Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

η πλοκή και το πνεύμα

“Φέτος, οι υποψήφιοι καλούνται να ανατρέξουν στη Νεοελληνική Γραμματεία του 19ου αιώνα και να αναζητήσουν εκείνα τα έργα (μυθιστορήματα ή διηγήματα) που θα ενδεικνύονταν για μια σεναριακή διασκευή.” Αντέγραφα την προκήρυξη του διαγωνισμού στο σημειωματάριο μου και ήδη ανέτρεχα και αναζητούσα χωρίς να το έχω ακόμα καταλάβει. “Θα κριθεί όχι αποκλειστικά η πιστότητα στην πλοκή του πρωτότυπου, όσο η απόδοση του πνεύματος του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου”. Να λοιπόν που πάντα βρίσκεται κάτι για να μείνει πιστός κανείς. Πλοκή της πίστης – πίστη του πνεύματος. Έκλεισα το σημειωματάριο, έριξα το στυλό στην τσέπη να κάνει παρέα με το σπιρτόκουτο και κινήθηκα προς την έξοδο του ιδρύματος. Ο υπάλληλος στο θυρωρείο με αποχαιρέτησε λέγοντας μου πως θα μπορούσα και στο ίντερνετ ακόμα να βρω την προκήρυξη και να την κατεβάσω. Λες και τον πείραξε που διάλεξα να έρθω ο ίδιος να σταθώ προ του πίνακα των ανακοινώσεων και προ των ευθυνών μου. Πως είναι καλύτερα να μη κυκλοφορώ έξω με τέτοιο παλιόκαιρο, είπε, βλαστήμησε και βρόντηξε ξωπίσω μου την πόρτα. Τι του ‘φταιξε ο καιρός και τα ‘βαλε μαζί του, δε πρόλαβα καλά να το σκεφτώ και βούλιαξα στο χιόνι και βούλιαξαν μαζί κι όλες οι σκέψεις μου οι άτακτες που ‘χαν ήδη ξαμοληθεί να αναζητούν και να ανατρέχουν. Πήρα ξανά τους δρόμους. Κι είπα ετούτη τη φορά ν’ αφήσω το μετρό - των υπόγειων διαδρομών το άλλοθι - και διάλεξα στην επιφάνεια να κρυφτώ. Στο λευκό πέπλο της πόλης - στις χιονισμένες λεωφόρους. Στις όχθες της Αμαλίας άρχισα να τους μετρώ. Μ’ έσπρωχνε πίσω η χιονοθύελλα μα εγώ συνέχιζα. Στις εκβολές της Πανεπιστημίου είχε ο χιονιάς τα δάχτυλα μου κοκαλώσει. Μα εγώ τους είχα βρει. Είχα ετούτη τη φορά τέσσερις μήνες ολόκληρους μπροστά μου. Έστω και τη στιγμή την τελευταία θα τα κατάφερνα. Εκατό δεκαεννιά μέρες για να το βρω και μια νύχτα για να το διασκευάσω. Η προκήρυξη ήταν σαφής κι ας μη μου φάνηκε τέτοια εμένα. Λέγανε στο πανεπιστήμιο πως η κατανόηση της εκφώνησης αποτελεί μέρος της εξέτασης. Στο τέλος ποτέ δε βρίσκεται κανείς να σου εξηγήσει. Κάθονται στα έδρανα τους οι επιτηρητές και μπαινοβγαίνει η άγνοια από τις τρύπες στην οροφή της αίθουσας. Γράψτε ό,τι ξέρετε! Έχετε τρεις ώρες ακριβώς από τώρα! Και να πλανιέται η ανία πάνω απ’ τα κεφάλια. Να σφυρίζει η αμφισβήτηση και να ακονίζει το κεντρί της η ανυπακοή. Τώρα! Να, θα σηκωθώ την άσπρη μου την κόλλα την ανυπόγραφη να τους πετάξω. Όχι στα πόδια – όχι παράδοση! Στο πρόσωπό τους – ανταπόδοση! Προσβολή! Δε κάθομαι άλλο! Τώρα! Θα σηκωθώ! Θα φύγω! Θα πετάξω! Χάθηκε η πόλη κάτω απ’ το λευκό της σάβανο. Σβηστήκανε τα ονόματα στους δρόμους. Μάντεψα τη Μπενάκη κι είδα από μακριά της Ιεριχούς τα τείχη να στέκουν ακόμα κραταιά. Μα είχε απ’ το δρόμο και τη σκέψη την πολλή πάρει φωτιά η ψυχή μου. Έλιωναν τα χιόνια - ποτάμια γίνονταν κάτω απ’ τις ερπύστριες των παπουτσιών. Κι είδα μια ασάλευτη στιγμή αλκυονίδα μέσα στου άγριου χειμώνα το ξέφραγο αμπέλι. Και μια άνοιξη υπέρμαχο στρατηγό με την γυαλιστερή της πανοπλία να πολεμά τα τείχη να σαρώσει. Της Αλκυόνης το χαμόγελο, μυστήριο και μυστικό μπροστά μου φανερώθηκε. Κι είπα, ιδού έργο αντάξιο για να διασκευάσω! Όποιος δε γράφει, μεταφράζει. Κι όποιος ταις γλώσσαις των ανθρώπων δε λαλεί, τότε διασκευάζει. Στο τέλος είναι αλήθεια πως θα κριθεί όχι αποκλειστικά η πιστότητα στην πλοκή του πρωτοτύπου, όσο η απόδοση του πνεύματος. Ενός χειμώνα πιστή διασκευή και ελεύθερη απόδοση μιας άνοιξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου