Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Τα χέρια στις τσέπες

Ποτέ μου δεν υπήρξα καλός μαθητής.
Πάντα ωστόσο κατάφερνα να δίνω την εντύπωση πως ήμουν τουλάχιστον επιμελής. Στη χειρότερη περίπτωση οι δάσκαλοί μου με θεωρούσαν έξυπνο και με ιδιαίτερες ικανότητες.
Όλοι είχανε πέσει έξω. Τους είχα όλους ξεγελάσει. Λίγο το βαθυστόχαστο βλέμμα μου, λίγο τα εξωσχολικά μου αναγνώσματα. Τα είχα καταφέρει. Αν διάβαζα και λίγα μαθηματικά, μπορεί και να είχα γίνει απουσιολόγος.
Τέλος πάντων, την ώρα του μαθήματος και όταν δεν έπληττα θανάσιμα, κυριευόμουν από έναν βαθύ τρόμο. Έτρεμα πως κάτι θα με ρωτούσαν και απάντηση να δώσω δεν θα είχα. Και η απάτη μου θα ξεσκεπαζόταν. Γι’ αυτό και το κουδούνι του διαλείμματος ηχούσε πάντοτε λυτρωτικά. Το λάτρευα. Ήταν το αγαπημένο μου κομμάτι. Η δική μου μελωδία της ευτυχίας.
Εντάξει. Δεν ήμουν ο μόνος. Οι μαθητές στον κόσμο όλο και σ’ όλες τις εποχές προτιμούν το διάλειμμα από το μάθημα. Ακόμα και οι καλύτεροι. Όλοι ανεξαιρέτως.
Και όμως. Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.
Λοιπόν, αν είμαι σε κάτι καλός – πραγματικά καλός – είναι στο να παρατηρώ τους ανθρώπους. Άργησα να το συνειδητοποιήσω, αλλά ευτυχώς ποτέ δεν είναι αργά. Ακόμα και για τους καταραμένους.
Έτσι, όταν οι άλλες ταπεινές μου ασχολίες μού το επέτρεπαν, παρατηρούσα πως την ώρα του διαλείμματος υπήρχαν κάποια παιδιά που δεν περνούσαν και τόσο καλά. Τα ίδια πάντοτε παιδιά. Σε κάθε διάλειμμα. Δεν ήταν τελικά και τόσο δύσκολο να τα διακρίνεις.
Ήταν τα παιδιά που δεν έπαιζαν ποτέ μπάσκετ. Δεν πείραζαν τις συμμαθήτριές τους. Δεν κάπνιζαν κρυφά στις τουαλέτες. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποια ομάδα υποστήριζαν. Ποτέ δεν τους κάλεσαν σε κανένα πάρτι. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για το τι κάνουν μετά το σχολείο. Τα απογεύματα. Τα βράδια. Χρόνια μετά, στις συναντήσεις των παλαιών συμμαθητών κανένας –πλέον κανένας– δεν θα τους θυμόταν.
Μόνο τον απουσιολόγο απασχολούσε η παρουσία τους, κι αν ήταν τυχεροί σε καμιά κοπάνα τους, ούτε καν αυτόν.
Περιφέρονταν μόνα τους στο προαύλιο με τα χέρια στις τσέπες και περίμεναν το κουδούνι για να ξαναμπούν στην τάξη. Αυτή ήταν η δική τους μελωδία της ευτυχίας.
Όσα απ’ αυτά τα παιδιά επιβίωσαν, ζουν τώρα ανάμεσά μας. Ακόμα δεν έχουν βγάλει τα χέρια από τις τσέπες. Γουστάρουν τη δουλειά τους, όποια κι αν είναι αυτή.
Και σιχαίνονται τις Κυριακές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου