Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

το καμένο αύριο

Στο τέλος φάνηκα να είμαι ο κακός. Αυτός που ήρθε για να χαλάσει τη γιορτή και όλοι μετά να αναρωτιούνται, «αυτόν τον βλάκα ποιος τον κάλεσε;». Λες και δεν ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα έφευγε από το σπίτι τελευταίος.
Γύρισα στην Αθήνα με το αμάξι της Σ.. Την ώρα που μπαίναμε ξανά στη Μεσογείων, κοίταξα έξω από το παράθυρο τη νύχτα και είδα πως είχα μόνος και άθελα μου κουβαλήσει το καινούριο αύριο στην πόλη πριν την ώρα του.
Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη ψάχνοντας τον καπνό μου και ένιωσα να αρπάζουνε φωτιά τα δάχτυλά μου. Φώναξα περισσότερο από έκπληξη παρά από πόνο και τρόμαξα την οδηγό. Εκείνη έχασε για μια στιγμή τον έλεγχο του οχήματος και μόνο από τύχη ή από θεία πρόνοια -για να μπορέσει να υπάρξει συνέχεια σε αυτή την ιστορία- διαφύγαμε και οι δυο μας του μοιραίου. Το αυτοκίνητο, μετά από καμιά δεκαριά πολύ πρωτότυπες χορευτικές φιγούρες πάνω στο οδόστρωμα, σταμάτησε την τελευταία στιγμή στην άκρη μιας απόκρημνης προαστικής χαράδρας. Η Σοφία είχε τόσο ζαλιστεί από την περιδίνηση, που ξέχασε μαζί μου να θυμώσει. «Τι ήτανε αυτό; Τι έπαθες;», με ρώτησε, ενώ εγώ έβγαζα προσεχτικά από την τσέπη μου ένα κεράκι από την τούρτα που έκαιγε ακόμα.
Κοιτάξαμε έξω. Γύρω μας είχανε μαζευτεί διάφοροι αργόσχολοι και αυτόκλητοι σωτήρες. Ανάμεσα τους διέκρινα το αγουροξυπνημένο αύριο να πλησιάζει και να κολλάει τη μούρη του στο τζάμι. Πάνω στη σκονισμένη του επιφάνεια χάραξε με το δάχτυλο ανάποδα: «Μη παριστάνεις διαρκώς πως περιμένεις απαντήσεις! Ακόμα ούτε μία ερώτηση της προκοπής δεν έχεις κάνει».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου