Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

τα ανέκδοτα του αυγούστου

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Είχες μόλις μετακομίσει. Δε σου άρεσε άλλο στο κέντρο η ζωή, τα μάζεψες και πήγες στο Χαλάνδρι. Δε σου άρεσε που δεν ήσουν πια εσύ το κέντρο στη δική μου τη ζωή και με το ζόρι στο νότο με κατέβασες. Εγώ το κέντρο μόνο ήξερα. Εκεί, στους Αμπελόκηπους, ήταν για μένα κάτι σαν τις Ηράκλειες τις στήλες. Υποπτευόμουν πως ίσως κάτι να υπήρχε και πέρα από εκεί. Σκύλα και Χάρυβδη όμως η Κηφισίας σου και η άλλη, η Μεσογείων. Μάντευα ίσως άλλους πολιτισμούς πέρα μακριά, στις λεωφόρους θάλασσες, αλλάστ’ αλήθεια δεν θέλησα ποτέ από κοντά να τους γνωρίσω. Βαριόμουν τα προάστια, το ήξερες. Μα εσύ με ήθελες εκεί αποκλεισμένο. Ζήτησες και σου έχτισαν, κάτω στα υπόγεια του σπιτιού, έναν κακό λαβύρινθο. Κι ύστερα ήρθες και μου ανακοίνωσες πως και καλά με τα χεράκια τον έφτιαξες. Ποιον κοροϊδεύεις, άραγε; Ούτε τα σχέδια δεν ήτανε δικά σου. Από τους εφιάλτες μου τα έκλεψες μια νύχτα που με έπιασες στον ύπνο να παραμιλάω. Κι ύστερα είπες ότι για μένα τον παρήγγειλες. Για να έχω για να παίζω. Με ήθελες Μινώταυρο δεμένο χειροπόδαρα. Κι εσύ εκεί με το κουβάρι σου να πλέκεις τον ιστό σου. Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Όλη τη μέρα στο κρεβάτι σου κρυβόμασταν. Στου έρωτα τα επίμονα γυμνάσια. Το σπίτι ακόμα ήταν γιαπί. Μισοτελειωμένο. Μα η κάμαρά σου είχε πολύ προηγηθεί του όλου οικοδομήματος. Υπήρχε εκεί πριν από εμάς. Πριν μπούνε τα θεμέλια. Πριν κατεβούν οι Δωριείς. Πριν γεννηθεί ο λόγος. Και όταν η νύχτα ερχότανε, μου έλεγες, «σήκω, ντύσου!». Να σηκωθώ, να πάμε που; Υπάρχει κάτι άλλο; Μα εσύ εκεί, επέμενες, «σήκω, σου λέω, και κοίταξε να βάλεις τα καλά σου!». Σαν λύκοι στην ταράτσα ανεβαίναμε. «Θα πιείτε κάτι; Να σας φέρουμε;», ρωτούσανε τα αστέρια. Μας ξέρανε. Θαμώνες της συνήθειας. Πελάτες του απείρου. Πάντα διψούσαμε πολύ. Άδειαζαν τα ποτήρια μας πριν λιώσουν τα παγάκια. Και πάντα η κουβέντα μας κατέληγε στα ίδια. «Πότε θα έρθεις μόνιμα; Πάμε στην Ελαφόνησο; Που ήσουν τόσα χρόνια;» Σαν λύκοι ανεβαίναμε και ύστερα γυρνούσαμε πίσω σαν τα μοσχάρια. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, λέγαμε το όνειρά μας. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε, μετρούσαμε ανάσες. Τους χτύπους της καρδιάς υπολογίζαμε και πάντα κάποιον βρίσκαμε που να μας περισσεύει. Κοιμόμασταν, ξυπνούσαμε και ο καιρός περνούσε. Ο Αύγουστος ο πλακατζής ακόμα λέει ανέκδοτα με εμάς στους διπλανούς του μήνες.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

ο οδοντιατρος μου

ολοι οι οδοντιατροι ειναι ψιλοσαδιστες. ο δικος μου εχει κ λογοτεχνικες ανησυχιες. καθε φορα που τον επισκεπτομαι, μου αποκαλυπτει τις φοβερες -οπως ο ιδιος τις χαρακτηριζει- ιστοριες τρομου κ φρικης που κατα καιρους εμπνεεται κ με προτρεπει να κατσω να τις γραψω. εγω καθομαι κ τα ακουω ολα στωικα, αφου ετσι οπως με εχει, με τα σαγονια ανοιχτα, δυσκολευομαι πολυ να αντιδρασω. σημερα πηγα να τον δω, γιατι με εχει πιασει τις τελευταιες μερες ενας εντονος πονος καθε φορα που πινω κρυο νερο, πραγμα που δεν μου εχει ξανατυχει, κ επειδη ειμαι φοβιτσιαρης με ολα αυτα, οσο ναναι λιγακι ανησυχησα. "δεν ειναι τιποτα", μου ειπε, ενω ηδη εβαζε σε λειτουργια τον τροχο κ τον κρατουσε απειλητικα μπροστα στο προσωπο μου, "να σου πω μια ιστορια που σκεφτηκα χθες που εκανα απονευρωση σε εναν παπα; θα σου αρεσει.." κ χωρις να περιμενει απαντηση αρχισε να μου αναπτυσσει την ιδεα του, η οποια ηταν μια παραλλαγη ολων των προηγουμενων που ειχα ηδη ακουσει. "πώς σου φανηκε;" με ρωτησε, οταν τελειωσε την εξιστορηση του ταυτοχρονα με την επεμβαση. "νομιζω οτι εχεις αρχισει να επαναλαμβανεσαι", του απαντησα οσο πιο επαγγελματικα μπορουσα. "ναι, ε; θα ερθεις κ αυριο τοτε, να συνεχισουμε.. ειδα κατι περιεργο πισω στους τραπεζιτες." "οχι, ενταξει.. μου αρεσε. θελει λιγη δουλιτσα, αλλα ειχε πολυ ενδιαφεροντα στοιχεια. ειδικα εκει που ο παπας κανει εξορκισμο στον εαυτο του, ανατριχιασα.." δυσκολη η δουλεια του κριτικου. πρεπει ή να εισαι απο φυση εντελως αναισθητος ή να αφηνεσαι στην αναισθησια που σου κανει ο αφηγητης με τον τροχο στο χερι

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

δουλειά μου

Δεν ξέρω απολύτως τίποτα,
γιατί πολύ απλά δεν είμαι υποχρεωμένος να γνωρίζω.
Δουλειά μου είναι να μαντεύω.
Όχι ασφαλώς να προνοώ,
ούτε με κύρος να προβλέπω.
Αλλιώς θα είχα αναγάγει τον πλούτο και την ευτυχία μου
σε επαγγελματικά μεγέθη.
Άλλωστε, τις περισσότερες φορές,
μάλλον μαντεύω λάθος.
Δουλειά μου όμως είναι να μαντεύω.
Άρα κι η λάθος μαντεψιά κι αυτή δουλειά δική μου είναι.

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

διακοπές

Μου αρέσει να μένω μόνος μου
στην πόλη,
όταν όλοι οι άλλοι φεύγουν για διακοπές.
Μου δίνει λίγο μια αίσθηση κυριαρχίας.
Νιώθω πως είμαι εγώ ο μόνος επιζών
μιας απερίγραπτης καταστροφής
μιας απροσδιόριστης συντέλειας.
Μου αρέσει να μένω μόνος μου
στην πόλη,
αυτές είναι οι δικές μου οι διακοπές:
Διακόπτω από τους άλλους.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

τα μπάνια

Μετράω τα μπάνια μου. Το κάνω
κάθε καλοκαίρι. Κάθε χρόνο βάζω για στόχο
τα εκατό. Ποτέ δεν τα έχω καταφέρει.
Κάποιες φορές πλησίασα. Κάποιες άλλες
ούτε στα μισά δεν μπόρεσα να φτάσω.
Για ένα πράγμα όμως είμαι περήφανος: Που δεν έχασα
ούτε για μια χρονιά το μέτρημα.
Που πάντα κάθε καλοκαίρι μπορώ, όχι μονάχα
να επιπλέω στην αρίθμηση, μα και να κολυμπάω μια χαρά
προς τον ορίζοντα του στόχου μου. Φέτος έχω ήδη
εβδομήντα πέντε μπάνια.
Και είναι μόλις 11 Αυγούστου. Μπορώ στα αλήθεια να ελπίζω.
Να το πιστεύω όσο ποτέ ξανά στο παρελθόν.
Καλό είναι να βάζουμε στόχους, έστω και τόσο
προφανώς ανούσιους.
Μα προσοχή: Μονάχα
ένα μπάνιο την ημέρα πρέπει να μετράμε!

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

νέες διαστάσεις

Κάποτε, θέλοντας να μεγαλώσω το δωμάτιό μου,
γκρέμισα έναν τοίχο που με εμπόδιζε.
Λίγες μέρες μετά, συγχυσμένος από το αχανές της επιπόλαιας πράξης μου,
έσπευσα να τον ξαναχτίσω.
Στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς πάνω στο τοίχο αυτόν
που τώρα ακουμπάω για να γράψω.

Την επόμενη φορά που θα θελήσω να δώσω
νέες διαστάσεις στον προσωπικό μου χώρο,
θα αρχίσω μάλλον να ανοίγω τρύπες στο ταβάνι.

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

μισές δουλειές

Μια σοβαρή
ανειλημμένη
υποχρέωση,
που έπρεπε σήμερα
πάσει θυσία
Δευτέρα
οπωσδήποτε,
να την τακτοποιήσω,
δε μου επέτρεψε
την ιστορία αυτή
ποτέ
να ολοκληρώσω