Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Tierra del ego

Κι όσο εγώ μεγάλωνα, τόσο ο τόπος μίκραινε. Μια μέρα έγινε ασφυκτικά μικρός. Πνιγόμουν. «Θα φύγω», είπα. Κι έφυγα.
Ξεκίνησα να κάνω τον γύρο του κόσμου. Το είχα ήδη κάνει πολλές φορές αυτό το ταξιδάκι. Μα αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Θέλησα να ανακαλύψω έναν καινούριο δρόμο. Να χαράξω μια νέα πορεία. Ένα σκοτεινό μονοπάτι να το φωτίσω. Να βρω πώς από το πριγκιπάτο μου μπορεί να φτάσει κανείς συντομότερα στις μακρινές Ινδίες του μυαλού μου.
Ξεκίνησα χωρίς αποσκευές. Γυμνός σχεδόν και άοπλος. Με μια κουβέρτα όστρακο στην πλάτη. Και το σπαθάκι μου μέσα σε παλιές εφημερίδες τυλιγμένο. Ανέβηκα στο πρώτο τρένο της γραμμής και σάλπαρα. Σε μια θάλασσα κρασί. Πορεία νότια και ανατολική. Πλάι στον αφρό της μπίρας.
Σαράντα ώρες, σαράντα χρόνια. Σκούριασαν οι ράγες του συρμού κι αυτομολήσανε. Κι ήρθανε κύματα βουνά. Κι άγρια τέρατα των θαλασσών και κτήνη του ουρανού. Κι όλο το διαλεχτό μου πλήρωμα το ξεκληρίσανε. Κανείς τους δεν απέμεινε. Κανείς για να με ακούει να τραγουδώ τη δυσλεξία μου. Μονάχος μου μες στην πριγκιπική μου την κλινάμαξα. Την κιβωτό της γνώσης και της σωτηρίας μου. Το καρυδότσουφλο της σιωπής του κόσμου όλου.
Σαράντα ώρες, σαράντα χρόνια. Μονάχος μου. Μέχρι που μου ‘φερε ο άνεμος στα μάτια άμμο και ροκανίδια. Μέχρι που το ‘δα καθαρά. Φωτάκια κόκκινα και πορτοκαλιά στο βάθος του ορίζοντα. Στα πλάτη της ψυχής μου. Και είπα, «Τα κατάφερες, πριγκιπάκο μου. Τις βρήκες τις μακρινές Ινδίες του μυαλού σου. Άντε, ένα τσιγάρο δρόμος απέμεινε. Μέχρι το τέλος της Γης και της καινούριας σου ζωής το γλυκοχάραμα».
Σαράντα ώρες, σαράντα χρόνια. Μια ζωή και μια στιγμή ολόκληρη έζησα στις μακρινές αυτές στεριές. Μόνο που οι μακρινές αυτές στεριές δεν ήταν του μυαλού μου οι Ινδίες. Μοιάζανε πολύ. Αλλά δεν ήταν. Ήταν μια νέα ήπειρος. Μου το φανέρωσαν οι ιθαγενείς που έτρεξαν να με υποδεχτούν. Γουρλώσανε τα μάτια σαν με είδαν να περπατώ στις αμμουδιές τους. Κι όταν μ’ άκουσαν να καρφώνω το σπαθάκι μου στους ουρανούς τους, πέσανε στα γόνατα και με προσκύνησαν. Κι ο πιο τρελός από αυτούς στ’ αφτί μού το ψιθύρισε. «Πού ήσουν τόσα χρόνια; Γιατί άργησες; Νομίσαμε πως χάθηκες. Πως δεν θα έφτανες ποτέ να μας ανακαλύψεις». Κι εγώ τους ζήτησα ως τη βασίλισσα του κόσμου αυτού του νέου να με πάνε. Και χάραξα με το σπαθάκι μου στην άμμο, «Νέε κόσμε, σε ονομάζω Γη του Γιάννη!» Μα εκείνοι μου απάντησαν πως είναι η βασίλισσά τους απασχολημένη. Με άλλα πράγματα. Και πως δεν θέλει να με δει. Και πως βασίλισσες στον νέο αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν.
Ξεκίνησα για να τη βρω μονάχος. Μα αυτοί που μ’ είχαν για Θεό τους με εμπόδισαν.
Ξεκίνησα για να τη βρω μονάχος. Μα ήταν κι άνθρωποι πολλοί. Όσους κατάφερα με το σπαθί μου να σκοτώσω, άλλες τόσες φορές κι αυτοί με τρύπησαν. Κι ήταν τα βέλη τους φαρμακωμένα. Κι όσες πληγές μου ανοίγανε, τόσο κι εγώ πρηζόμουν και μεγάλωνα.
Κι όσο εγώ μεγάλωνα, τόσο ο τόπος μίκραινε. Και ως τη θάλασσα με έσπρωξαν. Στεφάνια δάφνες μού φόρεσαν και χαμόγελα. Όμορφα λόγια και κολακείες. Πόσο όμορφα μπορεί να μιλάει κανείς για να πει όμορφα τη λέξη «φύγε»; Κι εγώ στριμώχτηκα στο καρυδότσουφλό μου για να φύγω. Να γυρίσω πίσω. Πίσω πού; Ήξερα, μα το ξέχασα. Και τότε ήταν που την είδα. Στον πύργο της. Στο πιο ψηλό παράθυρο. Από τις άκριες των χειλιών της την ξεχώρισα. Είδα τα χείλη της να ανοίγουν. Ψιθυριστά να μου φωνάζει την είδα και την άκουσα.
«Καλό ταξίδι, πρίγκιπα!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου