Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Αρχιτεκτονική

Ήθελα να την πάω μια βόλτα στη θάλασσα. Αυτό μονάχα. Κι ας ήταν η τελευταία μας φορά. Κι ας μην την ξανάβλεπα ποτέ. Κι ας μην τις ξανακοίταζα. Κι εκείνη. Και τη θάλασσα.
Διάλεξα τη μέρα την καλή. Το πιο λαμπρό πρωινό. Μόλις που είχε σβηστεί η νύχτα η μεγάλη. Η πιο σκοτεινή. Υπάρχουν νύχτες που οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν. Και μέρες που κάνουν τα πάντα για να πεθάνουν. Κάτι Κυριακές μεσημέρια που αφήνουν την πόλη να τους καταπιεί. Και κάτι βράδια Παρασκευής, ξημερώματα Σαββάτου που τρέχουν τις σκιές τους να βουτήξουν στα ρηχά.
Της έστειλα μήνυμα. Δεν της τηλεφώνησα. Δεν ήθελα να μαντέψει στη φωνή μου τις προθέσεις μου. Δεν έπρεπε να με δει πριν συναντηθούμε. «Θα περάσεις να με πάρεις; Με το δικό σου δεν θα πάμε;» με αιφνιδίασε. «Ας πάμε με τα πόδια αυτή τη φορά», είπα. «Μα είναι μακριά. Κι έπειτα, θα τη βρούμε με τα πόδια; Με το αυτοκίνητο είναι αλλιώς. Ξέρει εκείνο…» με προκάλεσε. «Μην ανησυχείς! Δεν θα χαθούμε. Αφού μαζί τον χτίσαμε αυτόν τον λαβύρινθο. Οι δυο μας. Δηλαδή εγώ τον έχτισα. Εσύ το σχέδιο έκανες μονάχα. Θυμάσαι; Μη φοβηθείς! Θυμήσου! Λοιπόν, ραντεβού στην πλατεία. Να μοιραστούμε την απόσταση. Και την πόλη να την ξαναμοιράσουμε. Από εκεί η θάλασσα είναι κοντά. Ένα τσιγάρο δρόμος. Άντε δύο», είπα. «Μα μου είχες πει πως το έχεις κόψει!» αντέδρασε. «Ε, και; Πρέπει να καπνίζεις για να ξέρεις πόσο κρατάει ένα τσιγάρο;» είπα και το έκλεισα να την προλάβω.
Ήταν Σεπτέμβρης ακόμα, όταν το σπίτι μου άφησα να πάω να τη βρω. Να ξαναβρώ την πλατεία. Να συναντήσω εκείνη στην πλατεία. Και ως την Τετάρτη ούτε στα μισά δεν είχα φτάσει ακόμα. Απ’ όπου κι αν περνούσα η πόλη ερήμωνε. Καμένη γη. Καμένη πόλη. Στις τέσσερις το απόγευμα την είδα. Όπως ακριβώς τη θυμόμουν. Όπως την είχα φανταστεί. Πιο όμορφη από την πόλη μου. Κι από τη θάλασσά μου πιο μακρινή ακόμα. Με χάιδεψε. Με φίλησε. «Πώς με αναγνώρισες;» τη ρώτησα. «Μα τι ρωτάς;» μου χαμογέλασε. «Κοίτα τριγύρω σου! Μονάχοι απομείναμε. Έλα! Πάμε να την προλάβουμε! Μίκρυναν οι μέρες κι οι δρόμοι μας μεγάλωσαν».
Από την πλατεία έως τη θάλασσα είχε απομείνει του λαβυρίνθου το πιο σύντομο κομμάτι. Μια απάνθρωπη ευθεία, απροσπέλαστη. Από την πλατεία ως την έξοδο. Ευθεία απόλυτη. Ζωή ευθεία. Ήδη τη διακρίναμε τη θάλασσα. Κι αυτό έκανε τη βόλτα μας ακόμα πιο επικίνδυνη. Αριστερά και δεξιά στις όχθες της λεωφόρου έστεκαν της πόλης τα μνημεία. Τα πιο σπουδαία. Έστεκαν και μας χάζευαν. Τόσους αιώνες άντεξαν. Εμάς περίμεναν. Αυτή τη θριαμβευτική μας βόλτα να ζήσουν κι ας χαθούν. Κι ας μην υπήρξαν ποτέ. Τους τοίχους ψηλαφίσαμε. Τα μάρμαρα. Τις σφαίρες από έναν εμφύλιο που δεν έλεγε να ξεσπάσει. Τα ανείπωτα συνθήματα που χάραξε βέβηλα η ζωή στο μάγουλο της πόλης. Όλης μας της ζωής τα ραντεβού μετρήσαμε ξανά. Όλα εκεί ακόμα ήταν. Η αγορά. Τα δικαστήρια. Και παραδίπλα το γυμνάσιο. Η φυλακή. Το καφενείο. Κανένα τους δεν έλειπε. Όλα τους παρόντα την ύστατη στιγμή. Αριστερά και δεξιά στις όχθες της λεωφόρου. Κι η λεωφόρος μνημείο των μνημείων. Αριστούργημα. Και κάτω απ’ την άσφαλτο η παραλία!
Τη φτάσαμε τη θάλασσα. Την προφτάσαμε. Πάνω που ετοιμαζόταν να λύσει τα σχοινιά της. Μια θάλασσα λευκή. Αρχιτεκτονική. Την είχαμε χτίσει σκόπιμα στην έξοδο της πόλης. Έτσι που η έξοδος με έξοδο να μοιάζει.
Μου άφησε το χέρι. Γύρισα και την κοίταξα. Κι είδα τα κατσαρά της στα φύκια να τυλίγονται. Και τη ματιά της να καταπίνει τον ορίζοντα. Έβγαλε τα παπούτσια της κι η γη αναταράχτηκε. Χωρίς αντίο βούτηξε. Και χάθηκε. Κι εκείνη. Και η θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου