Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

μείνε πιστός!

"Ο υπολογιστής του Μάριου χάλασε και χάθηκαν όλα όσα είχαμε κάνει στη μακέτα! Πάλι από την αρχή! Κάποιος μας γκαντέμιασε!" Διάβασα το μήνυμα της Αίμης τη στιγμή ακριβώς που έβγαινα από το μετρό. Στάση Ακρόπολη. Την ίδια ακριβώς στιγμή -κι άλλη σύμπτωση;- άναβαν οι προβολείς στον ιερό το βράχο. Το μνημείο των μνημείων να φωτίσουν πριν το αρπάξει η νύχτα. Η μέρα έφευγε και ο ηλεκτρισμός επισημοποιούσε την αναχώρησή της με το πιο χαρακτηριστικό τρόπο. Στάθηκα και την κοίταξα και για μια στιγμή -σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις μια στιγμή φτάνει και περισσεύει- μου φάνηκε πως διέκρινα έναν τόνο ειρωνείας σε τούτα εδώ τα μάρμαρα. "Τι γελάς; Τι κοροϊδεύεις; Εσύ θα τα κατάφερνες καλύτερα; Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βγει ένα περιοδικό; Θέλει δουλειά πολλή..." Αυτό ήταν. Έπρεπε να μείνω ψύχραιμος. Τώρα το ειρωνικό χαμογελάκι είχε γίνει γέλιο σπαρταριστό. Γύρευε το θυμό μου. Τη δόξα του Μοροζίνι ζήλεψα. Κι είπα να δώσω εντολή. Να στρέψω τα κανόνια μου στα μάρμαρά της πάνω. Να την αποτελειώσω. Να μείνουν οι προβολείς μονάχοι. Να φωτίζουν το ιερό οικόπεδο. Της έστρεψα την πλάτη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς. Γύρισα ξανά στο μήνυμα. Το φως της οθόνης μου φάνηκε στοργικό. Σχεδόν αδελφικό. Γύρευε την απάντηση. Τι να τους πω τώρα; Τι να τους απαντήσω; Τρακόσια είκοσι χιλιόμετρα μακρυά τους, ξέχασα γιατί έφυγα. Αυτοί να το παλεύουν τρεις μήνες τώρα. Κι εγώ ούτε μια λέξη να μην έχω ακόμα βρει για να τους γράψω. Έναν τίτλο μονάχα. Ένα όνομα κι αυτό αμετάφραστο. "Πες τους τι σημαίνει, τότε! Όποιος δε γράφει, μεταφράζει, νεαρέ!" Άκουσα τη φωνή - κράτησα τη ζωή μου. Γύρισα και την κοίταξα κι είχανε γίνει οι προβολείς χριστουγεννιάτικα φωτάκια αναρριχητικά να στολίζουν τις μετώπες της. Ίδια με μάνα που τα ξέρει όλα ξέρασε το χρησμό της, κλείδωσε το υπνοδωμάτιο και κατάπιε το κλειδί. Μη σηκωθεί τη νύχτα ο έφηβος Οδυσσέας κι υπνοβατήσει το γύρο του κόσμου σε δώδεκα σελίδες. Άγγιξα τον αέρα κι είδα το χρόνο να σταματά. Να πάρει μια ανάσα, που κόντευε κι αυτός να σκάσει απ' την τρεχάλα. Επωφελήθηκα και έστριψα τσιγάρο. Έψαξα στις τσέπες να ξαναβρώ το φυλαχτό σπιρτόκουτο απ' το καφέ του Βερολίνου. Έσπρωξα το συρτάρι του κι άκουσα το τραγούδι. Τόσα χιλιόμετρα κι ούτε μια λέξη δε βρήκες να τους πεις. Τόσοι σταθμοί, τόσες καρδάρες γάλα που γέμισες για να τους δώσεις μια και να το χύσεις. Να φτιάξεις το δικό σου γαλαξία, όλα τ' αστέρια σου να τα χωρά. Τόσα εισιτήρια, σελιδοδείκτες στη ζωή σου έγιναν. Κι ήταν το γραφείο με τα απολεσθέντα αντικείμενα το αγαπημένο σου νησί σε κάθε σου ταξίδι. Τόσα τοπία μέσα σου. όλο τον κόσμο γύρισες να βρεις να τα ταιριάξεις. Ο γύρος του κόσμου μ' ένα κουτί βρεγμένα σπίρτα. Το χιόνι του Δεκέμβρη απόγευμα να πέφτει έξω απ' την τζαμαρία του Bleibtreu cafe. Καφέ Μείνε Πιστός στην Bleibtreustrasse. Οδός Μείνε Πιστός. Χαμένη λεωφόρος και δρόμος της απώλειας. Μείνε πιστός σ' αυτά που πρόδωσες. Κι ας χάλασε ο υπολογιστής. Κι ας χάθηκαν όλα όσα είχαμε κάνει στη μακέτα. Έτσι! Πάλι απ' την αρχή! Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ανάσες. Bleib treu, νεαρέ! Και καλά ταξίδια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου