Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

στη μέση

Μέχρι και πριν από λίγα χρόνια κάπου, όχι πολύ μακριά από εδώ όπου σήμερα βρίσκεται ετούτη η πόλη υπήρχε ένα χωριό. Και ο θάνατος στο μικρό αυτό χωριό δεν ήταν έτσι όπως τώρα εμείς τον ξέρουμε ή φανταζόμαστε πως είναι.
Κάποτε, όποιος πέθαινε του δινόταν μια προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών, μέσα στην οποία μπορούσε να αποφασίσει αν ήθελε να παραμείνει νεκρός ή να επιστρέψει στη ζωή ή σε ό,τι ήταν αυτό που άφηνε πίσω του πεθαίνοντας. Οι δικοί του άνθρωποι τις είκοσι τέσσερις εκείνες ώρες έκαναν τα πάντα για να τον πείσουν να μη φύγει για το χωρίς επιστροφή ταξίδι, μέχρι που τελικά η προθεσμία έληγε και αν ο νεκρός δεν είχε στο μεταξύ αλλάξει γνώμη, τότε οι δικοί του άνθρωποι έπαυαν να είναι δικοί του, αφού μεταξύ των νεκρών δεν υπάρχουν δικά μου και δικά σου.
Το γεγονός, ότι ελάχιστοι νεκροί όλα αυτά τα χρόνια διάλεξαν να γυρίσουν πίσω, ίσως και να αποδεικνύει πως η μετά θάνατο ζωή δεν είναι και τόσο κακή, όσο εμείς νομίζουμε. Κάποιοι πιστεύουν, πως όσοι επιστρέψανε, το έκαναν μάλλον από συνήθεια και πως, αφού η συνήθεια είναι και αυτή μια μορφή θανάτου, η απόφαση τους δεν άλλαζε και πολύ τα πράγματα. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που αποδίδουν την επιμονή των νεκρών να παραμείνουνε νεκροί στο λεγόμενο νεκρικό πείσμα.
Ο τελευταίος νεκρός που έκανε χρήση του προνομίου των είκοσι τεσσάρων ωρών και αντί για την τελευταία κατοικία προτίμησε ξανά το πατρικό του σπίτι, ήταν ο Νικόλαος ο μεγάλος.
Ο τελευταίος αυτός, οικιοθελώς νεκραναστημένος, ήταν ένα παιδί του χωριού, που τίποτα σπουδαίο δεν είχε κάνει στη ζωή του και που τίποτα μεγάλο δεν είχε να ονειρεύεται και που τον είπανε έτσι, μόνο και μόνο για να τον ξεχωρίσουν από τον μικρό του αδερφό του, τον μικρό Νικόλαο. Αυτός επέστρεψε κανονικά και έζησε μετά τον πρώτο του θάνατο άλλα δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια και πρόλαβε ανάμεσα στα άλλα να κάνει και δυο παιδιά.
Όταν όμως πέθανε για δεύτερη φορά, και με τρόπο πολύ φριχτότερο από την πρώτη, ούτε να ακούσει δεν ήθελε για προθεσμίες και επιστροφές. Και για να μην τον ζαλίζουν οι δικοί του με τις κλάψες, τα παρακάλια και τις απειλές τους, μάζεψε τριγύρω από το σπίτι, όπου τον ξενυχτούσανε, ένα κοπάδι γάτες και τις έβαλε όλες μαζί να νιαουρίζουν δυνατά να μην ακούει τους ανθρώπους.
Ο αδερφός του, ο Νικόλαος ο μικρός, μετά το θάνατο του μεγάλου, και για να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους πως είχε πια και αυτός με τη σειρά του μεγαλώσει, πήρε κοντά του τα δύο ορφανά ανίψια του και τα ανάθρεψε σαν να ήτανε παιδιά δικά του και ακόμα χειρότερα. Και για να μη ξεχνιόμαστε, ονόμασε τον έναν Χαρίλαο μικρό και είπε τον άλλο Χαρίλαο μεγάλο, αν και τα αδέρφια έτυχε να γεννηθούν μαζί και όσο και αν έσπαγαν το κεφάλι τους, δεν το κατάφερναν να θυμηθούν ποιος είχε βγει πρώτος και ποιος δεύτερος από τη σπηλιά στον κόσμο.
Οι δυο Χαρίλαοι μεγάλωσαν τρώγοντας από το ίδιο ξύλινο πιάτο και πίνοντας από το ίδιο πέτρινο ποτήρι, μέχρι που κάποτε το ξύλο κάηκε και έσπασε η πέτρα. Όλα μαζί τα πρωτοκάνανε και έτσι μαζί με τους ανθρώπους και της ζωής οι εμπειρίες παλεύανε τα δίδυμα τα ορφανά να ξεχωρίσουν. Κάθε πρωινό μαζί τους έβρισκε να τρέχουν στην αυλή τη μέρα να προλάβουν και κάθε βράδυ το ίδιο χάρτινο όνειρο πάνω στο ίδιο μαξιλάρι στα δύο το μοιράζαν, μέχρι που σκίστηκε κομμάτια το χαρτί και ο άνεμος τα σκόρπισε στο δάσος.
Και όταν έφτασαν στα δώδεκα και ανέβηκαν στην πλατεία, στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού, εκεί, στο κέντρο του κόσμου τους, μαζί το πρωτοείδανε και το ερωτευτήκανε παρέα το ίδιο ακριβώς κορίτσι.
Στα δώδεκα την είδανε, στα δεκατρία την άκουσαν να τραγουδά, στα δεκαπέντε μάζεψαν από κάτω το μαντήλι της και όλο το βράδυ το μυρίζανε, μέχρι που μέθυσαν το άρωμα και δάρθηκαν αλύπητα. Στα δεκαοκτώ ξανά στο πανηγύρι και πάνω στο χορό από ένα χέρι της κρατήσανε. Τέλειωσε κάποτε ο χορός, το πανηγύρι έσβησε και οι τρεις τους εκεί, στο κέντρο της πλατείας απέμειναν να περιμένουν να δουν τον κύκλο των αισθήσεων να κλείνει με ένα φιλί στο στόμα.
Μα εκείνη, μες στο παιχνίδι και πάνω στο χορό, ούτε που το κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και τα χρόνια.
«Διάλεξε!», της είπανε και όλο της έσφιγγαν τα χέρια να σπάσουνε τα δάχτυλα μαζί με τη θέλησή της. «Δώστε μου μια μέρα! Μια μέρα μόνο και αύριο θα σας πω», απάντησε εκείνη. Της άφησαν οι δυο Χαρίλαοι τα χέρια, το σφίξιμο όμως έμεινε και ύστερα γύρισαν στα σπίτια τους και οι τρεις να κοιμηθούνε να μην τους βρει άγρυπνους και αδύναμους της άλλης μέρας η μεγάλη απόφαση.
Μα όσο κι αν την περίμενε η καρδιά, όσο κι αν το κορμί την ποθούσε, η μέρα η επόμενη δεν έφτασε στην ώρα της. Ξάπλωσαν τα δύο ορφανά στο μαξιλάρι τους και πριν έρθει το όνειρο τα μάτια να τους κλέψει, την εξώπορτα ακούσαν να βροντά. Βροντούσε μες στη νύχτα ο κόσμος όλος, που κάπου μακριά είχε, λέει, ξεσπάσει ο πόλεμος, την ώρα που στο μεγάλο πανηγύρι, στον κόσμο τον δικό τους, ακόμα εκείνοι χόρευαν. Ζηλιάρης πόλεμος, δικό του έστησε χορό και με το ζόρι όλους τώρα τους καλούσε.
Άνοιξε των ορφανών ο πατριός την πόρτα που κόντευαν με τις βροντές τους να την γκρεμίσουνε οι στρατονόμοι και έπεσε στα πόδια τους να τους παρακαλά, «Μη μου τους πάρετε μαζί σας και τους δυο! Γέρος, μονάχος άνθρωπος, ποιος θα μου μείνει στη δουλειά να με βοηθάει;» «Τι δουλειά κάνεις, θείο», τον ρώτησαν εκείνοι και πάλευαν κάτω από τα καπέλα τους τα γέλια τους να κρύψουν. «Έχω γάτες, τις καλύτερες! Κοντά δύο αιώνες τώρα, εμείς γάτες εκτρέφουμε στην οικογένειά μας. Ό,τι γάτα ζητάς, εδώ την έχουμε! Γάτες κυνηγούς να ξετρυπώνουν το κακό και γάτες φύλακες, απ’ το κακό να σε φυλάνε. Νοικοκυράδες γάτες, στο σπίτι να γυρνάς και να τα βρίσκεις όλα έτοιμα και γάτες δουλευταρούδες, σε όλα εκείνες να γυρνούν και εσύ να τεμπελιάζεις. Γάτες κακές, γάτες καλές, μάγισσες, παραμάνες, φονικές και ερωτιάρες γάτες».
Κοιτάχτηκαν, γυαλίστηκαν, λύσαν και δέσαν τρεις φορές τις ζώνες τους στη μέση οι στρατονόμοι και έπειτα στο αυτί του γέρο-Νικόλαου του μικρού έσκυψαν και του είπαν, «δώσε μας τότε μια γάτα πολεμίστρια και το μεγάλο σου το γιο και χάρισμα σου ο μικρός! Στον πόλεμο ή στου σπιτιού του την αυλή, όπου και να κρυφτεί, όταν θα φτάσει εκείνη η στιγμή, θα έρθει τότε μονάχος ο κυρ-θάνατος και θα σου τον γυρέψει».
Δεν πρόλαβε να σηκωθεί ο πατριός και έπεσε στα γόνατα ξανά το θεό του να ευγνωμονεί και το στρατό του να δοξάζει. Και άρπαξαν κάτω από τα καπέλα τους οι στρατονόμοι το μεγάλο τον Χαρίλαο και έφυγαν τρέχοντας άλλες πόρτες παραδίπλα να βροντήξουν.
Για ένα ξένο πόλεμο ξεκίνησε ο μεγάλος γιος με ένα στεγνό, κοκαλιάρικο, πράσινο γατί στην αγκαλιά, μια τα δόντια του στο μπράτσο να του μπήγει, μια να του γλύφει τις πληγές. Δάκρυσε το παιδί δάκρυ λευκό και παγωμένο, που έφευγε μακριά λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη απόφαση. Έκλαιγε δίπλα του και ο γάτος από μανία και θυμό και μαύρο δάκρυ ματωμένο του πότιζε τα μουστάκια.
Μα πριν το σπίτι του και το χωριό του αφήσει έβαλε το μικρό του αδερφό όρκο βαρύ και ιερό να δώσει, πως ό,τι και αν του συνέβαινε, όσα και να περνούσαν χρόνια, πριν λήξει ο ξένος πόλεμος, πριν δει τον αδερφό του στην αυλή να επιστρέφει, εκείνης την απόφαση και το φιλί δε θα τολμούσε να ζητήσει. Πως, όσο και αν και οι δυο τους κρυφά το λαχταρούν, όσο βαστάει το κακό, τον πόλεμο ποτέ δε θα αφήσουν με τρόπο ύπουλο και άδικο να τους παντρέψει. Και ορκίστηκε ο μικρός στους δύο θανάτους του πατέρα τους πως την υπόσχεσή του θα τηρήσει.
Τέσσερα χρόνια κράτησε ο πόλεμος και όσο με τη μαυρίλα του μουτζούρωνε τον κόσμο, νέα δεν έφταναν στο χωριό ούτε για το μεγάλο Χαρίλαο μα ούτε για το γάτο.
Τον πέμπτο χρόνο έμαθαν πως στέρεψε για την ώρα το κακό και όσοι από τους νέους δεν αλέστηκαν από της μάχης τα σιδερένια δόντια, αρχίσανε στα σπίτια τους να επιστρέφουν σέρνοντας πίσω τους ό,τι τους είχε περισσέψει ζωντανό, ψάχνοντας να κρυφτούν σε ό,τι όρθιο απέμεινε για να τους περιμένει - σε αυτό που αργότερα το ονόμασαν ειρήνη και που με τίποτα, από ό,τι είχαν να θυμούνται, τώρα πια δεν έμοιαζε. Κανείς τους δεν ήξερε ποιος κέρδισε τον πόλεμο και ποιος χαμένος βγήκε, μα όλοι τους έβρισκαν κάποια παλικαριά να αφηγηθούν στους άλλους. Ούτε στιγμή οι άλλοι μη νομίσουνε πως βάρος δεν τους έμεινε πάνω στης ζωής τη ζυγαριά να ρίξουν.
Τόσους αιώνες αδικαιολόγητης ζωής πάνω σε ετούτον τον παράλογο πλανήτη, όλοι τους νομίζανε πως προχωράν μπροστά και μόνο όταν άγγιξαν τον πάτο, είδαν τριγύρω τους τον βούρκο να τους πνίγει.
Τόσες γενιές ανθρώπων, τόσα πειράματα, τόσες δυνάμεις, σκέψεις και πάθη αναλώσιμα. Μόνο το σύστημα το αλάνθαστο απέμεινε να λειτουργεί μηχανικά σαν ακριβό ρολόι. Τσακίσανε τα χέρια τους να το κουρδίζουνε, αντί να δώσουν μια με το ξερό τους το κεφάλι και να το σπάσουνε κομμάτια. Πίστεψαν πως το ρολόι είναι εκείνο που τους ρυθμίζει τις ζωές. Βαφτίσανε τους δείκτες του θεό και μοίρα και όποτε εκείνο βαρούσε δώδεκα, σηκώνανε τα άρματα και έφευγαν για τη μάχη.
Τόσο κακό, τόσο άδικο, χαθήκανε οι άνθρωποι μέσα στον ψεύτη πόλεμο και έχασαν τον αληθινό. Από τον ξένο πόλεμο τυφλοί επέστρεψαν, ηλίθιοι και σακάτηδες και μες στην ηρωική αναπηρία τους, ξέχασαν να κηρύξουν τον δικό τους. Και ύστερα είπανε πως η ειρήνη είναι αγαθό και όπως όλα τα αγαθά, έτσι και αυτό πουλιέται και αγοράζεται. Τις τσέπες τους γυρίσανε ανάποδα και με όσα κέρματα τους είχαν περισσέψει για ένα χωραφάκι ειρήνη ζητιανέψανε, ενέχυρο έβαλαν την ψυχή τους για ένα δωμάτιο ήσυχη ζωή.
Όμως, ο μεγάλος πόλεμος, ο αληθινός, πάντα θα είναι εκεί και πάντα αιτίες απλόχερα σε όλους θα προσφέρει. Πάντα θα περιμένει των ανθρώπων την ιερή οργή κάποτε να ξεσπάσει. Ένας ύστατος πόλεμος πανανθρώπινος και όχι απλά παγκόσμιος, η τελευταία ευκαιρία. Μια μεγάλη μάχη που θα γκρεμίσει τα όρια του πλανήτη και του σύμπαντος.
Κι ας είναι ο πιο βαθύς εμφύλιος και αδελφοκτόνος σπαραγμός. Να είμαι εγώ και να έχω απέναντι εμένα. Και ας μη μείνει στο τέλος τίποτα.
Κάποιοι, λοιπόν, στο χωριό και σε αυτό που αργότερα ονόμασαν ειρήνη επέστρεψαν, μα όταν τους ρωτούσανε τι απέγιναν το πράσινο γατί και του διπλοπεθαμένου ο μεγάλος γιος, κανένας τους απάντηση δεν έβρισκε να δώσει.
Έναν ακόμα χρόνο περίμενε ο Χαρίλαος ο μικρός αριστερά ακούγοντας και δεξιά κοιτώντας και όταν και αυτός ο χρόνος πέρασε, είπε πως πάει, τέλειωσε, μεγάλο αδερφό δεν έχει πια να περιμένει και πως του όρκου του τα ιερά δεσμά λυθήκανε και με άλλα δεσμά ιερότερα έφτασε ο καιρός να δέσει τη ζωή του.
Κάλεσε τότε εκείνην στην πλατεία να της ζητήσει την απόφαση, αφού του φάνηκε πως είχε ξημερώσει επιτέλους της μεγάλης μαύρης νύχτας η μέρα η επόμενη, η φωτεινή, και της απάντησης η ώρα. Κι αν πριν από τον πόλεμο εκείνη είχε να επιλέξει ανάμεσα στον μεγάλο Χαρίλαο και στον μικρό του αδερφό, τώρα απέμεινε να αποφασίσει αν τον μικρό ή τον νεκρό Χαρίλαο για άντρα της θα έπαιρνε. Δύσκολο πια δεν ήταν.
Και πήρε ο μικρός Χαρίλαος εκείνης τα φιλιά ως αρραβώνα και προκαταβολή του γάμου τους, που ορίστηκε για την αρχή του φθινοπώρου, πριν να στερέψει ο Σεπτέμβριος και αφού για τα καλά των γάτων του η νέα πια σοδειά θα έχει ωριμάσει.
Μέρες και νύχτες το γάμο τον ετοίμαζαν και είχε το χωριό ολόκληρο στις ετοιμασίες αυτές ριχτεί, μήπως και μέσα στων άλλων τη χαρά ξεχάσει ο κόσμος τον πόνο τον δικό του. Και από τη μεγάλη τους χαρά, που έτσι ξαφνικά τέτοια τους έτυχε χαρά να μοιραστούνε, Χαρά την είπανε τη νύφη του Χαρίλαου. Μια που τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα του κόσμου και του χωριού συνήθειο πριν από το γάμο να βαφτίζουν τους μελλόνυμφους, αφού ο γάμος όλους εκείνους και εκείνες, κάποιους και κάποιες έπρεπε να τους κάνει.
Σαράντα δέντρα γκρέμισε μόνος του ο Χαρίλαος ο μικρός, τραπέζι απέραντο να φτιάξει για του γάμου τη γιορτή, όλο τον κόσμο πάνω του να χωρέσει. Σηκώθηκε όλο το χωριό στο πόδι μέσα στη νύχτα από του δάσους τα ξεφωνητά, μα είπανε πως τέτοια λαμπρή γιορτή τόση σφαγή την επιτρέπει.
Σαράντα γάτες έγδαρε μονάχος ο γαμπρός, να ράψει με το δέρμα τους ρούχα της παντρειάς, του ζευγαριού τη γύμνια καλά μέσα τους να την κρύψουν. Σείστηκε ο τόπος από του σφαγείου τις στριγκλιές, μα έλεγαν πως τόσα και άλλα τόσα στρέμματα πόνου και πάλι μιας σπιθαμής χαρά να τη γεμίσουν δεν μπορούνε.
Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες χρειάστηκαν να ετοιμαστούν ο γάμος και η γιορτή. Και όσα γατιά από του ράφτη το βελόνι γλύτωσαν, τα απλώσανε τριγύρω από το τραπέζι τραγούδια της χαράς να τραγουδούν και ο κόσμος να χορεύει. Και όσα δέντρα ξέφυγαν από τα καρφιά του ξυλουργού πλάι στο τραπέζι τα έφεραν και αυτά, σκιά να ρίχνουν στη χαρά, ήλιος να μην τη βλέπει.
Τέλος στην κορυφή του τραπεζιού τη νύφη, εκεί ψηλά την έβαλαν να κάτσει, όλου του κόσμου τη χαρά μες στα λευκά της να επιβλέπει, μην της ξεφεύγει τίποτα.
Και άρχισε ο γάμος και η χαρά και έστησε ο κόσμος άγριο χορό. Τρόμαξε η φύση και ο θεός από των ανθρώπων τη γιορτή και τα πουλιά, με τα μάτια τους κλειστά και τα αυτιά τους βουλωμένα, πετάξαν μακριά για να κρυφτούνε. Έτρεμε η γη από τα πατήματα των χορευτών και όλο έλεγες πως όπου να ‘ναι θα ανοίξει το αρχαίο το πηγάδι, που πάνω του είχανε οι παλιοί κάποτε χτίσει το χωριό και όλοι τους θα γκρεμιστούνε μες στην κοιλιά του βράχου.
Τα γατιά τραγούδαγαν χορούς, τραγούδια χόρευαν τα δέντρα και πάνω στο τραγούδι τους και πλάι στο χορό, έπιασε έτσι ξαφνικά και απρόσκλητα ο γέρο-θάνατος να στρώνει το χαλί του. Για να βρει δρόμο το κακό ανάμεσα από τη γιορτή και τη χαρά, χωρίς να βρέξει τα ποδάρια του και μέσα να περάσει.
«Τι γιορτάζουμε», ρώτησε από την πόρτα ο ξένος και ένα πράσινο γατί στον ώμο του γαντζωμένο τα δόντια του έτριξε δυνατά και όλη η αυλή βουβάθηκε. «Παντρεύουμε τον μικρό Χαρίλαο», πρόλαβε κάποιος να φωνάξει και κάποιος άλλος με βήματα δειλά πλησίασε τον ξένο, από κοντά να τον κοιτάξει, αφού κάτι του θύμιζε. «Αλήθεια; Και ποια παίρνει;» Και άνοιξε στα δύο ο χορός για να φανεί η νύφη. «Παντρεύεσαι τέτοια όμορφη κοπέλα, μικρέ Χαρίλαε, και τον μεγάλο σου αδερφό στην ευτυχία σου ξέχασες να καλέσεις;» Και έπεσε ο ένας αδερφός στον άλλο πάνω να αγκαλιαστούν και πήδηξε κάτω ο γάτος ο πολεμιστής τα άλλα τα γατιά από την αυλή να διώξει.
«Διπλή χαρά! Τις θέσεις μην εγκαταλείπετε! Το γλέντι συνεχίζεται!», βιάστηκε ο μικρός Χαρίλαος να διατάξει και στο χορό και το τραπέζι μαζί του τράβηξε τον ξένο, που ακόμα ξένος σε όλους έμοιαζε και εκείνου όλα τριγύρω ξένα του φαίνονταν.
«Δεν έχει μείνει σκαμνί ελεύθερο, ο αδερφός σου να καθίσει», φώναξε το χωριό και όλοι από τις θέσεις τους ασάλευτοι κοιτάζανε τον ξένο, που ήρθε έτσι μουτζουρωμένος, σκοτεινός, από το πουθενά του χρόνου, τη χαρά και τη γιορτή ακάλεστος να λερώσει. «Τώρα πάω στο δάσος μόνος μου, άλλο ένα δέντρο να γκρεμίσω, να φτιάξω κάθισμα καλό του αδερφού μου, να κάτσει να ξεκουραστεί, να φάει, να πιει, να μοιραστεί μαζί μου τη χαρά», είπε ο μικρός Χαρίλαος και η νύφη έσκυψε κι άλλο το κεφάλι, που άκουσε χαρά και νόμισε πως έλεγαν για εκείνη.
Άρπαξε το καλό τσεκούρι του με τη διπλή την κόψη και κίνησε να φύγει, αλλά στα τρία βήματα τον πρόλαβε ο μεγάλος. «Περίμενε! Έρχομαι κι εγώ μαζί σου.»
Και έτσι για το δάσος ξεκίνησαν οι τρεις, τα δυο αδέρφια παρέα με το τσεκούρι τους, να πάνε, το λάθος για να διορθώσουν. Ένα σκαμνί λιγότερο $ μια μέρα παραπάνω. Και απέμειναν ο κόσμος, η νύφη και η γιορτή τριγύρω από το τραπέζι ακίνητοι και σιωπηλοί να περιμένουν. Μα οι δίδυμοι δε βιάζονταν και είχαν πολλά να πούνε μετά από τόσα χρόνια, μα έτρεχε το τσεκούρι τους μπροστά και εκείνοι πίσω του λαχανιασμένοι να το προλάβουν προσπαθούσαν.
Παρέα για το δάσος έφυγαν, στο σπίτι όμως πίσω γύρισε μόνο ο ένας και αυτός με σώμα ακέφαλο, αφού οι δυο τους, από το πολύ το λάθος, μες στο δάσος θόλωσαν και αντί για δέντρα ο ένας τον άλλον διάλεξε από τη ζωή να ξεριζώσει. Πώς ακριβώς έγινε το κακό κανείς ποτέ δεν έμαθε. Και όσα από τα δέντρα ρώτησα να μου πουν, απάντηση δεν έδωσαν και αλλού έστρεψαν τα κλαδιά τους.
Κάποιοι είδαν του μικρού Χαρίλαου το ακέφαλο κορμί με τα λευκά του μες στο αίμα βουτηγμένα να τρέχει πίσω στο χωριό. Λένε πως τα κατάφερε και έφτασε μέχρι και του σπιτιού του την αυλή, μα μόλις πέρασε την πύλη και στάθηκε έτσι βουβός και ασάλευτος μπρος στο τραπέζι της χαράς, ντράπηκε που δεν είχε μάτια για να δει, που χείλη δεν του έμειναν τη νύφη να φιλήσει και μπρος στα πόδια της κατέρρευσε.
