Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

η μεγάλη απόδραση των 11 και τέταρτο

Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200… ένα παράξενο και απροσδόκητο γεγονός ήρθε, χωρίς λόγο και αιτία προφανή και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, να ταράξει τις ήσυχες ζωές των ανθρώπων της παραλίας. Από το σκοτεινό βυθό της θάλασσας και σε απόσταση μόλις ενάμισι μιλίου από την ακτή μία εκτυφλωτική λάμψη αναδύθηκε στην επιφάνεια και, αφού σχημάτισε τέσσερις σχεδόν ομόκεντρους κύκλους, βυθίστηκε ξανά και χάθηκε.
Οι άνθρωποι της παραλίας $ήταν Τετάρτη και οι περισσότεροι είχαν ήδη ξυπνήσει για να πάνε στις φυλακές και τα παζάρια τους$ τρόμαξαν στην αρχή και άρχισαν να τρέχουνε ασύντακτοι και πανικόβλητοι προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, πιστεύοντας πως έτσι έτρεχαν μακριά και άφηναν πίσω τον ίδιο τους τον τρόμο. Επειδή, όμως, την παραλία αυτή την είχε σχεδιάσει ο ίδιος αρχιτέκτονας που κάποτε είχε φτιάξει και ετούτο τον πλανήτη, οι άνθρωποι και ο τρόμος τους, όσο μακριά κι αν έτρεχαν, γρήγορα πάλι επέστρεφαν στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Βαρέθηκε ο τρόμος και οι άνθρωποι κουράστηκαν και έτσι σταμάτησαν κάποτε να τρέχουν και απέμειναν λαχανιασμένοι να παρατηρούν τον σιωπηλό απόηχο του φαινομένου με την απορία στο βλέμμα και στους πνεύμονες να διαδέχεται την ανησυχία στα κάτω άκρα και στα έντερα.
Μέχρι που, κυλώντας η μέρα πεισματικά αδιάφορη για τρόμους και φαινόμενα, άξαφνα μεσημέριασε και άρχισαν να θερίζουν τους ανθρώπους της παραλίας η πείνα και η κούραση. Έτσι γύρισαν πίσω στα σπιτάκια τους να φάνε και να κοιμηθούν και ύστερα πάλι, το απόγευμα ζωηροί και ορεξάτοι, επέστρεψαν στις θέσεις τους, κατά μήκος της ακτής, σίγουροι όσο ποτέ ξανά στο παρελθόν πως θα έβλεπαν το αλλόκοτο εκείνο πρωινό θέαμα να επαναλαμβάνεται πιστά.
Η λάμψη, ωστόσο, δεν έλεγε να επιστρέψει και η απογοήτευση στεφάνωσε με παγωμένο σύρμα τις γειτονιές της παραλίας.
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι επέλεξαν να θάψουν το μυστήριο εκείνο πρωινό κάτω από ακόμα μια βαριά συνωμοσία της σιωπής. Να μην το μάθουν άλλοι άνθρωποι από άλλες γειτονιές και τους ταράξουνε στο δούλεμα, που έτσι απερίσκεπτα και ανώφελα κάποτε ξόδεψαν μια τόσο πολύτιμη και αναντικατάστατη ημέρα. Οι ερχόμενες γενιές να μην το καταλάβουν και τους καταραστούν που δεν τους γέννησαν νωρίτερα να μοιραστούν κι αυτές μαζί τους το φως το τυφλό του ανεπανάληπτου.
Στην άκρη της παραλίας και στο σημείο από όπου ξεκινούσε ο μακρύς κυματοθραύστης της, τον οποίο οι άνθρωποι ονόμαζαν κορδόνι $για λόγους αδιευκρίνιστους$ και τα κύματα θεό $για ευνόητους λόγους$, υπήρχε τότε ένας μικρός παλιός, σχεδόν αρχαίος, φάρος, που από χρόνια τον είχε καταλάβει η οικογένεια ενός φωτογράφου. Ο φωτογράφος, η γυναίκα του και τα δύο μικρά τους κοριτσάκια είχαν με κέφι και με φροντίδα απαράμιλλη μετατρέψει τον εγκαταλειμμένο φάρο σε μια πανέμορφη κατοικία, που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από τα άλλα σπίτια της ακτής, προνοώντας βέβαια να μην υπάρχει και τίποτα να βρουν για να ζηλέψουν από αυτούς οι άλλοι.
Αφού ήταν άγραφος νόμος στο δυσανάγνωστο πολίτευμα της αναλφάβητης ετούτης πολιτείας, πως κάθε είδους παρανομία, όταν αυτή δε συνοδεύεται από οποιαδήποτε κοινωνική πρόκληση και αισθητική υπερβολή, εν τέλει να παράγει δίκαιο.
Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200... και λίγο πριν η μυστηριώδης λάμψη αναδυθεί στην επιφάνεια της θάλασσας, ταράσσοντας τις σχεδόν ομόκεντρες ζωές των κατοίκων της παραλίας, ο φωτογράφος του φάρου είχε ήδη στηθεί από ώρα στο μπαλκόνι του παρέα με όλα της δουλείας του τα εξαπτέρυγα, τις κάμερες και τους φακούς, και περίμενε να αποθανατίσει την ημέρα πριν καλά-καλά εκείνη γεννηθεί. Το είχε συνήθεια και εμμονή κάθε πρωί να σημαδεύει προς το άνοιγμα του λιμανιού, εκεί από όπου ο ήλιος, τα πουλιά και τα καράβια ερχόντουσαν προς την πόλη και μόλις η καινούρια μέρα έκανε δειλά-δειλά την πρώτη της εμφάνιση, εκείνος με ένα του κλικ να την αιφνιδιάζει.
Από το κλικ εκείνο και μέχρι το επόμενο, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά, τίποτα άλλο δεν είχε να τραβήξει, αφού τίποτα άλλο καλύτερο από αυτό δεν έβρισκε και κανένας τίποτα από αυτό χειρότερο ποτέ δεν του ζητούσε. Οι άλλοι χλεύαζαν τη συνήθειά του αυτή και έλεγαν, «Τι φωτογράφος είναι αυτός, που δε φωτογραφίζει τίποτα;» Μα εκείνος με ερώτηση, ατάραχος, τους απαντούσε, «Μήπως και ο γιατρός, που άρρωστους δε βρίσκει για να θεραπεύσει, παύει γιατρός να είναι;» Και έτσι, αφού ξεμπέρδευε με τη δουλεία και το καθήκον του πρωί-πρωί, του έμενε μια μέρα ολόκληρη μπροστά ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει.
Στηθήκανε, λοιπόν, εκείνο το πρωί τα σύνεργα παρέα με το φωτογράφο τους, όπως κάθε πρωί, τη μέρα να φωτογραφίσουν. Να την προλάβουν, όσο είναι μικρή ακόμα και άδολη, να την τραβήξουν έτσι, λευκή και αμόλυντη, πριν τη λερώσει η πόλη. Έτσι, μαζί με τους άλλους κατοίκους της παραλίας, ο φωτογράφος με τις δύο κόρες του για συντροφιά $τις ξύπναγε από τα άγρια χαράματα, δήθεν για να τον βοηθάνε στη δουλειά$ έγινε κι αυτός μάρτυρας του αλλόκοτου εκείνου φαινομένου. «Τι είναι αυτό, μπαμπά;», ρωτούσανε οι κόρες. «Τι ήταν αυτό κορίτσια μου;», εκείνος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, με ερώτηση τους απαντούσε.
Εννέα μήνες μετά, έντεκα έγκυες γυναίκες, όλες τους κόρες διαλεκτές αξιότιμων οικογενειών της παραλίας, έφεραν στον κόσμο έντεκα ακριβώς παιδιά $ τα τέσσερα αγόρια και τα άλλα επτά κορίτσια. Μα, επειδή καμία από τις μανάδες των παιδιών αυτών δεν είχε προλάβει να ζευγαρώσει με άντρα ακόμα $αφού οι περισσότερες ήταν πολύ μικρές και από το σπίτι τους σπάνια ξεμυτούσαν$ σκεφτήκανε οι άνθρωποι, πως όλα εκείνα τα παιδιά ήταν «παιδιά της λάμψης».
Το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν, αλλά σε ολόκληρη ετούτη την ακτή δε βρέθηκε κανένας τολμηρός τις σκέψεις του να μαρτυρήσει, αφού όλοι τους με τη συνωμοσία της σιωπής ήτανε δεσμευμένοι.
Εννέα χρόνια και έντεκα μήνες μετά και ενώ τα κοριτσάκια του φωτογράφου είχανε γίνει πια σωστές γυναίκες, ένα πρωί ντυθήκαν, στολιστήκανε και βγήκανε παρέα με τη μάνα τους βόλτα στην παραλία. Όμως, από της βόλτας τους τα πρώτα βήματα, το ένιωσαν καθαρά πως κάτι δεν πήγαινε καλά στη μέρα και στην πόλη. Μα είναι που οι άνθρωποι της παραλίας το έχουνε συνήθειο, όταν βλέπουνε πως κάτι δεν πάει καλά, να προχωράν ατάραχοι μπροστά, αντί φρόνιμα να επιστρέφουν πίσω και έτσι οι τρεις τους συνέχισαν αμέριμνες τη βόλτα.
Και προχωρώντας είδανε από κοντά, σε όλο το μήκος της ακτής, από το φάρο τους και μέχρι πέρα, μακριά στο στοιχειωμένο τελωνείο, τα μαγαζιά να είναι κλειστά και έρημα τα καφενεία. Ώσπου κάπου, στο βάθος διέκριναν χωροφυλάκους και στρατό συγκεντρωμένους, αόρατα και σιωπηλά ασκήσεις με τα όπλα τους να κάνουνε. Άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά, μονάχα λίγες γάτες, που παριστάνανε πως λιάζονται κάτω από έναν ήλιο ανύπαρκτο, καλά οχυρωμένο πίσω από βαριά και μαύρα σύννεφα. Από ένα μισόκλειστο παράθυρο, κάποιος τους φώναξε να φύγουν και τότε μόνο η μάνα έσφιξε των κοριτσιών τα χέρια και έκανε πίσω να τα τραβήξει, στο φαρόσπιτο, όταν ξαφνικά μία φωνή κρυμμένη πίσω από μια εφημερίδα ακούστηκε σαν γλάρου κρώξιμο, «που πάνε οι κυρίες;»
Η εφημερίδα χαμηλά κατέβηκε και αφού διπλώθηκε προσεχτικά, μπήκε κάτω από τη μασχάλη ενός χοντρού με τιράντες και γυαλιά, που άρχισε με βήματα αργά να πλησιάζει. Κι ενώ αυτός απειλητικά πλησίαζε, μια δεύτερη φωνή ακούστηκε από το πουθενά, σαν το μπισκότο που γλιστράει μέσα στο τσάι το καυτό, λειώνει και διαλύεται, «οι κυρίες είναι μαζί μου». Μάνα και κόρες γύρισαν προς το πουθενά και είδαν πίσω από τη γλυκερή φωνή έναν υπαστυνόμο. «Από εδώ, παρακαλώ!», διέταξε ευγενικά μεταβολή και άρχισαν οι τρεις τους πλάι του να περπατούν, πίσω στο δρόμο για το φάρο.
«Τι συμβαίνει, υπαστυνόμε;», τον ρωτήσανε. «Έχουμε πόλεμο;» Ο υπαστυνόμος τις αγριοκοίταξε. «Τι είναι πόλεμος; Πού ακούσατε τέτοια λέξη; Οι πόλεμοι τελείωσαν. Τώρα έχουμε άλλους τρόπους πιο όμορφους και αποτελεσματικούς να λύνουμε τις διαφορές μας. Αφήστε που ούτε καν διαφορές δεν υπάρχουν πια». Και ύστερα γλυκαίνοντας ξανά, «Είσαστε, φαντάζομαι, οι κόρες του φωτογράφου», είπε, και η μάνα, ακούγοντας το κοπλιμέντο, ντράπηκε και έσφιξε και άλλο των δύο κοριτσιών τα χέρια. «Παρακαλώ, θα είχατε την καλοσύνη να με συνοδέψετε μέχρι το φάρο; Θα ήθελα πολύ να μιλήσω στον πατέρα σας», συνέχισε το λάθος. Και αφού στον άνθρωπο του νόμου τέτοια λάθη είναι ανεπίτρεπτα, του φωτογράφου η γυναίκα με όλο το αίμα στα μαγουλά της μαζεμένο, άφησε τα κορίτσια της και άρπαξε γερά το μπράτσο του υπαστυνόμου. «Μα τι έχει γίνει; Θα μας σκάσετε! Δε θα μας πείτε, επιτέλους;»
«Έχετε ακουστά, κυρία μου, για τα παιδιά της λάμψης; Ελάτε τώρα! Μην κάνετε πως το ακούτε για πρώτη φορά. Αρκετά με αυτή τη γελοία συνωμοσία της σιωπής! Μη νομίζεται ότι δεν το γνωρίζω. Παριστάνω τον αδιάφορο ή τον ανήξερο, μόνο όταν αυτό προστάζει το δημόσιο συμφέρον. Κι αν εσείς οι άνθρωποι της παραλίας έχετε επιλέξει για κάποια πράγματα να μη μιλάτε ποτέ, ευτυχώς υπάρχει και ο ύπνος. Οι μισοί από εσάς παραμιλάτε όσο κοιμόσαστε. Και λέτε πολλά. Και ευτυχώς, όποτε βρίσκεται κάποιος που μιλάει, πάντοτε υπάρχει δίπλα του την κρίσιμη στιγμή ο άνθρωπος ο κατάλληλος να τον ακούσει. Μπορεί να μη συμβαίνει το ίδιο για όλα όσα λέγονται, πάντως σίγουρα ό,τι ακούγεται, υπάρχει. Και ό,τι υπάρχει στην πόλη αυτή, εμένα με ενδιαφέρει. Εσείς μιλάτε στον ύπνο σας; Μη βιαστείτε να απαντήσετε! Άλλωστε είναι τεχνικώς αδύνατο να το γνωρίζετε. Όταν κοιμάστε δεν ακούτε. Και αν τυχόν κάτι ακούσετε, τότε συνήθως ξυπνάτε. Έτσι δεν είναι; Χθες το βράδυ, ας πούμε, δε σας ξύπνησαν οι φωνές;» «Ποιες φωνές, κύριε αστυνόμε;» «Είχα, τελικά, υποτιμήσει τα λόγια του ύπνου, με το να ασχολούμαι τόσο καιρό με τα όνειρα και τους εφιάλτες σας», συνέχισε σχεδόν μονολογώντας ο υπαστυνόμος, ενώ με το ελεύθερο του χέρι χαιρετούσε το φωτογράφο, που από το μπαλκόνι του φάρου παρακολουθούσε την οικογένειά του με το νόμο αγκαζέ να πλησιάζει. «Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε πάνω, κυρία μου. Άλλωστε, ξέρετε, βαριέμαι αφόρητα να λέω τα ίδια πράγματα συνέχεια» και με μία κίνηση απότομη απελευθέρωσε το χέρι του και στρέφοντας αγενώς την πλάτη, πέρασε την πύλη του φάρου και άρχισε να ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια.
Αφού ξεπεράσανε βιαστικά και ακίνδυνα τα προκαταρκτικά για την κατάληψη στο φάρο, για τη μη άσκηση έντιμου και χρήσιμου επαγγέλματος και για την ελλιπή εκπαίδευση των κοριτσιών $πράγματα που για την ώρα άφηναν τον αστυνόμο αδιάφορο και για τα οποία, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που άρχισε την κουβέντα$ προχωρήσανε στον ακριβή σκοπό της κατ’ οίκον επίσκεψης του νόμου.
Αργά το προηγούμενο βράδυ, κατά τις έντεκα και τέταρτο περίπου, έντεκα ακριβώς παιδιά, τέσσερα αγόρια και επτά κορίτσια, όλα ηλικίας δέκα ετών παρά ένα μήνα και όλα κάτοικοι της παραλίας είχαν εξαφανιστεί κάτω από συνθήκες σκοτεινές και αδιευκρίνιστες. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η εξαφάνιση $ μυστηριώδεις εξαφανίσεις γίνονταν κάθε νύχτα και οι άνθρωποι τις είχαν τόσο πια συνηθίσει, που σπάνια ζητούσαν εξηγήσεις και ακόμα πιο σπάνια θρηνούσανε τους εξαφανισθέντες. Και έπειτα, «Αλίμονο αν δεν είχαμε κι αυτές! Τι θα κάναμε, έτσι όπως έχουμε μαζευτεί ο ένας πάνω στον άλλον;» Άλλωστε και τα έντεκα παιδιά με τον ίδιο περίπου μυστηριώδη $και παρεπιμπτόντως ανάρμοστο$ τρόπο είχαν εμφανιστεί πριν από δέκα περίπου χρόνια, οπότε ίσως και το δεύτερο μυστήριο να έδινε αναδρομικά λύση και εξήγηση στο πρώτο, κατά τον ίδιο τρόπο που η από θέση παρανομία θεραπεύει την από φύση.
Πρόβλημα άρχισε να γεννάται όταν διαπιστώθηκε ότι μαζί με τα έντεκα παιδιά είχαν εξαφανιστεί και έντεκα από τα πολυτιμότερα βιβλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης και συμπτωματικά οι έντεκα πρώτοι τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης*. Στους τόμους αυτούς, όπως και στους υπόλοιπους εκατό, που απαρτίζουν το μνημειώδες αυτό έργο, δεν έχει πρόσβαση κανένας από τους πολίτες, όπως επίσης κανένας πολίτης δεν έχει δικαίωμα να επισκέπτεται γενικότερα τη Δημόσια Βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη, όπως και κάθε δημόσιο κτήριο και ίδρυμα, ανήκει εξ ορισμού και δικαιωματικά σε όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης, πράγμα που σημαίνει, πως δεν μπορεί ο καθένας από αυτούς να μπαινοβγαίνει, όποτε αυτός γουστάρει και να κάνει ό,τι του κατέβει, προκειμένου να ικανοποιήσει τη νοσηρή του περιέργεια ή όποιο άλλο ταπεινό του κίνητρο. «Τα δικαιώματα του λαού ή θα ασκούνται από ολόκληρο το λαό από κοινού και ταυτόχρονα ή δε θα ασκούνται καθόλου», μας δίδαξαν οι σοφοί μας πρόγονοι, ιδρυτές και νομοθέτες αυτής της πόλης. Και αφού κάποια πράγματα είναι τεχνικώς αδύνατα να πραγματοποιούνται από όλους την ίδια ακριβώς στιγμή, τότε είναι καλύτερα να μη γίνονται καθόλου.
Οι μανάδες των έντεκα, αφού πρώτα βάναυσα ανακρίθηκαν, πρόθυμα στη συνέχεια κατέθεσαν όλα όσα γνώριζαν σχετικά με την ομαδική εξαφάνιση των παιδιών τους και στο τέλος όλες τους αποκάλυψαν αυθόρμητα, πως και τα έντεκα είχαν προαναγγείλει την εξαφάνισή τους από μέρες ή μάλλον από νύχτες πριν, παραμιλώντας στον ύπνο τους υπό το καθεστώς του πυρετού και υπό την επήρεια των μητρικών φίλτρων.
Πατεράδες δε βρέθηκαν, οι γείτονες όμως, που ξύπνησαν μέσα στη νύχτα από τις απροσδόκητες φωνές και τα συνήθη νιαουρίσματα, κατέθεσαν ότι πρώτον, τα εξαφανισθέντα ανήκουν όλα τους στην κατηγορία «τα καλύτερα παιδιά» και δεύτερον, και τα έντεκα συνδέονται με ένα κοινό μυστικό: Τα παιδιά αυτά είναι «τα παιδιά της λάμψης».
«Και εμείς, κύριε αστυνόμε, τι σχέση έχουμε με όλα αυτά; Εμείς έξω από το φάρο τι συμβαίνει δε γνωρίζουμε. Για εμάς ο φάρος είναι η πόλη μας και το μπαλκόνι αυτό το μόνο μας παράθυρο στον κόσμο», είπε ο φωτογράφος και η γυναίκα του πήρε με βυσσινάδα να ξαναγεμίζει του νόμου το ποτήρι. «Για ακούστε καλά!», έκανε ο υπαστυνόμος με θυμό και με τη ράχη του χεριού του πέταξε κάτω το ποτήρι. Και το ποτήρι έσπασε και πότισε με βύσσινο τα παπούτσια του νόμου. «Εγώ δεν είμαι ο συγγραφέας σας να σας μιλάω με μέτρο και ρυθμό και ο νόμος δεν έχει όρεξη και χρόνο να παριστάνει το δημοτικό τραγούδι. Είσαστε ο μοναδικός φωτογράφος στην ακτή και ξέρω καλά πως στήνεστε συχνά τα πρωινά στο μπαλκονάκι σας και φωτογραφίζεται το λιμάνι. Τα έντεκα είναι αδύνατο να το έχουνε σκάσει από άλλη έξοδο, πλην αυτής της θάλασσας. Άλλωστε, άλλες έξοδοι πια δεν υπάρχουν. Έχω εντολή να δω το αρχείο σας με τις φωτογραφίες. Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα έχει συλλάβει ο φακός σας, που του νόμου ακόμα διαφεύγει. Παρακαλώ συνεργαστείτε και παραδώστε μου το υπό έρευνα οπτικό υλικό! Και εσείς, κυρία μου, με συγχωρείτε για το ποτήρι και παρακαλώ, να μη λυπάστε τα παπούτσια μου! Έχουν συνηθίσει από κόκκινους λεκέδες».
Ο φωτογράφος, εν μέρει για να ξεμουδιάσει εν μέρει για να δείξει καλή θέληση και υπακοή, σηκώθηκε από την καρέκλα του, αφήνοντας τον υπαστυνόμο και τη σύζυγο να αλληλοσυγχαίρονται για την εξαιρετική ποιότητα της βυσσινάδας και των παπουτσιών αντίστοιχα, και πέρασε στο εσωτερικό του φάρου για να επιστρέψει μετά από λίγα λεπτά στο μπαλκόνι και στην εκλεκτή παρέα του, κουβαλώντας ένα τεράστιο λευκό ντοσιέ.
Ο υπαστυνόμος, εν μέρει από ανυπομονησία εν μέρει από ευγένεια, έσπευσε να ξαλαφρώσει το φωτογράφο από το βαρύ φορτίο του, αρπάζοντας σχεδόν από τα χέρια του το λευκό ντοσιέ. Έπειτα ξανακάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην πολυθρόνα του και βάλθηκε στην αρχή με προσποιητή αδιαφορία και στη συνέχεια με ολοένα και αυξανόμενη όρεξη να ξεφυλλίζει το αρχείο, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις πρώτες ψιχάλες της βροχής που άρχισαν τριγύρω του να πέφτουν.
Ο φωτογράφος άνοιξε μια ομπρέλα και στάθηκε όρθιος διακριτικά πίσω από τον ώμο του υπαστυνόμου. Μπορεί ο νόμος να ήταν αδιάβροχος, δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τις φωτογραφίες του. Η γυναίκα του μάζεψε βιαστικά το ποτήρια και χάθηκε μέσα στο φάρο αφήνοντας μόνους τους δύο άντρες και τη βροχή $η οποία ολοένα και δυνάμωνε$ να κάνουν τη δουλειά τους.
Ούτε το ένα πέμπτο του αρχείου δεν είχε προλάβει να διανύσει ο υπαστυνόμος, όταν έκλεισε απότομα το ντοσιέ και στρίβοντας το λαιμό του ενενήντα μοίρες ακριβώς, επέστρεψε το βλέμμα και το λόγο του στον φωτογράφο. «Με κοροϊδεύετε; Αυτές είναι όλες ίδιες!» είπε και την ίδια ακριβώς στιγμή μια αστραπή έσκισε στα δύο στο βάθος τον ορίζοντα. «Ό,τι φαίνεται ίδιο σε εσάς, δε σημαίνει πως είναι ίδιο και για εμένα», απάντησε ο άλλος και με μια βροντή ο ουρανός την απάντηση του υπογράμμισε. «Είναι παράξενο», συνέχισε ο άνθρωπος του νόμου. «Πάντοτε δυσκολεύομαι να ανακαλύψω διαφορές σε καθετί που εσείς νομίζετε πως διαφέρει».
Ο υπαστυνόμος άνοιξε ξανά το ντοσιέ περίπου στη μέση και αφαίρεσε προσεχτικά μία από τις φωτογραφίες και ύστερα άλλη μία από το τελευταίο φύλλο. Έβγαλε ένα μαντήλι, τύλιξε τις δύο φωτογραφίες και έπειτα τις έριξε κάπου βαθιά στις εσωτερικές τσέπες του παλτού του. Στη συνέχεια σηκώθηκε, έσπρωξε το αρχείο πίσω στην αγκαλιά του φωτογράφου και αφού του τσίμπησε λίγο το μάγουλο, του πήρε την ομπρέλα λέγοντας του, «Αυτό θα σας το δανειστώ για λίγο» και βούτηξε από το μπαλκόνι στο κενό. Ο φωτογράφος έσκυψε από το περβάζι και τον είδε να προσγειώνεται όρθιος, να κλείνει την ομπρέλα και να εξαφανίζεται τρέχοντας προς το εσωτερικό της πόλης.
Δύο μέρες μετά το Υπουργείο Γραμμάτων, Τεχνών και Πληροφοριών ανακοίνωνε ότι, ενώ οι έντεκα σχεδόν δεκάχρονοι δράστες της κλοπής στη Δημόσια Βιβλιοθήκη ακόμα παραμένουν ασύλληπτοι, ειδικό συνεργείο επιστημόνων και αργόσχολων αναλαμβάνει το δύσκολο, μα όχι και ακατόρθωτο έργο της εκ νέου συγγραφής και πλήρους αντικατάστασης των έντεκα πρώτων τόμων της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης.
Δυο-τρεις κάτοικοι της παραλίας, που αν ίσως πίστευαν σε κάτι, θα ορκίζονταν σε αυτό, και αν είχαν ίσως κάτι να φοβούνται, τότε θα μαρτυρούσαν πως είχανε δει τους έντεκα μικρούς φυγάδες δυο μέρες πριν, να αλληλοκατασπαράσσονται στην άκρη της ακτής. Η διαδικασία αυτή είχε κρατήσει μόλις μερικά λεπτά και είχε γίνει με τρόπο που συνδύαζε με αρμονικά τη φρίκη με την τελετουργία.
Συγκεκριμένα, το πρώτο παιδί ξεκίνησε τρώγοντας το δεύτερο, στη συνέχεια το τρίτο κατάπιε το πρώτο και ούτω καθ’ εξής, μέχρι που ο τελευταίος επιζήσας με τους άλλους δέκα ήδη στην κοιλιά, βάλθηκε να καταπίνει σαν καραμέλες έναν-έναν τους διαφυγόντες τόμους. Έπειτα έβγαλε όλα τα ρούχα του, τα δίπλωσε προσεχτικά και έτσι ολόγυμνο και από γνώσεις και σάρκες χορτασμένο, άρχισε να χτυπιέται, μόνο του να παλεύει και να σπαρταρά, με έναν τρόπο, που ίσως σε κάποιον άλλο πλανήτη, σε κάποιο διαφορετικό σύστημα αξιών, ίσως και να μπορούσε να θεωρηθεί μια μορφή χορού. Τέλος, φώναξε με όλη του τη δύναμη κάτι που έμοιαζε με γυναικείο όνομα** και αφού μεταμορφώθηκε σε κάτι ανάμεσα σε χταποδοκαλαμάρι και καλαμαροχτάποδο, βούτηξε στη θάλασσα και εξαφανίστηκε για πάντα.
Σε κάποιο ντουλάπι, σε κάποια δημόσια υπηρεσία, κάπου βαθιά μέσα στη διοίκηση της πόλης, κάτω από στοίβες περιοδικών και αποτυχημένων προσπαθειών αναβίωσης του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος, αν κάποιος έψαχνε καλά, θα έβρισκε δυο εξαιρετικά διαφωτιστικές φωτογραφίες, με ελάχιστες και αμελητέες μεταξύ τους διαφορές. Δυο σχεδόν πανομοιότυπες εικόνες, που ίσως να έδιναν επιτέλους λύση στο μυστήριο και ίσως και να έστελναν κάποιους απόψε νωρίτερα για ύπνο.
Η εποχή, όμως, και η ηλικία, που οι άνθρωποι περνούσανε την ώρα τους ψάχνοντας ξένα ντουλάπια και συρτάρια έχει πια περάσει.


*Για την Ιστορία και για την ιστορία αξίζει να αναφέρουμε ότι οι έντεκα απολεσθέντες τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης ήταν οι εξής: τόμος Α’ (από αβαρής έως αβαθής), τόμος Β’ (από αγανακτώ έως αντιστέκομαι), τόμος Γ’ (από αξύριστος έως ατιμωρησία), τόμος Δ’ (από αυτόχειρας έως βαθμοφόρος), τόμος Ε’ (από βαθύφωνος έως βατραχομούρης), τόμος ΣΤ’ (από βαρεμάρα έως βουλιάζω), τόμος Ζ’ (από βουρκώνω έως βυθίζομαι), τόμος Η’ (από γαϊδουροδένω έως γαϊδουρογυρεύω), τόμος Θ’ (από γατί έως γιατί), τόμος Ι’ (από γκρίζο έως γονατίζω) και τόμος ΙΑ’ (από γράφω έως διαγράφω). Φυσικά, η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια περιέχει μόνο λήμματα και όχι ορισμούς κατά τον ίδιο τρόπο που ο Ποινικός κώδικας περιέχει εγκλήματα, μα όχι και θύματα ή εγκληματίες και η λίστα με τα ψώνια για το σούπερ μάρκετ περιέχει καταναλωτικά αγαθά, αλλά δεν αναφέρει και τα ράφια, όπου πρέπει να ψάξει κανείς για να τα βρει. Για να χαρακτηριστεί ένα οποιοδήποτε έργο μνημειώδες, θα πρέπει να εξυπηρετεί τη λειτουργία της μνήμης και η μνήμη των ανθρώπων δεν είναι επιτραπέζιο παιχνίδι.
**Ρώτησα επανειλημμένως αυτούς τους δυο-τρεις ανθρώπους να μου πουν ποιο ήταν αυτό το όνομα και κάθε φορά μου έδιναν και μια διαφορετική απάντηση. Αρχίζω να πιστεύω πως οι ψευδομάρτυρες έχουν γίνει χειρότεροι και από τους ψευδοπροφήτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου