβληθείτε θανάσιμα από την καταθλιπτική συμμετρία των οικοδομικών της τετραγώνων, μπορείτε να πάρετε μια ικανή και αναγκαία ιδέα του λαϊκού μαδριλένικου οικοσυστήματος και της υπνωτιστικής καθημερινότητάς του, από την οποία, ωστόσο, δε λείπουν οι εκπλήξεις. Κι αν κουραστείτε ή διψάσετε, εκεί, λίγο πριν από τις εκβολές της Melancólicos στην Calle de Toledo, μπείτε μέσα στο bar Los Angeles και ζητήστε να σας δώσουνε μια παγωμένη caña. Και αν τυχόν τρομάξετε από το βλοσυρό ύφος του μαγαζάτορα, μη πάτε να το βάλετε στα πόδια, τα pinchos που θα σας βγάλει για μεζέ, σίγουρα θα σας αποζημιώσουν.

Café Galdós: Τον Ιούνιο του 2012 φιλοξενήθηκε στο καφέ αυτό, που βρίσκεται στο 10 της Calle de los Madrazo, έκθεση φωτογραφίας μου με τίτλο «Callegraficas». Ως εκ τούτου, όπως καταλαβαίνετε, είμαι ήδη αρκετά προκατειλημμένος, καθώς ξεκινώ να γράψω ετούτο το κεφάλαιο. Αλλά επειδή, ούτως ή άλλως, είμαι προκατειλημμένος, ενίοτε σε βαθμό, θα έλεγα, εμπάθειας, σε ό,τι γράφω γενικά, δε σκοπεύω εν προκειμένου να κάνω διαφορετικά και να το αποφύγω. Το Café Galdós, λοιπόν, είναι ένα από τα πλέον ζωντανά μέρη σε αυτήν την πόλη. Αν και γειτονεύει με την άκρως τουριστική, έως αποκρουστική, Huertas, αλλά και με την Cortes, όπου και το ομώνυμο Ισπανικό κοινοβούλιο, διατηρεί έναν πολύ αυθεντικό και αυτοδύναμο χαρακτήρα. Στέκι καλλιτεχνών (η Zarzuela, η κωμική θεατρική σκηνή της Μαδρίτης είναι ακριβώς δίπλα), πολιτικών (στην Ισπανία ακόμα κυκλοφορούν ελεύθεροι), εμιγκρέδων (κάθε βδομάδα διοργανώνεται εδώ το Madrid Babel, μια πρωτοβουλία για να μη νιώθουν μόνοι τους οι ξένοι που ζούνε στη Μαδρίτη), φοιτητών, περιστασιακών και μόνιμων ταξιδιωτών, Λατίνων εραστών και ερωμένων και άλλων ευπαθών κατηγοριών, που έρχονται φανατικά να πιούνε τον καφέ τους, να τιμήσουν την άκρως ενδιαφέρουσα κουζίνα του, να ακούσουν κάποιο live, συνήθως ethnic μουσικής, ή να ρίξουν έστω μία ματιά στην έκθεση κάποιου αργόσχολου που εσχάτως την είδε κι ολίγον φωτογράφος.

Gran Via: Σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν υπάρχει μια τέτοια λεωφόρος, που να σηματοδοτεί τόσα πολλά στην κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική ζωή των κατοίκων της, όπως η Gran Via. Η «Μεγάλη Οδός» δεν είναι απλώς μια κεντρική αρτηρία που ενώνει και διαιρεί ταυτόχρονα τη Μαδρίτη, μα και το μεγαλύτερο (σε έκταση) αξιοθέατο, ίσως το πιο εμβληματικό σήμα κατατεθέν αυτής της πόλης. Όποιος επιλέξει να την διασχίσει με τα πόδια, από την Calle de Alcalá έως την Plaza de España, και δε στραβολαιμιάσει χαζεύοντας τα πανύψηλά της κτήρια ή δεν ξοδέψει όλα του τα λεφτά στα μαγαζιά της, θα απολαύσει μια ζωντανή και τρισδιάστατη ξενάγηση στην αρχιτεκτονική εξέλιξη του ισπανικού 20ου αιώνα. Edificio Metrópolis, Capitol, Telefónica, Callao Cinema, Edificio España, Palacio de la Prensa, είναι μόνο μερικά από τα σύγχρονα μνημεία, όπου θα μπορούσε να σταθεί κανείς για να θαυμάσει το αρμονικό πάντρεμα του Μπαρόκ και της Αραβικής κληρονομιάς με την Αρτ Ντεκό και τον Κυβισμό και να μαντέψει τις επιρροές των Ισπανών αρχιτεκτόνων και τα απωθημένα φυσικά των χρηματοδοτών τους. Λίγο Manhattan, λίγο Broadway μες στην καρδιά μιας μεγαλούπολης που κατά τα λοιπά γουστάρει να μιμείται το Παρίσι. Κι όμως, μέσα τις μιμήσεις και τις παράλογες σε πρώτη ανάγνωση αισθητικές αναφορές, προκύπτει ένα αποτέλεσμα πολύ μοναδικό και τελικά ως εκ θαύματος αρκούντως μαδριλένικο.