Κάποιοι είπαν ο μεγάλος αδερφός μετά το φονικό πως χάθηκε για πάντα μες στο δάσος, που όλοι γνώριζαν καλά από πού αυτό ξεκίναγε, που όμως τέλειωνε κανένας δεν μπορούσε να μαντέψει. Είπανε, πως κρυμμένος ανάμεσα στα δέντρα, έγινε στο τέλος δέντρο και αυτός και απέμεινε έτσι όρθιος να περιμένει τη σειρά του, άλλα τσεκούρια κάποτε να έρθουνε κι αυτόν να τον γκρεμίσουν.
Και το επόμενο πρωί, μέσα σε ένα χαντάκι βρήκαν το πράσινο γατί, μέσα στη λάσπη να κυλιέται παιχνιδιάρικα και να έχει δίπλα του ένα κεφάλι ασώματο να γλύφει και με πείσμα να δαγκώνει.
Και παραδίπλα όρθιο, στο χώμα καρφωμένο ένα τσεκούρι να στέκεται ξεδιάντροπα, καμαρωτό να επιδεικνύει τις δυο του φονικές αιχμές, αμετανόητο τη φρίκη να θυμίζει.
Οι άνθρωποι ήθελαν να διορθώσουν το κακό και είπανε πως δεν είναι ακόμα αργά, αφού από το φονικό δεν είχε περάσει ακόμα η προθεσμία, που δικαιούται ο νεκρός το θάνατό του να αρνηθεί και στη ζωή πίσω να επιστρέψει. Και βάλθηκαν με παρακάλια και ταξίματα τον μικρό νεκρό Χαρίλαο να πείσουν. Μα γρήγορα τα παρατήσανε, αφού δεν ήξεραν σε ποιον τα λόγια τους να στρέψουν, αφού το ακέφαλο κορμί κανέναν τους δεν άκουγε και η ασώματος η κεφαλή τίποτα δεν ποθούσε.
Και εκείνη, που πριν από το γάμο τη βάφτισαν Χαρά χωρίς του Χάρου τη γνώμη να ρωτήσουν, να αλλάξει όνομα ξανά αρνήθηκε, μα δέχτηκε το σπίτι της και το χωριό να εγκαταλείψει, αφού από το δάκρυ και το αίμα το πολύ είχαν τόσο στενέψει που πια δεν τη χωρούσαν. Και έτσι τύλιξε μες στα λευκά της το τσεκούρι, το μόνο που της είχε απομείνει και με τον πόνο παραμάσχαλα κατέβηκε στην πόλη. Αγόρασε ένα σπιτάκι, χαμένο κάπου στης πόλης τις πλαγιές και έζησε άλλα σαράντα χρόνια κρυμμένη μέσα σε δωμάτια και πίσω από κουρτίνες. Γέρασε περιμένοντας και ξέχασε γερνώντας, τι ήταν αυτό που έχασε, τι είχε πια να περιμένει. Και έτσι ξεχνώντας, μόνη πέθανε και ευτυχισμένη.
Μα αφού δεν πρόλαβε να ζήσει την μητρότητα και των δικών της των παιδιών το κλάμα και το γέλιο, στην πόλη χάρισε το σπίτι μετά το θάνατό της για να το κάνουνε οι άνθρωποι σχολείο. Και ζήτησε παρέα με το τσεκούρι να τη θάψουνε, που ακόμα το κρατούσε μέσα στα νυφικά της τυλιγμένο. Μα οι γείτονες την επιθυμία της την πήρανε για αστείο και το χατίρι της το τελευταίο δεν της το έκαναν και έτσι άοπλη, ντυμένη στα λευκά την άφησαν να φύγει. Και το τσεκούρι ξέμεινε ορφανό σε μια παλιά ντουλάπα, στο πιο ψηλό της ράφι, κρυμμένο μέσα σε εφημερίδες κίτρινες και ειδήσεις ξεχασμένες.
Μες στο σκοτάδι να τροχίζει μόνο του τις δίδυμες αιχμές, ανάσταση παθών να περιμένει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου